KIK TRADING LIMITED ν. CHARILAOU BROS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 588/2017, 12/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 588/2017 ΜΕΤΑΞΥ: KIK TRADING LIMITED (HE31289), εκ Λεμεσού Ενάγοντες και CHARILAOU BROS LIMITED (HE 35510), εκ Λάρνακος Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12 Μάρτιου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες: κ. Α. Λεωνίδου Για τους Εναγόμενους: κα. A. Νικηφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της παρούσας αγωγής οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους «το ποσό των €1.476, 06 . ως υπόλοιπο από την αγορά διαφόρων ειδών περιπτέρου και/ή άλλων συναφή προϊόντων και/ή εμπορευμάτων». Η δικογραφημένη θέση των εναγόντων είναι ότι συμφώνησαν με τους εναγόμενους περί το 2013 όπως τους πωλούν κατά παραγγελία και έναντι τιμολογίων διάφορα προϊόντα και όπως χρεώνουν ανάλογα σχετικό λογαριασμό που τηρούσαν με αρ. D24394W, ο οποίος λογαριασμός όταν ανοίχθηκε, έφερε το όνομα CHARALAMBOUS BROS LΤD και περί της 9/9/2013 μετονομάστηκε σε CHARILAOU BROS LTD. Είναι η θέση των εναγόντων ότι περί την 18/6/2015, ο πιο πάνω λογαριασμός παρουσίαζε ως χρεωστικό υπόλοιπο το αξιούμενο ποσό, το οποίο, παρά τις οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι ουδέποτε το εξόφλησαν. Στην αντίπερα όχθη, με την υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι καμία σχέση έχουν με την φερόμενη ως εταιρική επωνυμία CHARALAMBOUS BROS LΤD. Άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αν ήθελε φανεί ότι παρέλαβαν προϊόντα συνοδευόμενα με τιμολόγια που αναφέρονταν είτε σε CHARALAMBOUS BROS LΤD είτε σε CHARILAOU BROS LIMITED, τα εν λόγω τιμολόγια τα έχουν εξοφλήσει πλήρως καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» υπόθεση, δυνάμει της «νέας Δ.30» ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας. Σημειώνω εδώ ότι όταν είχαν δοθεί αρχικά οι οδηγίες του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της μαρτυρίας των μερών, η πλευρά των εναγόντων δεν καταχώρησε τη μαρτυρία της εντός της προθεσμίας που τέθηκε από το Δικαστήριο και κατά την επόμενη εμφάνιση ζήτησε όπως της δοθεί παράταση χρόνου για να το πράξει. Παραδόξως όμως, η πλευρά των εναγομένων είχε αποφασίσει να καταχωρήσει τη δική της μαρτυρία, η οποία όμως ουσιαστικά δεν αφορούσε αλλά ούτε και «απαντούσε» στην οποιαδήποτε μαρτυρία της άλλης πλευράς αφού τέτοια μαρτυρία δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση στο αίτημα των εναγόντων για παράταση χρόνου και αφού οι συνήγοροι προχώρησαν με αγορεύσεις, το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση που δόθηκε αυθημερόν, ενέκρινε το αίτημα παρατείνοντας το χρόνο καταχώρησης της μαρτυρίας των εναγόντων μέχρι 13/09/
- Ενόψει του ότι οι εναγόμενοι είχαν ήδη καταχωρήσει κάποια μαρτυρία, με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο έδωσε το δικαίωμα στους τελευταίους αν ήθελαν να υιοθετήσουν την εν λόγω μαρτυρία ως «απάντηση» στην μαρτυρία που θα καταχωρούσαν οι ενάγοντες ή και να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία αν το έκριναν αναγκαίο. Η αγωγή δε, ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 16/11/
