← Κύπρος

DABROWSKI ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3061/16, 18/3/2019

DABROWSKI ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3061/16, 18/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3061/16 ΜΕΤΑΞΥ: xxxxxx DABROWSKI Ενάγοντας και

  1. IRONFX GLOBAL LIMITED
  2. xxxxxxx ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  3. xxxxxxx HAGREAVES
  4. xxxxxxx ΝΙΚΟΛΑΟΥ
  5. xxxxxxx ΚΑΣΙΟΥΡΗΣ
  6. xxxxxxx ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
  7. TOTALSERVE MANAGEMENT LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Μάρτιου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Καϊμακλιώτης Για τους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5: κα. Μ. Τζιουτ για Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας είναι το κατά πόσο η αγωγή του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί λόγω μη συμμόρφωσης του με τις προθεσμίες που επιβάλει η νέα Δ.30 σε σχέση με την έκδοση Κλήσης οδηγιών. Το θέμα ηγέρθη από πλευράς εναγομένων 1, 2, 4 και 5 στα πλαίσια σχετικής αίτησης που καταχώρησαν στις 25/01/
  8. Τα επίμαχα γεγονότα προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης και τα τηρηθέντα πρακτικά των εμφανίσεων στο Δικαστήριο. Το αναφέρω τούτο διότι στις Ε/Δ που κατατέθηκαν από αμφότερες τις πλευρές, φαίνεται να έχουν παρεισφρήσει γεγονότα που είτε δεν έχουν σχέση με την υπόθεση είτε δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του φακέλου και των τηρηθέντων πρακτικών. Σε κάθε περίπτωση όμως, αμφότερα τα μέρη δήλωσαν κατά την ακρόαση του υπό εξέταση θέματος ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να βασισθεί μόνο στα γεγονότα που προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης και να αγνοήσει τις οποιεσδήποτε αναφορές τυχόν έγιναν και δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου. Προχωρώ λοιπόν να συνοψίσω το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό φαίνεται από το φάκελο της αγωγής: Ο ενάγοντας καταχώρησε την εν λόγω αγωγή στις 26/10/16 στρεφόμενος εναντίον των επτά εναγομένων που φαίνονται στον τίτλο. Ακολούθως, επέδωσε την αγωγή στους εναγόμενους 1, 2, 4 και 5, οι οποίοι καταχώρησαν εμφάνιση στις 17/3/
  9. Λόγω παράλειψης τους όμως να καταχωρήσουν υπεράσπιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ο ενάγοντας αιτήθηκε γραπτώς στις 19/4/17, την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Την εν λόγω αίτηση του ο ενάγοντας τελικά την απέσυρε στις 05/07/17 με €215 έξοδα υπέρ του, λόγω του ότι οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 καταχώρησαν υπεράσπιση στις 03/07/
  10. Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγομένων 1, 2, 4 και 5 δεν καταχωρήθηκε. Στις 07/09/17, ήτοι προτού εκπνεύσει το κλητήριο σε σχέση με τους εναγομένους 3, 6 και 7, στους οποίους η αγωγή ακόμη δεν είχε επιδοθεί, ο ενάγοντας εξέδωσε κλήση για οδηγίες στη βάση της Δ.30 μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους 1,2, 4 και 5 για τους οποίους η δικογραφία είχε ολοκληρωθεί. Προφανώς ο ενάγοντας τελούσε υπό την εσφαλμένη αντίληψη ότι θα έπρεπε να εκδώσει κλήση για κάθε εναγόμενο για τον οποίο ολοκληρώνεται η δικογραφία αντί μίας κλήσης όταν ολοκληρωθεί η δικογραφία σε σχέση με όλους τους διαδίκους. Υπό αυτή την εσφαλμένη αντίληψη όμως φαίνεται να τελούσε και η πλευρά των εναγομένων 1,2 4 και 5, η οποία, ανταποκρινόμενη στην Κλήση του ενάγοντα, καταχώρησε το δικό της Παράρτημα Τύπου
  11. Η εν λόγω κλήση του ενάγοντα ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 29/11/
  12. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, τόσο η πλευρά του ενάγοντα όσο και η πλευρά των εναγομένων 1, 2, 4 και 5, ανέφεραν ότι για τον εναγόμενο 3 ακόμη εκκρεμούσε η επίδοση της αγωγής ενώ για τους εναγόμενους 6 και 7 είχε εκδοθεί απόφαση. Αν και η αναφορά σε εκδοθείσα απόφαση σε σχέση με τους εναγόμενους 6 και 7 δεν ευσταθούσε, η ουσία είναι ότι στις 29/11/17, όλες οι πλευρές θεωρούσαν ότι η αγωγή εκκρεμούσε μόνο για τον εναγόμενο 3 για τον οποίο προφανώς εξακολουθούσε να επιχειρείται η επίδοση της. Σημειώνω εδώ ότι αν και μέχρι σήμερα αμφότεροι οι συνήγοροι συμφωνούν ότι σε σχέση με τους εναγόμενους 6 και 7 η αγωγή τελικά είχε αποσυρθεί εντούτοις ούτε αυτό το γεγονός ευσταθεί εφόσον ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοια απόσυρση. Φαίνεται ότι και οι δύο συνήγοροι παρασύρθηκαν από το γεγονός ότι σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις που εμπλέκονται ως δικηγόροι των εκεί διαδίκων και στις οποίες μόνο ο ενάγοντας είναι διαφορετικός, η αγωγή σε σχέση με τους εδώ εναγόμενους 6 και 7, οι οποίοι είναι και σε εκείνες τις υποθέσεις εναγόμενοι 6 και 7, είχε αποσυρθεί. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ενώπιον μου εκκρεμούν δύο από αυτές τις αγωγές, ήτοι η 2091/16 στην οποία η αγωγή σε σχέση με τους εδώ εναγομένους 6 και 7 έχει αποσυρθεί και η αγωγή 599/17, στην οποία αν και η αγωγή δεν απεσύρθη για τους εν λόγω εναγόμενους εντούτοις και εκεί οι συνήγοροι φαίνεται να τελούν υπό την ίδια εσφαλμένη αντίληψη. Είναι όμως λόγω αυτής της εσφαλμένης αντίληψης που στις 29/11/17, όταν όλες οι υποθέσεις των διαδίκων ορίσθηκαν για τον ίδιο σκοπό, οι συνήγοροι προέβησαν σε κοινή δήλωση ότι παρέμενε εκκρεμούσα μόνο η επίδοση στον εναγόμενο
  13. Παραθέτω αυτούσιο το πρακτικό της 29/11/
  14. «Αμφότεροι - έχουμε διαπιστώσει ότι η κλήση για οδηγίες που έχει καταχωρηθεί σε σχέση με τους εναγομένους 1,2 4 και 5 είναι μάλλον πρόωρή εφόσον ακόμα εκκρεμεί το θέμα επίδοσης της αγωγής σε σχέση με τον εναγόμενο 3 και αυτό με βάση τα όσα αναφέρονται στον κανόνα πρακτικής υπ' αρ. 1 της Δ.
  15. Επομένως η κλήση και τα εκατέρωθεν καταχωρηθέντα Παραρτήματα αποσύρονται άνευ βλάβης ούτως ώστε να καταχωρηθούν όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία σε σχέση και με τον εναγόμενο 3 Δικαστήριο - Όντως ο σκοπός και το πνεύμα της Δ.30 ενόψει και των Κανόνων Πρακτικής είναι να δίδονται οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό μιας υπόθεσης όταν όλα τα προδιαδικαστικά θέματα ολοκληρωθούν. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν αποκρυσταλλωθούν οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων που όντως θα συνιστούν τους διαδίκους της υπόθεσης που θα οδηγηθούν σε ακρόαση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει όσο εκκρεμεί η επίδοση της υπόθεσης και κατ' επέκταση η ανταλλαγή δικογραφίας με ένα από τους υφιστάμενους διαδίκους. Ως εκ τούτου η κλήση που έχει καταχωρήσει ο ενάγοντας καθώς και τα εκατέρωθεν καταχωρηθέντα Παραρτήματα Τύπου 25 αποσύρονται και απορρίπτονται άνευ βλάβης για να καταχωρηθούν όταν ολοκληρωθεί το θέμα με τον εναγόμενο 3.» Μέχρι τις 22/11/18, ήτοι για ένα σχεδόν χρόνο, ο ενάγοντας δεν έλαβε κανένα άλλο διάβημα στην αγωγή, είτε σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2, 4 και 5 είτε σε σχέση με τον εναγόμενο
  16. Στις 22/11/18 δε, ο ενάγοντας αποφάσισε να καταχωρήσει νέα κλήση για οδηγίες και πάλι όμως μόνο σε σχέση με τους εναγομένους 1, 2, 4 και
  17. Με την επίδοση της εν λόγω κλήσης προς τους προαναφερόμενους εναγόμενους, οι τελευταίοι καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής ως εγκαταλειφθείσα καθότι δεν είχε καταχωρηθεί εμπρόθεσμα κλήση για οδηγίες. Η θέση των εναγομένων είναι ότι από τη στιγμή που για αυτούς τα δικόγραφα είχαν ολοκληρωθεί στις 10/07/17, ήτοι μετά που παρήλθε ο χρόνος για την καταχώρηση απάντησης στην Υπεράσπιση τους και από τη στιγμή που για τον εναγόμενο 3 το κλητήριο εξέπνευσε στις 26/10/17 χωρίς ποτέ να ανανεωθεί, η παράλειψη του ενάγοντα να καταχωρήσει οποιαδήποτε κλήση για οδηγίες μέχρι τις 22/11/18 θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη ολόκληρης της αγωγής του. Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι σε καμία δικονομική παράλειψη υπέπεσε σε σχέση με τα χρονοδιαγράμματα της Δ.30, ότι «.το Δικαστήριο στις 29/11/17 λανθασμένα απόσυρε άνευ βλάβης τις Κλήσεις για Οδηγίες» διότι το κλητήριο σε σχέση με τον εναγόμενο 3 στην πραγματικότητα είχε εκπνεύσει από τις 26/10/17 και εφόσον δεν είχε ανανεωθεί και ούτε ζητήθηκε κάτι τέτοιο, το «Δικαστήριο όφειλε να δώσει οδηγίες για συνέχιση της διαδικασίας.» και ότι αν στις 22/11/18 που καταχωρήθηκε η νέα Κλήση, η αγωγή θεωρείτο εγκαταλειφθείσα, το Πρωτοκολλητείο δεν θα αποδεχόταν την καταχώρηση της Κλήσης αλλά θα είχε θέσει από πριν την αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για να την απορρίψει κάτι που ουδέποτε έγινε. Λόγω τούτου, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, είναι «.με την ανοχή του Δικαστηρίου» που καταχωρήθηκε η Κλήση στις 22/11/
  18. Σημειώνω εδώ ότι η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται και ότι «υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες». Πρόσθετα των πιο πάνω, ο ενάγοντας επικαλείται την προηγούμενη αδράνεια και ολιγωρία των εναγομένων 1, 2, 4 και 5 να καταχωρήσουν υπεράσπιση ως κώλυμα στο να ζητούν σήμερα την απόρριψη της αγωγής καθώς επίσης και τις δικές του ενέργειες για να προωθήσει την αγωγή του εναντίον τους, ως ένδειξη του ότι ουδέποτε εγκατέλειψε την αγωγή του. Κατά την ακρόαση το Δικαστήριο υπέδειξε στον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα ότι στις 29/11/17 δεν είναι το Δικαστήριο που «απέσυρε» την τότε Κλήση και Παραρτήματα, κάτι άλλωστε που δεν θα μπορούσε να πράξει το Δικαστήριο, αλλά οι δικηγόροι που εμφανίστηκαν εκ μέρους όλων των διαδίκων, οι οποίοι ήταν και τα μόνα πρόσωπα που μπορούσαν να προβούν σε τέτοια απόσυρση. Υπεδείχθη επίσης στο συνήγορο ότι ουδέποτε στις 29/11/17 εκφράστηκε η οποιαδήποτε θέση από πλευράς ενάγοντα ότι δεν θα προωθείτο πλέον η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 3, είτε είχε εκπνεύσει το κλητήριο σε σχέση με τον εν λόγω εναγόμενο είτε όχι, αλλά αντίθετα, η θέση που εκφράστηκε ήταν ότι εξακολουθούσε να υφίσταται η πρόθεση να προωθηθεί και να επιδοθεί η αγωγή στον εν λόγω εναγόμενο. Πέραν όμως τούτων, υπεδείχθη στο συνήγορο και η αντιφατικότητα του να προβάλλεται από τη μια η θέση ότι η πλευρά του ενάγοντα δεν παρέλειψε να τηρήσει τις προθεσμίες της Δ.30 και από την άλλη η θέση ότι «υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες» για σκοπούς άσκησης της διακριτικής ευχέρειας δυνάμει της Δ.30 Θ.2(β). Μετά τις πιο πάνω υποδείξεις του Δικαστηρίου, ο συνήγορος του ενάγοντα αναγνώρισε αφ' ενός ότι όντως το πρακτικό της 29/11/17 δεν ανταποκρίνεται στους ισχυρισμούς που προβάλλει η πλευρά του σήμερα και αφ' ετέρου ότι η Κλήση της 22/11/18 ήταν εκ των πραγμάτων εκπρόθεσμη. Εξήγησε όμως ότι ο λόγος που προκλήθηκε όλη αυτή η σύγχυση είναι διότι δεν ήταν ο ίδιος παρών στις 29/11/17 και μέχρι την ακρόαση δεν του είχε καταστεί ξεκάθαρο τι ακριβώς είχε λεχθεί κατά την εν λόγω ημερομηνία. Τελούσε δε, ανέφερε ο συνήγορος, υπό την αντίληψη ότι μετά τις 29/11/17 η πλευρά του δεν χρειαζόταν να προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα και όταν στις 22/11/18 έλεγξε το φάκελο του για να δει πού ακριβώς βρισκόταν η αγωγή, διαπίστωσε προς έκπληξη του ότι τελικά η αγωγή είχε παραμείνει αδρανής από τότε εξ' ου και καταχώρησε άμεσα την νέα Κλήση. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας κατά νου τις πρόνοιες της Δ.30 και τις σχετικές Οδηγίες Πρακτικής: Δ.30 (ως τροποποιήθηκε στις 27/03/18)
  19. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής: Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Νοείται ότι, η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο. (ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση, θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ που απορρίφθηκε την συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ 1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.
  20. (α) Διάδικος στην αγωγή υποχρεούται να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση και επίδοση της κλήσης το συνημμένο στον Τύπο 25, Παράρτημα, συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία αυτού. (β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους. ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ
  21. Όπου υπάρχουν πέραν του ενός εναγομένου σε αγωγή, τότε τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα κατά την έννοια της Δ.30, κ.1(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν, υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11, για όλους τους εναγομένους. 2.Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων ως άνω, όταν κατά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες διαφανεί ότι εκκρεμούν άλλες διαδικασίες για τις οποίες ενδείκνυται ή απαιτείται η ανταλλαγή περαιτέρω δικογράφων, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αναβάλει την υπόθεση μέχρι τη συμπλήρωση όλης της δικογραφίας, δίδοντας σχετικές οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της κλήσης για οδηγίες. Αναμένεται ότι ο διάδικος που γνωρίζει ότι θα προχωρήσει με πρόσθετες διαδικασίες, όπως η προσεπίκληση τριτοδιαδίκου ή η έκδοση ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων, γνωστοποιεί τούτο με την πρώτη ευκαιρία στους αντιδίκους του και ενημερώνει σχετικά το Δικαστήριο.
  22. Σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης ενός ή περισσοτέρων, μεταξύ πλειόνων συνεναγομένων, η Δ.30 δεν βρίσκει εφαρμογή σε σχέση με εναγόμενο που παρέλειψε να εμφανιστεί, αλλά εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.17 περί παράλειψης εμφάνισης και η υπόθεση για όσους εκ των εναγομένων δεν καταχωρίσουν εμφάνιση προχωρεί κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.
  23. Η «σύνοψη μαρτυρίας» που προβλέπεται στη Δ.30, κ.5

(3)(i), έχει την έννοια μιας συνοπτικής παράθεσης κάθε σκοπούμενου μάρτυρα και δεν πρέπει να απαιτείται ή να επιτρέπεται να επεκτείνεται σε λεπτομερή παράθεση γεγονότων και ισχυρισμών. Δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά μια περιεκτική αναφορά στα κύρια σημεία της μαρτυρίας ώστε να δίδεται ειδοποίηση στο Δικαστήριο και την άλλη πλευρά για την ουσία των όσων θα αναφέρει ο συγκεκριμένος μάρτυρας. Νοείται, βέβαια, ότι, από την άλλη, δεν μπορεί να εξαντλείται σε γενικότητες οι οποίες δεν θα ικανοποιούν το σκοπό αυτό.
  1. Διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα κατά τη συμπλήρωση του Παραρτήματος 25, που δεν περιλαμβάνεται στα πρώτα εννέα αιτήματα της πρώτης ύλης του Παραρτήματος, θα πρέπει οπωσδήποτε να το θέσει στο υπ΄αρ. 10 αίτημα. Τέτοια αιτήματα περιλαμβάνουν, χωρίς να είναι εξαντλητική η αναφορά που ακολουθεί, την ιατρική εξέταση οποιουδήποτε διαδίκου, την αιματολογική, γονιδιακή ή άλλη σχετική ή συναφή εξέταση ή αίτημα αναβολής ή αναστολής της περαιτέρω δικαστικής διαδικασίας μέχρι τη συμμόρφωση διαδίκου σε διατάγματα του Δικαστηρίου. Σχετικές με το υπό εξέταση θέμα είναι οι πρόνοιες της Δ.30 Θ.1(α) και (γ), Θ.2(β) και οι Οδηγίες Πρακτικής υπ.αρ. 1 και
  2. Προσεκτική ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών, υπό το φως και της πρόσφατης απόφασης στην ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΕΛΕΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A173, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 185/2017, 18/4/2018, αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται πιο κάτω, καταδεικνύει ότι αμφότερες οι πλευρές στην παρούσα υπόθεση προσεγγίζουν το όλο θέμα εσφαλμένα. Κατά πρώτο, «.Ο χρόνος κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα ήταν το ορόσημο και στην αρχική Διαταγή 30 (και) Η έννοια δε του όρου «συμπλήρωση των δικογράφων» στη Δ.30 οριζόταν πάντοτε από τα προβλεπόμενα στη Δ.26, κ.11, με αναφορά στους αρχικούς διαδίκους.Εξ ου και στην Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 διευκρινίστηκε ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα εν τη εννοία της Δ.30, κ.
(1)(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11 για όλους τους εναγόμενους.» Κατά δεύτερο, «Κλητήριο ένταλμα που δεν έχει επιδοθεί μέσα στους 12 μήνες από της εκδόσεως του παύει να βρίσκεται σε ισχύ μόνο για τους σκοπούς επίδοσής του. Δεν παύει όμως να είναι έγκυρο κλητήριο ένταλμα για όλους τους άλλους σκοπούς. Οι δε πρόνοιες της Δ.4 υπόκεινται σε επέκταση του χρόνου δυνάμει των προνοιών της Δ.57,Θ.2 . Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της αίτησης, άσχετα δηλαδή αν η αίτηση υποβλήθηκε πριν ή μετά την εκπνοή του κλητηρίου εντάλματος για σκοπούς επίδοσης (βλ. Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1 C.L.R. 395)» (βλ. ΝΙΚΟΛΑ ΣΑΒΒΙΔΗ κ.α. ν. Α. ΣΑΖΕΙΔΗΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. E180/2013, 25/6/2014). Η ορθή πρακτική θέλει τον ενάγοντα να ζητά να οριστεί η αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο όταν έχει αποκρυσταλλωθεί το ποιοι θα είναι τελικά οι εναγόμενοι εναντίον των οποίων θα προωθηθεί η αγωγή και ποιες θα είναι οι εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις. Αυτό εξυπακούει πρωτίστως ότι η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους εναγόμενους ή τουλάχιστο ότι επιδόθηκε σε αυτούς για τους οποίους τελικά θα προωθηθεί. Για τους υπόλοιπους εναγόμενους η αγωγή θα πρέπει είτε να αποσυρθεί είτε να διακοπεί. Εξυπακούεται βέβαια ότι σε κάθε περίπτωση, η δικογραφία μεταξύ των «τελικών» πλέον διαδίκων, θα έχει ολοκληρωθεί εν τι εννοία της Δ.26 Θ.11. Αυτή η πρακτική δεν είναι απόρροια της νέας Δ.30 αλλά υφίστατο πάντοτε ως θέμα ορθής πρακτικής, εφόσον αν δεν αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό πλαίσιο της αντιδικίας και των διαδίκων, δεν θα πρέπει να σπαταλείται πολύτιμος δικαστικός και δικηγορικός χρόνος με εμφάνιση στο Δικαστήριο για τη λήψη οδηγιών κατά αποσπασματικό τρόπο, ήτοι οδηγιών για κάθε εναγόμενο ξεχωριστά. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι οι οδηγίες του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.30 ήταν και είναι οδηγίες για το σκοπό προετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση και συνεπώς όλα τα προ-διαδικαστικά θέματα θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί (βλ. κατ' αναλογία Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγοντας προτού προχωρήσει να ζητήσει οδηγίες με βάση τη Δ.30, να αποφασίσει κατά πόσο θα συνεχίσει να προωθεί την αγωγή του εναντίον και των εναγόμενων στους οποίους δεν έχει καταφέρει ακόμη να επιδώσει ή αν θα περιοριστεί στους εναγομένους που έχει επιδώσει οπόταν και θα πρέπει να διακόψει ή να αποσύρει την αγωγή για τους υπόλοιπους. Μόνο τότε το κλητήριο θα παύσει να ισχύει εξ' ολοκλήρου για εκείνους τους εναγόμενους και θα υπάρχει αποκρυστάλλωση των πραγματικά εμπλεκόμενων διαδίκων της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, λόγω της δυνατότητας ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος ακόμη και μετά την εκπνοή του, αυτό εξακολουθεί να συνιστά έγκυρο κλητήριο ένταλμα για όλους τους άλλους σκοπούς και μπορεί, αν ανανεωθεί, να επιδοθεί και στους υπόλοιπους εναγόμενους οι οποίοι και θα δικαιούνται να εμφανιστούν στην αγωγή. Δυστυχώς σήμερα η πιο πάνω ορθή πρακτική φαίνεται να έχει ατονήσει και να μην ακολουθείται, εφόσον καθημερινά παρατηρείται το φαινόμενο κάποιος ενάγοντας να καταχωρεί μια αγωγή εναντίον διαφόρων εναγομένων και επειδή δεν έχει καταφέρει να την επιδώσει σε όλους εντός του προβλεπόμενου έτους, να ζητά να οριστεί η αγωγή για οδηγίες σε σχέση με τους εναγόμενους που έχουν εμφανιστεί, χωρίς όμως να δηλώνει ρητά αν εξακολουθεί να προωθεί την αγωγή του και σε σχέση με τους εναγόμενους στους οποίους δεν κατάφερε ακόμη να επιδώσει. Το πρόβλημα με αυτή την