DABROWSKI ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3061/16, 18/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3061/16 ΜΕΤΑΞΥ: xxxxxx DABROWSKI Ενάγοντας και
(1991)1 ΑΑΔ 945). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγοντας προτού προχωρήσει να ζητήσει οδηγίες με βάση τη Δ.30, να αποφασίσει κατά πόσο θα συνεχίσει να προωθεί την αγωγή του εναντίον και των εναγόμενων στους οποίους δεν έχει καταφέρει ακόμη να επιδώσει ή αν θα περιοριστεί στους εναγομένους που έχει επιδώσει οπόταν και θα πρέπει να διακόψει ή να αποσύρει την αγωγή για τους υπόλοιπους. Μόνο τότε το κλητήριο θα παύσει να ισχύει εξ' ολοκλήρου για εκείνους τους εναγόμενους και θα υπάρχει αποκρυστάλλωση των πραγματικά εμπλεκόμενων διαδίκων της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, λόγω της δυνατότητας ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος ακόμη και μετά την εκπνοή του, αυτό εξακολουθεί να συνιστά έγκυρο κλητήριο ένταλμα για όλους τους άλλους σκοπούς και μπορεί, αν ανανεωθεί, να επιδοθεί και στους υπόλοιπους εναγόμενους οι οποίοι και θα δικαιούνται να εμφανιστούν στην αγωγή. Δυστυχώς σήμερα η πιο πάνω ορθή πρακτική φαίνεται να έχει ατονήσει και να μην ακολουθείται, εφόσον καθημερινά παρατηρείται το φαινόμενο κάποιος ενάγοντας να καταχωρεί μια αγωγή εναντίον διαφόρων εναγομένων και επειδή δεν έχει καταφέρει να την επιδώσει σε όλους εντός του προβλεπόμενου έτους, να ζητά να οριστεί η αγωγή για οδηγίες σε σχέση με τους εναγόμενους που έχουν εμφανιστεί, χωρίς όμως να δηλώνει ρητά αν εξακολουθεί να προωθεί την αγωγή του και σε σχέση με τους εναγόμενους στους οποίους δεν κατάφερε ακόμη να επιδώσει. Το πρόβλημα με αυτή την πρακτική είναι ότι αν και όλοι θεωρούν ότι η αγωγή θα προχωρήσει μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους στους οποίους επιδόθηκε, εντούτοις η αγωγή εξακολουθεί να είναι έγκυρη και να ισχύει και σε σχέση με τους εναγόμενους στους οποίους δεν επιδόθηκε. Δημιουργείται έτσι σύγχυση ως προς το ποιοι τελικά θα είναι οι διάδικοι στην υπόθεση, η οποία σύγχυση οδηγεί σε περίπλοκή και εκτροχιασμό της διαδικασίας αφού σε περίπτωση που η αγωγή επιδοθεί και στους υπόλοιπους εναγόμενους μετά που δόθηκαν οι προδικαστικές οδηγίες με βάση τη Δ.30, αν οι εν λόγω εναγόμενοι επιλέξουν να εμφανιστούν, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε εκ νέου προγραμματισμό της υπόθεσης με όλες τις χρονοβόρες δικονομικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Η μη τήρηση επομένως της ορθής πρακτικής οδηγεί αναπόφευκτα στην σπατάλη πολύτιμου δικαστικού και δικηγορικού χρόνου. Σημειώνω εδώ ότι η Οδηγία Πρακτικής υπ. αρ.2 δεν μετέβαλε την προαναφερθείσα ορθή πρακτική ούτε και πρέπει να ερμηνεύεται ότι επιτρέπει την «αποσπασματική» έκδοση Κλήσης για Οδηγίες σε σχέση με τον κάθε εναγόμενο για τον οποίο ολοκληρώνεται η δικογραφία. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογο αλλά και ασυμβίβαστο με την Οδηγία υπ. αρ.1 αλλά και την ίδια τη Δ.30 Θ.1(α). Η Οδηγία υπ. αρ.2 απλά αφορά στις περιπτώσεις όπου αν και η δικογραφία μεταξύ ενάγοντα και «τελικών» εναγομένων έχει ολοκληρωθεί, διαπιστώνεται «.κατά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες.», ότι μετά την έκδοση της Κλήσης προέκυψε η ανάγκη να γίνουν κάποιες περαιτέρω διαδικασίες που αφορούν στην δικογραφία ή ότι εν αγνοία του ενάγοντα έχουν ενεργοποιηθεί διαδικασίες που εκφεύγουν του ελέγχου του, όπως π.χ η διαδικασία τριτοδιαδίκου ή έκδοση ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων, οι οποίες διαδικασίες όμως θα πρέπει να ολοκληρωθούν προτού να μπορέσει να προγραμματιστεί η υπόθεση για ακρόαση. Για αυτό άλλωστε στην Γεωργίου ανωτέρω λέχθηκε ότι «Ό,τι περαιτέρω διευκρινίστηκε με την προαναφερθείσα Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 είναι ότι εάν, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων υπό την παραπάνω έννοια, διαφανεί, κατά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες, ότι εκκρεμούν άλλες διαδικασίες για τις οποίες ενδείκνυται ή απαιτείται η ανταλλαγή περαιτέρω δικογράφων, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αναβάλει την υπόθεση μέχρι τη συμπλήρωση όλης της δικογραφίας. Αναμένεται δε, σύμφωνα πάντα με την Οδηγία Πρακτικής, ότι ο διάδικος που γνωρίζει ότι θα προχωρήσει με πρόσθετες διαδικασίες, όπως η προσεπίκληση τριτοδιαδίκου ή η έκδοση ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων, θα γνωστοποιήσει τούτο με την πρώτη ευκαιρία στους αντιδίκους του και θα ενημερώσει σχετικά το Δικαστήριο.». Η δυνατότητα της αναβολής της Κλήσης παρέχεται καθαρά ώστε να μην «χάσει» ο ενάγοντας τα έξοδα της έκδοσης και εμφάνισης στην Κλήση για Οδηγίες και αυτό προφανώς διότι αν γνώριζε για τις διαδικασίες που προέκυψαν, δεν θα καταχωρούσε την Κλήση. Κατά τρίτο, η απόρριψη της αγωγής λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.30 δεν συνιστά αφ' εαυτού δικαίωμα ή «όπλο» του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντα αλλά απόρροια της παράλειψης του τελευταίου να συμμορφωθεί με τις δικές του υποχρεώσεις. Ο εναγόμενος μπορεί να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής εντός 15 ημερών από την τελευταία ημερομηνία που έπρεπε να εκδοθεί η Κλήση οπόταν σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο, έχει δύο επιλογές. Είτε θα απορρίψει την αγωγή είτε θα θεωρήσει το αίτημα ως Κλήση για Οδηγίες και θα προχωρήσει αναλόγως. Επειδή ακριβώς πρόκειται για στάδιο όπου ο εναγόμενος μπορεί να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής, εξετάζεται και το κατά πόσο η δική του συμπεριφορά αλλά και οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δίδουν έρεισμα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να μην απορρίψει την αγωγή. Είναι επί αυτής της βάσης που σύμφωνα με τη Γεωργίου αποφασίστηκε η Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ. 6.2.2018, η οποία να σημειωθεί ότι δεν αφορούσε σε αυτή καθ' αυτή τη δημιουργία κωλύματος στον εναγόμενο αλλά σε δημιουργία τέτοιων πραγματικών δεδομένων που επηρέασαν το πότε ξεκίνησε να μετρά η προθεσμία της Δ.30 σε εκείνη την υπόθεση. Επισημαίνω εδώ ότι στη Χατζησολωμή, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εγείρει αυτεπάγγελτα το θέμα του εκπρόθεσμου παρά τη ρητή συγκατάθεση που υπήρχε από πλευράς εναγομένου όπως θεωρηθεί η Κλήση που καταχωρήθηκε ως εμπρόθεσμη. Όταν όμως ο εναγόμενος δεν ζητήσει την απόρριψη της αγωγής εντός των 15 ημερών, η Δ.30 θέτει την όλη υπόθεση σε μια άλλη διάσταση που πλέον δεν τίθεται θέμα απόρριψης της αγωγής κατόπιν αίτησης του εναγόμενου πόσο μάλλον για εξέταση της συμπεριφοράς του. Αυτό διότι με την πάροδο της προθεσμίας του ενάγοντα να εκδώσει Κλήση και της προθεσμίας του εναγόμενου να ζητήσει απόρριψη της αγωγής, δημιουργείται πλέον νομοθετικό τεκμήριο (statutory presumption) ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί. Ενδεχόμενη απόρριψη της αγωγής σε αυτό το στάδιο συνιστά απόρροια νομοθετικού τεκμηρίου και όχι αιτήματος της άλλης πλευράς. Μάλιστα δε, η Δ.30 Θ.1(γ) καμία υποχρέωση επιβάλλει όπως κληθεί ο ενάγοντας για να επιχειρήσει να αντικρούσει το τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί, αφού «.το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα». Με κάθε σεβασμό προς την περί του αντιθέτου σχολή σκέψης, είναι θεωρώ εσφαλμένο να εξετάζεται το θέμα απόρριψης μιας αγωγής σε συνάρτηση με την όποια αδράνεια τυχόν επέδειξε ο εναγόμενος στο να ζητήσει εμπρόθεσμα τέτοια απόρριψη, όταν η αγωγή «περάσει» και το στάδιο των 15 ημερών και έχει φτάσει στο σημείο να θεωρείται πλέον από το Νόμο ως εγκαταλειφθείσα. Αντίθετη προσέγγιση θεωρώ, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Εξηγώ. Αν ο εναγόμενος ενεργήσει σύμφωνα με τη δική του προθεσμία και ζητήσει απόρριψη της αγωγής εντός 15 ημερών, το Δικαστήριο μπορεί να «διασώσει» την αγωγή στη βάση των συγκεκριμένων περιστατικών της υπόθεσης, θεωρώντας την αίτηση απόρριψης ως Κλήση. Αν ο εναγόμενος όμως δεν ενεργήσει εντός της προθεσμίας των 15 ημερών, τότε με βάση την αντίθετη σχολή σκέψης, αυτή η αδράνεια του εναγόμενου δύναται να χρησιμοποιηθεί και πάλι για να διασωθεί η αγωγή, με αποτέλεσμα ουσιαστικά ο ενάγοντας να μην μπορεί ποτέ να βρεθεί υπόλογος των παραλείψεων του, αφού είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, η αγωγή του θα διασώζεται. Δεν είναι όμως αυτός ο σκοπός της Δ.30 η οποία στοχεύει σε «φιλτράρισμα» ουσιαστικά των υποθέσεων. Άλλωστε, η αδράνεια του εναγόμενου να ενεργήσει εντός των 15 ημερών ή ακόμη και η απόρριψη της αίτησης που αυτός ενδεχομένως να καταχώρησε μετά την πάροδο των 15 ημερών, δεν καθιστά εμπρόθεσμο τον ενάγοντα ούτε και ανατρέπει το νομοθετικό τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί σε βάρος του. Αν το εκπρόθεσμο όντως υφίσταται ως γεγονός, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει διότι ο εναγόμενος δεν πέτυχε στην αίτηση του. Επισημαίνω εδώ ότι στη Γεωργίου κρίθηκε ορθή η αυτεπάγγελτη έγερση του θέματος του εκπρόθεσμου από το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως ορθή κρίθηκε και η συνακόλουθη απόρριψη της αγωγής, παρά το γεγονός ότι ούτε ο εναγόμενος είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός των 15 ημερών. Μάλιστα δε, στη Γεωργίου ο εναγόμενος δεν ενήργησε εντός των 15 ημερών γιατί συμφωνούσε με τον ενάγοντα ότι η προθεσμία δεν είχε ακόμη παρέλθει πλην όμως το Εφετείο ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «.Εν προκειμένω όμως, η εισήγηση του εφεσείοντα προϋποθέτει μεταβολή του κανόνα. Τούτο όμως δεν καθίσταται δυνατό απλώς και μόνο επειδή συμφωνούν οι διάδικοι.» Μετά τη δημιουργία του τεκμηρίου συνεπώς, η όποια αδράνεια του εναγόμενου να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής εντός των 15 ημερών, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος του ενάγοντα. Η ορθότητα της πιο πάνω προσέγγισης ενισχύεται και από τα εξής στοιχεία. Κατά πρώτο, με τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.2(β), δόθηκε η εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο συμμόρφωσης του ενάγοντα με την υποχρέωση του να εκδώσει εμπρόθεσμα Κλήση, αν δείξει στο Δικαστήριο ότι «.υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους.». Η εν λόγω εξουσία περιορίζεται ρητά στην παράταση της υποχρέωσης του ενάγοντα δυνάμει του Θ.1(α) και όχι στο δικαίωμα του εναγόμενου να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής με βάση το Θ.1(γ). Είναι ο ενάγοντας συνεπώς που θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο να μην απορρίψει την αγωγή, η οποία λόγω του εκπρόθεσμου υπόκειται σε απόρριψη, και όχι ο εναγόμενος το αντίθετο. Κατά δεύτερο, θα ήταν παράδοξο να χρησιμοποιείται η αδράνεια του εναγόμενου για να ανατραπεί το τεκμήριο που δημιουργήθηκε σε βάρος του ενάγοντα ώστε να σωθεί η αγωγή, τη στιγμή που για να δημιουργηθεί το τεκμήριο του Θ.1(γ) που οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής, θα πρέπει και ο εναγόμενος να αδρανήσει. Κατά τρίτο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Θ.1(γ), με την απόρριψη της αγωγής ως εγκαταλειφθείσα, ήτοι συνεπεία του τεκμηρίου, ο εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα της αγωγής. Δεν θα μπορούσε συνεπώς, μετά τη δημιουργία του τεκμηρίου, να θεωρείται ότι η παράλειψη του εναγόμενου να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής ενωρίτερα επενεργεί εναντίον του ή προς όφελος του ενάγοντα. Τέλος, επειδή δόθηκε έμφαση στις ενέργειες που έκαμε ο ενάγοντας σε σχέση με την προώθηση της αγωγής πριν την ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.30, καθώς επίσης και στην τότε αδράνεια που επέδειξαν οι εναγόμενοι, θα πρέπει να επισημάνω ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Δ.30 αφορούν στις διαδικασίες που πρέπει να γίνουν μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας και όχι προηγουμένως όπου τυγχάνουν εφαρμογής άλλοι Θεσμοί και άλλες υποχρεώσεις. Το στάδιο πριν τη Δ.30 διέπεται από τους δικούς του κανονισμούς, οι οποίοι επίσης περιέχουν πρόνοιες για απόρριψη της αγωγής λόγω μη επαρκούς προώθησης της (βλ. Δ.26 Θ.13). Το ότι συνεπώς ο ενάγοντας είχε ενεργήσει με σπουδή πριν την ενεργοποίηση της Δ.30 ή το ότι οι εναγόμενοι είχαν ολιγωρήσει να καταχωρήσουν υπεράσπιση, καθίσταται δευτερεύουσας αν όχι άνευ σημασίας αναφορικά με το κατά πόσο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.
- Θα ήταν άλλωστε παράλογο να γίνεται πρόνοια για απόρριψη της αγωγής λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.30 και να συνιστά «υπεράσπιση» ότι τηρήθηκαν πλήρως οι προθεσμίες που εφαρμόζονταν για το στάδιο πριν την ενεργοποίηση της Δ.
- Στη βάση όλων των πιο πάνω παρατηρώ τα εξής αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Καθ' όλη την υπόθεση, τόσο η πλευρά του ενάγοντα όσο και η πλευρά των εναγομένων 1, 2, 4 και 5, φαίνεται να τελούσαν υπό την εσφαλμένη αντίληψη ότι είναι ορθό να ζητούνται «αποσπασματικά» οδηγίες από το Δικαστήριο μόλις ολοκληρώνεται η δικογραφία σε σχέση με τον κάθε εναγόμενο ξεχωριστά. Συνεπεία αυτής της εσφαλμένης αντίληψης, ενώ η αγωγή δεν είχε ακόμη επιδοθεί στον εναγόμενο 3 τουλάχιστο, ο ενάγοντας, υπό τον αδικαιολόγητο φόβο ότι θα «χάσει» τις προθεσμίες της Δ.30 σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2, 4 και 5, εξέδωσε Κλήση μόνο γι' αυτούς τους εναγόμενους και οι τελευταίοι, αδικαιολόγητα θεωρώντας ότι ο ενάγοντας ορθά έπραξε, καταχώρησαν και εκείνοι Παράρτημα ζητώντας οδηγίες. Σαφέστατα όμως, τόσο η Κλήση του ενάγοντα όσο και τα Παραρτήματα των εναγομένων είχαν καταχωρηθεί πρόωρα εφόσον ακόμη δεν είχαν ξεκαθαρίσει οι προθέσεις του ενάγοντα αναφορικά με τον εναγόμενο 3, για τον οποίο η επίδοση εκκρεμούσε κατά το χρόνο έκδοσης της Κλήσης. Δεν είχαν συνεπώς ακόμη ολοκληρωθεί τα διαδικαστικά θέματα που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν προτού να μπορέσουν να ζητηθούν και να δοθούν οδηγίες με βάση τη Δ.