- Οι ενάγοντες τελικά καταχώρησαν την μαρτυρία τους στις 14/09/18 και όχι μέχρι τις 13/09/18 που είχε παραταθεί δικαστικά ο χρόνος για το σκοπό αυτό. Η μαρτυρία δηλαδή των εναγόντων καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και χωρίς να παραταθεί εκ νέου με οποιοδήποτε τρόπο ο χρόνος καταχώρησης. Με την παραλαβή της μαρτυρίας των εναγόντων, οι εναγόμενοι επέλεξαν να υιοθετήσουν την ήδη καταχωρηθείσα μαρτυρία τους αλλά και να την συμπληρώσουν με περαιτέρω μαρτυρία. Σε αυτή τη «συμπληρωματική» μαρτυρία οι εναγόμενοι, πέραν των όσων προέβαλαν σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και το κατ' εκείνους αβάσιμο της μαρτυρίας των εναγόντων, ήγειραν ένσταση σε σχέση με το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας των τελευταίων, υποστηρίζοντας ότι συνεπεία της μη συμμόρφωσης των εναγόντων με τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα που έθεσε το Δικαστήριο στις 12/09/18 σε σχέση με την καταχώρηση της μαρτυρίας, η μαρτυρία των εναγόντων θα πρέπει να αγνοηθεί και συνεπώς η αγωγή τους να απορριφθεί ως μη υποστηριζόμενη από οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία. Την μαρτυρία με την ένσταση τους οι εναγόμενοι την καταχώρησαν στις 12/10/18, ήτοι ένα μήνα πριν την ακρόαση και την παρέδωσαν στην πλευρά των εναγόντων. Στις 16/11/18 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων ζήτησε αναβολή ώστε να ετοιμάσει και να παρουσιάσει γραπτώς την τελική του επιχειρηματολογία. Αυτό ήταν και το μόνο αίτημα που υπεβλήθη από πλευράς των εναγόντων εκείνη την μέρα και στο οποίο η πλευρά των εναγομένων δεν έφερε ένσταση. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 03/12/
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και να διευκρινίσουν προφορικά κάποια θέματα. Στην αγόρευση τους, η οποία εκτείνεται σε 30 σελίδες, οι εναγόμενοι καταπιάνονται με σωρεία θεμάτων νομικών και πραγματικών, μεταξύ των οποίων και το θέμα του εκπρόθεσμου της μαρτυρίας των εναγόντων. Υποστηρίζουν δε, όπως προέβαλαν και με τη μαρτυρία τους, ότι ενόψει της εκπρόθεσμης κατάθεσης της έγγραφης μαρτυρίας των εναγόντων, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να την λάβει υπόψη και θα πρέπει να θεωρήσει ότι οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους χωρίς να παρουσιάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία γεγονός που σφραγίζει την τύχη της αγωγής. Στην αντίπερα όχθη, οι ενάγοντες καμία αναφορά κάνουν στην αγόρευση τους σε σχέση με το εν λόγω θέμα, ούτε επιχειρούν να αμφισβητήσουν ή να δικαιολογήσουν το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας τους και ούτε ζητούν όπως αυτή θεωρηθεί εμπρόθεσμη. Αντιθέτως, προχωρούν και επιχειρηματολογούν μόνο σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών. Έκρινα ορθό όπως παραθέσω το πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης εφόσον προτού ασχοληθώ με την προσκομισθείσα μαρτυρία, θα πρέπει να εξετάσω το θέμα που ηγέρθη αναφορικά με το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας των εναγόντων και αυτό γιατί σε περίπτωση που ήθελε αγνοηθεί η μαρτυρία των τελευταίων λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της, η αγωγή αναπόφευκτα θα απορριφθεί ως στερούμενη ερείσματος και υποστηρικτικής μαρτυρίας. Παρατηρώ συνεπώς τα εξής: Είναι γεγονός ότι η εκδίκαση υποθέσεων με βάση τις πρόνοιες της νέας Δ.30 έχει αλλάξει τη διαδικαστική πτυχή απόδειξης των εκατέρωθεν ισχυρισμών, εφόσον σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, όπως είναι η παρούσα, το σύνολο της μαρτυρίας της κάθε πλευράς κατατίθεται στο φάκελο της υπόθεσης με τη σειρά καταχώρησης να καθορίζεται μεταξύ άλλων από το βάρος απόδειξης των συγκεκριμένων ισχυρισμών, όπως άλλωστε πάντοτε ίσχυε δυνάμει της Δ.33 (βλ. Δ.30 Θ.5). Παρά ταύτα, δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα υποβολής ένστασης στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας κατά το χρόνο που αυτή παρουσιάζεται, ως είναι και η ενδεδειγμένη διαδικασία κατά τη ζωντανή ακρόαση της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 ΑΑΔ 512). Αυτή η νέα δικονομική κατάσταση όμως δεν έχει επηρεάσει καθόλου ούτε έχει εξαλείψει την εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου να αγνοήσει μαρτυρία, που αν και προσκομίσθηκε για σκοπούς δίκης εντούτοις δεν είναι αποδεκτή για διάφορους λόγους όπως π.χ. επειδή δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα ή επειδή είναι άσχετη με την υπόθεση. Αυτή μάλιστα η εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης έχει διατηρηθεί ρητά μέσω των προνοιών της Δ.30 Θ.5
(5), σύμφωνα με τις οποίες «.Οποτεδήποτε καταχωρείται έγγραφη μαρτυρία, αυτή συμμορφώνεται με τους ακόλουθους κανόνες.». Η αναφορά δε που γίνεται στις εν λόγω πρόνοιες σε σχέση με τις εξουσίες του Δικαστηρίου να μη λάβει υπόψη μη αποδεκτή μαρτυρία «. κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.», όχι μόνο επιβεβαιώνει ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι θεμελιακοί κανόνες απόδειξης αλλά και καταδεικνύει ότι τυχόν ενστάσεις σε υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» ως προς την αποδεκτότητα της μαρτυρίας, δύναται πλέον να προβληθούν μετά την καταχώρηση της μαρτυρίας. Μπορεί επομένως με τη νέα Δ.30 η μαρτυρία να καταχωρείται χωρίς να ελέγχεται η αποδεκτότητα της κατά το χρόνο της παρουσίασης της, πλην όμως αυτό δεν την συνιστά αυτόματα και πλήρως αποδεκτή μαρτυρία. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η νέα Δ.30 έχει επιβάλει και μια νέα προϋπόθεση στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας, ήτοι την υποχρέωση όπως η μαρτυρία καταχωρηθεί «.μέσα στο χρόνο που το Δικαστήριο θα καθορίσει για τον κάθε διάδικο» (Δ.30 Θ.5
(2)). Βεβαίως, οι πρόνοιες της Δ.30 πάντοτε περιείχαν χρονικές προθεσμίες αναφορικά με τα εκεί προνοούμενα διαδικαστικά διαβήματα που δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οδηγιών του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εν λόγω διαταγής. Σχετική με το θέμα αυτό είναι η υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 η οποία υιοθετήθηκε σε πληθώρα μεταγενέστερης νομολογίας. Στην Αλεξάνδρου το Εφετείο ασχολήθηκε με το διαχωρισμό που υφίσταται στην Κύπρο μεταξύ παράτυπων και άκυρων διαδικασιών, επισημαίνοντας ότι η κυπριακή νομολογία «.χρησιμοποιεί ως στοιχείο αναγνώρισης της άκυρης διαδικασίας γενικά το κατά πόσο το ελάττωμα είναι θεμελιώδες έτσι που να ανατρέχει στη ρίζα της διαδικασίας και να αποκλείει τη γέννησή της.». Στη βάση αυτού του στοιχείου το Εφετείο χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την εκπρόθεσμη καταχώρηση ενός δικογράφου η οποία συνιστά απλή παρατυπία και δη θεραπεύσιμη, σε αντίθεση με την εκπρόθεσμη καταχώρηση ενός τροποποιημένου δικογράφου κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, όπου δυνάμει της Δ.25, το διάταγμα που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο συνεπεία της μη τήρησης των τεθέντων χρονοδιαγραμμάτων και επομένως «.εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώριση της γραπτής πρότασης». Το ελάττωμα σε μια τέτοια περίπτωση «.αποτελεί ελάττωμα θεμελιακό τέτοιας μορφής έτσι που, ανεξάρτητα από όσα θα επακολουθήσουν, ο,τιδήποτε κτιστεί πάνω τους θα πρέπει να καταρρεύσει ως αιωρούμενο στο κενό.». Τονίστηκε βεβαίως σε εκείνη την υπόθεση ότι «.η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1.». Προχώρησε δε το Εφετείο και εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο μια απλή παρατυπία που δημιουργείται από την εκπρόθεσμη λήψη ενός διαδικαστικού διαβήματος μπορεί να θεραπευθεί. Επισημαίνοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση «.H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία.» τόνισε παράλληλα ότι το θέμα δεν μπορεί να θεραπευτεί απλά με το να αγνοηθεί και να παρακαμφθεί, αρχή η οποία στη συνέχεια υιοθετήθηκε από την αυθεντία Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 όπου εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της «διορθωτικής» Δ.64. Ως προς το πώς δύναται να θεραπευτεί η παρατυπία του εκπρόθεσμου, το Εφετείο στην Αλεξάνδρου ήταν σαφές «.Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της (βλ. Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.». Εξετάστηκε βέβαια και το κατά πόσο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η Δ.64 αντί της Δ.57 για να «σώσει» την κατάσταση. Όπως όμως λέχθηκε στην Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Kυριακίδη
(1999)1 ΑΑΔ 537 με αναφορά στην Αλεξάνδρου, «.΄Οπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) και τις άλλες που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ΄επίκληση της Δ.64. Το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας, όπως παρατηρήθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας». Σε κάθε περίπτωση όμως, η Αλεξάνδρου προχώρησε και ασχολήθηκε και με τις αρχές που αφορούν στο κώλυμα που δυνατό να έχει δημιουργηθεί στην άλλη πλευρά να επικαλεστεί προς όφελος της την παρατυπία που δημιουργήθηκε από το εκπρόθεσμο «. είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας.». Τέτοιο κώλυμα κρίθηκε ότι υπήρχε στα γεγονότα υποθέσεων όπως η Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ. 6.2.2018 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D213, αίτηση 76/17, 2/6/2017 (αν και δεν δόθηκε τελικά άδεια για Certioari) οι οποίες επίσης αφορούσαν σε μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες της νέας Δ.30 καθώς επίσης και στην HENIPA Estates Co. Ltd ν. Club Dido Gesmbh
(1995)1 ΑΑΔ 371 όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις προθεσμίες που είχε θέσει το Δικαστήριο. Στην Αλεξάνδρου, όπως και σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις όπου κρίθηκε ότι δεν υπήρχε κώλυμα στην άλλη πλευρά να επικαλεστεί προς όφελος την παρατυπία λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «.δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση..Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής..Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση τη Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.
- Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς» (έμφαση δική μου). Στην παρούσα υπόθεση οι οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς το μέχρι πότε έπρεπε να καταχωρηθεί η μαρτυρία των εναγόντων ήταν σαφείς, ήτοι μέχρι και τις 13/09/
- Οι ενάγοντες δεν τήρησαν αυτό το χρονοδιάγραμμα και καταχώρησαν την μαρτυρία τους εκπρόθεσμα, ήτοι στις 14/09/
- Το γεγονός ότι επρόκειτο μόνο για μία μέρα καθυστέρηση δεν μεταβάλλει αυτή την κατάσταση πραγμάτων αφού το στοιχείο αυτό θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας μόνο «.στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας.» (βλ. Ann-Clair ανωτέρω), αίτηση η οποία όμως ουδέποτε έγινε, ούτε ακόμη και μετά την εκπρόθεσμη καταχώρηση της μαρτυρίας. Το ότι οι ενάγοντες είχα το δικαίωμα να επιχειρήσουν να αιτηθούν σχετική παράταση του χρόνου ήταν κάτι που οι ίδιοι σίγουρα γνώριζαν, αφού είναι στα πλαίσια προηγούμενης άσκησης αυτού ακριβώς του δικαιώματος που ο χρόνος καταχώρησης της μαρτυρίας τους παρατάθηκε μέχρι και τις 13/09/
- Στην αντιπέρα όχθη όμως, οι εναγόμενοι δεν έμειναν άπρακτοι όταν διαπίστωσαν το εκπρόθεσμο της μαρτυρίας. Αντιθέτως, έστω και αν δεν ακολούθησαν τον ορθόδοξο τρόπο υποβολής ένστασης στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας των εναγόντων, εντούτοις ήγειραν άμεσα το θέμα με τη δική τους μαρτυρία, η οποία αν και επεκτάθηκε και στην ουσία της υπόθεσης, σαφώς τελούσε υπό την αίρεση της ρητής ένστασης που προέβαλαν ως προς την αποδεκτότητα της εκπρόθεσμης μαρτυρίας των εναγόντων. Όταν οι τελευταίοι παρέλειψαν και πάλι να επιχειρήσουν να λάβουν οποιαδήποτε «διορθωτικά» μέτρα όταν τους επισημάνθηκε το εκπρόθεσμο, οι εναγόμενοι δεν εγκατέλειψαν τη θέση τους αλλά επέμειναν σε αυτή, θίγοντας και επιχειρηματολογώντας το θέμα και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης με την αγόρευση που καταχώρησαν. Ούτε τότε όμως οι ενάγοντες επιχείρησαν να καταστήσουν εμπρόθεσμη την μαρτυρία τους με οποιοδήποτε τρόπο και ουσιαστικά επέμειναν μέχρι τέλους να προωθούν και να βασίζονται επί εκπρόθεσμης μαρτυρίας. Εν κατακλείδι, οι ενάγοντες είχαν κάθε ευκαιρία να καταχωρήσουν την μαρτυρία τους μέσα σε εύλογο χρόνο και παρέλειψαν να το πράξουν. Τους δόθηκε όμως εκ νέου η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους πλην όμως δεν την αξιοποίησαν όπως έπρεπε. Τους υπεδείχθη εγκαίρως το νέο σφάλμα τους και παρά το ότι τους δόθηκε εκ νέου η ευκαιρία να το διορθώσουν τόσο πριν όσο και κατά την ακρόαση της υπόθεσης όπου τους επετράπη να επιχειρηματολογήσουν για την υπόθεση τους, αυτοί το αγνόησαν. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η παράλειψη των εναγόντων να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα τη μαρτυρία τους, είτε η εν λόγω παράλειψη ήθελε ιδωθεί ως θεμελιακό ελάττωμα που δεν θεραπεύεται είτε ως παρατυπία που αν και επισημάνθηκε εγκαίρως, ουδέποτε θεραπεύτηκε και ουδέποτε επιχειρήθηκε να θεραπευτεί, δεν μπορεί παρά να έχει καταλυτικές συνέπειες για την υπόθεση τους αφού η μαρτυρία τους δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί πλήρως. Η εν λόγω κατάληξη αναπόφευκτα αφήνει την αγωγή μετέωρη και άνευ ερείσματος πλην όμως δεν τίθεται θέμα αποστέρησης των δικαιωμάτων των εναγόντων που απορρέουν από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού αποκλειστικά υπεύθυνοι γι' αυτή την εξέλιξη είναι οι ίδιοι (Τρύφωνος ν. Παγκυπριακής Λτδ. κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 706). Στη βάση των πιο πάνω, δεν παρέχεται κανένα περιθώριο για ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο θέμα της υπόθεσης εφόσον η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς στερούμενη ερείσματος. Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Υπόλοιπο Λογαριασμού - Εκπρόθεσμη μαρτυρία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο