← Κύπρος

Χριστοδούλου ν. Λοΐζου, Αρ. Αγωγής: 83/11, 12/3/2019

Χριστοδούλου ν. Λοΐζου, Αρ. Αγωγής: 83/11, 12/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 83/11 ΜΕΤΑΞΥ: xxx Χριστοδούλου, Λάρνακα Ενάγοντος και xxxx Λοΐζου, Λεμεσός Εναγομένης Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Λουκά Για την Εναγόμενη: κα. Ε. Αποστολίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή την οποία καταχώρησε στις 07/10/11 και τροποποίησε στις 19/06/17, ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 21/01/10 στη συμβολή της Λεωφόρου Γρ. Αυξεντίου με την οδό Μαραθώνος στην Λεμεσό περί ώρα 20:30 και για το οποίο ατύχημα θεωρεί ότι ευθύνεται αποκλειστικά η εναγόμενη λόγω αμέλειας. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί αμέλειας της και ισχυρίζεται αποκλειστική ή τουλάχιστο μεγάλη ευθύνη για το ατύχημα, φέρει ο ίδιος ο ενάγοντας. Μαρτυρία κατά την ακρόαση έδωσαν προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα ο Αστ. XXXXX xxx Χρυσάνθου ως ΜΕ1, ο ενάγοντας ως ΜΕ2 και ο νευροχειρούργος Δρ. xxx Συμεωνίδης ως ΜΕ3 ενώ εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε μόνο η εναγόμενη ως ΜΥ

  1. Σημειώνω εδώ ότι η τοπογραφία του συγκεκριμένου σημείου που έγινε το επίδικο ατύχημα, όπως αυτή παρατέθηκε στο συμμετρικό σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο ΜΕ1 κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος και το οποίο κατατέθηκε ως μέρος της σχετικής αστυνομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε (Τεκ.1), δεν αμφισβητείται ενώ διάφορα γεγονότα είναι είτε παραδεκτά είτε συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Συνοψίζω τα όσα προκύπτουν από τα εν λόγω γεγονότα. Το ατύχημα επεσυνέβη στις 21/01/10 περί ώρα 2030, όταν το όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας με αρ. εγγραφής XXXXX35, το οποίο κινείτο με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια στην αριστερή πλευρά της Λεωφόρου Γρ. Αυξεντίου, η οποία είναι κύρια οδός, συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε η εναγόμενη με πινακίδες «ΔΟΚΙΜΗ 240-3», κατά την προσπάθεια της τελευταίας να εισέλθει στην λεωφόρο από την οδό Μαραθώνος, η οποία οδός είναι πάροδος της λεωφόρου και σε σχέση με την κατεύθυνση του ενάγοντα, βρισκόταν στην αριστερή της μεριά. Σημειώνω εδώ ότι σε κάποιο σημείο νοτιότερα της επίδικης συμβολής, η λεωφόρος συνεχίζει ως κύριος δρόμος με άλλο όμως όνομα, ήτοι ως οδός Ομήρου, ενώ απέναντι από την οδό Μαραθώνος στην επίδικη συμβολή, βρίσκεται η οδός Σπετσών, η οποία επίσης είναι πάροδος της λεωφόρου και βρίσκεται στη δεξιά της μεριά.. Πρόκειται ουσιαστικά για σταυροδρόμι τριών δρόμων και για ευκολία αναφοράς θα αναφέρομαι στη λεωφόρο ως ο κύριος δρόμος και στην οδό Μαραθώνος ως η πάροδος. Πρόθεση της εναγόμενης ήταν να διασταυρώσει τον κύριο δρόμο για να πάει απέναντι στην οδό Σπετσών και η σύγκρουση επήλθε στη λωρίδα που οδηγούσε ο ενάγοντας. Περί τα 13μ. βόρεια της παρόδου, ήτοι από την κατεύθυνση που οδηγούσε ο ενάγοντας, η απόσταση από το ένα πεζοδρόμιο του κύριου δρόμου μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο είναι περί τα 10,20μ ενώ 23μ. περίπου νότια της παρόδου, όπου ο κύριος δρόμος συνεχίζει ως οδός Ομήρου, το πεζοδρόμιο «εισέρχεται» περί τα 3μ. εντός του δρόμου ο οποίος «μετακινείται» αριστερότερα. Η απόσταση από τη γωνιά εκείνου του πεζοδρομίου μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο είναι 11μ. Το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν στη λωρίδα του ενάγοντα, και τοποθετήθηκε αρχικά από το ΜΕ1 ως σημείο «Χ» στο σχεδιάγραμμα, σε απόσταση 4,40μ από το σημείο που το μέσο της Μαραθώνος εφάπτεται του κύριου δρόμου και εντός της λωρίδας του ενάγοντα. Κατά την αντεξέταση του όμως ο μάρτυρας δέχτηκε και αυτό δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς ενάγοντα, ότι με βάση τις διαστάσεις των δύο οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης μπορεί να τοποθετηθεί πιο πίσω κατά 1,40, ήτοι στα 3μ. από το σημείο που το μέσο της οδού Μαραθώνος εφάπτεται του κύριου δρόμου και πάλι όμως εντός της λωρίδας του ενάγοντα. Εντός της οδού Μαραθώνος και πριν τη συμβολή με τον κύριο δρόμο, υπάρχει σήμα ΑΛΤ το οποίο απέχει περί τα 14,20μ. από το αναθεωρημένο σημείο σύγκρουσης. Από το εν λόγω σήμα ΑΛΤ όμως και μέχρι τον κύριο δρόμο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική άσπρη γραμμή στάσης σηματοδοτημένη στο έδαφος. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του ενάγοντα υπέστη την κύρια ζημιά του στην μπροστινή αριστερή γωνιά καθώς και ζημιές στην αριστερή πόρτα του συνοδηγού ενώ το όχημα της εναγόμενης υπέστη την κύρια ζημιά του στην μπροστινή δεξιά γωνιά καθώς και ζημιές μέχρι και τη δεξιά πίσω πόρτα. Φωτογραφίες της σκηνής δεν λήφθηκαν ούτε και εντοπίστηκαν οποιαδήποτε ίχνη φρεναρίσματος από το όχημα της εναγόμενης. Μετά τη σύγκρουση το όχημα του ενάγοντα κινήθηκε δεξιά και ακολουθώντας καμπύλη πορεία όπως διαπιστώθηκε από το «μαύρισμα» που άφησε στο έδαφος ο δεξιός του τροχός, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και ακινητοποιήθηκε πάνω στο δεξί πεζοδρόμιο σε απόσταση 16 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Το όχημα της εναγόμενης δε, από τη σύγκρουση έστριψε εντός του κυρίου δρόμου σχεδόν 90ο προς τα βόρεια, και ακινητοποιήθηκε σχεδόν 15μ. από το σημείο σύγκρουσης. Τη συγκεκριμένη στιγμή του ατυχήματος ήταν νύκτα υπήρχε όμως οδικός φωτισμός, η άσφαλτος ήταν ξηρή και ο καιρός αίθριος. Όσον αφορά την τροχαία κίνηση τη δεδομένη στιγμή, σύμφωνα και με τον ενάγοντα αλλά και την εναγόμενη, υπήρχε «πολλή κίνηση». Μετά τη σύγκρουση, ενάγοντας και εναγόμενη μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Λεμεσού και δεν ήταν παρόντες στη σκηνή όταν κατέφθασε ο ΜΕ
  2. Ο τελευταίος όμως, όπως και οι δύο πλευρές δέχονται, έδειξε σε μεταγενέστερο στάδιο και στους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε και αφού αυτοί συμφώνησαν με την ορθότητα του περιεχομένου του, το εν λόγω πρόχειρο σχέδιο «μεταφέρθηκε» αυτούσιο από τον ΜΕ1 στο συμμετρικό σχέδιο που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκ.
  3. Όσον αφορά την εναγόμενη, εναντίον της ο ΜΕ1 εξέδωσε εξώδικη καταγγελία για το αδίκημα της παράβασης σήματος αλτ την οποία η τελευταία δεν αρνήθηκε. Σε σχέση με την ιατρική κατάσταση του ενάγοντα μετά το ατύχημα παραθέτω αυτούσια τα όσα καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του Ορθοπεδικού Δρ. Σεργίου ημερομηνίας 15/10/2010, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκ.5 και το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε ως παραδεκτό από την υπεράσπιση οπόταν και ο εν λόγω γιατρός δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας: «Κύριος xxxx Χριστοδούλου, ετών 50, από τη Λάρνακα τώρα στη Λεμεσό. Ιστορικό: Ο εν λόγω ασθενής έχει τραυματισθεί σε τροχαίο ατύχημα στις 22/1/
  4. Μεταφέρθηκε αμέσως στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου, αφού έγιναν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις, εισήχθη στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Από τις εξετάσεις διαπιστώθησαν τα εξής: Ο ασθενής παραπονείτο για επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του αυχένα και υπήρχε αίσθημα αιμωδίας άνω και κάτω άκρων. Παραπονείτο για ζάλη, ναυτία και λόγω αυτών των ενοχλημάτων παρέμεινε για νοσηλεία. Κατά τη διάρκεια της εισαγωγής του στο νοσοκομείο έγινε αξονική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, καθώς και όλες οι εξετάσεις και χειρουργική εξέταση για έλεγχο εσωτερικής αιμορραγίας, χωρίς όμως παθολογικό εύρημα. Επίσης δεν διαπιστώθηκε νευρολογική βλάβη από το περιφερικό νευρικό σύστημα, ούτε από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο λόγω της ναυτίας και της ζάλης, επανεξετάστηκε από χειρούργους ξανά, οι οποίοι συνέστησαν συμπληρωματικό έλεγχο με αξονική τομογραφία αυχένα η οποία δεν έδειξε κατάγματα ή βλάβη στον εγκέφαλο ή αιμορραγία και συνέστησαν συντηρητική αγωγή. Εξήλθε του νοσοκομείου αφού πήρε τις κατάλληλες οδηγίες, στις 25/1/2010 με ακινητοποίηση του αυχένα με μαλακό κολάρο. Εξέτασα τον εν λόγω ασθενή στις 27/1/2010 για συνέχιση της θεραπείας του. Ο ασθενής έχει ακινητοποιημένο τον αυχένα με μαλακό κολάρο. Υπάρχουν εκδορές και αιματώματα στην περιοχή του μετώπου αριστερά και από την εξέταση διαπιστούται επώδυνος περιορισμός των κινήσεων του αυχένα και ο ασθενής παραπονείται για ζάλη και κεφαλαλγία, πόνο στη μέση με ισχιαλγία αριστερά. Έγινε έλεγχος των αξονικών τομογραφιών και των ακτινογραφιών, οι οποίες δεν έδειξαν κατάγματα, εξαρθρήματα ή συμπτώματα εγκεφαλικής αιμορραγίας. Επίσης, δεν υπήρχαν νευρολογικά συμπτώματα ούτε από το περιφερικό ούτε από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Εδόθησαν τα κατάλληλα φάρμακα και εξήλθε της κλινικής παρακολουθούμενος ως εξωτερικός ασθενής. Λόγω μη ικανοποιητικής βελτίωσης της κατάστασής του συνεστήθη και ένα εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, το οποίο άρχισε την 1/2/2010 στο Νοσοκομείο Λεμεσού και έκανε συνολικά 15 επισκέψεις. Παρακολουθείτο συχνά στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής μας. Εξακολουθούσε ο ασθενής να παραπονείται για πόνο στον αυχένα, για μουδιάσματα στα χέρια, για πόνο στη μέση και ισχιαλγία αριστερά. Μετά τη φυσικοθεραπεία η κατάστασή του βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά εξακολουθούσε να έχει ενοχλήματα τόσο στη μέση όσο και στον αυχένα. Το κολάρο αφαιρέθηκε σταδιακά ένα μήνα μετά το ατύχημα και ο ασθενής είχε άδεια αποχής από την εργασία του μέχρι 31/3/
  5. Εξέτασα τον εν λόγω ασθενή στις 23/7/2010 για συγγραφή αυτού του πιστοποιητικού. Υπάρχει ακόμη πόνος στις ακραίες κινήσεις του αυχένα καθώς και στις ακραίες κινήσεις της οσφύος. Υπάρχει ακόμη ισχιαλγία αριστερά. Ο ασθενής παραπονείται κατά διαστήματα για μούδιασμα στα χέρια μετά από κόπωση, υγρασία και αλλαγή του καιρού, και πόνο στον αυχένα και στη μέση ο οποίος επιτείνεται όταν κουράζεται και με την υγρασία και αλλαγή του καιρού. Συνεχίζει να παίρνει παυσίπονα κατά διαστήματα. Γνώμη - Πρόγνωση: Ο τραυματισμός του εν λόγω ασθενούς ήτο αποτέλεσμα του τροχαίου ατυχήματος. Έχει υποστεί θλάση αυχένα, θλάση οσφύος, έχει ακινητοποιήσει τον αυχένα με μαλακό κολάρο, έχει κάνει φυσικοθεραπεία, έχει πάρει πάρα πολλά φάρμακα. Σήμερα η κατάστασή του έχει βελτιωθεί πάρα πολύ, εξακολουθεί όμως να έχει ενοχλήματα μετά από κόπωση, υγρασία και αλλαγή του καιρού. Τα ενοχλήματα αυτά αναμένεται να μειωθούν στο μέλλον.» Συνοπτική καταγραφή των όσων αναφέρονται πιο πάνω να διαπιστώθηκαν από τους ιατρούς του Νοσοκομείου κατά την περίοδο που ο ενάγοντας παρέμεινε εκεί για νοσηλεία (22/01/2010 - 25/01/2010), γίνεται και στο σχετικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου που κατατέθηκε ως Τεκ.4 και το οποίο επίσης δεν αμφισβητείται. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ τώρα να παραθέσω συνοπτικά την προσκομισθείσα μαρτυρία αναφορικά με τα θέματα που αμφισβητήθηκαν. ΜΕ1 Θέση του μάρτυρα ήταν ότι το ατύχημα προκλήθηκε όταν η εναγόμενη παρέλειψε να σταματήσει στο αλτ προτού εισέλθει στον κύριο δρόμο εξ' ου και της εξέδωσε τη σχετική εξώδικη καταγγελία. Δεν έκρινε αναγκαίο ο μάρτυρας να επιχειρήσει να εκτιμήσει την ταχύτητα της εναγόμενης εφόσον κατ' εκείνον δεν τίθετο θέμα διερεύνησης της ταχύτητας της αλλά ούτε και υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη φρεναρίσματος από τα οποία θα μπορούσε να εξαχθεί οποιοδήποτε σχετικό συμπέρασμα. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι αν και δεν έγιναν οποιεσδήποτε μετρήσεις για την ορατότητα από την πάροδο προς τον κύριο δρόμο, εντούτοις διαπίστωσε ότι υπήρχε αρκετό πεδίο ορατότητας, από το υποχρεωτικό σήμα αλτ της παρόδου ώστε να μπορεί εύκολα κάποιος που σταματά στο αλτ να αντιληφθεί κάποιον που ερχόταν από τον κύριο δρόμο όπως ερχόταν ο ενάγοντας. Ομοίως, ανέφερε ο μάρτυρας, ορατότητα υπήρχε και από τον κύριο δρόμο προς την πάροδο, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την σχετική απόσταση με βάση την οποία θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός κάποιος που εισέρχετο στον κύριο δρόμο από την πάροδο. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι όταν επισκέφθηκε ο ίδιος τη σκηνή, δεν διαπίστωσε να υπήρχαν οποιαδήποτε αυτοκίνητα ή άλλα αντικείμενα κατά μήκος του κύριου δρόμου και πλησίον της παρόδου που να εμπόδιζαν την ορατότητα της εναγόμενης και αρνήθηκε ότι η τελευταία του ανέφερε ποτέ κάτι τέτοιο. Ήταν δε η θέση του ότι ουδέποτε η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι εμποδιζόταν με οποιοδήποτε τρόπο από του να δει τον ενάγοντα που οδηγούσε στον κύριο δρόμο, ότι η τελευταία συμφώνησε πλήρως με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που της είχε υποδείξει αλλά και με την καταγγελία ότι παρέλειψε να σταματήσει στο αλτ. Ακόμη όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, και να χρειαζόταν η εναγόμενη να πλησιάσει στον κύριο δρόμο για να μπορέσει να ελέγξει καλύτερα την τροχαία κίνηση, είτε διότι το σήμα αλτ ήταν περί τα 11μ. πριν τη συμβολή είτε διότι δεν υπήρχε άσπρη γραμμή στο έδαφος, αν αυτή σταματούσε στο αλτ ή τουλάχιστο στην επίδικη συμβολή και επιδείκνυε περισσότερη προσοχή κατά την προσπάθεια της να εισέλθει στον κύριο δρόμο, εφόσον άλλωστε τα οχήματα που οδηγούνταν στον κύριο δρόμο εκείνη τη στιγμή είχαν τα φώτα τους αναμμένα λόγω του ότι ήταν νύκτα, θα αντιλαμβάνετο πλήρως και εγκαίρως τον ενάγοντα. Ενάγοντας - ΜΕ2 Παραθέτω αυτούσια την εκδοχή που προώθησε ο ενάγοντας κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, εξέταση η οποία έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α): «Καθώς κατευθυνόμουν νομίμως και επιμελώς με το όχημα μου κατά μήκος της οδού Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λεμεσό, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Σπετσών, από την αριστερή πλευρά όπως οδηγούσα, ξαφνικά προσέκρουσε στο αυτοκίνητο μου, με ταχύτητα το αυτοκίνητο της Εναγομένης. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο μου άρχισε να στριφογυρίζει με φόρα μπροστά και δεξιά μέχρι που ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο μπροστά από παρακείμενη πολυκατοικία. Η σύγκρουση ήταν πολύ ξαφνική και δεν μπορούσα να αντιδράσω. Αμέσως μετά τη σύγκρουση προσπάθησα να διατηρήσω το αυτοκίνητο στον έλεγχο μου, πλην όμως ήταν μάταιο. Όταν το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε, εγώ έχασα τις αισθήσεις μου. Θυμάμαι μετά ότι με απεγκλώβισαν από το αυτοκίνητο μου, δυο περίοικοι, οι οποίοι βρίσκονταν στη σκηνή του ατυχήματος. Κατά τη στιγμή που με έβγαζαν έξω από το αυτοκίνητο, εγώ δεν ένιωθα τα χέρια και τα πόδια μου, ένιωθα αδύνατος και δεν μπορούσα να αντιδράσω. Από τη σύγκρουση, το αυτοκίνητο μου καταστράφηκε ολοσχερώς. Ακολούθως ήρθε ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε τόσο εμένα όσο και την εναγόμενη.» Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η ταχύτητα του δεδομένη στιγμή ήταν περί τα 25 μίλια (40 ΧαΩ), ότι η προσοχή του ήταν στραμμένη στα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του και ότι όταν αντιλήφθηκε την εναγόμενη να πλησιάζει στον κύριο δρόμο από την πάροδο, κατάλαβε ότι με την ταχύτητα που αυτή οδηγούσε δεν επρόκειτο να σταματήσει. Επειδή όμως εκείνη τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη δεν θα σταματούσε, είχε σχεδόν «φτάσει» στη διασταύρωση και ήταν μόλις 1,50μ μακριά, του ήταν αδύνατο να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο. Ουσιαστικά, ανέφερε ο μάρτυρας, τα δύο αυτοκίνητα συναντήθηκαν ακριβώς πριν τη διασταύρωση και ενώ η εναγόμενη θα έπρεπε να σταματήσει, δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα να εισέλθουν και οι δύο στη διασταύρωση και να συγκρουστούν. Αρνήθηκε ότι υπήρχαν οποιαδήποτε αυτοκίνητα ή άλλα αντικείμενα που να εμπόδιζαν την ορατότητα των οδηγών από τον κύριο δρόμο προς την πάροδο και αντίστροφα, ενώ απέρριψε υποβολή ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να δει την εναγόμενη μέσα στην πάροδο λόγω σταθμευμένων οχημάτων. Ισχυρίστηκε όμως ότι αν και μπορούσε κάποιος να δει μέσα στην πάροδο και να αντιληφθεί ότι πλησίαζε αυτοκίνητο, δεν θα μπορούσε να ξέρει αν ο οδηγός του οχήματος θα σταματούσε, ως εύλογα αναμένεται, προτού επιχειρήσει να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Μόνο όταν «μπει» κάποιος στη συμβολή, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, θα μπορέσει ν' αντιληφθεί αν τελικά ο οδηγός που έρχεται από την πάροδο δεν θα σταματήσει εξ' ου και όταν αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη δεν θα σταματούσε, ήταν πλέον αργά αφού δεν του άφησε κανένα περιθώριο ν' αντιδράσει. Ισχυρίστηκε τέλος ο ενάγοντας ότι κατά τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο, μαζί του στο ασθενοφόρο ήταν και η εναγόμενη, η οποία, όταν την ρώτησε γιατί δεν σταμάτησε και παραλίγο να σκοτωθούν και οι δύο τους, του ανέφερε ότι μιλούσε στο τηλέφωνο και γι' αυτό δεν σταμάτησε. Αναφορικά με τα τραύματα και τις ζημιές που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος, ο ενάγοντας ανέφερε τα εξής: «.Τα τελευταία δέκα χρόνια πριν, από το επίδικο ατύχημα εργαζόμουν ως οικοδόμος στην εταιρεία P.G. Georgiades Ltd με έδρα τη Λάρνακα. Στην εν λόγω εταιρεία εργαζόμουν μέχρι και της 22/7/2009, οπότε και η απασχόληση μου στην εν λόγω εταιρεία τερματίστηκε λόγω πλεονασμού. Έκτοτε και μέχρι και την ημερομηνία του δυστυχήματος εργαζόμουν περιστασιακά. Ο μέσος μηνιαίως μισθός μου ήταν 1400 ευρώ περίπου . Εξ' όσον κάλλιο γνωρίζω αυτός είναι και ο μέσος μηνιαίως μισθός που επικρατούσε στην οικοδομική βιομηχανία κατά την περίοδο εκείνη..Μετά την απόλυση μου από το νοσοκομείο, ένιωθα αφόρητους πόνους στον αυχένα, ενώ οι κινήσεις ολόκληρου του σώματος μου και ιδιαίτερα του δεξιού μου χεριού ήταν πολύ περιορισμένες και επίπονες, ενώ έφερα συνεχώς και αυχενικό κολάρο. Εξαιτίας της κατάστασης της υγείας μου, επισκέφθηκα τον ιδιώτη ορθοπεδικό χειρούργο Δρ. xxx Σέργιου στη Λάρνακα. Ο εν λόγω ιατρός αφού με εξέτασε, μου έδωσε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή η οποία περιλάμβανε χάπια και ενέσεις. Επίσης μου συνέστησε όπως ακολουθήσω φυσιοθεραπείες. Πράγματι, άρχισα πρόγραμμα φυσιοθεραπείας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Καταθέτω στο Σεβαστό Δικαστήριο ως Τεκμήριο αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού που σύνταξε ο εν λόγω ιατρός αναφορικά με τον τραυματισμό μου. Με την πάροδο χρονικού διαστήματος 6 μηνών περίπου και επειδή τα ενοχλήματα που ένιωθα δεν αμβλύνθηκαν, ο εν λόγω ιατρός μου εισηγήθηκε να επισκεφθώ νευροχειρουργό. Ακολουθώντας την εισήγηση του ιατρού Σέργιου, επισκέφθηκα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τον ιατρό Λάμπρο Μωυσέως, ο οποίος μου εισηγήθηκε να κάνω εξέταση MRI καθώς και εξέταση στο ινστιτούτο νευρολογίας και γενετικής. Επειδή δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να υποβληθώ στις εν λόγω εξετάσεις σε ιδιωτική κλινική, ανέμενα 1 ολόκληρο χρόνο μέχρι να έρθει η σειρά μου για να υποβληθώ σε αυτές τις εξετάσεις από τα σχετικά κυβερνητικά ιατρεία. Καθ' όλη αυτή την περίοδο, εξαιτίας των ενοχλημάτων που ένιωθα, συνέχισα να λαμβάνω την φαρμακευτική αγωγή που μου είχε συνιστήσει ο δρ Σέργιου ενώ παράλληλα ακολουθούσα πρόγραμμα φυσιοθεραπείας στο νοσοκομείο της Λάρνακας κατόπιν εισήγησης του Δρ Μωυσέως. Στο σημείο αυτό θέλω να πω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι καθ' όλη αυτή την περίοδο περπατούσα μετά δυσκολίας ενώ είχα και ανυπόφορους πόνους στον αυχένα, για αυτό και ελάμβανα συνεχώς παυσίπονα, ενώ οι κινήσεις μου ήταν επίπονες και περιορισμένες. Μετά την εξέταση MRI οι γιατροί δεν ήταν σε θέση να διαγνώσουν επ' ακριβώς το πρόβλημα και μου εισηγήθηκαν όπως προβώ σε νέα εξέταση MRI στο ιδιωτικό ιατρικό κέντρο Άγιος Θέρισος. Πράγματι στις 15/6/2011 έκανα νέα εξέταση MRI στο εν λόγω ιατρικό κέντρο κατόπιν παραπεμπτικού από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Καταθέτω στο σεβαστό Δικαστήριο ως Τεκμήριο, αντίγραφο της αναφοράς της εν λόγω εξέτασης MRI. Από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι και σήμερα δεν έχω εργαστεί αλλά ούτε και προβλέπετε στο μέλλον να εργαστώ εξαιτίας της κατάστασης της υγείας μου. Ειδικότερα μετά το ατύχημα και λόγω των προβλημάτων υγείας που αποκόμισα από αυτό, δεν μπορώ να εργαστώ και για αυτό υπέβαλα αίτηση στις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων για να λαμβάνω σύνταξη ανικανότητας. Αφού πέρασα από σχετικό ιατροσυμβούλιο και αφού προσκόμισα όλα τα δικαιολογητικά, ήτοι τα έγγραφα και τις βεβαιώσεις των ιατρών που με είχαν εξετάσει, οι υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων αποφάσισαν ότι πράγματι χρήζω λήψης σύνταξης ανικανότητας σε ποσοστό 75%. Καταθέτω το Σεβαστό Δικαστήριο ως Τεκμήριο, αντίγραφο σχετικής επιστολής του γραφείου κοινωνικών ασφαλίσεων ημερομηνίας 20/7/
  6. Έκτοτε και μέχρι και σήμερα αποτάθηκα σε διάφορους γιατρούς και όλοι συμφωνούν και πιστοποιούν ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στην υγεία μου που προκλήθηκε εξαιτίας του τραυματισμού μου από το επίδικο δυστύχημα. Καταθέτω στο σεβαστό Δικαστήριο ως Τεκμήριο αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού ημερ. 2/3/2015 που σύνταξε ο Ειδικός Νευροχειρούργος του Αρεταιείου ιδιωτικού νοσοκομείου κος Κωνσταντίνος Βιολάρης, μετά που με είχε εξετάσει. Επίσης καταθέτω στο σεβαστό Δικαστήριο ως Τεκμήριο, αντίγραφο της σχετικής έκθεσης με τα αποτελέσματα από την εξέταση μου στο Κυπριακό Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Επιπρόσθετα καταθέτω στο σεβαστό Δικαστήριο ως Τεκμήριο, αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού ημερ. 12/9/2016 που σύνταξε ο Δρ. Σ. Συμεωνίδης, νευροχειρουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι πριν από το επίδικο δυστύχημα, εργαζόμουν κανονικά και ουδέποτε ένιωσα οποιαδήποτε ενοχλήματα και ιδιαίτερα τα ενοχλήματα που αποκόμισα εξαιτίας του τραυματισμού μου τον οποίο προκάλεσε με την αμελή συμπεριφορά της η Εναγόμενη. Είμαι βέβαιος και το δηλώνω ξεκάθαρα στο σεβαστό Δικαστήριο, ότι εάν δεν συνέβαινε το εν λόγω ατύχημα, σήμερα θα εργαζόμουν κανονικά. Όταν έγινε το δυστύχημα ήμουν 50 ετών (10/4/59) και μέχρι την ημερομηνία που θα αφυπηρετούσα είχα ακόμα 15 χρόνια ωφέλιμης εργασίας.» Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια πιστοποιητικό εξέτασης MRI ημερ. 15/06/11 (Τεκ.6), πιστοποιητικό ηλεκτρομυογραφήματος ημερ. 16/01/14 (Τεκ.9), ιατρικό πιστοποιητικό του ιδιώτη νευροχειρούργου Δρ. Βιολάρη ημερ. 02/03/15 (Τεκ.8), ιατρικό πιστοποιητικό του κυβερνητικού νευροχειρούργου Δρ. Συμεωνίδη (Τεκ.10), αναλυτική κατάσταση αποδοχών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2008 και 2009 (Τεκ.3) και απόφαση Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 20/07/11 με την οποία η αίτηση του ενάγοντα για σύνταξη ανικανότητας εγκρίνετο για ποσοστό 75% από 12/05/11 και ότι το σχετικό επίδομα ανέρχετο στο ποσό των €358,88 μηνιαίως (Τεκ.7). Σημειώνω εδώ ότι πλην του Δρ. Συμεωνίδη ο οποίος κλήθηκε και κατέθεσε ως ΜΕ3, τα πρόσωπα και αρχές που συνέταξαν τα πιο πάνω Τεκμήρια δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στην ακρόαση. Επειδή οι θέσεις του ενάγοντα, οι οποίες βασίστηκαν επί των πιο πάνω τεκμηρίων, αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, θα παραθέσω συνοπτικά το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, εξαιρουμένου του πιστοποιητικού του Δρ. Συμεωνίδη, στο οποίο θα αναφερθώ ξεχωριστά πιο κάτω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Σημειώνω επίσης ότι το περιεχόμενο του MRI και του ηλεκτρομυογραφήματος έτυχαν σχολιασμού στα πιστοποιητικά και του Δρ. Βιολάρη αλλά και του Δρ. Συμεωνίδη, συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε ξεχωριστή αναφορά σε σχέση με τα εν λόγω Τεκμήρια. Πιστοποιητικό Δρ. Βιολάρη (Τεκ.8) Σύμφωνα με τον εν λόγω νευροχειρούργο, αυτός εξέτασε τον ενάγοντα περί το
  7. Από μελέτη του μέχρι τότε ιατρικού ιστορικού και από την εξέταση που διενήργησε, ο γιατρός διαπίστωσε τα εξής: «.(Ο ασθενής) παρουσίαζε ελαφρύ αυχενικό σύνδρομο αλλά εργαζόταν κανονικά και εκτελούσε βαρεά χειρωνακτικά καθήκοντα. Στις 22/01/10, υπέστη πολλαπλές κακώσεις σε αναφερόμενο ατύχημα. Πιο έντονη ήταν η κάκωση του αυχένα. υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου (23/01/10) η οποία δεν ανέδειξε εικόνα ενδοκράνιας παθολογίας. Ακόμα υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία ΑΜΣΣ που έδειξε εικόνα στενώσεων του νωτιαίου σωλήνα, συνεπεία προβολών δίσκου και οστεόφυτων..εξετάστηκε από συναδέλφους διαφόρων ειδικοτήτων και υπεβλήθη σε έλεγχο με μαγνητική τομογραφία. Η μαγνητική τομογραφία έδειξε κήλες δίσκων στην αυχενική μοίρα, οι οποίες προκαλούσαν στένωση του νωτιαίου σωλήνα και πίεση του νωτιαίου μυελού. Από τότε ο ασθενής έχει παρουσιάσει περαιτέρω επιδείνωση. Τον βασανίζει αρκετά η αυχεναλγία και η ινιακή κεφαλαλγία. Ακόμα, παρουσιάζει αδυναμία του δεξιού άνω άκρου και ατροφία των μυών του θέναρος και των μεσοστέων. Κατά τη διάρκεια των επόμενων χρόνων, ο ασθενής συνέχιζε να εμφανίζει τα ίδια συμπτώματα . (διενεργήθηκαν) ηλεκτρομυογραφήματα. Τα ευρήματα ήταν συμβατά με ριζοπάθειες σοβαρού βαθμου στις κατώτερες νευρικές ρίζες της ΑΜΣΣ, εικόνα απόλυτα συμβατή με την υπαισθησία, τη μυϊκή αδυναμία και τη μυϊκή ατροφία που παρουσίαζε ο ασθενής. Κατά την εξέταση στο γραφείο μου, ο ασθενής παρουσιάζει φυσιολογική μυϊκή ισχύ των άκρων, εκτός από το δεξιό χέρι, όπου είναι εμφανής η μυϊκή ατροφία. Η αισθητικότητα είναι σαφώς μειωμένη στο δεξί άνω άκρο. Παρουσιάζει ακόμα συμπτώματα δυσκαμψίας στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και ευαισθησία στην ψηλάφηση. Ο ασθενής αναφέρει ότι πριν την κάκωση παρουσίαζε συμπτώματα ήπιου αυχενικού συνδρόμου όχι όμως σε βαθμό να επηρεάζεται ιδιαίτερα η ποιότητα της ζωής του.Η ατροφία που παρατηρείται αυτή την στιγμή στο χέρι του, αποτελεί όντως σοβαρή αναπηρία.Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αρκετά δύσκολο να ξεκαθαρίσει σε ποιο βαθμό τα συμπτώματα οφείλονται στην κάκωση ή προϋπήρχαν.Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι τραυματισμοί επιταχύνουν την εκφυλιστική διαδικασία του σκελετού και των αρθρώσεων και μπορεί να είναι η αιτία πρόκλησης πόνου ή και νευρολογικής σημασίας.Ο πόνος που αισθανόταν στον αυχένα πριν την κάκωση, όπως ισχυρίζεται ο ασθενής, έχει αλλάξει και έχει εμφανιστεί σοβαρή νευρολογική σημειολογία.θεωρώ ότι υπέστη μια κάκωση αυχένα τύπου θλάσης η οποία του επιδείνωσε προϋπάρχοντα προβλήματα. Ο τραυματισμός που υπέστη, είναι υπεύθυνος για πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.» Καταλήγει δε ο Δρ. Βιολάρης στο εξής: «Η άποψη μου είναι ότι ο ασθενής έπασχε από σοβαρές στενώσεις στην αυχενική μοίρα. Η κατάσταση του ήταν ελεγχόμενη. Κατά το ατύχημα, λόγω υπερβολικής κάμψης/έκτασης του αυχένα, τα νευρικά στοιχεία του αυχένα, τα οποία ήταν ήδη σε συνθήκες πίεσης, πιθανό να υπέστησαν βλάβη, η οποία παρουσιάζει προϊούσα επιδείνωση. Ο ασθενής πιθανό στο μέλλον να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση στην αυχενική σπονδυλική στήλη.» Πιστοποιητικά Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκ.3 και 7) Στο Τεκ.3 καταγράφονται οι μηνιαίες απολαβές του ενάγοντα κατά την περίοδο 2008 εώς 22/07/09 όταν και η εργασία του τερματίστηκε. Αυτές κυμαίνονται από €66 μέχρι και €1465, εφόσον, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, υπήρχαν περίοδοι που λόγω κρίσης ή καιρικών συνθηκών, οι απολαβές του δεν ήταν οι ίδιες. Στο Τεκ.3 αναγράφεται χειρόγραφα αλλά ενυπογράφως ότι ο λόγος τερματισμού της εργοδότησης του ενάγοντα ήταν ο πλεονασμός και ο τελευταίος απέρριψε υποβολή που του τέθηκε ότι στην πραγματικότητα ο τερματισμός οφείλετο σε προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Ισχυρίστηκε δε ο ενάγοντας ότι μετά που τερματίστηκε η εργοδότηση του και μέχρι το ατύχημα, εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος οικοδόμος σε περιστασιακά έργα στα οποία τον καλούσε ο πρώην εργοδότης του, από τα οποία απεκόμιζε περίπου τον ίδιο μηνιαίο μισθό με προηγουμένως, ήτοι €1400 μηνιαίως και απέρριψε υποβολή ότι δεν εισέπραττε το εν λόγω εισόδημα. Στο Τεκ.7 αναφέρεται μόνο ότι ο ενάγοντας υπέβαλε αίτηση στις Κ.Α για χορήγηση σύνταξη ανικανότητας στις 12/05/11, η οποία εγκρίθηκε στις 20/07/11 με ισχύ από την ημερομηνία της αίτησης και για ποσό €358,88 μηνιαίως το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό ανικανότητας 75%. Ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι έκτοτε τυγχάνει ετήσιας επανεξέτασης από το Ιατροσυμβούλιο και ότι κατά την πρόσφατη επανεξέταση του όπου και προσκόμισε όλα τα μέχρι σήμερα εκδοθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, επιβεβαιώθηκε εκ νέου η ανικανότητα του. ΜΕ3 - Δρ. Συμεωνίδης Ο μάρτυρας, νευροχειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Λ/σιας, υιοθέτησε το ιατρικό πιστοποιητικό που συνέταξε στις 12/09/16 (Τεκ.10) σε σχέση με τον ενάγοντα, το περιεχόμενο του οποίου συνοψίζω: «Εκ των τηρουμένων στοιχείων του νοσοκομείου . βεβαιούται ότι ο ως άνω επισκέπτεται τα τακτικά ιατρεία της Νευροχειρουργικής. Ο ασθενής παραπονείται για έντονες αυχεναλγίες με επέκταση υπινιακά προκαλώντας του κεφαλαλγίες, εμβοές, ίλιγγο, ζάλη, παρουσιάζει επώδυνη δυσκαμψία αυχένα, αιμωδίες άνω άκρων κυρίως των δακτύλων και ενίοτε αίσθημα καύσου. Κρίσεις αυχεναλγίας, βραχιαλγίας με επεισόδια έλλειψης αυτοσυγκέντρωσης και ζάλης τον καθηλώνουν στο κρεβάτι για μέρες περιορίζοντας έτσι την καθημερινή του δραστηριότητα στο ελάχιστον. Αυτό συμβαίνει κυρίως μετά από σωματική καταπόνηση, παρατεταμένη ορθοστασία ή αντίστοιχα γραφειακή εργασία και μακράν οδήγηση. Επί κοπώσεως παρουσιάζει επίσης αστάθεια βάδισης σύμπτωμα που παραπέμπει σε αρχόμενη αυχενική μυελοπάθεια.». Γίνεται επίσης αναφορά στο πιστοποιητικό σε διαπιστώσεις επώδυνης δυσκαμψίας αυχένος με περιορισμό στην κινητικότητα και στο εύρος κίνησης της ΑΜΣΣ καθ' όλους τους άξονες λόγω σπασμού μαλακών μορίων αυχένα, επίπολής υπαισθησίας, έκπτωση μυϊκής ισχύος δεξιού άνω άκρου, αστάθεια στάσεως και βάδισης, εκφυλιστικές αλλοιώσεις υπό μορφή σπονδυλοαρθροίτιδας, σκληρυντικών αλλοιώσεων στις τελικές πλάκες των σπονδύλων, οστεοφυτικών σχηματισμών και υπερτροφικών αλλοιώσεων στις διασπονδυλικές αρθρώσεις που στο σύνολο τους προκαλούν στενώσεις στα πλάγια τρήματα και στον κεντρικό σωλήνα. Όπως καταλήγει στο πιστοποιητικό του ο μάρτυρας και πρόσθεσε κατά την ακρόαση, «η κλινική εικόνα του (ενάγοντα) είναι πλήρως αιτιολογημένη και εμπίπτει στα πλαίσια αυχενικής σπονδύλωσης που σίγουρα πυροδότησε και επιδείνωσε την νευρολογική κατάσταση του ο προαναφερόμενος τραυματισμός. Στον ασθενή έχει ήδη συσταθεί χειρουργική επέμβαση (διπλή επέμβαση και σπονδυλοδεσία). Ως εκ τούτου είναι ιατρικά ενδεδειγμένο όπως ο ασθενής μην υποβάλλεται σε οποιασδήποτε φύσεως σωματική καταπόνηση. Τυχόν καταπόνηση της ΑΜΣΣ μπορεί να προκαλέσει τραγικές και μόνιμες νευρολογικές βλάβες». Κατά τη μαρτυρία του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι τον ενάγοντα τον εξέτασε έξι χρόνια μετά το ατύχημα και δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις που κατέγραψε ο Δρ. Σεργίου όταν εκείνος εξέτασε τον ενάγοντα. Αφού διαχώρισε τα υποκειμενικά συμπτώματα που αφορούν στα παράπονα ενός ασθενή από το ιατρικά ευρήματα που προκύπτουν κατόπιν αντικειμενικής νευρολογικής εξέτασης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εν τη απουσία σαφούς κατάγματος, υπεξαρθρήματος ή οξείας ρήξης μεσοσπονδύλιου δίσκου, «δεν μπορεί κανένας στον κόσμο να αποδείξει» αν τα προβλήματα του ενάγοντα που διαπιστώθηκαν το 2016 είναι τραυματικής ή εκφυλιστικής αιτιολογίας. Παρά ταύτα, εφόσον στην περίπτωση του ενάγοντα υπήρχε σίγουρα χρόνια εκφυλιστική νόσος και μάλιστα μέτριας προς βαριάς μορφής εκφύλιση και ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι πριν το ατύχημα δεν παρουσίαζε έντονη συμπτωματολογία, τότε αυτός, ο μάρτυρας δηλαδή, ήταν ως ιατρός υπόχρεος να θεωρήσει και να εκλάβει την τότε κλινική εικόνα του ενάγοντα ως επιδείνωση ή επιτάχυνση ή πυροδότηση μετατραυματικής αιτιολογίας. Διευκρίνισε όμως κατά την αντεξέταση του ότι η σπονδύλωση είναι μια χρόνια και εξελισσόμενη νόσος η οποία είναι άγνωστο πότε και αν θα εκδηλώσει πρόβλημα και κανείς δεν μπορεί να ξέρει πότε και αν θα εξελισσόταν ως πρόβλημα στην περίπτωση του ενάγοντα. Πρόσθετα τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ούτε και σε ποιο βαθμό ο τραυματισμός του ενάγοντα από το ατύχημα επηρέασε την εξέλιξη της χρόνιας νόσου του ή ακόμα και αν όντως την επηρέασε. Ανέφερε τέλος ο μάρτυρας ότι το 2016 που εξέτασε τον ενάγοντα η κατάσταση του δεν κρίθηκε ως τέτοιας επείγουσας φύσης που να επέβαλλε, το 2016 τουλάχιστο, άμεση χειρουργική επέμβαση αφού θα μπορούσε ως πρώτο στάδιο η κατάσταση να επιχειρηθεί να αντιμετωπιστεί με συντηρητική θεραπεία όπως π.χ φυσιοθεραπείες, τουλάχιστο για να καθυστερήσει η εξέλιξη της νόσου. Αν μετά από αυτή τη θεραπεία δεν παρατηρείτο ικανοποιητική ανταπόκριση τότε η χειρουργική επέμβαση θα ήταν το επόμενο βήμα. Όταν εξέτασε τον ενάγοντα πριν ένα με ενάμιση χρόνο και έξι, ο μάρτυρας ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι ο τελευταίος δεν είχε κάνει τέτοιες φυσιοθεραπείες και αν και του τις σύστησε, δεν γνωρίζει αν τελικά έγιναν. Εναγόμενη - ΜΥ1 Η ουσία της κυρίως εξέτασης της εναγόμενη έλαβε επίσης τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β). Παραθέτω αυτούσια την εκδοχή της ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα: «Την 21/1/2010 το βράδυ οδηγούσα το αυτοκίνητο μου μάρκας BMW στην οδό Μαραθώνος στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση προς την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Κινούμουν με χαμηλή ταχύτητα και όταν πλησίασα στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου ελάττωσα τελείως ταχύτητα για να μπορέσω να ελέγξω το δρόμο. Η Γρηγόρη Αυξεντίου είναι κύριος και πολυσύχναστος δρόμος με πολλή κίνηση και πρόθεση μου ήταν να κατευθυνθώ ευθεία απέναντι. Στα δεξιά μου στη γωνιά των οδών Μαραθώνος και Γρηγόρη Αυξεντίου υπήρχε πολυκατοικία. Στο ισόγειο υπήρχε περίπτερο το οποίο υπάρχει ακόμη και έξω από το περίπτερο στο δρόμο επί της οδού Γρηγόρη Αυξεντίου υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα μου προς τα δεξιά. Γι' αυτό το λόγο προχωρούσα πολύ σιγά και σταματούσα για να ελέγξω το δρόμο μέχρι να φτάσω σε σημείο όπου θα μπορούσα να έχω καλή ορατότητα και ταυτόχρονα να δώσω την ευκαιρία στα αυτοκίνητα που κινούνταν στον κύριο δρόμο να με δουν. Μόλις μπήκα στον κύριο δρόμο με τον τρόπο που περιέγραψα και ενώ έλεγχα το δρόμο για να διασταυρώσω μπήκε στο οπτικό μου πεδίο από τα δεξιά ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείτο με ταχύτητα προς εμένα. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και σε κλάσματα δευτερολέπτου συγκρουστήκαμε. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το αυτοκίνητο μου παρασύρθηκε προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία μου γύρω στα 15 μέτρα. Εγώ τραντάχτηκα από τη σύγκρουση και σοκαρίστηκα. Όταν ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο μου κατέβηκα, περπάτησα προς το πεζοδρόμιο και έκατσα κάτω. Είδα τον Ενάγοντα που είχε επίσης κατεβεί από το αυτοκίνητο του και περπατούσε και τον ρώτησα αν ήταν καλά. Εν τω μεταξύ μαζεύτηκε κόσμος στη σκηνή. Μετά από λίγη ώρα ήρθε ασθενοφόρο και μας πήρε με τον Ενάγοντα στο νοσοκομείο. Τον Ενάγοντα έκτοτε δεν τον ξαναείδα.» Αντεξεταζόμενη η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καθαρό οπτικό πεδίο από την πάροδο προς τον κύριο δρόμο λόγω σταθμευμένων οχημάτων στα δεξιά της παρόδου κατά μήκος του κύριου δρόμου. Ήταν σε γνώση της ότι πλησίαζε σε κύριο δρόμο γι' αυτό ελάττωσε την ταχύτητα της στα 4 - 5 Χ.α.Ω και σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα αν σταμάτησε πριν αν εισέλθει στον κύριο δρόμο η θέση της ήταν ότι «αν εννοείται εντελώς δεν σταμάτησα εντελώς διότι δεν μπορούσα να δω..έπρεπε να φτάσω σε ένα σημείο που μπορούσα να ελέγχω το δρόμο». Δέχτηκε ότι καταγγέλθηκε από το ΜΕ1 για παράλειψη της να σταματήσει στο ΑΛΤ και ότι δεν αρνήθηκε την εν λόγω κατηγορία ισχυριζόμενη ότι «εν θα συζητούσα με τον αστυνομικό». Παράλληλα όμως η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι αυτή, όπως και κάθε λογικός άνθρωπος, δεν μπήκε στον κύριο δρόμο χωρίς να ελέγξει πρώτα την κίνηση εξ' ου και ελάττωσε εντελώς ταχύτητα, σταματώντας κατά διαστήματα για να κοιτάξει δεξιά και αριστερά. Άλλος τρόπος να εξέλθει από την πάροδο δεν υπήρχε ως ισχυρίστηκε. Αρνήθηκε ότι δεν είδε τον ενάγοντα γιατί μιλούσε στο τηλέφωνο όπως αρνήθηκε και ότι παραδέχτηκε κάτι τέτοιο στον τελευταίο. Ισχυρίστηκε δε ότι όταν κατάφερε να αντιληφθεί το αυτοκίνητο του ενάγοντα, αυτό ήταν αμέσως πριν τη σύγκρουση εφόσον προηγουμένως δεν είχε καθαρό οπτικό πεδίο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ασχολήθηκαν τόσο με την ποιότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας, υποστηρίζοντας την αξιοπιστία της εκδοχής των πελατών τους σε αντίθεση με την εκδοχή της άλλης πλευράς, όσο και με τη νομική πτυχή των όσων διέπουν τον καταμερισμό ευθύνης και την επιδίκαση αποζημιώσεων σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Συνοπτικά οι θέσεις τους έχουν ως εξής. Ως προς το θέμα ευθύνης, ο κ. Λουκά υποστήριξε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα και του ΜΕ1, σε αντίθεση με την αναξιόπιστη μαρτυρία της εναγόμενης προκύπτει ότι η τελευταία όφειλε να σταματήσει στο ΑΛΤ προτού επιχειρήσει να εισέλθει στον κύριο δρόμο και δεν το έπραξε καθώς επίσης και ότι δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια που θα αναμένετο να επιδείξει ο μέσος συνετός οδηγός που εισέρχεται σε κύριο δρόμο από πάροδο. Υποστήριξε συναφώς ο συνήγορος ότι η εναγόμενη θα πρέπει να κριθεί αποκλειστικά υπεύθυνη για το ατύχημα και ότι με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του ενάγοντα σε σχέση με τις ζημιές του, θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του τελευταίου €35.000 ως γενικές αποζημιώσεις, €57.932 για απώλεια μελλοντικών απολαβών και €868,27 ως ειδικές αποζημιώσεις. Στην αντίπερα όχθη η κα Αποστολίδου, εισηγήθηκε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν απεδείχθη η οποιαδήποτε αμέλεια της εναγόμενης αλλά ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι η τελευταία ήταν σε κάποιο βαθμό αμελής, το ποσοστό ευθύνης της δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% αφού ο ενάγοντας φέρει μεγάλο ποσοστό ευθύνης για το ατύχημα, ήτοι 70% τουλάχιστο. Ως προς τις αξιούμενες ζημιές, η ευπαίδευτη συνήγορος εισηγήθηκε ότι αναφορικά με τις γενικές αποζημιώσεις, ο ενάγοντας δεν δικαιούται σε περισσότερο από €3500 - €4000 ενώ όσον αφορά τις υπόλοιπες αξιώσεις του, αυτές δεν αποδείχτηκαν κατά ικανοποιητικό τρόπο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία που παρατίθεται ανωτέρω, ο ενάγοντας και η εναγόμενη (ΜΕ2 και ΜΥ1) κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων, ενώ οι ΜΕ1 και ΜΕ3 κατέθεσαν ως φερόμενοι εμπειρογνώμονες στον αντίστοιχο τομέα ειδικότητας τους και αυτό χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία τους επεκτάθηκε και στα όσα γεγονότα οι ίδιοι βίωσαν στα πλαίσια της άσκησης της εμπειρογνωμοσύνης τους, θέμα για το οποίο θα ασχοληθώ ξεχωριστά για τον καθένα τους πιο κάτω. Ως προς το ΜΕ3 σημειώνω ότι τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του ως νευροχειρούργος δεν έχουν αμφισβητηθεί. Όσον αφορά το ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκε ότι επρόκειτο για αστυνομικό με υπηρεσία στον τομέα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων, ο οποίος έτυχε σχετικής εκπαίδευσης στην Αστυνομική Ακαδημία και οποίος ενεπλάκηκε ενεργά στη διερεύνηση αρκετών παρόμοιων ατυχημάτων. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν αφορούσε σε αναπαράσταση του επίδικου ατυχήματος, εμπειρογνωμοσύνη την οποία ο μάρτυρας ξεκαθάρισε από την αρχή ότι δεν είχε, αλλά απλά στα όσα ο ίδιος διαπίστωσε ως ο αστυνομικός που εξέτασε το ατύχημα. Αποδέχομαι συνεπώς τους ΜΕ1 και ΜΕ3 ως εμπειρογνώμονες στον τομέα για τον οποίο κατέθεσαν. Υπενθυμίζω συναφώς την πάγια αρχή ότι ως τέτοιοι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Σπύρου ν Παπαδόπουλου, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2018:A144, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/12, 2/4/2018, Cybarco Ltd ν. Silvias Kovascik
(2001)1 ΑΑΔ 2013, Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308). Προχωρώ τώρα να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία αναφέροντας ότι αποκλειστικά για σκοπούς καλύτερης δομής της απόφασης και ευκολότερης και καλύτερης κατανόησης των θεμάτων που εγείρονται, θα διαχωρίσω τη μαρτυρία σε μαρτυρία αναφορικά με το ατύχημα και μαρτυρία αναφορικά με τα τραύματα και ζημιές. Επισημαίνω βέβαια ότι για σκοπούς αξιολόγησης, η μαρτυρία θα εξεταστεί στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της αξιοπιστίας και βαρύτητας που θα πρέπει να δοθεί στο σχεδιάγραμμα του ΜΕ1 το οποίο κατατέθηκε ως μέρος του Τεκ.1, εφόσον το εν λόγω σχεδιάγραμμα, αν ήθελε κριθεί αξιόπιστο και δεχτικό πλήρους βαρύτητας, τότε θα συνιστά την απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης που υπήρχε στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή και συνεπώς μαρτυρία στη βάση της οποίας θα δοκιμαστεί η αξιοπιστία της ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν και χρήσιμο οδηγό για τον καθορισμό των επίδικων γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (βλ. Ψάλτης Kώστας ν. Aστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 113). Η αξιοπιστία βεβαίως του εν λόγω σχεδιαγράμματος, είναι στενά συνδεδεμένη και με την αξιοπιστία του συντάκτη του, ήτοι του ΜΕ
  1. Επί αυτών των θεμάτων παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, αμφότεροι ενάγοντας και εναγόμενη δέχονται ότι μετά που ο ΜΕ1 ετοίμασε το πρώτο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, τους το υπέδειξε και αυτοί συμφώνησαν με την ορθότητα του περιεχομένου του. Κατά δεύτερο, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ΜΕ1 ότι τα όσα καταγράφηκαν επί του πρόχειρου σχεδιαγράμματος και έτυχαν της συμφωνίας των εμπλεκόμενων οδηγών, μεταφέρθηκαν επακριβώς επί του συμμετρικού σχεδιαγράμματος Τεκ.
  2. Κατά τρίτο, το «μαύρισμα» που διαπίστωσε ο ΜΕ1 επί του δρόμου ως προερχόμενο από το δεξιό τροχό του ενάγοντα μετά τη σύγκρουση και το οποίο κατέγραψε στο σχεδιάγραμμα ως στοιχείο «Β1» δεν αμφισβητήθηκε με οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία, ίσης βαρύτητας. Κατά τέταρτο, καμία πλευρά δεν διαφωνεί ότι η εικόνα της συγκεκριμένης επίδικης συμβολής, όπως αυτή αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή ότι οι μετρήσεις του ΜΕ1 ήταν ορθές. Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, του τέθηκε η θέση ότι ολόκληρος ο κύριος δρόμος φέρει μία καμπύλη πορεία και δεν είναι όσο ευθύς όσο τον παρουσιάζει το σχεδιάγραμμα. Προς επίρρωση δε της θέσης αυτής, υπεδείχθη στο μάρτυρα εκτυπωμένος χάρτης του δρόμου από το διαδίκτυο (Τεκ.2). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι όντως ο κύριος δρόμος σε κάποιο σημείο παρουσιάζει καμπύλη τροχιά, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο που έγινε το ατύχημα, ο δρόμος είναι ευθύς και ότι αυτή η ευθύτητα διαπιστώνεται εύκολα όταν κάποιος επισκεφθεί επιτόπου το σημείο. Το «θέμα» αυτό της ευθύτητας του δρόμου όμως, το οποίο ηγέρθη για να υποστηριχθεί η θέση ότι ο δρόμος παρουσιάζει μια ιδιομορφία που αναγκάζει τους οδηγούς που εξέρχονται της παρόδου να εισέλθουν ουσιαστικά στον κύριο δρόμο ώστε να μπορέσουν να ελέγξουν την τροχαία κίνηση, τελικά, κατέστη δευτερεύουσας αν όχι μηδαμινής σημασίας θέμα. Εξηγώ. Όπως επισημαίνει η νομολογία, το καθήκον ενός οδηγού που εξέρχεται από πάροδο είναι όπως μην εισέλθει στον κύριο δρόμο μέχρις ότου είναι ασφαλές να το πράξει, ιδιαίτερα όταν αντιλαμβάνεται κάποια επικινδυνότητα στο όλο εγχείρημα του (foreseeable risk). Το ερώτημα συνεπώς είναι το κατά πόσο ο εν λόγω οδηγός αντιλαμβάνεται (foresees) κίνδυνο σε σχέση με την επερχόμενη τροχαία κίνηση, κατά πόσο είχε στη διάθεση του χρόνο για να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να αποφύγει τον εν λόγω κίνδυνο και κατά πόσο τελικά έλαβε τα εν λόγω ορθά μέτρα - «Whether it is safe to emerge on a road or not, is dependent on the state of traffic on the road in question at the time of the emergence; and if it is such as to make it unsafe to enter, a driver must refrain from entering until safety so permits. Whether on a particular occasion it is reasonably safe to emerge on a road, is a question of fact to be resolved in the light of the circumstances of a case. The answer is, it was dangerous to enter the road because of the proximity of the car . to the junction, a danger against which plaintiff had ample opportunity to guard against, given his visibility in the direction wherefrom the aforesaid car was coming, but failed to do so. To proceed . as appellant 1 did, was tantamount to introducing a foreseeable risk thereon, for which appellant 1 was rightly held liable in negligence (Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746) Στην παρούσα υπόθεση, το σχεδιάγραμμα παρουσιάζει το συγκεκριμένο τμήμα του δρόμου να είναι ευθύ μεν, ανομοιόμορφο δε (βλ. κοινώς αποδεκτές διαφορές μήκους ανωτέρω). Η κοινώς αποδεκτή «διαφοροποίηση» στο μήκος του δρόμου όμως, βρίσκεται, στο νότιο σημείο του δρόμου, ήτοι αριστερά της παρόδου και μετά το σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με την κατεύθυνση του ενάγοντα. Η εναγόμενη βέβαια κατά τη μαρτυρία της ουδέποτε επικαλέστηκε την καμπυλότητα του δρόμου ως στοιχείο που επηρέαζε την ορατότητα της αλλά αναφέρθηκε μόνο στα άλλα αυτοκίνητα που κατ' εκείνη ήταν σταματημένα μπροστά από το περίπτερο που βρισκόταν στα δεξιά της παρόδου, ήτοι από τη μεριά που ερχόταν ο ενάγοντας. Πέραν αυτών των κατ' ισχυρισμό σταθμευμένων αυτοκινήτων, η εναγόμενη δεν αναφέρθηκε σε τίποτε άλλο που να την ανάγκασε να εισέλθει στον κύριο δρόμο για να μπορέσει, ως είναι η θέση της, να ελέγξει την τροχαία κίνηση ή να δει εντός του κύριου δρόμου. Υπό αυτά τα δεδομένα, είτε ο δρόμος ήταν πιο καμπύλος απ' ότι παρουσιάζεται στο σχεδιάγραμμα είτε όχι, καμία σημασία έχει για την υπόθεση. Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη την κοινώς αποδεκτή θέση ότι η εναγόμενη δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ που βρισκόταν 11 μέτρα πριν τη συμβολή, ακόμη και αν ο δρόμος παρουσίαζε μια συγκεκριμένη ιδιομορφία πριν το σημείο σύγκρουσης και λόγω τούτου η εναγόμενη αναγκάστηκε να οδηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο, το ερώτημα πάλι θα παραμένει κατά πόσο η τελευταία, εφόσον αντιλήφθηκε πλήρως την εν λόγω κατάσταση πραγμάτων, συμπεριφέρθηκε στη συνέχεια με την αναμενόμενη επιμέλεια. Κατά πέμπτο, η θέση του ΜΕ1 ότι όταν κατήγγειλε την εναγόμενη για την τροχαία παράβαση της παράλειψης συμμόρφωσης με το σήμα ΑΛΤ η τελευταία δέχτηκε αδιαμαρτύρητα την εν λόγω καταγγελία και δεν του ανέφερε οτιδήποτε άλλο, επιβεβαιώθηκε από την ίδια την εναγόμενη κατά τη μαρτυρία της, η οποία μάλιστα ανέφερε ότι χαρακτηριστικά ότι «εν θα συζητούσα με τον αστυνομικό». Επισημαίνω τέλος την ετοιμότητα και αποδοχή του ΜΕ1 να «διορθώσει» το σχεδιάγραμμα του καθ' υπόδειξη της πλευράς της εναγόμενης σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, στοιχείο που καταδεικνύει και την αμεροληψία του αλλά και καταρρίπτει τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της υπεράσπισης. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκαμε ο ΜΕ1 ως μάρτυρας, απαντώντας με σαφήνεια, συνοχή και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του γίνονταν, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη όπως αποδέχομαι και το σχεδιάγραμμα που αυτός ετοίμασε, με τη διόρθωση την οποία έκαμε κατά την ακρόαση σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης και στο οποίο δίνω πλήρη βαρύτητα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τις εκατέρωθεν εκδοχές του ενάγοντα και της εναγόμενης ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Κατά πρώτο σημειώνω ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ τους ότι όταν αντιλήφθηκαν ο ένας τον άλλο πριν τη σύγκρουση, βρίσκονταν ήδη σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, όταν αυτός αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη είχε εισέλθει στον κύριο δρόμο, ήταν μόλις 1.50μ μακριά ενώ σύμφωνα με την εναγόμενη «.μόλις μπήκα στον κύριο δρόμο με τον τρόπο που περιέγραψα και ενώ έλεγχα το δρόμο για να διασταυρώσω μπήκε στο οπτικό μου πεδίο από τα δεξιά ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείτο με ταχύτητα προς εμένα. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και σε κλάσματα δευτερολέπτου συγκρουστήκαμε» (έμφαση δική μου). Είναι συνεπώς προφανές ότι και οι δύο δέχονται ότι όταν ο ένας αντιλήφθηκε τον άλλο δεν υπήρχαν περιθώρια αντίδρασης για κανένα τους. Η πάνω διαπίστωση φέρνει στο προσκήνιο τα ουσιαστικά σημεία της διαφωνίας μεταξύ της πλευράς του ενάγοντα και της εναγόμενης, ήτοι το κατά πόσο η τελευταία δεν σταμάτησε καθόλου πριν να εισέλθει στον κύριο δρόμο ώστε να ελέγξει την τροχαία κίνηση αλλά και να μπορέσει να γίνει αντιληπτή ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας και κατά πόσο η ορατότητα της εναγόμενης, ως αυτή ισχυρίστηκε, εμποδίζετο από οχήματα που ήταν σταθμευμένα στα δεξιά της. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εναγόμενη δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ που υπήρχε 11μ. πριν τη συμβολή και ότι η σύγκρουση έγινε 3μ. μετά το σημείο που η πάροδος εφάπτεται του κύριου δρόμου. Ισχυρίστηκε όμως ότι κατά την είσοδο της στον κύριο δρόμο επέδειξε τη δέουσα προσοχή υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με τη δική της θέση, «.προχωρούσα πολύ σιγά και σταματούσα για να ελέγξω το δρόμο μέχρι να φτάσω σε σημείο . να δώσω την ευκαιρία στα αυτοκίνητα που κινούνταν στον κύριο δρόμο να με δουν.» (έμφαση δική μου). Η σύγκρουση επεσυνέβη, σύμφωνα και πάλι με την εναγόμενη, «μόλις μπήκα στον κύριο δρόμο με τον τρόπο που περιέγραψα.». Η πιο πάνω θέση της εναγόμενης κατ' αρχή επιβεβαιώνει την εκδοχή του ενάγοντα ότι πριν αυτή εισέλθει στον κύριο δρόμο, δεν ήταν αντιληπτό σε αυτούς που οδηγούσαν στον κύριο δρόμο ότι η εναγόμενη έφτασε στη συμβολή και ότι θα επιχειρούσε να εισέλθει στον κύριο δρόμο - «να δώσω την ευκαιρία στα αυτοκίνητα που κινούνταν στον κύριο δρόμο να με δουν». Πρόσθετα τούτου, επιβεβαιώνεται και η άλλη θέση του ενάγοντα ήτοι ότι την εναγόμενη την αντιλήφθηκε για πρώτη φορά όταν αυτή είχε ήδη εισέλθει στη λωρίδα του και στην πολύ μικρή απόσταση που αυτός ισχυρίστηκε ότι βρέθηκε όταν την αντιλήφθηκε - . «μόλις μπήκα στον κύριο δρόμο . σε κλάσματα δευτερολέπτου συγκρουστήκαμε». Τα πιο πάνω καθιστούν και το θέμα ταχύτητας του ενάγοντα άνευ σημασίας αφού με όποια ταχύτητα και αν αυτός οδηγούσε, η εναγόμενη του έδωσε για πρώτη φορά την ευκαιρία να την αντιληφθεί «μόλις μπήκε στον κύριο δρόμο δρόμο» ενώ το περιθώριο αντίδρασης που του παρείχε ήταν «κλάσματα δευτερολέπτου». Πρόσθετα των όσων αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την αξιοπιστία του ΜΕ1, εδώ επιβεβαιώνεται και η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι με βάση τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, δεν υπήρχε λόγος να επιχειρηθεί να μετρηθεί η ταχύτητα οποιουδήποτε εκ των εμπλεκόμενων οδηγών, η οποία ταχύτητα άλλωστε, εν τη απουσία πραγματικής μαρτυρίας, π.χ. ίχνη φρεναρίσματος, δεν μπορούσε να μετρηθεί. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι μετά που πέρασε το σήμα του ΑΛΤ και πλησιάζοντας την επίδικη συμβολή, έχοντας γνώση του ότι θα επιχειρούσε να εισέλθει σε κύριο δρόμο, «.προχωρούσα πολύ σιγά και σταματούσα για να ελέγξω το δρόμο μέχρι να φτάσω σε σημείο όπου θα μπορούσα να έχω καλή ορατότητα.» (έμφαση δική μου). Σε σχέση με αυτή τη θέση παρατηρώ τα εξής: Αν και τον ισχυρισμό της ότι «προχωρούσα πολύ σιγά και σταματούσα για να ελέγξω το δρόμο» η εναγόμενη τον πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση της και τον επανέλαβε και κατά την αντεξέταση της, όταν της τέθηκε ευθέως η ερώτηση κατά την αντεξέταση αν σταμάτησε οποτεδήποτε πριν να εισέλθει στον κύριο δρόμο, η απάντηση της ήταν ξεκάθαρη - «αν εννοείται εντελώς δεν σταμάτησα εντελώς διότι δεν μπορούσα να δω...». Η εν λόγω απάντηση της εναγόμενης, σε συνδυασμό με τη θέση της ότι «.έπρεπε να φτάσω σε ένα σημείο που μπορούσα να ελέγχω το δρόμο . και ταυτόχρονα να δώσω την ευκαιρία στα αυτοκίνητα που κινούνταν στον κύριο δρόμο να με δουν», καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι η εναγόμενη εισήλθε στον κύριο δρόμο χωρίς ποτέ προηγουμένως να σταματήσει αφού το σημείο που κατ' εκείνη θα επέτρεπε την απρόσκοπτη ορατότητα και στο οποίο αποφάσισε να σταματήσει, ήταν «.Μόλις μπήκα στον κύριο δρόμο.». Και αυτή η θέση του ενάγοντα συνεπώς, σε αντίθεση με τη θέση της εναγόμενης, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία. Θέση της εναγόμενης βέβαια ήταν ότι «.υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα μου προς τα δεξιά.» και είναι γι' αυτό που αναγκάστηκε να μπει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει. Πουθενά όμως στο σχεδιάγραμμα Τεκ.1 δεν σημειώνονται οποιαδήποτε σταθμευμένα οχήματα δεξιά της παρόδου και αυτό τη στιγμή που το εν λόγω σχεδιάγραμμα ετοιμάστηκε από το ΜΕ1 στη βάση πρόχειρου σχεδιαγράμματος που αυτός ετοίμασε και έδειξε στην εναγόμενη η οποία συμφώνησε πλήρως με περιεχόμενο του. Δεν αγνοώ βέβαια ότι ο ΜΕ1 έφτασε στη σκηνή μετά το ατύχημα και ότι εκείνη τη στιγμή δεν παρατήρησε οποιαδήποτε σταθμευμένα οχήματα εξ' ου και δεν σημείωσε οτιδήποτε σχετικό στο σχεδιάγραμμα του. Έδωσε όμως την ευκαιρία ο μάρτυρας στην εναγόμενη να του αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με το ατύχημα προτού ετοιμάσει το συμμετρικό σχεδιάγραμμα Τεκ.1 και αν επιθυμούσε να διορθώσει ή να του επισημάνει στοιχεία που κατ' εκείνη υφίσταντο τη δεδομένη στιγμή. Η τελευταία όμως, όχι μόνο συμφώνησε με τα όσα της παρουσίασε ο ΜΕ1 αλλά και όταν ο μάρτυρας την ενημέρωσε ότι θα την κατάγγελλε για την παράλειψη της να σταματήσει στο ΑΛΤ, αυτή, όπως η ίδια ανέφερε κατά τη μαρτυρία της, ούτε διαμαρτυρήθηκε αλλά ούτε και επεχείρησε να αποδώσει την εν λόγω παράλειψη της στα κατ' ισχυρισμό σταθμευμένα αυτοκίνητα όπως έπραξε κατά την ακρόαση - «εν θα συζητούσα με τον αστυνομικό». Με γνώμονα τα πιο πάνω, η θέση της εναγόμενης ότι η ορατότητα της εμποδιζόταν τη δεδομένη στιγμή από οχήματα που ήταν σταθμευμένα στα δεξιά της δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και απορρίπτεται ενώ η περί του αντιθέτου θέση του ενάγοντα κρίνεται καθ' όλα αξιόπιστη. Τούτου λεχθέντος, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι εφόσον η ορατότητα από την πάροδο προς τον κύριο δρόμο δεν εμποδίζετο απ' οτιδήποτε, αυτό συνεπάγεται και ότι η ορατότητα ήταν καθαρή και από την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από τον κύριο δρόμο προς την πάροδο και συνεπώς ο ενάγοντας μπορούσε να δει την εναγόμενη. Ο ενάγοντας όμως ουδέποτε αρνήθηκε ότι μπορούσε να δει μέσα στην πάροδο. Αντιθέτως, αυτό ήταν και που ισχυρίστηκε και ο ίδιος. Η θέση του όμως, η οποία επιβεβαιώνεται από τα όσα ανέφερα ανωτέρω, είναι ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη δεν θα σταματούσε στη συμβολή και θα εισερχόταν απ' ευθείας στον κύριο δρόμο όταν αυτός ήταν πλέον σε πολύ κοντινή απόσταση από εκείνη, χωρίς πλέον να μπορεί να αντιδράσει - Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όπως εύλογα και ειλικρινά ανέφερε, «δεν μπορείς να ξέρεις αν ο άλλος θα σταματήσει στο αλτ. έπρεπε η κοπέλα να σταματήσει. Δεν σταμάτησε». Στη βάση όλων των πιο πάνω αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ενάγοντα ως προς το πώς έγινε το επίδικο ατύχημα και απορρίπτω τις περί του αντιθέτου θέσεις της εναγόμενης. Στρέφομαι τώρα στις κατ' ισχυρισμό ζημιές του ενάγοντα, μαρτυρία για τις οποίες έδωσε ο ίδιος και ο ΜΕ3. Υπενθυμίζω κατά πρώτο ότι τα όσα καταγράφονται στο πιστοποιητικό του Δρ. Σεργίου Τεκ.5, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα δύο μέρες μετά που εξήλθε από το Νοσοκομείο και έξι μέρες μετά το ατύχημα, είναι παραδεκτά. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, η θέση του ενάγοντα είναι ότι οι τραυματισμοί που υπέστη από το ατύχημα, όπως διαπιστώθηκε το 2015 από το Δρ. Βιολάρη και επιβεβαιώθηκε το 2016 από το ΜΕ3, ουσιαστικά πυροδότησαν ή επιδείνωσαν ένα προϋπάρχον ήπιο προς σοβαρό αυχενικό σύνδρομο, με αποτέλεσμα να του έχουν πλέον δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα κινητικότητας στον αυχένα, μυϊκή ατροφία και υπαισθησία στο δεξιό χέρι, αστάθεια στάσεως και βάδισης, εκφυλιστικές αλλοιώσεις υπό μορφή σπονδυλοαρθροίτιδας, σκληρυντικές αλλοιώσεις στις τελικές πλάκες των σπονδύλων, οστεοφυτικοί σχηματισμοί και υπερτροφικές αλλοιώσεις στις διασπονδυλικές αρθρώσεις που στο σύνολο τους προκαλούν στενώσεις στα πλάγια τρήματα και στον κεντρικό σωλήνα. Προέχει εδώ η εξέταση της εισήγησης της κας Αποστολίδου ότι το δικόγραφο του ενάγοντα και ειδικότερα ο ισχυρισμός που εκεί προβάλλεται ότι ο τελευταίος πριν το ατύχημα «ήτο υγιής» δεν καλύπτει ούτε και συνάδει με την πιο πάνω μαρτυρία και τον ισχυρισμό του τελευταίου περί επιδείνωσης ή πυροδότησης μιας προϋπάρχουσας ιατρικής κατάστασης. Απάντηση όμως στην πιο πάνω εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου δίνει το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση ΛΑΖΑΡΟΣ ΧΑΤΖΗΦΟΡΑΔΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ν. ΛΟΥΚΑ, ECLI:CY:AD:2019:D43, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 48/2013, 15/2/2019: Ο εφεσίβλητος, όπως διαφάνηκε από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή, πριν το ατύχημα, είχε κάποια προβλήματα σε σχέση με τη σπονδυλική του στήλη, καθώς, επίσης, σε σχέση με την ψυχική του υγεία. Είναι, επίσης, γεγονός πως δεν υπήρξε δικογράφηση των εν λόγω προβλημάτων στην έκθεση απαιτήσεως. Βέβαια, σημειώνεται πως η κατάσταση όσον αφορά στις εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην οσφυϊκή μοίρα ήταν ασυμπτωματική και, ως εκ τούτου, αυτή δεν ήταν γνωστή· διαπιστώθηκε κατά τις εξετάσεις που έγιναν ως αποτέλεσμα του ατυχήματος. ΄Οσον αφορά την ψυχολογική του κατάσταση, τούτη ήταν μεν γνωστή, αντιμετωπιζόταν, όμως, κατά τρόπο αποτελεσματικό. Αποτελεί δε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι καμιά από τις δύο καταστάσεις, ανωτέρω, δεν τον εμπόδιζε από το να διάγει φυσιολογική ζωή και να εργάζεται στην υπηρεσία των εφεσειόντων, ασκώντας, κανονικά και χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα, τα καθήκοντα που απαιτούσε η εργασία του. Είναι, λοιπόν, πασιφανές ότι, υπό αυτήν την έννοια, ο εφεσίβλητος, στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαιτήσεώς του, ισχυρίστηκε ότι η υγεία του «βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση και δεν αντιμετώπιζε οιονδήποτε πρόβλημα οιασδήποτε μορφής». Η κατάσταση, όμως, της υγείας του άλλαξε, άρδην, μετά το ατύχημα και συνεπεία αυτού. Στην παράγραφο 7 του εν λόγω δικογράφου, αναφέρονται, με λεπτομέρεια, οι τραυματισμοί και, γενικά, οι συνέπειες που προκάλεσε στον εφεσίβλητο το ατύχημα. Το Δικαστήριο δε, με αναφορά στο χρόνο μετά το ατύχημα, διαπίστωσε ότι: «... υπήρξε κοινό έδαφος από την προσαχθείσα μαρτυρία τόσο από πλευράς Ενάγοντα όσο και από πλευράς Υπεράσπισης ότι δεν μπορεί πλέον ο Ενάγοντας να ασκεί την εργασία που ασκούσε προηγουμένως και γενικά να ασχοληθεί με χειρωνακτικής φύσεως εργασία». Η ευπαίδευτη Πρόεδρος, με δεδομένη την πιο πάνω δικογραφημένη θέση του εφεσίβλητου και τα διαπιστωθέντα, σχετικά, από την αποδεχθείσα μαρτυρία, προκειμένου να απαντήσει στην εισήγηση ότι δεν υπήρχε δικογράφηση της προγενέστερης κατάστασης της υγείας του εφεσίβλητου, αναφέρθηκε, συγκεκριμένα, στην υπόθεση Αριστείδου ν. Παυλίδου
(1999)1 Α.Α.Δ. 2153. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης είναι πολύ παρόμοια με αυτά της παρούσας. Εκεί, με συγκεκριμένο λόγο έφεσης, προσβλήθηκε, ως λανθασμένο, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η δισκοπάθεια, την οποία η εφεσίβλητη ανέπτυξε μετά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, ήταν αποτέλεσμα παλαιότερου τραύματος, το οποίο αυτή είχε υποστεί στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Η παρατήρηση του Εφετείου, στη σελίδα 2156, που είναι σχετική με το εδώ υπό εξέταση θέμα, ήταν πως: «Αν ... ο εφεσίβλητος εννοεί ότι η δισκοπάθεια που εκδηλώθηκε μετά το δυστύχημα είχε τις ρίζες της στον τραυματισμό της εφεσίβλητης το 1989, τότε σαφώς ισχύει η αρχή του ότι ο αδικοπραγών ευθύνεται για την επιδείνωση υφιστάμενης κατάστασης». Προς υποστήριξη της πιο πάνω αναφοράς, παρέπεμψε στις υποθέσεις Athina Symeonidou v. Phivos Michaelides
(1969)1 C.L.R. 394, Michalakis Paraskevopoullos v. Georghios Georghiou
(1970)1 C.L.R. 116, Nicos Pattichis v. Charalambos Zenonos
(1975)1 C.L.R. 343 και Sayers v. Perrin [1966] Q.L.R.
  1. Στην παρούσα περίπτωση, η Πρόεδρος εξέτασε την πιο πάνω αρχή υπό το φως των δικογραφημένων θέσεων, ανωτέρω, του εφεσίβλητου και των γεγονότων της ενώπιόν της υπόθεσης. Την εφάρμοσε δε ορθά και στο πλαίσιο της δικογραφίας, ώστε δεν αφήνεται περιθώριο επέμβασης από το Δικαστήριο τούτο.» Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση έτσι και στην παρούσα, δεν αμφισβητείται ότι έξι περίπου μήνες πριν το ατύχημα ο ενάγοντας εργαζόταν ως οικοδόμος, εργασία την οποία εκτελούσε για πολλά χρόνια προηγουμένως. Η προσκομισθείσα ιατρική μαρτυρία δε, φέρει τον ενάγοντα προ του ατυχήματος να «παρουσίαζε ελαφρύ αυχενικό σύνδρομο αλλά εργαζόταν κανονικά και εκτελούσε βαρεά χειρωνακτικά καθήκοντα.» (βλ. Τεκ. 8). Η θέση δε που του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση του από την υπεράσπιση ότι είναι λόγω αυτής της προϋπάρχουσας κατάστασης που τερματίστηκε η εργοδότηση του το 2009, θέση την οποία ο ενάγοντας απέρριψε, δεν υποστηρίχτηκε από μαρτυρία και παρέμεινε απλά ως μια υποβολή από την υπεράσπιση. Πρόσθετα τούτου όμως, ο ενάγοντας, τροποποιώντας το δικόγραφο του στις 19/06/17, πρόσθεσε ως λεπτομέρεια ζημιών που υπέστη από το ατύχημα, μεταξύ άλλων τις «εκφυλιστικές αλλοιώσεις υπό μορφή σπονδυλαρθρίτιδας» (έμφαση δική μου). Υπό αυτά τα δεδομένα συνεπώς και κατ' εφαρμογή του λόγου των Λουκά και Παυλίδου ανωτέρω, κρίνω ότι το δικόγραφο του ενάγοντα καλύπτει την επί του προκειμένου εκδοχή του. Άλλο βέβαια θέμα είναι το αν αυτή έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία, θέμα το οποίο προχωρώ να εξετάσω. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση της υγείας του και την ανικανότητα του να εργαστεί, καθώς επίσης και ότι αυτά τα προβλήματα οφείλονται στο επίδικο ατύχημα, υποστηρίχθηκε μέσω των πιο κάτω: (α) Την έγκριση του από τις Κ.Α. για λήψη σύνταξη ανικανότητας για ποσοστό 75% (Τεκ. 7), (β) Το πιστοποιητικό του Δρ. Βιολάρη (Τεκ. 8), (γ) Το πιστοποιητικό του Μ.Ε.3 (Τεκ. 10) και (δ) Τη μαρτυρία του ιδίου ως προς τη σημερινή του καθημερινότητα. Επί των πιο πάνω παρατηρώ τα εξής: Κατ' αρχή, όσον αφορά τη βεβαίωση των Κ.Α. Τεκ. 7, πουθενά δεν αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο ποιος ήταν ο λόγος που έγινε αποδεκτή η αίτηση του ενάγοντα για σύνταξη ανικανότητας για ποσοστό 75% ή στη βάση ποιας ακριβώς συμπτωματολογίας ο ενάγοντας κρίθηκε ανίκανος για εργασία από 12/05/
  2. Σημειώνω εδώ ότι η επί του προκειμένου εκδοχή του ενάγοντα αμφισβητήθηκε ρητά από την υπεράσπιση και ειδικότερα αμφισβητήθηκε ότι η όποια απόφαση του ιατροσυμβουλίου να τον κρίνει κατά 75% ανίκανο για εργασία, βασίστηκε στα τραύματα που αυτός υπέστη από το ατύχημα και ειδικότερα τα τραύματα που κατέγραψε ο Δρ. Σεργίου στο παραδεκτό Τεκ.
  3. Όφειλε συνεπώς ο ενάγοντας να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει κατ' αντικειμενικό και επιστημονικό τρόπο τον ισχυρισμό του ότι η ανικανότητα του 75% που διαπίστωσε το ιατροσυμβούλιο των Κ.Α., οφείλετο στον τραυματισμό του από το δυστύχημα. Δεν το έπραξε όμως. Πρόσθετα τούτου, όλα τα άλλα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο ενάγοντας, Τεκ. 6, 8, 9 και 10, φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία της απόφασης των Κ.Α. και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά είχαν τεθεί ενώπιον του ιατροσυμβουλίου στις 20/07/11 όταν ο ενάγοντας εξετάστηκε και η αίτηση του εγκρίθηκε. Ισχυρίστηκε βέβαια ο ενάγοντας ότι η ανικανότητα του τυγχάνει ετήσιας επανεξέτασης από το ιατροσυμβούλιο και ότι σε μία τέτοια πρόσφατη επανεξέταση του, αφού προσκομίστηκαν στο ιατροσυμβούλιο και τα εν λόγω πιστοποιητικά, η σύνταξη ανικανότητας του επανεγκρίθηκε με νέα σχετική απόφαση του ιατροσυμβουλίου. Ούτε όμως αυτή την απόφαση παρουσίασε ο ενάγοντας. Η βεβαίωση συνεπώς των Κ.Α Τεκ.7 δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση προς απόδειξη του επί του προκειμένου ισχυρισμού του ενάγοντα. (βλ. ΣΟΦΙΑ ΣΠΥΡΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A144, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 29/12, 2/4/2018). Η πιο πάνω βεβαίωση των Κ.Α. όμως, δεν αποτελεί τη μόνη μαρτυρία επί της οποίας ο ενάγοντας βασίζεται για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του περί της σοβαρότητας της εξέλιξης και των συνεπειών των τραυματισμών του (Βλ. ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. A PANAGIDES CONTRACTING LTD, ECLI:CY:AD:2017:A333, Πολιτική Έφεση Αρ. 259/2011, 4/10/2017). Όπως ήδη ανέφερα, ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν παρουσιαστεί δύο πιστοποιητικά από διαφορετικούς ιατρούς (Τεκ.8 και 10), αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων (Τεκ. 6 και 9) καθώς επίσης και η ίδια η μαρτυρία του ΜΕ3.. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 6 και 9, όπως ανέφερα ανωτέρω δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω ειδική αναφορά στα εν λόγω Τεκμήρια εφόσον αυτά καλύπτονται από το περιεχόμενο των πιστοποιητικών του Δρ. Βιολάρη και του ΜΕ3 τα οποία εξετάζω αμέσως πιο κάτω. Παρά το ότι ο Δρ. Βιολάρης δεν κλήθηκε να καταθέσει σχετικά με το ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε στις 02/03/15 (Τεκ. 8), εντούτοις, τα όσα εκεί αναφέρονται από τον εν λόγω ιατρό κυλούν ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με αυτά που κατέγραψε και υποστήριξε με τη μαρτυρία του ο ΜΕ
  4. Επί αυτής της μαρτυρίας παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, και οι δύο ιατροί αναφέρονται στις ιατρικές εξετάσεις που υπεβλήθη ο ενάγοντας από την ημέρα που νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο λόγω του τραυματισμού του κατά το επίδικο ατύχημα (22/01/10) μέχρι και την ημέρα που αυτοί τον εξέτασαν και συνέταξαν τα σχετικά πιστοποιητικά τους. Το ότι όντως έγιναν ιατρικές εξετάσεις ως αναφέρουν οι δύο ιατροί, επιβεβαιώνεται από τα Τεκ. 6 και 9 τα οποία συνιστούν πιστοποιητικά τέτοιων εξετάσεων ημερ. 15/06/11 και 16/01/
  5. Κατά δεύτερο, τα όσα οι εν λόγω ιατροί καταγράφουν ως συνεχή ενοχλήματα του ενάγοντα από το ατύχημα μέχρι και την έκδοση του κάθε πιστοποιητικού και κυρίως ότι ο τελευταίος υποφέρει από επώδυνη κίνηση του αυχένα και της οσφύος, ισχιαλγία και μούδιασμα στα χέρια, είναι τα ίδια με τα ενοχλήματα που κατέγραψε ο Δρ. Σεργίου στο δικό του πιστοποιητικό ημερ. 15/10/10, το οποίο κατέστη παραδεκτό από την Υπεράσπιση για την αλήθεια του περιεχομένου του και στο οποίο αναφέρεται ότι οι εν λόγω ενοχλήσεις εξακολουθούσαν τότε να υφίστανται αν και αναμενόταν στο μέλλον να μειωθούν. Κατά τρίτο, η σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντα όπως αυτή διαπιστώνεται από το ΜΕ3 συνίσταται σε: «.επώδυνη δυσκαμψία αυχένος με περιορισμό στην κινητικότητα και στο εύρος κίνησης της ΑΜΣΣ καθ' όλους τους άξονες λόγω σπασμού μαλακών μορίων αυχένα, επιπολής υπαισθησίας Α5 - Α6 - Α7 ριζών άμφω, έκπτωση μυϊκής ισχύος δεξιού άνω άκρου (4/5) σε δικέφαλο και τρικέφαλο, αστάθεια στάσεως και βάδισης, σημείο Romberg -+, εκφυλιστικές αλλοιώσεις υπό μορφή σπονδυλοαρθροίτιδας, σκληρυντικών αλλοιώσεων στις τελικές πλάκες των σπονδύλων, οστεοφυτικών σχηματισμών, KMΔ-ΣΣ και υπερτροφικών αλλοιώσεων στις διασπονδυλικές αρθρώσεις (Facet), που στο σύνολό τους προκαλούν στενώσεις στα πλάγια τρήματα και στον κεντρικό σωλήνα. Στο διάστημα Α5/6 + Α7/Θ1 οι προβολές των Μ.Δ. προκαλούν εξάλειψη του υπαραχνοειδούς χώρου και υποσυμαινόμενο εντύπωμα επί του Ν.Μ..ως εκ τούτου είναι ιατρικά ενδεδειγμένο όπως ο ασθενής να μην υποβάλλεται σε οποιασδήποτε φύσεως σωματική καταπόνηση.(εφόσον).μπορεί να προκαλέσει τραγικές και μόνιμες νευρολογικές βλάβες» Οι πιο διαπιστώσεις του ΜΕ3 ως προς τη σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντα, διαπιστώσεις για τις οποίες ο μάρτυρας παραπέμπει στα αποτελέσματα των εξετάσεων των Τεκ. 6 και 9 και οι οποίες είναι οι ίδιες με τις διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει ο Δρ. Βιολάρης στο δικό του πιστοποιητικό, δεν αντικρούστηκαν από πλευράς Υπεράσπισης με ιατρική μαρτυρία ίσης βαρύτητας και αυτό παρά το ότι ο ενάγοντας, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του, εξετάστηκε και από ιατρό της ασφάλειας της εναγόμενης πριν την ακρόαση. Αυτό που αμφισβήτησε η Υπεράσπιση, ήταν τη σύνδεση που ο ΜΕ3 αλλά και ο Δρ. Βιολάρης έκαμαν, μεταξύ της σημερινής κατάστασης της υγείας του ενάγοντα και των τραυματισμών του από το ατύχημα. Επιχείρησε δε η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 να υποδείξει το ασυμβίβαστο της σοβαρής εικόνας που παρουσίαζε ο ενάγοντας έξι χρόνια μετά το ατύχημα όταν τον εξέτασε ο ΜΕ3, με την παραδεκτή εικόνα που διαπίστωσε ο Δρ. Σεργίου όταν τον εξέτασε εννέα μήνες μετά το ατύχημα, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος παρουσίαζε σημαντική βελτίωση και τα ενοχλήματα του αναμένετο να μειωθούν στο μέλλον. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι εφόσον δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το τι έλαβε χώρα στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο φαινομενικά αντίθετων πιστοποιητικών και λαμβανομένης υπόψη της θέσης του ΜΕ3 ότι ο τρόπος ζωής ενός προσώπου δυνατό να επιβαρύνει την κατάσταση της υγείας του, δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα του ΜΕ3 ότι η επιδείνωση ή πυροδότηση της προϋπάρχουσας πάθησης του ενάγοντα οφείλετο στον τραυματισμό του από το ατύχημα. Επί αυτού του θέματος ο ΜΕ3 έκαμε αναφορά στις όσες ιατρικές εξελίξεις έλαβαν χώρα σε σχέση με τον ενάγοντα από το ατύχημα μέχρι την ημέρα που τον εξέτασε και ισχυρίστηκε ότι με βάση αυτό το ιστορικό είναι ιατρικά αποδεκτό και επιβεβλημένο να αναγνωρισθεί ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός στον αυχένα του ενάγοντα, πυροδότησε ή επιτάχυνε την προϋπάρχουσα μέτρια προς βαριά μορφή εκφύλισης του αυχένα του, εφόσον πριν το ατύχημα δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη εκδήλωσης συμπτωματολογίας από την εν λόγω πάθηση. Δεν παραγνωρίζω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 ο τελευταίος ανέφερε ότι είναι άγνωστο πότε και πώς η συγκεκριμένη προϋπάρχουσα πάθηση του ενάγοντα θα εξελισσόταν ή πότε, πώς και αν δύναται η εν λόγω πάθηση να επηρεαστεί από ένα τραυματισμό της φύσης του τραυματισμού που υπέστη ο ενάγοντας στον αυχένα. Παρά ταύτα, ουδέποτε ο ΜΕ3 αναίρεσε τη βασική του ιατρική θέση ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός του αυχένα του ενάγοντα «σίγουρα επιδείνωσε τη νευρολογική κατάσταση του», θέση για την οποία ο μάρτυρας όχι μόνο ήταν κατηγορηματικός από την αρχή μέχρι τέλους της μαρτυρίας του, αλλά μάλιστα προχώρησε και την εξήγησε χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα δύο σωλήνες νερού, μία καινούρια και μία μεταχειρισμένη η οποία μάλιστα έχει στενέψει από άλατα, οι οποίες δύο σωλήνες όταν κτυπηθούν πάνω σε ένα τοίχο, το ερώτημα είναι ποια θα πάθει βλάβη, εννοώντας προφανώς ότι είναι πιο πιθανόν να πάθει βλάβη η δεύτερη. Ανέφερε βέβαια ο ΜΕ3 ότι ο τρόπος ζωής ενός προσώπου δύναται να επιβαρύνει την όλη κατάσταση του και ότι στον κάθε ασθενή η πάθηση εξελίσσεται διαφορετικά οπόταν είναι αδύνατο να γνωρίζει κάποιος από προηγουμένως πώς και πότε θα υπάρξει τέτοια επιδείνωση. Σίγουρα όμως, ανέφερε ο μάρτυρας, εν τη απουσία ύπαρξης κατάγματος ή υπεξαθρήματος ή οξείας ρήξης μεσοσπονδύλιου δίσκου, τραύματα που δεν είχε υποστεί ο ενάγοντας, η εμφάνιση συμπτωματολογίας σε μια προϋπάρχουσα πάθηση όπως αυτή του ενάγοντα, ιδιαίτερα μετά από τραυματισμό των νεύρων του αυχένα, της φύσης δηλαδή του τραυματισμού που υπέστη ο ενάγοντας, επιβάλλεται να αποδοθεί και αυτό είναι ιατρικά αναγνωρισμένο, στον εν λόγω τραυματισμό. Αυτή η συγκεκριμένη ιατρικά αποδεκτή εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας ως προς τον λόγο που δύναται να συνδεθεί ο τραυματισμός του αυχένα του ενάγοντα από το ατύχημα με τα σημερινά του προβλήματα, εξήγηση που έδωσε και ο ιδιώτης νευροχειρούργος Δρ. Βιολάρης, ένα χρόνο προηγουμένως με το δικό του πιστοποιητικό, ουδέποτε αντικρούστηκε με οποιαδήποτε αντίθετη ιατρική μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης και αυτό παρά το ότι, όπως ανέφερα ανωτέρω, η τελευταία υπέβαλε τον ενάγοντα σε εξέταση και από δικό της νευροχειρούργο. Στη βάση των πιο πάνω, η θέση του ενάγοντα ότι παρά την σημαντική βελτίωση που παρατήρησε ο Δρ. Σεργίου το 2010, εντούτοις φαίνεται ότι τα προβλήματα του τελικά δεν υποχώρησαν ως αρχικά εκτιμήθηκε αλλά τελικά επιδεινώθηκαν, δεν κρίνεται αντιφατική αλλά βρίσκει και λογικό και ιατρικό έρεισμα. Αποδέχομαι συνεπώς την επί του προκειμένου εκδοχή του ενάγοντα καθώς επίσης και τη μαρτυρία του ΜΕ3 ως αξιόπιστη και ειδικότερα αποδέχομαι τη θέση τους ως προς το πώς εξελίχτηκε η υγεία του ενάγοντα από το ατύχημα μέχρι σήμερα καθώς επίσης και το ιατρικό συμπέρασμα του ΜΕ3 ότι η σημερινή κατάσταση της υγείας του πρώτου οφείλεται στον τραυματισμό που αυτός υπέστη κατά το επίδικο ατύχημα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την εκδοχή του ενάγοντα ως προς τις οικονομικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Όσον αφορά τα κατ' ισχυρισμό ιατρικά του έξοδα ύψους €760, για τα οποία ο ενάγοντας παρουσίασε δέσμη σχετικών αποδείξεων και τιμολογίων ως Τεκ. 11, δεν θεωρώ το γεγονός ότι επειδή δεν προσκομίστηκαν μόνο αποδείξεις πληρωμής αλλά και τιμολόγια, αυτό πλήττει την επί του προκειμένου αξίωση του ενάγοντα ως υποστήριξε η κα Αποστολίδου. Τα εν λόγω έγγραφα αναφέρουν με λεπτομέρεια ότι αφορούν στις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στον ενάγοντα από το Δρ. Σεργίου (€460), υπηρεσίες οι οποίες ενόψει του παραδεκτού του πιστοποιητικού του τελευταίου αποδεικνύονται ότι όντως προσφέρθηκαν, καθώς επίσης και υπηρεσίες αναφορικά με την έκδοση του πιστοποιητικού του Δρ. Βιολάρη (€300), η οποία έκδοση επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Την εν λόγω μαρτυρία συνεπώς την αποδέχομαι πλήρως. Ομοίως αποδέχομαι και την αξίωση των €80 για την αστυνομική έκθεση ως αυτή αποδεικνύεται από την απόδειξη του Τεκ.1 αλλά και την αξίωση των €28,27 του Τεκ.12 για την αγορά αυχενικού κολάρου το οποίο είναι παραδεκτό ότι συνεστήθη στον ενάγοντα από τον Δρ. Σεργίου. Στρέφομαι τέλος στις κατ' ισχυρισμό ζημιές του ενάγοντα που αφορούν τις εισοδηματικές του απολαβές. Η εκδοχή του ενάγοντα είναι ότι συνεπεία των τραυματισμών που υπέστη, από την ημέρα του ατυχήματος (21/01/10) και μέχρι σήμερα, δεν μπόρεσε να εργαστεί ξανά, χάνοντας έτσι μισθούς ύψους €1400 μηνιαίως. Αν και στο δικόγραφο του ο ενάγοντας αναφέρει ότι η απώλεια του είναι €1700 μηνιαίως το ποσό αυτό μειώθηκε κατά τη μαρτυρία του. Προς απόδειξη αυτού του συγκεκριμένου μηνιαίου ύψους απολαβών, ο ενάγοντας παρουσίασε βεβαίωση από τις Κ.Α για τα έτη 2008 και 2009, περίοδο κατά την οποία εργαζόταν ως μισθωτός οικοδόμος σε ιδιωτική εταιρεία. Η εργασία του όμως στην εν λόγω εταιρεία τερματίστηκε στις 22/07/09, ήτοι έξι μήνες πριν το ατύχημα. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δε, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι αν και εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος, είχε το ίδιο μηνιαίο εισόδημα με προηγουμένως, ήτοι €1400 και αυτό κυρίως από δουλειές που του «έδινε» ο πρώην εργοδότης του. Καμία όμως μαρτυρία προσκόμισε ο ενάγοντας αναφορικά με τις απολαβές του ως αυτοεργοδοτούμενος κατά το χρόνο του ατυχήματος και αυτό παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε σε αρκετά έργα υπό την εν λόγω ιδιότητα και λάμβανε το συγκεκριμένο εισόδημα. Μάλιστα δε, αν και αυτός του ο ισχυρισμός έτυχε έντονης αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης, η οποία μάλιστα υπέδειξε στον ενάγοντα και αυτός το δέχτηκε, ότι ακόμα και σαν μισθωτός δεν λάμβανε πάντα τον ίδιο σταθερό μισθό, ουδέποτε κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει ο πρώην εργοδότης του ενάγοντα, ο οποίος ήταν και αυτός που σύμφωνα με τον τελευταίο, του «έδινε» δουλειές ως αυτοεργοδοτούμενου μετά που του τερμάτισε την εργοδότηση λόγω πλεονασμού. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση του ενάγοντα ότι επειδή έξι μήνες πριν το ατύχημα λάμβανε κάποιο μισθό ενόσω ήταν μισθωτός, ο μέσος όρος του οποίου να σημειωθεί, με βάση τα πιστοποιητικά των Κ.Α. που προσκομίστηκαν, δεν υπερέβαινε τα €1130 (gross), αυτό δύναται να οδηγήσει σε εύρημα ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, έξι μήνες αργότερα, αυτός λάμβανε ως γεγονός το ίδιο εισόδημα και μάλιστα ως αυτοεργοδοτούμενος πλέον. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφερε, η εισοδηματική του ικανότητα κατά το χρόνο του ατυχήματος, εξαρτάτο πλέον και από το κατά πόσο θα του «έδιναν» δουλειές αλλά και από το πόσες θα ήταν αυτές οι δουλειές που θα του «έδιναν». Η θέση συνεπώς του ενάγοντα ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε απολαβές €1400 μηνιαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Υπενθυμίζω εδώ ότι το ύψος των απολαβών του ενάγοντα, στο βαθμό που συνιστά ειδική ζημιά, πέραν του ότι πρέπει να εξειδικεύεται στην απαίτηση με λεπτομέρεια, πρέπει να αποδεικνύεται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (GEVOREST SLEEP DESIGNS LTD ν. AΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, ECLI:CY:AD:2018:A45, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 456/2011, 25/1/2018 και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, πρόσθετα των πιο πάνω ευρημάτων μου, προβαίνω στα εξής ευρήματα. Το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη όταν η εναγόμενη εισήλθε από την οδό Μαραθώνος στον κύριο δρόμο περί τα 3μ. εντός της λωρίδας που οδηγούσε ο ενάγοντας, χωρίς να σταματήσει είτε στο αλτ είτε πριν το σημείο που η πάροδος και ο κύριος δρόμος εφάπτονται. Από την πάροδο προς τον κύριο δρόμο και αντίστροφα υπήρχε αρκετή ορατότητα και αμφότεροι ενάγοντας και εναγόμενη μπορούσαν να αντιληφθούν την ύπαρξη ο ένας του άλλου. Η είσοδος όμως της εναγόμενης στον κύριο δρόμο με τον τρόπο που ανέφερα, ήτοι χωρίς να σταματήσει καθόλου, έλαβε χώρα όταν η απόσταση της από τον ενάγοντα ήταν πολύ μικρή και σε κάθε περίπτωση όχι μεγαλύτερη από 1,50μ., με αποτέλεσμα σύγκρουση να καταστεί αναπόφευκτη και να μην υπάρχει περιθώριο αντίδρασης είτε από την ίδια είτε από τον ενάγοντα. Από τη σύγκρουση το όχημα του ενάγοντα κινήθηκε δεξιότερα και ακολουθώντας καμπύλη πορεία πέρασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ακινητοποιήθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο σε απόσταση 16μ. περίπου από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το όχημα της εναγόμενης έκαμε στροφή σχεδόν 90ο προς τα βόρεια και ακινητοποιήθηκε περί τα 15μ. από το σημείο σύγκρουσης. Συνεπεία του ατυχήματος, ο ενάγοντας, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 50 ετών, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε τα τραύματα που αναφέρονται στο παραδεκτό Τεκ.
  6. Τα όσα ακολούθησαν σε σχέση με την εξέλιξη της υγείας του μέχρι και της 15/10/2010 καταγράφονται λεπτομερώς στο εν λόγω τεκμήριο και δεν θα τα επαναλάβω. Από τις 15/10/2010 και μέχρι σήμερα, τα ενοχλήματα που δημιουργούσαν οι τραυματισμοί του ενάγοντα δεν υποχώρησαν και η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε εφόσον οι εν λόγω τραυματισμοί του πυροδότησαν και επιδείνωσαν ένα προϋπάρχον ήπιο προς σοβαρό αυχενικό σύνδρομο, το οποίο πριν το ατύχημα δεν επηρέαζε με οποιοδήποτε τρόπο την φυσιολογική ζωή και εργασία του ενάγοντα ως οικοδόμος. Έκτοτε του έχουν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα τα οποία συνίστανται σε επώδυνη δυσκαμψία αυχένος με περιορισμό στην κινητικότητα και στο εύρος κίνησης της ΑΜΣΣ καθ' όλους τους άξονες λόγω σπασμού μαλακών μορίων αυχένα, επιπολής υπαισθησίας Α5 - Α6 - Α7 ριζών άμφω, έκπτωση μυϊκής ισχύος δεξιού άνω άκρου (4/5) σε δικέφαλο και τρικέφαλο, αστάθεια στάσεως και βάδισης, σημείο Romberg -+, εκφυλιστικές αλλοιώσεις υπό μορφή σπονδυλοαρθροίτιδας, σκληρυντικών αλλοιώσεων στις τελικές πλάκες των σπονδύλων, οστεοφυτικών σχηματισμών, KMΔ-ΣΣ και υπερτροφικών αλλοιώσεων στις διασπονδυλικές αρθρώσεις (Facet), που στο σύνολό τους προκαλούν στενώσεις στα πλάγια τρήματα και στον κεντρικό σωλήνα. Στο διάστημα Α5/6 + Α7/Θ1 οι προβολές των Μ.Δ. προκαλούν εξάλειψη του υπαραχνοειδούς χώρου και υποσυμαινόμενο εντύπωμα επί του Νωτιαίου Μυελού. Συνεπεία αυτής της κατάστασης, ο ενάγοντας δεν μπορεί να υποβάλλεται σε οποιασδήποτε φύσεως σωματική καταπόνηση ούτε και να εκτελέσει οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία της φύσης που απαιτεί το επάγγελμα ενός οικοδόμου. Μέχρι σήμερα δεν έχει παραστεί επείγουσα ανάγκη για χειρουργική επέμβαση όμως ενδέχεται στο μέλλον ο ενάγοντας να χρειαστεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση (διπλή επέμβαση και σπονδυλοδεσία). Από τις 12/5/2011 μέχρι σήμερα, ο ενάγοντας λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας από τις Κ.Α. ύψους €358,88 μηνιαίως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ECLI:CY:AD:2018:A352, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2012, 10/7/2018, οι αρχές που διέπουν το θέμα της αμέλειας είναι γνωστές (Κυριάκος Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Christoforou (No. 2) v. Asproftas and Another
(1988)1 C.L.R. 441, Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, ΧατζηΓιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Εφ. 328/11, ημ. 31/5/17). Ως προς το θέμα της επιμελούς οδήγησης και της δέουσας παρατηρητικότητας που εύλογα αναμένεται να επιδεικνύεται από οδηγούς, άκρως κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κυριάκου Παύλου ν. Ανδρέα Παπακυπριανού
(2000)1 ΑΑΔ 974: «. έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών (Βλ. Varnakides v. Police
(1969)2 C.L.R. 1, Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 428, Κυριάκου κ.α. ν. Κανάρη, Πολιτική ΄Εφεση 8907/5.11.97). Σε σχέση με τον οδηγό οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, έχει νομολογηθεί ότι, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπεί από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (Βλ. Varnakides v. Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367 και Χατζηγιάννη ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150, 154). Δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (Βλ. Τουλουπή ν. Λαμπασκή, Πολιτική ΄Εφεση 9605/23.9.97, Σοφοκλέους ν. Χαριλάου, Πολιτική ΄Εφεση 9761/22.9.98). ΄Εχουμε υπόψη μας ότι ο Καν. 58
(1)(κγ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 επιβάλλει στους οδηγούς την υποχρέωση να ανακόπτουν ταχύτητα εις ασφαλές όριον "κατά την διασταύρωσιν". Ωστόσο αυτή η υποχρέωση πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του οδηγού του κύριου δρόμου και τις περιστάσεις και συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης.. Αναφορικά με τη δέουσα παρατηρητικότητα (proper lookout) με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτόδικο δικαστήριο εναπόθεσε υποχρέωση στον εφεσείοντα να τηρεί δέουσα και συνεχή παρατηρητικότητα εντός της παρόδου Κοτσιάτη. ΄Εχουμε ήδη υποδείξει ότι οι οδηγοί του κύριου δρόμου δεν υπέχουν τέτοια υποχρέωση εκτός αν συντρέχουν οι ενδείξεις που υποδεικνύονται πιο πάνω. Και εδώ δεν υπήρχαν τέτοιες ενδείξεις. Το πρωτόδικο δικαστήριο εναπόθεσε, επίσης, υποχρέωση στον εφεσείοντα να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα για να αντιληφθεί το όχημα του εφεσίβλητου. Αυτή η θέση του πρωτόδικου δικαστηρίου εναποθέτει υποχρέωση στον προπορευόμενο οδηγό να ελέγχει συνέχεια την τροχαία που τον ακολουθεί. Δεν υφίσταται τέτοια απόλυτη υποχρέωση. Είναι μεν αλήθεια ότι η υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας βαρύνει τους οδηγούς πάντοτε και υπό όλας τας περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouris and Another
(1975)1 C.L.R. 188, 192). Ωστόσο αυτή η υποχρέωση πρέπει να κρίνεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της κάθε περίπτωσης και των οδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες βρίσκεται ένας οδηγός....» Σε υποθέσεις όπως οι Τσαχίδης v. Bίκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 2731, Meemanage v. Αναστασίου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 59, Καραλούκας v. Πάρπα
(1998)1 Α.Α.Δ. 767, Παπέτας v. Ανδρέου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2152, Ζίκκου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 18 και ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:A16, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010, 15/1/2016, οι οποίες πραγματεύτηκαν την ευθύνη οδηγών που συγκρούστηκαν σε κύριο δρόμο κατά την προσπάθεια του ενός εξ' αυτών να εισέλθει σε κύριο δρόμο από πάροδο και στις οποίες κρίθηκε ότι τα εκεί συγκεκριμένα δεδομένα δικαιολογούσαν άλλοτε πλήρη απαλλαγή του οδηγού που εξέρχετο από την πάροδο και άλλοτε την απόδοση ευθύνης και στον οδηγό του κύριου δρόμου, καθοριστικό στοιχείο για την εν λόγω κατάληξη αποτέλεσε η διαπίστωση ότι ο οδηγός που εξέρχετο από την πάροδο είχε πάρει τα ενδεικνυόμενα και εύλογα μέτρα προς προστασία άλλων διακινουμένων στον κύριο δρόμο έναντι προβλεπτών κινδύνων και δεν επηρέασε σημαντικά ή καθόλου την αποτελεσματικότητα του οδηγού που οδηγούσε στον κύριο δρόμο για να λάβει δυναμική αντίδραση ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Υποθέσεις όμως όπως είναι η Ιωαννίδου v. Γιάννη
(1990)1 Α.Α.Δ. 213, όπου τονίστηκε η πάγια υποχρέωση των οδηγών αυτοκινήτων που προσεγγίζουν την κύρια οδό να μην παρεμβάλουν εμπόδια στην πορεία των αυτοκινήτων επί της κυρίας οδού και ότι κάθε παρέμβαση στο δικαίωμα αυτό συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, κρίθηκε ότι η εκεί οδηγός που εξέρχετο από την πάροδο, έφερε αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα εφόσον εισήλθε στον κύριο δρόμο όταν την χώριζε μικρή μόνον απόσταση από το όχημα που οδηγείτο στον κύριο δρόμο, πράξη η οποία κατέστησε την σύγκρουση αναπόφευκτη. Μάλιστα δε, σε εκείνη την περίπτωση η οδηγός είχε σταματήσει στο αλτ πριν την συμβολή και η σύγκρουση έγινε περί τα 5μ. (16 πόδια) από την συμβολή των δυο οδών, στοιχείο που κατά το Εφετείο υποδηλούσε ότι η σύγκρουση έγινε σε ελάχιστη απόσταση και χρόνο μετά την είσοδο του οχήματος της στην λεωφόρο. Εφαρμόζοντας συνεπώς όλες τις πιο πάνω αρχές στα ευρήματα που έχω καταλήξει ανωτέρω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι συνεπεία του τρόπου με τον οποίο η εναγόμενη εισήλθε στον κύριο δρόμο, όταν και έγινε για πρώτη φορά αντιληπτή η εν λόγω πρόθεση της και ότι η σύγκρουση έγινε σε ελάχιστη απόσταση και χρόνο μετά την είσοδο του οχήματος της στην λεωφόρο, πράξη η οποία κατέστησε την σύγκρουση αναπόφευκτη αφού δεν άφησε κανένα ουσιαστικό περιθώριο στον ενάγοντα για να λάβει δυναμική αντίδραση ώστε να αποφύγει την σύγκρουση, κρίνω ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η εναγόμενη. Έχοντας καταλήξει ως προς το θέμα ευθύνης της εναγόμενης, στρέφομαι τώρα στις αποζημιώσεις που ο ενάγοντας δικαιούται από αυτή συνεπεία του ατυχήματος. Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους €868,27, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω αυτές αποδείχτηκαν πλήρως με την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς ενάγοντα και κρίνω συνεπώς ότι ο τελευταίος δικαιούται πλήρως το εν λόγω ποσό. Όσον αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, επισημαίνω ότι δεν έχω αγνοήσει ότι πρόκειται για επιδίκαση αποζημιώσεων που αφορούν και σε επιδείνωση προϋπάρχουσας βλάβης (βλ. μεταξύ άλλων Νικολάου Βαρβάρα ν. Στέλιου Στυλιανού και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1727, Αριστείδου v. Παυλίδου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2153 και Καρδανάς κ.ά. v. Καραμούζη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 191). Αναφορικά με αυτό το κεφάλαιο αποζημιώσεων έλαβα υπόψη μου τις σχετικές αρχές ως προς το σκοπό των γενικών αποζημιώσεων, το μέτρο υπολογισμού τους και το βοηθητικό αλλά όχι δεσμευτικό των ποσών που διαχρονικά επιδικάσθηκαν από τη νομολογία, ως οι εν λόγω αρχές διατυπώθηκαν μεταξύ άλλων στις Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384, Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 και Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111. Σε κάθε υπόθεση βέβαια, είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και να συνυπολογίζεται η μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος (βλ. Φοινικαρίδης άλλη ν. Γεωργίου άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475) Υπενθυμίζω ότι τα αρχικά τραύματα του ενάγοντα, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, συνίσταντο σε θλάσεις αυχένα και οσφύος, χωρίς όμως να υπάρχουν οποιαδήποτε κατάγματα ενώ υπήρχαν παράπονα για επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του αυχένα, αίσθημα αιμωδίας άνω και κάτω άκρων, ζάλη και ναυτία. Για τα εν λόγω τραύματα του ο ενάγοντας νοσηλεύτηκε αρχικά για τέσσερις μέρες στο Νοσοκομείο, φορούσε κολλάρο αυχένα για ένα μήνα και προέβη σε 15 φυσιοθεραπείες. Μέχρι και έξι μήνες μετά το ατύχημα, ο ενάγοντας εξακολουθούσε να υποφέρει από ενοχλήσεις, κυρίως πόνο κατά τις ακραίες κινήσεις του αυχένα και της οσφύος ενώ ένοιωθε και μούδιασμα στα χέρια. Η κατάσταση του επιδεινώνετο σταδιακά, με αποτέλεσμα έξι χρόνια αργότερα να καταλήξει να υποφέρει από επώδυνη δυσκαμψία αυχένος, αναπηρία υπό τη μορφή ατροφίας του δεξιού χεριού σε δικέφαλο και τρικέφαλο, μυϊκής αδυναμίας και μειωμένης αισθητικότητας. Τα εν λόγω προβλήματα του, τα οποία συνοδεύονται με επεισόδια έλλειψης αυτοσυγκέντρωσης και ζάλης, περιορίζουν την καθημερινή του δραστηριότητα στο ελάχιστο και κυρίως μετά από σωματική καταπόνηση, παρατεταμένη ορθοστασία ή μακρά οδήγηση. Προς αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση. Για σκοπούς υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων σε σχέση με τα τραύματα του ενάγοντα, άντλησα καθοδήγηση από διάφορες υποθέσεις όπου οι εκεί τραυματισμοί και κατάλοιπα ήταν είτε παρόμοιας φύσης είτε παρόμοιου είδους και αφορούσαν τόσο σε ελαφρύτερα όσο και σε σοβαρότερα περιστατικά. Σε κάποιες δε περιπτώσεις υπήρξε πλήρης αποθεραπεία ενώ σε κάποιες όχι, στοιχείο που σίγουρα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων. Ενδεικτικά αναφέρω τις Νικολάου Βαρβάρα ν. Στέλιου Στυλιανού και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1727 (€35.000 το 2011), Tιτώνη Γεώργιος ν. Xαρ. Πηλακούτας Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 479 (€17.000 το 2001), Kωμιάτη Γεώργιος Πολυκράτη ν. Kώστα Πόλιτσου και Άλλου
(2001)1 ΑΑΔ 226 (€51300 το 2001), Φαραζή Bέρα ν. Aντώνη Tζιάρα
(1999)1 ΑΑΔ 269 (€43.000 το 1999), Αρετούλλα Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148 (€2565 το 1997), MOUSTAFA AHMAD ABDULKADER ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A116, Πολιτική Έφεση Αρ. 187/2011, 30/3/2017 (€3500 το 2017) και Nεοκλέους Aνδρέας ν. Simon John Worley
(2001)1 ΑΑΔ 652 (€6000 το 2001). Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και τον επηρεασμό της αξίας του χρήματος από την πάροδο του χρόνου, αναλόγως της υπόθεσης, κρίνω ως κατάλληλο ποσό γενικών αποζημιώσεων για την παρούσα σε σχέση με τον πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια των ανέσεων της ζωής του ενάγοντα, περιλαμβανομένων και των εξόδων και ταλαιπωρίας μιας ενδεχόμενης χειρουργικής επέμβασης τις €30.000. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την αξίωση του ενάγοντα αναφορικά με την απώλεια απολαβών του από τις 21/01/2010, περιλαμβανομένης και της αξίωσης του για μελλοντική απώλεια απολαβών. Υπενθυμίζω ότι είναι παραδεκτό ότι ο ενάγοντας απουσίασε με «άδεια αποχής από την εργασία του» από την ημερομηνία του ατυχήματος (21/01/2010) μέχρι και τις 31/03/2010 και έχει καταστεί εύρημα μου ότι λόγω της προκληθείσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, δεν μπορεί να ασκήσει τις χειρωνακτικές εργασίες που απαιτεί το επάγγελμα του οικοδόμου, το οποίο επάγγελμα ήταν και η πηγή εισοδήματος του. Οι αρχές που διέπουν τις επί του προκειμένου αξιώσεις του ενάγοντα, συνοψίσθηκαν εύστοχα στην υπόθεση Κολάνη Κυριακή, άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1108 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Είναι κατά αρχάς καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης θα πρέπει να διεκδικούνται και επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, ενώ οι απώλειες ως προς μελλοντικό χρόνο, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. (Fysco Constructing Co. Ltd. v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σταύρου Στυλιανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718). Αναφορικά με τον επιδικασμό αποζημιώσεων για απώλεια μέχρι τη δίκη, με δεδομένο ότι αυτές συνιστούν ζημιά η οποία έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί, αποτελούν στοιχείο ειδικών αποζημιώσεων και επομένως θα πρέπει τα διεκδικούμενα ποσά να αποδεικνύονται με την απαιτούμενη ακρίβεια, βεβαιότητα και αυστηρότητα. Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι ελλείπουν τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο ακριβές ποσό, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιδικάζεται κατ' αποκοπή ή κατά προσέγγιση οποιοδήποτε ποσό που αντιπροσωπεύει απώλεια εισοδημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. (Βλ. π.χ. Κουμπαρή κ.ά. v. Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 921). Διαφορετική όμως είναι η προσέγγιση ως προς το θέμα του επιδικασμού γενικών αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών απολαβών, απολαβών δηλαδή από την έκδοση της απόφασης και για κάποιο μελλοντικό χρονικό διάστημα. Σ' αυτή την περίπτωση η νομολογία υποδεικνύει ότι, εάν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τα εισοδήματα του ενάγοντα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου. Νοείται ότι αυτή η μέθοδος δεν μπορεί να επιστρατεύεται εκεί όπου ελλείπει μαρτυρία, είτε ως προς την προκείμενη του πολλαπλασιαστή, είτε κυρίως του πολλαπλασιαστέου, οπότε το Δικαστήριο δικαιολογείται σε μια τέτοια περίπτωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα γι' αυτή του την απώλεια με ένα λογικό, κατ' αποκοπήν ποσό. (Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2134). Σχετικό επίσης είναι και το εξής απόσπασμα από την Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111: Σε ό,τι αφορά την απώλεια μελλοντικών μισθών ή εισοδημάτων γενικώς, το ποσό το οποίο θεωρεί ορθό το Δικαστήριο να επιδικάσει αποτελεί βέβαια μέρος των γενικών αποζημιώσεων, (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Clarke v. Rotax Aircraft [1975] 3 All E.R. 794 και Ανδρέας Πασσάντας, ανήλικος μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Μάριου Πασσάντα και Χρυστάλλας Αντωνίου ν. Πανίκου Μόρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 690), σε αντιδιαστολή με απώλειες μισθών ή εισοδημάτων που οφείλονται από την ημέρα της αδικοπραξίας μέχρι την έκδοση της απόφασης, οι οποίες αποτελούν μέρος των ειδικών αποζημιώσεων. Όπως έχει αποφασιστεί στις προαναφερθείσες υποθέσεις, όταν για διάφορους λόγους καθίσταται αδύνατη η χρήση πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα επιδίκασης ενός κατ΄ αποκοπήν ποσού ως αντιπροσωπεύον τη μελλοντική απώλεια εισοδημάτων διότι, όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα του McGregor on Damages 15η έκδ. σελ. 220, παρ. 336, οι δυσκολίες που πιθανόν να αντιμετωπίζονται λόγω ασάφειας ως προς το χρονικό διάστημα που δυνατόν να διαρκέσει η αναπηρία του ενάγοντος ή και λόγω αστάθμητων παραγόντων που αφορούν τη μελλοντική ζωή του, δεν πρέπει να αναχαιτίζουν το Δικαστήριο από το να προβαίνει, καθηκόντως, σε μια εκτίμηση της πιθανής αυτής απώλειας. Στην παρούσα υπόθεση, η αξίωση του ενάγοντα για απώλεια απολαβών από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι τη δίκη συνιστά αποκρυσταλλωμένη ειδική ζημιά, την οποία στη μαρτυρία του ο ενάγοντας καθόρισε στο ποσό των €1400 μηνιαίως. Για τους λόγους όμως που έχω εξηγήσει, η μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας προς απόδειξη αυτού του συγκεκριμένου ποσού δεν ανταποκρίνεται στο αυστηρό επίπεδο απόδειξης ειδικών αποζημιώσεων και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να καταλήξει και να επιδικάσει το συγκεκριμένο ποσό που αξιώνει ο ενάγοντας για την κατ' ισχυρισμό απώλεια απολαβών του από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι τη δίκη (βλ. επίσης Μιχαήλ κ.α. v. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λίμιτεδ
(2000)1 ΑΑΔ 1049). Η επί του προκειμένου αξίωση του ενάγοντα συνεπώς απορρίπτεται. Σημειώνω εδώ ότι και ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, στην αγόρευση του δεν επιχειρηματολόγησε σε σχέση με αυτό το κονδύλι αποζημιώσεων αλλά έκαμε αναφορά μόνο στην μελλοντική απώλεια απολαβών του ενάγοντα, ήτοι για τα επόμενα 4 χρόνια, αξίωση την οποία προχωρώ να εξετάσω. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι η ζημιά του συνίσταται σε σημαντικό περιορισμό των μελλοντικών εισοδημάτων του λόγω των οξέων προβλημάτων του, κρίνω ότι δικαιούται σε ανάλογη αποζημίωση (βλ. μεταξύ άλλων A PANAGIDES CONTRACTING LTD ανωτέρω, Νικολάου Βαρβάρα ν. Στέλιου Στυλιανού και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1727, Καρδανάς κ.ά. v. Καραμούζη (ανωτέρω) και Θεοφάνους κ.ά. v. Κουρουκλά κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 528).. Η μη αποδοχή όμως του συγκεκριμένου ποσού των €1400 που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι είναι το μηνιαίο του εισόδημα, δεν επιτρέπει τη χρήση συγκεκριμένου τρόπου υπολογισμού απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων και δη της μεθόδου του πολλαπλασιαστή και του πολλαπλασιαστέου. Η εν λόγω απώλεια όμως μπορεί να αποδοθεί με ένα κατ' αποκοπή ποσό ως μέρος των γενικών αποζημιώσεων. Για τον υπολογισμό του εν λόγω ποσού, δύναται θεωρώ να χρησιμοποιηθεί το πιστοποιητικό των Κ.Α. (Τεκ.3) και αυτό καθαρά ώστε να βοηθηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει εντύπωση ως προς το τι συνιστά ένα εύλογο μηνιαίο εισόδημα για έναν οικοδόμο και όχι βέβαια για να καθορίσει τα συγκεκριμένα εισοδήματα του ενάγοντα, τα οποία, ως έχω ήδη αναφέρει, δεν αποδείχτηκαν στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. A PANAGIDES CONTRACTING LTD ανωτέρω). Σύμφωνα λοιπόν με το εν λόγω Τεκμήριο 3, όταν ο ενάγοντας εργαζόταν ως μισθωτός οικοδόμος έξι μήνες πριν το ατύχημα, λάμβανε μέσο όρο μισθού περί τα €1100 μηνιαίως. Αν από το εν λόγω ποσό αφαιρεθούν οι σχετικές φορολογικές υποχρεώσεις που ένας τέτοιος οικοδόμος έχει (Κ.Α, φόρος, συνεισφορές σε δημόσια ταμεία κλπ βλ. Xριστοδούλου Aνδρέας ν. Θεοδώρας Aγαθοκλέους
(1997)1 ΑΑΔ 396), το καθαρό εισόδημα δεν θα υπερβαίνει τα €1000, ποσό το οποίο κρίνεται ότι συνιστά, ενδεικτικά, ένα εύλογο εισόδημα οικοδόμου για σκοπούς υπολογισμού του κατ' αποκοπή ποσού σε σχέση με την απώλεια μελλοντικών απολαβών του ενάγοντα. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω συνεπώς, τη φύση των τραυματισμών του ενάγοντα και την εξέλιξη της υγείας του, την σημερινή του ηλικία, ήτοι 59 ετών, ότι έχει ένα ανήλικο παιδί, ότι πριν το ατύχημα εργάζετο αποκλειστικά ως οικοδόμος, ότι λόγω των τραυμάτων του δεν μπορεί να εκτελεί την εν λόγω εργασία και ότι από 12/5/2011 λαμβάνει μηνιαίως περί τα €360 σύνταξη από τις Κ.Α, κρίνω ως δίκαια κατ' αποκοπή αποζημίωση σε σχέση με την μελλοντική απώλεια απολαβών του, το ποσό των €30.000. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο ενάγοντας σε σχέση με τα πιο πάνω ποσά των ειδικών, γενικών αποζημιώσεων των αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών απολαβών, σχετικές είναι οι πρόνοιες του αρ. 58Α του Κεφ. 148 και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Xριστοδούλου Aνδρέας ν. Θεοδώρας Aγαθοκλέους
(1997)1 ΑΑΔ 396 όπου έγινε αναφορά στην αυθεντία Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 (ανωτέρω). «Σύμφωνα με την αυθεντία Φοινικαρίδης και Άλλη ν. Γεωργίου και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, η επιδίκαση τόκου με βάση το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και Ν. 156/85, διέπεται από τις αρχές της αγγλικής νομολογίας όπου γίνεται διαχωρισμός μεταξύ διαφόρων κατηγοριών αποζημίωσης. Επιδικάζεται δε τόκος επί μεν των ειδικών αποζημιώσεων από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την απόφαση αλλά μειωμένος κατά το μισό για να αντισταθμισθεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή, επί δε των γενικών αποζημιώσεων από την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο μέχρι την απόφαση. Για την απώλεια μελλοντικών απολαβών δεν επιδικάζεται τόκος. Τονίζεται δε στην πιο πάνω απόφαση ότι οι αρχές αυτές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου ή έστω πρακτικής και μπορούν να διαφοροποιηθούν αν το απαιτούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση ο πρωτόδικος Δικαστής επεδίκασε γενικές αποζημιώσεις αφού έλαβε υπόψη και τον κίνδυνο απώλειας μελλοντικών αποζημιώσεων. Δεν έχει ξεχωρίσει το ποσό που επεδίκασε για τον εν λόγω κίνδυνο. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης (ανωτέρω) κρίθηκε ως ορθό όπως στις περιπτώσεις αυτές αντί το ποσό να αποτελεί απροσδιόριστο μέρος της συνολικής αποζημίωσης για πόνους, ταλαιπωρία και απώλεια των απολαύσεων της ζωής να προσδιορίζεται και να υπολογίζεται χωριστά, ούτως ώστε να αποφεύγεται η επιβάρυνση τούτου με τόκους.» Στην παρούσα υπόθεση, όπως δέχεται και η πλευρά της εναγόμενης, «.η αγωγή καταχωρήθηκε σε εύλογο μετά το ατύχημα χρόνο.», ήτοι στις 07/01/
  1. Υπενθυμίζω ότι είναι παραδεκτό ότι μέχρι και τις 15 Οκτωβρίου 2010 που συντάχθηκε το Τεκ.5, ήτοι το παραδεκτό ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Σεργίου, η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα βρισκόταν ακόμη υπό εξέλιξη. Από το φάκελο της υπόθεσης δεν φαίνεται πότε η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη πλην όμως φαίνεται ότι σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 05 Οκτωβρίου
  2. Το γεγονός ότι της εν λόγω καταχώρησης δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε λήψη μέτρων από πλευράς ενάγοντα, συνεπάγεται ότι δεν επιδείχθηκε καθυστέρηση στην εμφάνιση μετά την επίδοση της αγωγής και ότι η επίδοση πρέπει να έγινε λίγο χρόνο προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και πιο πριν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κανένα μέτρο έλαβε ο ενάγοντας για να την προωθήσει μέχρι την καταχώρηση εμφάνισης στις 05/10/
  3. Η έκθεση απαίτησης δε, καταχωρήθηκε σύντομα μετά, ήτοι στις 13/10/11 και τροποποιήθηκε στις 19/06/17 για να συμπεριλάβει τα ευρήματα του Δρ. Συμεωνίδη ημερ. 12/09/
  4. Από τα όσα δε αναδύονται από το φάκελο της υπόθεσης σε σχέση με τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, δεν διαπιστώνεται τέτοια ολιγωρία ή καθυστέρηση από πλευράς ενάγοντα που να δικαιολογεί τη μείωση του τόκου που αυτός δικαιούται, ως υποστήριξε η κα Αποστολίδου. Ούτε το ότι η έκθεση απαίτησης τροποποιήθηκε έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της δικαιολογεί τέτοιο περιορισμό εφόσον επρόκειτο για τροποποίηση λόγω νέων ιατρικών δεδομένων που προέκυψαν τότε, τα οποία δεδομένα ο ενάγοντας είχε υποχρέωση να τα δικογραφήσει όταν προέκυψαν. Κρίνω συνεπώς ότι δεν συντρέχει λόγος για παρέκκλιση από τις αρχές που αφορούν το θέμα επιδίκασης τόκου εκτός από το θέμα των γενικών αποζημιώσεων για τις οποίες κρίνω δίκαιο όπως ο τόκος αρχίσει να προσμετρείται από τις 13/10/11 που καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Στην βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για ποσό α) €868,26 ως ειδικές αποζημιώσεις με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από 21/01/10 (ημερ. ατυχήματος) μέχρι σήμερα μειωμένος όμως ο τόκος κατά το ήμισυ και με πλήρη νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξόφλησης, β) €30.000 ως γενικές αποζημιώσεις με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από 13/10/11 (ημερ. καταχώρησης Έκθεσης Απαίτησης) μέχρι εξόφλησης, γ) €30.000 ως απώλεια μελλοντικών απολαβών με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα στην ανάλογη κλίμακα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Τροχαίο Ατύχημα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.