- Έστω όμως και μετά την έκδοση της Κλήσης από τον ενάγοντα, το όλο θέμα θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει με μια απλή δήλωση του τελευταίου κατά την πρώτη εμφάνιση της Κλήσης στις 29/11/17, ως προς το ότι δεν θα επέμενε στην προώθηση της αγωγής του σε σχέση με τον εναγόμενο
- Ο ενάγοντας όμως καμία τέτοια πρόθεση εξέφρασε. Αντιθέτως, η πρόθεση του ήταν ξεκάθαρη ως προς το ότι το θέμα της επίδοσης στον εναγόμενο 3 ακόμη εκκρεμούσε και κατ' επέκταση ότι εξακολουθούσε, και αυτό δικαιωματικά, να προωθεί την αγωγή του εναντίον και του εν λόγω εναγόμενου. Εφόσον λοιπόν είχε δηλωθεί ότι εκκρεμούσε ακόμη η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο 3 και ότι πρόθεση του ενάγοντα ήταν όπως συνεχίσει να επιχειρεί να του επιδώσει την αγωγή, ορθά οι συνήγοροι των δύο πλευρών απέσυραν ως πρόωρη την Κλήση της 07/09/17 και τα Παραρτήματα Τύπου 25, επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα να τα καταχωρήσουν εκ νέου όταν θα ολοκληρώνετο το θέμα με τον εναγόμενο
- Αυτή η ενέργεια τους άλλωστε συνιστούσε και επάνοδο στην ορθή πρακτική που έπρεπε να είχε ακολουθηθεί. Υποστήριξε ο ενάγοντας ότι κατά την εμφάνιση στις 29/11/17, το κλητήριο είχε ήδη εκπνεύσει σε σχέση με τον εναγόμενο 3 από τις 26/10/17 και συνεπώς τα δικόγραφα έπρεπε να θεωρηθούν ολοκληρωμένα από εκείνη την ημερομηνία. Το ότι το κλητήριο είχε εκπνεύσει για τον εναγόμενο 3 είναι άνευ σημασίας, εφόσον αυτό θα μπορούσε να επιχειρηθεί να ανανεωθεί. Το Δικαστήριο σίγουρα δεν δικαιούτο να θεωρήσει την αγωγή αποσυρθείσα σε σχέση με τον εναγόμενο 3 επειδή απλά το κλητήριο είχε εκπνεύσει σε σχέση με αυτόν και ούτε μπορούσε να απορρίψει την αγωγή για τον εν λόγω εναγόμενο λόγω της παρέλευσης της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Τέτοια απόσυρση ήταν αποκλειστικό δικαίωμα του ενάγοντα, ο οποίος δικαιωματικά αποφάσισε να μην το ασκήσει. Την ίδια στιγμή όμως, ακόμη και να ήθελε θεωρηθεί ότι τα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν στις 26/10/17, αυτό και πάλι θα καθιστούσε πρόωρη την έκδοση της Κλήσης του ενάγοντα εφόσον αυτή είχε εκδοθεί στις 07/09/
- Ό,τι όμως και να προηγήθηκε της 29/11/17, με την εκ συμφώνου απόσυρση της Κλήσης και των Παραρτημάτων και με την ταυτόχρονη εκατέρωθεν επιφύλαξη του δικαιώματος για έκδοση νέας Κλήσης και καταχώρησης νέων Παραρτημάτων όταν θα ολοκληρωνόταν το θέμα της επίδοσης στον εναγόμενο 3, δεν τίθετο πλέον ζήτημα τυχόν προηγούμενης ενεργοποίησης της προθεσμίας της Δ.