πρακτική είναι ότι αν και όλοι θεωρούν ότι η αγωγή θα προχωρήσει μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους στους οποίους επιδόθηκε, εντούτοις η αγωγή εξακολουθεί να είναι έγκυρη και να ισχύει και σε σχέση με τους εναγόμενους στους οποίους δεν επιδόθηκε. Δημιουργείται έτσι σύγχυση ως προς το ποιοι τελικά θα είναι οι διάδικοι στην υπόθεση, η οποία σύγχυση οδηγεί σε περίπλοκή και εκτροχιασμό της διαδικασίας αφού σε περίπτωση που η αγωγή επιδοθεί και στους υπόλοιπους εναγόμενους μετά που δόθηκαν οι προδικαστικές οδηγίες με βάση τη Δ.30, αν οι εν λόγω εναγόμενοι επιλέξουν να εμφανιστούν, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε εκ νέου προγραμματισμό της υπόθεσης με όλες τις χρονοβόρες δικονομικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Η μη τήρηση επομένως της ορθής πρακτικής οδηγεί αναπόφευκτα στην σπατάλη πολύτιμου δικαστικού και δικηγορικού χρόνου. Σημειώνω εδώ ότι η Οδηγία Πρακτικής υπ. αρ.2 δεν μετέβαλε την προαναφερθείσα ορθή πρακτική ούτε και πρέπει να ερμηνεύεται ότι επιτρέπει την «αποσπασματική» έκδοση Κλήσης για Οδηγίες σε σχέση με τον κάθε εναγόμενο για τον οποίο ολοκληρώνεται η δικογραφία. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογο αλλά και ασυμβίβαστο με την Οδηγία υπ. αρ.1 αλλά και την ίδια τη Δ.30 Θ.1(α). Η Οδηγία υπ. αρ.2 απλά αφορά στις περιπτώσεις όπου αν και η δικογραφία μεταξύ ενάγοντα και «τελικών» εναγομένων έχει ολοκληρωθεί, διαπιστώνεται «.κατά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες.», ότι μετά την έκδοση της Κλήσης προέκυψε η ανάγκη να γίνουν κάποιες περαιτέρω διαδικασίες που αφορούν στην δικογραφία ή ότι εν αγνοία του ενάγοντα έχουν ενεργοποιηθεί διαδικασίες που εκφεύγουν του ελέγχου του, όπως π.χ η διαδικασία τριτοδιαδίκου ή έκδοση ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων, οι οποίες διαδικασίες όμως θα πρέπει να ολοκληρωθούν προτού να μπορέσει να προγραμματιστεί η υπόθεση για ακρόαση. Για αυτό άλλωστε στην Γεωργίου ανωτέρω λέχθηκε ότι «Ό,τι περαιτέρω διευκρινίστηκε με την προαναφερθείσα Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 είναι ότι εάν, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων υπό την παραπάνω έννοια, διαφανεί, κατά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες, ότι εκκρεμούν άλλες διαδικασίες για τις οποίες ενδείκνυται ή απαιτείται η ανταλλαγή περαιτέρω δικογράφων, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αναβάλει την υπόθεση μέχρι τη συμπλήρωση όλης της δικογραφίας. Αναμένεται δε, σύμφωνα πάντα με την Οδηγία Πρακτικής, ότι ο διάδικος που γνωρίζει ότι θα προχωρήσει με πρόσθετες διαδικασίες, όπως η προσεπίκληση τριτοδιαδίκου ή η έκδοση ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων, θα γνωστοποιήσει τούτο με την πρώτη ευκαιρία στους αντιδίκους του και θα ενημερώσει σχετικά το Δικαστήριο.». Η δυνατότητα της αναβολής της Κλήσης παρέχεται καθαρά ώστε να μην «χάσει» ο ενάγοντας τα έξοδα της έκδοσης και εμφάνισης στην Κλήση για Οδηγίες και αυτό προφανώς διότι αν γνώριζε για τις διαδικασίες που προέκυψαν, δεν θα καταχωρούσε την Κλήση. Κατά τρίτο, η απόρριψη της αγωγής λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.30 δεν συνιστά αφ' εαυτού δικαίωμα ή «όπλο» του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντα αλλά απόρροια της παράλειψης του τελευταίου να συμμορφωθεί με τις δικές του υποχρεώσεις. Ο εναγόμενος μπορεί να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής εντός 15 ημερών από την τελευταία ημερομηνία που έπρεπε να εκδοθεί η Κλήση οπόταν σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο, έχει δύο επιλογές. Είτε θα απορρίψει την αγωγή είτε θα θεωρήσει το αίτημα ως Κλήση για Οδηγίες και θα προχωρήσει αναλόγως. Επειδή ακριβώς πρόκειται για στάδιο όπου ο εναγόμενος μπορεί να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής, εξετάζεται και το κατά πόσο η δική του συμπεριφορά αλλά και οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δίδουν έρεισμα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να μην απορρίψει την αγωγή. Είναι επί αυτής της βάσης που σύμφωνα με τη Γεωργίου αποφασίστηκε η Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ. 6.2.2018, η οποία να σημειωθεί ότι δεν αφορούσε σε αυτή καθ' αυτή τη δημιουργία κωλύματος στον εναγόμενο αλλά σε δημιουργία τέτοιων πραγματικών δεδομένων που επηρέασαν το πότε ξεκίνησε να μετρά η προθεσμία της Δ.30 σε εκείνη την υπόθεση. Επισημαίνω εδώ ότι στη Χατζησολωμή, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εγείρει αυτεπάγγελτα το θέμα του εκπρόθεσμου παρά τη ρητή συγκατάθεση που υπήρχε από πλευράς εναγομένου όπως θεωρηθεί η Κλήση που καταχωρήθηκε ως εμπρόθεσμη. Όταν όμως ο εναγόμενος δεν ζητήσει την απόρριψη της αγωγής εντός των 15 ημερών, η Δ.30 θέτει την όλη υπόθεση σε μια άλλη διάσταση που πλέον δεν τίθεται θέμα απόρριψης της αγωγής κατόπιν αίτησης του εναγόμενου πόσο μάλλον για εξέταση της συμπεριφοράς του. Αυτό διότι με την πάροδο της προθεσμίας του ενάγοντα να εκδώσει Κλήση και της προθεσμίας του εναγόμενου να ζητήσει απόρριψη της αγωγής, δημιουργείται πλέον νομοθετικό τεκμήριο (statutory presumption) ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί. Ενδεχόμενη απόρριψη της αγωγής σε αυτό το στάδιο συνιστά απόρροια νομοθετικού τεκμηρίου και όχι αιτήματος της άλλης πλευράς. Μάλιστα δε, η Δ.30 Θ.1(γ) καμία υποχρέωση επιβάλλει όπως κληθεί ο ενάγοντας για να επιχειρήσει να αντικρούσει το τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί, αφού «.το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα». Με κάθε σεβασμό προς την περί του αντιθέτου σχολή σκέψης, είναι θεωρώ εσφαλμένο να εξετάζεται το θέμα απόρριψης μιας αγωγής σε συνάρτηση με την όποια αδράνεια τυχόν επέδειξε ο εναγόμενος στο να ζητήσει εμπρόθεσμα τέτοια απόρριψη, όταν η αγωγή «περάσει» και το στάδιο των 15 ημερών και έχει φτάσει στο σημείο να θεωρείται πλέον από το Νόμο ως εγκαταλειφθείσα. Αντίθετη προσέγγιση θεωρώ, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Εξηγώ. Αν ο εναγόμενος ενεργήσει σύμφωνα με τη δική του προθεσμία και ζητήσει απόρριψη της αγωγής εντός 15 ημερών, το Δικαστήριο μπορεί να «διασώσει» την αγωγή στη βάση των συγκεκριμένων περιστατικών της υπόθεσης, θεωρώντας την αίτηση απόρριψης ως Κλήση. Αν ο εναγόμενος όμως δεν ενεργήσει εντός της προθεσμίας των 15 ημερών, τότε με βάση την αντίθετη σχολή σκέψης, αυτή η αδράνεια του εναγόμενου δύναται να χρησιμοποιηθεί και πάλι για να διασωθεί η αγωγή, με αποτέλεσμα ουσιαστικά ο ενάγοντας να μην μπορεί ποτέ να βρεθεί υπόλογος των παραλείψεων του, αφού είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, η αγωγή του θα διασώζεται. Δεν είναι όμως αυτός ο σκοπός της Δ.30 η οποία στοχεύει σε «φιλτράρισμα» ουσιαστικά των υποθέσεων. Άλλωστε, η αδράνεια του εναγόμενου να ενεργήσει εντός των 15 ημερών ή ακόμη και η απόρριψη της αίτησης που αυτός ενδεχομένως να καταχώρησε μετά την πάροδο των 15 ημερών, δεν καθιστά εμπρόθεσμο τον ενάγοντα ούτε και ανατρέπει το νομοθετικό τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί σε βάρος του. Αν το εκπρόθεσμο όντως υφίσταται ως γεγονός, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει διότι ο εναγόμενος δεν πέτυχε στην αίτηση του. Επισημαίνω εδώ ότι στη Γεωργίου κρίθηκε ορθή η αυτεπάγγελτη έγερση του θέματος του εκπρόθεσμου από το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως ορθή κρίθηκε και η συνακόλουθη απόρριψη της αγωγής, παρά το γεγονός ότι ούτε ο εναγόμενος είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός των 15 ημερών. Μάλιστα δε, στη Γεωργίου ο εναγόμενος δεν ενήργησε εντός των 15 ημερών γιατί συμφωνούσε με τον ενάγοντα ότι η προθεσμία δεν είχε ακόμη παρέλθει πλην όμως το Εφετείο ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «.Εν προκειμένω όμως, η εισήγηση του εφεσείοντα προϋποθέτει μεταβολή του κανόνα. Τούτο όμως δεν καθίσταται δυνατό απλώς και μόνο επειδή συμφωνούν οι διάδικοι.» Μετά τη δημιουργία του τεκμηρίου συνεπώς, η όποια αδράνεια του εναγόμενου να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής εντός των 15 ημερών, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος του ενάγοντα. Η ορθότητα της πιο πάνω προσέγγισης ενισχύεται και από τα εξής στοιχεία. Κατά πρώτο, με τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.2(β), δόθηκε η εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο συμμόρφωσης του ενάγοντα με την υποχρέωση του να εκδώσει εμπρόθεσμα Κλήση, αν δείξει στο Δικαστήριο ότι «.υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους.». Η εν λόγω εξουσία περιορίζεται ρητά στην παράταση της υποχρέωσης του ενάγοντα δυνάμει του Θ.1(α) και όχι στο δικαίωμα του εναγόμενου να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής με βάση το Θ.1(γ). Είναι ο ενάγοντας συνεπώς που θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο να μην απορρίψει την αγωγή, η οποία λόγω του εκπρόθεσμου υπόκειται σε απόρριψη, και όχι ο εναγόμενος το αντίθετο. Κατά δεύτερο, θα ήταν παράδοξο να χρησιμοποιείται η αδράνεια του εναγόμενου για να ανατραπεί το τεκμήριο που δημιουργήθηκε σε βάρος του ενάγοντα ώστε να σωθεί η αγωγή, τη στιγμή που για να δημιουργηθεί το τεκμήριο του Θ.1(γ) που οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής, θα πρέπει και ο εναγόμενος να αδρανήσει. Κατά τρίτο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Θ.1(γ), με την απόρριψη της αγωγής ως εγκαταλειφθείσα, ήτοι συνεπεία του τεκμηρίου, ο εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα της αγωγής. Δεν θα μπορούσε συνεπώς, μετά τη δημιουργία του τεκμηρίου, να θεωρείται ότι η παράλειψη του εναγόμενου να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής ενωρίτερα επενεργεί εναντίον του ή προς όφελος του ενάγοντα. Τέλος, επειδή δόθηκε έμφαση στις ενέργειες που έκαμε ο ενάγοντας σε σχέση με την προώθηση της αγωγής πριν την ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.30, καθώς επίσης και στην τότε αδράνεια που επέδειξαν οι εναγόμενοι, θα πρέπει να επισημάνω ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Δ.30 αφορούν στις διαδικασίες που πρέπει να γίνουν μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας και όχι προηγουμένως όπου τυγχάνουν εφαρμογής άλλοι Θεσμοί και άλλες υποχρεώσεις. Το στάδιο πριν τη Δ.30 διέπεται από τους δικούς του κανονισμούς, οι οποίοι επίσης περιέχουν πρόνοιες για απόρριψη της αγωγής λόγω μη επαρκούς προώθησης της (βλ. Δ.26 Θ.13). Το ότι συνεπώς ο ενάγοντας είχε ενεργήσει με σπουδή πριν την ενεργοποίηση της Δ.30 ή το ότι οι εναγόμενοι είχαν ολιγωρήσει να καταχωρήσουν υπεράσπιση, καθίσταται δευτερεύουσας αν όχι άνευ σημασίας αναφορικά με το κατά πόσο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.
  1. Θα ήταν άλλωστε παράλογο να γίνεται πρόνοια για απόρριψη της αγωγής λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.30 και να συνιστά «υπεράσπιση» ότι τηρήθηκαν πλήρως οι προθεσμίες που εφαρμόζονταν για το στάδιο πριν την ενεργοποίηση της Δ.
  2. Στη βάση όλων των πιο πάνω παρατηρώ τα εξής αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Καθ' όλη την υπόθεση, τόσο η πλευρά του ενάγοντα όσο και η πλευρά των εναγομένων 1, 2, 4 και 5, φαίνεται να τελούσαν υπό την εσφαλμένη αντίληψη ότι είναι ορθό να ζητούνται «αποσπασματικά» οδηγίες από το Δικαστήριο μόλις ολοκληρώνεται η δικογραφία σε σχέση με τον κάθε εναγόμενο ξεχωριστά. Συνεπεία αυτής της εσφαλμένης αντίληψης, ενώ η αγωγή δεν είχε ακόμη επιδοθεί στον εναγόμενο 3 τουλάχιστο, ο ενάγοντας, υπό τον αδικαιολόγητο φόβο ότι θα «χάσει» τις προθεσμίες της Δ.30 σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2, 4 και 5, εξέδωσε Κλήση μόνο γι' αυτούς τους εναγόμενους και οι τελευταίοι, αδικαιολόγητα θεωρώντας ότι ο ενάγοντας ορθά έπραξε, καταχώρησαν και εκείνοι Παράρτημα ζητώντας οδηγίες. Σαφέστατα όμως, τόσο η Κλήση του ενάγοντα όσο και τα Παραρτήματα των εναγομένων είχαν καταχωρηθεί πρόωρα εφόσον ακόμη δεν είχαν ξεκαθαρίσει οι προθέσεις του ενάγοντα αναφορικά με τον εναγόμενο 3, για τον οποίο η επίδοση εκκρεμούσε κατά το χρόνο έκδοσης της Κλήσης. Δεν είχαν συνεπώς ακόμη ολοκληρωθεί τα διαδικαστικά θέματα που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν προτού να μπορέσουν να ζητηθούν και να δοθούν οδηγίες με βάση τη Δ.
  3. Έστω όμως και μετά την έκδοση της Κλήσης από τον ενάγοντα, το όλο θέμα θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει με μια απλή δήλωση του τελευταίου κατά την πρώτη εμφάνιση της Κλήσης στις 29/11/17, ως προς το ότι δεν θα επέμενε στην προώθηση της αγωγής του σε σχέση με τον εναγόμενο
  4. Ο ενάγοντας όμως καμία τέτοια πρόθεση εξέφρασε. Αντιθέτως, η πρόθεση του ήταν ξεκάθαρη ως προς το ότι το θέμα της επίδοσης στον εναγόμενο 3 ακόμη εκκρεμούσε και κατ' επέκταση ότι εξακολουθούσε, και αυτό δικαιωματικά, να προωθεί την αγωγή του εναντίον και του εν λόγω εναγόμενου. Εφόσον λοιπόν είχε δηλωθεί ότι εκκρεμούσε ακόμη η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο 3 και ότι πρόθεση του ενάγοντα ήταν όπως συνεχίσει να επιχειρεί να του επιδώσει την αγωγή, ορθά οι συνήγοροι των δύο πλευρών απέσυραν ως πρόωρη την Κλήση της 07/09/17 και τα Παραρτήματα Τύπου 25, επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα να τα καταχωρήσουν εκ νέου όταν θα ολοκληρώνετο το θέμα με τον εναγόμενο
  5. Αυτή η ενέργεια τους άλλωστε συνιστούσε και επάνοδο στην ορθή πρακτική που έπρεπε να είχε ακολουθηθεί. Υποστήριξε ο ενάγοντας ότι κατά την εμφάνιση στις 29/11/17, το κλητήριο είχε ήδη εκπνεύσει σε σχέση με τον εναγόμενο 3 από τις 26/10/17 και συνεπώς τα δικόγραφα έπρεπε να θεωρηθούν ολοκληρωμένα από εκείνη την ημερομηνία. Το ότι το κλητήριο είχε εκπνεύσει για τον εναγόμενο 3 είναι άνευ σημασίας, εφόσον αυτό θα μπορούσε να επιχειρηθεί να ανανεωθεί. Το Δικαστήριο σίγουρα δεν δικαιούτο να θεωρήσει την αγωγή αποσυρθείσα σε σχέση με τον εναγόμενο 3 επειδή απλά το κλητήριο είχε εκπνεύσει σε σχέση με αυτόν και ούτε μπορούσε να απορρίψει την αγωγή για τον εν λόγω εναγόμενο λόγω της παρέλευσης της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Τέτοια απόσυρση ήταν αποκλειστικό δικαίωμα του ενάγοντα, ο οποίος δικαιωματικά αποφάσισε να μην το ασκήσει. Την ίδια στιγμή όμως, ακόμη και να ήθελε θεωρηθεί ότι τα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν στις 26/10/17, αυτό και πάλι θα καθιστούσε πρόωρη την έκδοση της Κλήσης του ενάγοντα εφόσον αυτή είχε εκδοθεί στις 07/09/
  6. Ό,τι όμως και να προηγήθηκε της 29/11/17, με την εκ συμφώνου απόσυρση της Κλήσης και των Παραρτημάτων και με την ταυτόχρονη εκατέρωθεν επιφύλαξη του δικαιώματος για έκδοση νέας Κλήσης και καταχώρησης νέων Παραρτημάτων όταν θα ολοκληρωνόταν το θέμα της επίδοσης στον εναγόμενο 3, δεν τίθετο πλέον ζήτημα τυχόν προηγούμενης ενεργοποίησης της προθεσμίας της Δ.
  7. Σημασία πλέον είχε πώς θα προχωρούσε ο ενάγοντας από τις 29/11/17 και μετά. Για ένα όμως ολόκληρο χρόνο στη συνέχεια, ο ενάγοντας καμία ενέργεια έκαμε είτε για να προωθήσει την αγωγή του σε σχέση με τον εναγόμενο 3 είτε σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους. Ούτε αιτήθηκε την ανανέωση του κλητηρίου για τον εναγόμενο 3 και ούτε επανήλθε για να περιορίσει την αγωγή στους εναγόμενους στους οποίους είχε επιδώσει αποσύροντας ή διακόπτοντας την για τους υπόλοιπους. Ακόμη όμως και αν η απόσυρση της Κλήσης στις 29/11/17 εδράζετο επί μιας καλόπιστης παρεξήγησης, τότε εύλογα θα αναμένετο ότι σύντομα μετά τις 29/11/17 και τουλάχιστο πριν την πάροδο 90 ημερών, ο ενάγοντας θα επανέρχετο στο Δικαστήριο για να ξεκαθαρίσει την παρεξήγηση. Τίποτα τέτοιο όμως έπραξε. Όπως συνεπώς και αν ήθελε ιδωθεί η στάση του ενάγοντα, η ουσία είναι ότι καμία ενέργεια έκαμε για να προωθήσει την αγωγή του από τις 29/11/17 μέχρι και τις 22/11/
  8. Αυτή η χρονική περίοδος σαφώς εκφεύγει της προβλεπόμενης περιόδου των 90 ημερών, ακόμη και αν η εν λόγω περίοδος ήθελε ξεκινήσει να μετρά από τις 29/11/17 που απεσύρθη η πρόωρη Κλήση. Το ότι η αγωγή δεν απορρίφθηκε ενωρίτερα λόγω αυτής της κατάστασης οφείλετο καθαρά στην παράλειψη του Πρωτοκολλητείου να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η παράλειψη του Πρωτοκολλητείου όμως, το μόνο που συνεπάγεται είναι ότι η αγωγή εξακολουθεί να βρίσκεται «εν ζωή», αν και υπόκειται σε απόρριψη. Σίγουρα, η εν λόγω παράλειψη δεν συνιστά ανοχή του Δικαστηρίου όπως υποστηρίζει σήμερα ο ενάγοντας. Με την αγωγή συνεπώς να θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν ο ενάγοντας έχει καταδείξει ότι «.υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους.». Από τα όσα έχει θέσει ενώπιον μου η πλευρά του ενάγοντα, καμία αντικειμενική αδυναμία δεν φαίνεται να του έχει προκύψει αλλά ούτε και καταδείχθηκε οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί έστω και την υστάτη, παράταση του χρόνου ώστε να θεωρηθεί η Κλήση που εξέδωσε στις 22/11/18 ως εμπρόθεσμη. Αντιθέτως, αυτό που προκύπτει από την όλη στάση του ενάγοντα είναι ότι μετά την εμφάνιση της 29/11/17 και μέχρι τις 22/11/18, αυτός απλά δεν ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αγωγής του. Το ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα ενδεχομένως να μην είχε αντιληφθεί τι ακριβώς είχε γίνει στις 29/11/17 θα μπορούσε ίσως να δικαιολογήσει κάποιας μορφής αδράνεια όχι όμως αδράνεια ενός χρόνου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα και ως τέτοια απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, υπάρχουν αφ' ενός τα έξοδα της αίτησης των εναγομένων ημερ. 25/01/19 και αφ' ετέρου τα έξοδα της αγωγής. Σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης, θεωρώ ότι είναι δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της εφόσον και οι εναγόμενοι ακολούθησαν εσφαλμένη προσέγγιση στο όλο θέμα και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής, αυτά, κατ' εφαρμογή της Δ.30 Θ.1(γ) θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος των εναγομένων 1, 2, 4 και
  9. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την Εγκύκλιο του Προέδρου του Ανωτάτου ημερ. 30/06/17 σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση απόρριψης αγωγής στη βάση της Δ.30 είναι ορθότερο όπως επιδικάζεται ένα κατ' αποκοπή ποσό εξόδων υπέρ του εναγόμενου, ότι οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, ότι πέραν από την καταχώρηση υπεράσπισης και της παρούσας αίτησης, κανένα άλλο ουσιαστικό διάβημα έκαμαν και ότι έχουν ήδη καταδικαστεί να καταβάλουν στον ενάγοντα έξοδα ύψους €215 σε σχέση με την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα Υπεράσπιση, επιδικάζονται ως ένα σετ υπέρ των εναγομένων 1, 2, 4 και 5 και εναντίον του ενάγοντα, έξοδα ύψους €250 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Απόρριψη Αγωγής - Δ.30 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.