- Σημασία πλέον είχε πώς θα προχωρούσε ο ενάγοντας από τις 29/11/17 και μετά. Για ένα όμως ολόκληρο χρόνο στη συνέχεια, ο ενάγοντας καμία ενέργεια έκαμε είτε για να προωθήσει την αγωγή του σε σχέση με τον εναγόμενο 3 είτε σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους. Ούτε αιτήθηκε την ανανέωση του κλητηρίου για τον εναγόμενο 3 και ούτε επανήλθε για να περιορίσει την αγωγή στους εναγόμενους στους οποίους είχε επιδώσει αποσύροντας ή διακόπτοντας την για τους υπόλοιπους. Ακόμη όμως και αν η απόσυρση της Κλήσης στις 29/11/17 εδράζετο επί μιας καλόπιστης παρεξήγησης, τότε εύλογα θα αναμένετο ότι σύντομα μετά τις 29/11/17 και τουλάχιστο πριν την πάροδο 90 ημερών, ο ενάγοντας θα επανέρχετο στο Δικαστήριο για να ξεκαθαρίσει την παρεξήγηση. Τίποτα τέτοιο όμως έπραξε. Όπως συνεπώς και αν ήθελε ιδωθεί η στάση του ενάγοντα, η ουσία είναι ότι καμία ενέργεια έκαμε για να προωθήσει την αγωγή του από τις 29/11/17 μέχρι και τις 22/11/
- Αυτή η χρονική περίοδος σαφώς εκφεύγει της προβλεπόμενης περιόδου των 90 ημερών, ακόμη και αν η εν λόγω περίοδος ήθελε ξεκινήσει να μετρά από τις 29/11/17 που απεσύρθη η πρόωρη Κλήση. Το ότι η αγωγή δεν απορρίφθηκε ενωρίτερα λόγω αυτής της κατάστασης οφείλετο καθαρά στην παράλειψη του Πρωτοκολλητείου να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η παράλειψη του Πρωτοκολλητείου όμως, το μόνο που συνεπάγεται είναι ότι η αγωγή εξακολουθεί να βρίσκεται «εν ζωή», αν και υπόκειται σε απόρριψη. Σίγουρα, η εν λόγω παράλειψη δεν συνιστά ανοχή του Δικαστηρίου όπως υποστηρίζει σήμερα ο ενάγοντας. Με την αγωγή συνεπώς να θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν ο ενάγοντας έχει καταδείξει ότι «.υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους.». Από τα όσα έχει θέσει ενώπιον μου η πλευρά του ενάγοντα, καμία αντικειμενική αδυναμία δεν φαίνεται να του έχει προκύψει αλλά ούτε και καταδείχθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί έστω και την υστάτη, παράταση του χρόνου ώστε να θεωρηθεί η Κλήση που εξέδωσε στις 22/11/18 ως εμπρόθεσμη. Αντιθέτως, αυτό που προκύπτει από την όλη στάση του ενάγοντα είναι ότι μετά την εμφάνιση της 29/11/17 και μέχρι τις 22/11/18, αυτός απλά δεν ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αγωγής του. Το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα ενδεχομένως να μην είχε αντιληφθεί τι ακριβώς είχε γίνει στις 29/11/17 θα μπορούσε ίσως να δικαιολογήσει κάποιας μορφής αδράνεια όχι όμως αδράνεια ενός χρόνου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα και ως τέτοια απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, υπάρχουν αφ' ενός τα έξοδα της αίτησης των εναγομένων ημερ. 25/01/19 και αφ' ετέρου τα έξοδα της αγωγής. Σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης, θεωρώ ότι είναι δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της εφόσον και οι εναγόμενοι ακολούθησαν εσφαλμένη προσέγγιση στο όλο θέμα και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής, αυτά, κατ' εφαρμογή της Δ.30 Θ.1(γ) θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος των εναγομένων 1, 2, 4 και
- Λαμβάνοντας όμως υπόψη την Εγκύκλιο του Προέδρου του Ανωτάτου ημερ. 30/06/17 σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση απόρριψης αγωγής στη βάση της Δ.30 είναι ορθότερο όπως επιδικάζεται ένα κατ' αποκοπή ποσό εξόδων υπέρ του εναγόμενου, ότι οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, ότι πέραν από την καταχώρηση υπεράσπισης και της παρούσας αίτησης, κανένα άλλο ουσιαστικό διάβημα έκαμαν και ότι έχουν ήδη καταδικαστεί να καταβάλουν στον ενάγοντα έξοδα ύψους €215 σε σχέση με την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα Υπεράσπιση, επιδικάζονται ως ένα σετ υπέρ των εναγομένων 1, 2, 4 και 5 και εναντίον του ενάγοντα, έξοδα ύψους €250 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Απόρριψη Αγωγής - Δ.30 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο