ΚΑΜΙΝΑΡΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1211/2012, 27/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1211/2012 xxxxx ΚΑΜΙΝΑΡΑ Αιτήτρια- Ενάγουσα -V- xxxxx ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενος --------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 23/04/13 για συνοπτική απόφαση) Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Ι. Καμιναρά (προσωπικά) Για Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο : κ Φ. Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, η οποία να σημειωθεί είναι δικηγόρος, καταχώρησε μέσω άλλου δικηγόρου την παρούσα αγωγή στις 19/3/12, αξιώνοντας από τον εναγόμενο ποσό €30.000 ως κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο από γραμμάτιο και/ή συμφωνία δανείου ημερ. 9/6/08, αρχικού ύψους €80.
- Ισχυρίζεται ειδικότερα η ενάγουσα ότι η συμφωνία των μερών αφορούσε στην αποπληρωμή του ποσού των €80.000 με τρεις δόσεις, ήτοι €20.000 στις 31/8/09, €30.000 στις 31/8/10 και €30.000 στις 31/8/11 και ότι ο εναγόμενος κατέβαλε μόνο το ποσό των €3000 έναντι της πρώτης δόσης. Λόγω τούτου, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτή καταχώρησε αγωγή εναντίον του εναγόμενου στις 20/6/11 αξιώνοντας το υπόλοιπο ποσό των €47.000 που αφορούσε στις πρώτες δύο δόσεις και εν τέλει πέτυχε, στις 15/12/11, να εξασφαλίσει απόφαση υπέρ της ενώ σε σχέση με την τρίτη δόση των €30.000 που επίσης δεν πληρώθηκε, καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Τα γεγονότα που ακολούθησαν της καταχώρησης της παρούσα αγωγής μέχρι και την έκδοση απόφασης στις 15/11/18 για την οποία η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση, φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και τα συνοψίζω. Μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 19/3/12 και για ένα χρόνο στη συνέχεια, η αγωγή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί στον εναγόμενο. Σύμφωνα με Ε/Δ της ενάγουσας ημερ.23/4/13, η οποία Ε/Δ καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης της τελευταίας για ανανέωση της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος «. λόγω αβλεψίας ή λάθους του ότι δεν εντοπίστηκε ο εναγόμενος έγκαιρα μετά που εγκατέλειψε την δοθείσα διεύθυνση δεν δόθηκε το κλητήριο για επίδοση στον εναγόμενο με αποτέλεσμα η περίοδος ανανέωσης του κλητηρίου να λήξει χωρίς τούτο να επιδοθεί». Το αίτημα της ενάγουσας για ανανέωση εγκρίθηκε και όταν τελικά το κλητήριο επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 29/6/13, αυτός εμφανίστηκε με δικηγόρο και καταχώρησε υπεράσπιση στις 3/8/
- Στην εν λόγω υπεράσπιση του, ο εναγόμενος δέχεται μεν ότι αναγνώρισε και συμφώνησε στις 09/06/08 ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των €80.000, ισχυρίζεται όμως, επικαλούμενος τα γεγονότα που κατ' εκείνον προηγήθηκαν της 09/06/08, ότι η συμφωνία των μερών στα πλαίσια της οποίας υπεγράφη το εν λόγω έγγραφο, αφορούσε την αγορά της οικίας της ενάγουσας από τον εναγόμενο για το συνολικό ποσό των €450.
- Επειδή όμως, σύμφωνα με τον εναγόμενο κατά την υπογραφή της συμφωνίας η ενάγουσα ζήτησε να της δοθεί το επιπρόσθετο ποσό των €80.000 για να δεχτεί να πωλήσει την οικία της, ο εναγόμενος αναγκάστηκε να δεχθεί να υπογράψει σε ξεχωριστό έγγραφο ότι οφείλει να της καταβάλει και το εν λόγω ποσό επιπρόσθετα του τι αναφέρετο στη συμφωνία πώλησης. Συνεπεία τούτου, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού κατέβαλε στην ενάγουσα το συνολικό τίμημα αγοράς των €450.000, προχώρησε και της κατέβαλε, ως η ίδια του ζήτησε, €70.000 σε μετρητά και €3000 με επιταγή, με αποτέλεσμα να παραμένει το ποσό των €7000 το οποίο παραδέχεται ότι της οφείλει. Στην απάντηση που καταχώρησε η ενάγουσα απορρίπτει όλα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι προηγήθηκαν της υπογραφής του επίδικου εγγράφου της 09/06/08 και ενώ δέχεται ότι έλαβε το ποσό των €3000 με επιταγή, αρνείται ότι έλαβε τις €70.000 σε μετρητά. Με την ολοκλήρωση των προδικαστικών οδηγιών της Δ.30 στις 10/3/14, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, αναβλήθηκε όμως επανειλημμένα σε άλλες ημερομηνίες λόγω αιτημάτων αμφότερων των πλευρών καθώς και λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Στις 18/02/16, ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι δικηγόροι της ενάγουσας, στην παρουσία της πελάτιδος τους, ζήτησαν άδεια να αποσυρθούν και η τελευταία ζήτησε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο. Τα αιτήματα εγκρίθηκαν και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 06/06/
- Κατ' εκείνην την ημερομηνία η ενάγουσα δεν εμφανίστηκε κατά την ώρα που είχε οριστεί η υπόθεση για ακρόαση, ούτε φαινόταν να είχε διοριστεί κάποιος δικηγόρος εκ μέρους της. Παρουσιάστηκε όμως «φιλοφρονητικά» ο δικηγόρος κ. Ανδρεάδης, ο οποίος παρέδωσε στο Δικαστήριο ιατρικό πιστοποιητικό και ανέφερε ότι η ενάγουσα λόγω τραυματισμού αδυνατούσε να είναι παρούσα καθώς επίσης και ότι δεν της είχε ακόμη παραδοθεί ο φάκελος από τους προηγούμενους δικηγόρους λόγω θεμάτων που προέκυψαν με την αμοιβή τους. Ο κ. Αποστολίδης δεν είχε ένσταση να αναβληθεί η υπόθεση, ούτε και ζήτησε έξοδα, οπόταν η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 08/11/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία όπως και την επόμενη, που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, αν και η ενάγουσα ήταν παρούσα, εντούτοις λόγω κοινού αιτήματος αναβολής αφ' ενός και έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου αφ' ετέρου, η ακρόαση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για τις 06/06/17 και ώρα 11:
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία και ώρα η ενάγουσα δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ενώ ούτε κάποιος δικηγόρος είχε διοριστεί να την εκπροσωπήσει. Ο κ. Αποστολίδης ο οποίος ήταν στο Δικαστήριο και έτοιμος για την ακρόαση ανέφερε τα εξής: « Δηλώνω ότι από πληροφορίες που έχω η ενάγουσα βρίσκεται στο εξωτερικό, είναι συνάδελφος η ενάγουσα και ένεκα αυτής της σχέσης δεν θα υπέβαλλα αίτηση για οτιδήποτε που επηρεάζει το αποτέλεσμα της αγωγής αυτής. Θα ενημερώσω την ενάγουσα με την πρώτη ευκαιρία που θα βρίσκεται στην Κύπρο. Καμία διαταγή για έξοδα». Παρά την αναιτιολόγητη απουσία της ενάγουσας, το Δικαστήριο, ενεργώντας στη βάση των όσων ανέφερε ο κ. Αποστολίδης όρισε εκ νέου την υπόθεση για ακρόαση για τις 4/12/17 στις 11:00, χωρίς να καταδικάσει την πρώτη στα έξοδα ως ήταν και η παράκληση της άλλης πλευράς. Ούτε όμως στις 04/12/17 η ενάγουσα εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Ο κ. Αποστολίδης ο οποίος και πάλι ήταν παρών, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ενημερώθηκε φιλοφρονητικά από τον δικηγόρο κ. Ανδρεάδη ότι η ενάγουσα ασθενεί και ότι λόγω τούτου δεν θα μπορούσε να είναι στο Δικαστήριο. Ούτε και τότε ο κ. Αποστολίδης υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα εναντίον της ενάγουσας και δήλωσε και πάλι ότι δεν θα είχε ένσταση να οριστεί η υπόθεση σε άλλη ημερομηνία και δεν ζήτησε ούτε τα έξοδα της εμφάνισης. Στη βάση των δηλώσεων του κ. Αποστολίδη, το Δικαστήριο αποφάσισε να δώσει ξανά την ευκαιρία στην ενάγουσα να εμφανιστεί και να προωθήσει την υπόθεση της οπόταν η ακρόαση αναβλήθηκε για την 1/6/18 στις 11:
- Και πάλι η ενάγουσα παρέλειψε να εμφανιστεί. Αυτή τη φορά, παρουσιάστηκε και πάλι φιλοφρονητικά ο κ. Ανδρεάδης, ο οποίος ανέφερε ότι η ενάγουσα είχε κάποιο προσωπικό κώλυμα και του ζήτησε να ενημερώσει σχετικά το Δικαστήριο. Στα πλαίσια αυτής της φιλοφρονητικής εμπλοκής του, ο κ. Ανδρεάδης ανέφερε ότι αν η υπόθεση αναβάλλετο, θα μετέφερνε στην ενάγουσα κάποιες προτάσεις που του έκανε ο κ. Αποστολίδης ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο διευθέτησης. Ούτε αυτή τη φορά ο κ. Αποστολίδης είχε ένσταση στην αναβολή οπόταν και η υπόθεση αναβλήθηκε για τέταρτη φορά λόγω απουσίας της ενάγουσας και ορίστηκε για ακρόαση στις 15/11/18 και ώρα 11:
- Για ακόμη μια φορά όμως η ενάγουσα δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την ώρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση και για ακόμη μια φορά παρουσιάστηκε εκ μέρους της φιλοφρονητικά ο κ. Ανδρεάδης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό πρακτικό της εν λόγω δικασίμου: «Ημερομηνία: 15/11/2018 Ώρα έναρξης:11:30 Ώρα λήξης:12:35 κ. Ανδρεάδης: Δεν μπορώ να εμφανιστώ επίσημα απλά να ενημερώσω το Δικαστήριο σας ότι έχω μιλήσει με την ίδια την κυρία Καμιναρά, η οποία είναι έτοιμη να ευρίσκεται στο Δικαστήριό σας εντός της επόμενης ώρας. Δικαστήριο (Προς κ. Ανδρεάδη): Ώρας; κ. Ανδρεάδης: Περίπου 30 λεπτά με τρία τέταρτα. Δικαστήριο: Θα δώσω τον χρόνο στην κυρία Καμιναρά να εμφανιστεί εφόσον είναι και η Ενάγουσα στην υπόθεση. Η δε υπόθεση είναι προγραμματισμένη για ακρόαση και το Δικαστήριο έχει χρόνο να της επιληφθεί και αυτής της υπόθεσης, επομένως θα επανέλθουμε στις 12:
- ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ Μετά το διάλειμμα: Καμία Εμφάνιση για την Ενάγουσα Δικαστήριο: Η ώρα είναι 12:25 το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση της ενημέρωσης που έτυχε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο κύριο Ανδρεάδη, ο οποίος παρουσιάστηκε καθαρά φιλοφρονητικά για να ενημερώσει για την πρόθεσή της Ενάγουσας να εμφανιστεί, η οποία είναι δικηγόρος και η οποία μετά την απόσυρση του δικηγόρου που την εκπροσωπούσε δεν έχει διορίσει άλλον δικηγόρο να εμφανιστεί για σκοπούς της σημερινής ακρόασης. Ως εκ τούτου δόθηκε χρόνος στην Ενάγουσα να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να προχωρήσουμε με την ακροαματική διαδικασία. Όπως ανέφερα η ώρα είναι 12:25, η Ενάγουσα έχει φωναχθή και δεν είναι παρούσα στο Δικαστήριο, ούτε και οποιοσδήποτε δικηγόρος εκ μέρους της. Επομένως θα απευθύνω τον λόγο πρώτα στον κύριο Αποστολίδη, ο οποίος επιθυμεί να υποδείξει κάτι σε σχέση με τα δικόγραφά της διαδικασίας. κ. Αποστολίδης: Καλώ το Δικαστήριο να επικεντρώσει την προσοχή του εις την παράγραφο 6 της Υπεράσπισης, όπου έχει δικογραφηθεί ότι ο Εναγόμενος το μόνο ποσό που οφείλει είναι €7.000, έτσι εν όψει της απουσίας της Ενάγουσας και της μη παρουσίασης κατά την ακροαματική διαδικασία θα μπορούσε κάλλιστα να αιτηθεί την απόρριψη ολόκληρης της αγωγής πλην όμως μετά από ερώτησή μου προς τον πελάτη μου όντως επιβεβαιώνεται αυτό το ποσό και ζητώ από το Δικαστήριο αντί να απορρίψει ολόκληρη την αγωγή να εκδώσει απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €7.000 πλην όμως να μην εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα για έξοδα εν όψει της φύσης αυτής της κατάστασης. Δικαστήριο: Χωρίς να έχω οποιανδήποτε πρόθεση να παρακάμψω τον συνήγορο εφόσον πρόκειται για μιας ιδιόμορφης εξέλιξης και είναι παρών ο ίδιος ο Εναγόμενος θα ρωτήσω και τον ίδιο τον Εναγόμενο αν όντως συμφωνεί όπως εκδοθεί εναντίον του απόφαση για το ποσό των €7.000 που δικογραφεί και υπέρ της Ενάγουσας. (Προς Εναγόμενο): Κύριε Χριστοφή, ακούσατε τον συνήγορό σας και η ερώτηση είναι αν όντως συμφωνείτε εις την έκδοση απόφασης εναντίον σας και υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των €7.000 που δικογραφείται στην Υπεράσπισή σας. Εναγόμενος: Βεβαίως αποδέχομαι. Δικαστήριο: Εν όψει του ότι η παραδοχή και αποδοχή από πλευράς Εναγόμενου για το ποσό των €7.000 προέρχεται και από το δικόγραφό τους και δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρουσία από πλευράς Ενάγουσας γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες θα οδηγούσε σε απόρριψή της αγωγής της δυνάμει της σχετικής διάταξής των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα δεχτώ την εισήγησή του κυρίου Αποστολίδη και έχοντας κατά νου και τη σύμφωνο γνώμη του πελάτη του θα εκδώσω απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον Εναγόμενου για το ποσό των €7.000 πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης το θέμα άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Υπό κανονικές συνθήκες η Ενάγουσα με την εξέλιξή της υπόθεσης θα δικαιούτο τα έξοδά της, εφόσον πετυχαίνει έστω μέρος της αξίωσής της, την ίδια στιγμή όμως η μη εμφάνισή της σήμερα θα οδηγούσε, αν δεν ήταν η στάση του Εναγόμενου, σε απόρριψή της αγωγή της με έξοδα εις βάρος της. Ως εκ τούτου και λαμβάνοντας περαιτέρω υπ' όψιν ότι η θέση του Εναγόμενου ότι μόνο το ποσό των €7.000 οφείλει είχε προβληθεί από τα πρώτα στάδια της υπόθεσής στην Υπεράσπιση του θεωρώ ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της σε σχέση με την αγωγή και εκδίδω ανάλογη διαταγή.» Μετά την πιο πάνω εξέλιξη και την έκδοση απόφασης υπέρ ενάγουσας και εναντίον εναγόμενου, η πρώτη, καταχώρησε στις 28/11/18 την παρούσα αίτηση, ζητώντας, στη βάση της Δ.33 τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Την αίτηση της αυτή την υποστηρίζει Ε/Δ της ιδίας, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο: «Στις 15/11/2018 κατόπιν εισήγησης του Δικηγόρου του Εναγομένου και του ιδίου του Εναγόμενου λανθασμένα, παράτυπα και άδικα κατά την άποψη μου για λόγους που αναφέρω πιο κάτω, εξεδόθη απόφαση υπέρ μου στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου λόγω παράλειψης μου να παρουσιαστώ ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ώρα που ήταν ορισμένη η αγωγή για Ακρόαση (είχε δοθεί παράταση από το Δικαστήριο μέχρι τις 12:00μ.). Κατά την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου βρισκόμουν στον χώρο του Δικαστηρίου έγκαιρα και/ή στις 12:00μ. και μαζί με τον συνάδελφο μου κ. Αντώνη Ανδρεάδη ψάχναμε να βρούμε τον Δικηγόρο του Εναγόμενου όπως ήταν η προηγούμενη συνεννόηση μας ούτως ώστε να παρουσιαζόμασταν από κοινού ενώπιον του Δικαστηρίου και να το ενημερώσουμε αφού εγίνοντο μεταξύ μας προσπάθειες συμβιβασμού της υπόθεσης. Ας σημειωθεί ότι νωρίτερα την ίδια μέρα, ο Δικηγόρος του Εναγόμενου μου είχε προτείνει ως συνολική διευθέτηση της απαίτησης μου για €30.000 το ποσό των €10,000 άμεσα πληρωτέα. Σε αντιπρόταση μου πρότεινα το ποσό των €15,000 και με νέα πρόταση του πρότεινε το ποσό των €12,
- Ενημέρωσα τον συνάδελφο κ. Αποστολίδη ότι έρχομαι στο Δικαστήριο να το συζητήσουμε και μάλιστα ο ίδιος μου πρότεινε να ζητήσει κάποια σύντομη ημερομηνία ώστε να καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία στη βάση της πρότασης του για το ποσό των €12,000 και της δικής μου αντιπρότασης €15,
- Όταν έφτασα στο Δικαστήριο κατά τις 12:00μ. όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, τηλεφωνούσαμε επανειλημμένα στον κ. Αποστολίδη τόσο εγώ όσο και ο συνάδελφος μου κ. Ανδρέαδης αλλά αυτός δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Θεώρησα δε ότι θα είχε δουλειά και ανέμενα να με πάρει πίσω. Αντί αυτού όμως τον είδα να εξέρχεται από την Αίθουσα του Δικαστηρίου και όταν του απηύθυνα τον λόγο μου είπε ότι η υπόθεση τελείωσε και ότι εκδόθηκε απόφαση υπέρ μου για το ποσό των €7,000 γεγονός το οποίο θεωρώ επιεικώς απαράδεκτο, αντινομικό και αντιδεοντολογικό αφού ήμουν απούσα και κανένας δεν εμφανίστηκε για μένα για να δεχθεί τέτοια απόφαση. Θεωρώ επίσης ότι η συμπεριφορά του συναδέλφου κ. Αποστολίδη ήταν άκρως απαράδεκτη, αντιεπαγγελματική και παραπλανητική προς το Δικαστήριο αφού δεν ανέφερε στο Δικαστήριο τα όσα είχαν λεχθεί μεταξύ μας προηγουμένως δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα και τις προτάσεις του και δεν είχε καμία τέτοια εξουσία και/ή δικαίωμα και/ή εξουσιοδότηση να εισηγηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ μου και/ή για λογαριασμό μου αλλά ούτε και το Δικαστήριο έπρεπε να αποδεχθεί τέτοια εισήγηση και να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση υπέρ μου στην απουσία μου. Επιπλέον ενώ είχαμε συνεννοηθεί με τον κ. Αποστολίδη να συναντηθούμε στο Δικαστήριο κατά τις 12:00μ. αυτός δεν με ειδοποίησε τηλεφωνικά όπως συνεννοηθήκαμε ούτε απαντούσε στις κλήσεις στο κινητό του και παρουσιάστηκε μόνος του στο Δικαστήριο ενεργώντας τεχνηέντως και δολίως για να πετύχει τέτοια ευνοϊκή για τον πελάτη του απόφαση. Σε κάθε περίπτωση όλοι οι ισχυρισμού του όπως εμφανίζονται στη σχετική υπεράσπιση του εναγομένου έχουν κατηγορηματικά απορριφθεί από πλευράς μου σύμφωνα με την απάντηση μου στην σχετική υπεράσπιση και ουδέποτε είχα αποδεχθεί ως συνολική διευθέτηση το ποσό των €7,000 εφ' όσο η απαίτηση μου ήταν για €30.
- Στη πιο πάνω αίτηση της ενάγουσας η πλευρά του εναγόμενου έφερε ένσταση με την οποία προβάλλει έξι λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί περιστρέφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό «κατά συρροή αδιαφορία» της ενάγουσας, την απουσία οποιουδήποτε εύλογου λόγου για τη μη εμφάνιση κατά την ώρα και ημερομηνία της ακρόασης, την παράλειψη προσδιορισμού των συγκεκριμένων προνοιών επί των οποίων βασίζεται η αίτηση και τέλος το ότι εφόσον πρόκειται για απόφαση υπέρ της ενάγουσας αυτή δεν δύναται να παραμεριστεί. Σημειώνω εδώ ότι τα όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται περί συνεννόησης της με τον κ. Αποστολίδη απορρίπτονται ως αναληθή. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι την προώθησαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επισημαίνω εδώ όμως ότι με τη δική της αγόρευση η ενάγουσα, παραπέμποντας στις πρόνοιες της Δ.33 Θ.4 υποστήριξε ότι: « το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και γεγονότων, λανθασμένα και παράτυπα εξέδωσε απόφαση υπέρ μου στην απουσία μου, καθότι και αν ακόμα θεωρούσε ότι η παράλειψη μου να εμφανιστώ ενώπιον του συνιστούσε ασέβεια προς αυτό, θα έπρεπε σύμφωνα με τους κανονισμούς και την πάγια πρακτική που ακολουθείται από τα Δικαστήρια να απορρίψει την αγωγή και όχι να με δεσμεύσει με μία τόσο άδικη απόφαση .». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι οι νομικές αρχές που αναφέρονται πιο κάτω και αφορούν στο υπό εξέταση θέμα, καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου, αποτελούν ζητήματα που εμπίπτουν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ (βλ. Χρύσανθου κ.ά. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 ΑΑΔ 1129 και Mαρκίδης Tάσος ν. Eλληνικής Tράπεζας (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 898). Η νομολογία επισημαίνει κατά πρώτο την αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να προσεγγίζεται το θέμα συμμόρφωσης του αιτητή με την προθεσμία των 15 ημερών από τη δίκη ως επιβάλλει η Δ.33 Θ.5[1] (βλ. Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Kυριακίδη
(1999)1 ΑΑΔ 537, Σοφοκλέους a.a. ν. Alpha Bank
(2009)1 Α.Α.Δ. 818 και Mαρκίδης ανωτέρω). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Evand Promotions Ltd. κ.ά. ν. Frank Rutman (Aρ. 2)
(1998)1 ΑΑΔ 2123, «.Η τήρηση των προθεσμιών και γενικά των κανόνων που διέπουν τη λήψη δικαστικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Κατά δεύτερο, καθοριστικό ρόλο στο αν θα εγκριθεί το αίτημα για παραμερισμό, έχει η συμπεριφορά του διάδικου που επιζητεί την υπέρ του άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, (βλ. Χρύσανθου κ.ά. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 ΑΑΔ 1129) και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας, προστατεύοντας τους διάδικους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις και εξισορροπώντας τα αντιμαχόμενα δικαιώματα των διαδίκων, ήτοι αφ' ενός το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και αφ' ετέρου το δικαίωμα για διεξαγωγή της ακρόασης σε εύλογο χρονικό διάστημα (βλ. Στυλιανού Λούκας ν. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1234 και τις αναφορές που γίνονται στις Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 και Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Συμεού Συμεών Μιχαήλ ν. Γκλόριας Είκοσι και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1228 - «Το δικαίωμα του διαδίκου να παρουσιάσει την υπόθεση του δεν είναι απόλυτο και πρέπει να ασκείται εύλογα. Αλλοίμονο αν ήταν άλλως, αφού οι δικαστικές διαδικασίες θα βραχυκυκλώνοντο και θα απέληγαν ατέρμονες, με επιπτώσεις και στις δυνατότητες κατανομής του δικαστικού χρόνου σε όλες τις ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεις και όχι μονοπωλιακά» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές παρατηρώ τα εξής σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 Θ 1-
- If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.
- If on the day fixed for trial any party fails to appear when the trial is called on, the Court shall require proof that the absent party was given notice of such day. In the absence of such proof, the Court may proceed with the trial if the presence of the absent party is not material, or may adjourn the trial and give such directions as may be necessary.
- If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.
- If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, then upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter-claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counter-claim, then he may prove his counter-claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.
- Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, η παρούσα περίπτωση δεν αφορά στις πρόνοιες των Θ.1 και 3 εφόσον η μια πλευρά τουλάχιστον ήταν παρούσα κατά την ακρόαση. Η απουσία δε της ενάγουσας ενεργοποίησε τις πρόνοιες τόσο του Θ.2 όσο και του Θ.4 πλην όμως δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εκ μέρους της ενάγουσας για να εξηγήσει την απουσία της ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναβολής. Αυτό που παρέμεινε πλέον ήταν να εξεταστεί η εφαρμογή του Θ.4, με βάση τις πρόνοιες του οποίου ο εναγόμενος δικαιούται σε απόφαση απόρριψης της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση όμως, δεν ήταν ολόκληρη η αγωγή της ενάγουσας υπό αμφισβήτηση ώστε να τίθεται θέμα εξ' ολοκλήρου απόρριψης της λόγω της μη εμφάνισης της ενάγουσας κατά την ημέρα της ακρόασης. Αντίθετα, μόνο το μέρος εκείνο της αξίωσης της ενάγουσας που εκ της δικογραφίας τελούσε υπό αμφισβήτηση ουσιαστικά απορρίφθηκε, ήτοι η αξίωση ποσού €23.000, ενώ για το μέρος εκείνο της αξίωσης που εκ της δικογραφίας δεν αμφισβητείτο ότι της οφείλετο και το οποίο δεν ήταν επίδικο, ήτοι για το ποσό των €7000, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της. Όπως επισημαίνει και η νομολογία άλλωστε, για το εν λόγω ποσό των €7000, η ενάγουσα είχε, μέσω της δικογραφίας, «απαλλαχτεί από την τυπική απόδειξη του κατά τη δίκη» και εκείνο που παρέμενε να αποδείξει κατά την ακρόαση στις 15/11/18, ήταν ο ισχυρισμός της ότι ο εναγόμενος της όφειλε ακόμη €23.000 κάτι που ο τελευταίος αμφισβητούσε (βλ. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A300, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Υπό αυτά τα δικογραφικά δεδομένα συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούτο από τις 03/08/13 που καταχωρήθηκε η υπεράσπιση, μερική απόφαση υπέρ της για ποσό €7000 και κατά την ακρόαση θα έπρεπε να αποδείξει το υπόλοιπο ποσό που αξίωνε από τον εναγόμενο. Η θέση του κ. Αποστολίδη ότι δεν προβλέπεται πουθενά στους θεσμούς ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν αποδοχής του εναγόμενου στην απουσία του ενάγοντα κατόπιν αίτησης του τελευταίου, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση εφόσον το μέρος της υπό κρίση απόφασης που επηρεάζει δυσμενώς την ενάγουσα δεν είναι το μέρος που είναι προς όφελος της αλλά το μέρος εκείνο με το οποίο ουσιαστικά απορρίφθηκε το υπόλοιπο ποσό που αξιώνει και το οποίο αμφισβητείται, ήτοι η αξίωση της για περαιτέρω €23.000, η οποία ήταν και το μοναδικό επίδικο θέμα που έπρεπε να αποδειχθεί από την ενάγουσα κατά την ακρόαση. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι η ενάγουσα κατέστησε ξεκάθαρο ότι δεν επιθυμεί μόνο τον παραμερισμό της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αμφισβητούμενο μέρος της αξίωσης της αλλά και την απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της για το ποσό των €7000, την οποία θεωρεί άδικη και αδικαιολόγητη. Μάλιστα δε, η θέση που προώθησε στην αγόρευση της η ενάγουσα ήταν ότι το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επιδικάσει προς όφελος της το εν λόγω ποσό, έστω και αν αυτό δεν αμφισβητείτο ότι της οφείλετο αλλά να απορρίψει ολόκληρη την αγωγή της. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά της ενάγουσας, η εισήγηση αυτή πάσχει για δύο λόγους. Αφ' ενός διότι το κατά πόσο το Δικαστήριο εφάρμοσε και άσκησε λανθασμένα τις εξουσίες που παρέχονται από τη Δ.33 δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης από το ίδιο το Δικαστήριο που εξέδωσε την υπό κρίση απόφαση, εφόσον τέτοιου είδους έλεγχος εκφεύγει της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας και των εξουσιών της Δ.33 και αφ' ετέρου διότι αποδοχή της εισήγησης της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι κατ' εφαρμογή της Δ.33 Θ.5, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να παραμερίσει απόφαση υπό όποιους όρους κρίνει δίκαιους, θα συνεπάγετο παραμερισμό ολόκληρης της εκδοθείσας απόφασης της 15/11/18 και αντικατάσταση της με απόφαση για απόρριψη ολόκληρης της αγωγής. Δεν νομίζω όμως να είναι αυτό που επιθυμεί η ενάγουσα και ούτε αυτό συνάδει με το πνεύμα και σκοπό της Δ.33 Θ.5, που δεν είναι άλλος από του να επιτραπεί στο διάδικο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, να απαλλαχθεί αυτής ώστε να μπορέσει να ακουστεί επί των επιδίκων θεμάτων που αποφασίστηκαν εναντίον του και στην απουσία του, είτε αυτός είναι ενάγοντας είτε εναγόμενος. Όπως όμως και να ήθελε ιδωθεί η όλη περίπτωση, συνεπεία της μη εμφάνισης της ενάγουσας την ημέρα και ώρα που ορίστηκε η υπόθεση της για ακρόαση, κατ' εφαρμογή της Δ.33, εκείνο το μέρους της αξίωσης της το οποίο τελούσε υπό αμφισβήτηση και το οποίο ήταν επίδικο απορρίφθηκε και γι' αυτό το λόγο είναι που παρέχεται η δυνατότητα παραμερισμού του στη βάση της Δ.33, νοουμένου βέβαια, ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις της εν λόγω Διαταγής. Για το μέρος εκείνο της απόφασης όμως που αφορά στην επιδίκαση κάποιου ποσού από την αξίωση υπέρ της ενάγουσας, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της Δ.33, εφόσον αφ' ενός πρόκειται για απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και αφ' ετέρου διότι και να λάμβανε χώρα πλήρης ακρόαση της υπόθεσης, είτε εξ' αρχής είτε κατόπιν παραμερισμού της απόφασης της 15/11/18, το συγκεκριμένο μέρος της αξίωσης της ενάγουσας, ως παραδεκτό και μη επίδικο εκ της δικογραφίας, θα είχε την ίδια κατάληξη, ήτοι θα επιδικάζετο υπέρ της ενάγουσας. Η εξέταση συνεπώς του ενδεχόμενου παραμερισμού αυτού του μέρους της απόφασης της 15/11/18, ούτε θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό αλλά ούτε και θα συμβάλει στην ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, η οποία δικαιοσύνη άλλωστε, με την έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας για το συγκεκριμένο παραδεκτό μέρος της αξίωσης της, ούτως η άλλως αποδόθηκε. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω αν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραμερισμού του απορριπτικού για την ενάγουσα μέρους της απόφασης της 15/11/
- Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αν και ήταν στις 12:00 στο χώρο του Δικαστηρίου, έκρινε ορθό να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που ήταν ορισμένη η υπόθεση της γι' ακρόαση παρά το ότι Δικαστήριο είχε ήδη επιληφθεί της υπόθεσης την ώρα που αυτή ήταν ορισμένη και δείχνοντας και πάλι κατανόηση στο λόγο της απουσίας της ενάγουσας, δέχτηκε να καθυστερήσει την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ως του ζητήθηκε από την τελευταία. Έκρινε επίσης ορθό η ενάγουσα να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά να περιμένει, ως ισχυρίζεται, στο χώρο του Δικαστηρίου μέχρι να της τηλεφωνήσει ο αντίδικος της για να συνεννοηθούν για να εμφανιστούν ώστε να ενημερώσουν το Δικαστήριο για τις προσπάθειες διευθέτησης που γίνονταν, ο οποίος όμως αντίδικος δεν της τηλεφώνησε ποτέ. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά της ενάγουσας και πάλι, αυτού του είδους η στάση και η αντιμετώπιση των δικαστικών διαδικασιών, είναι ακριβώς αυτή η συμπεριφορά που «βραχυκυκλώνει τις δικαστικές διαδικασίες» και που η νομολογία επιβάλλει όπως μην επιβραβεύεται με έγκριση αιτημάτων παραμερισμού αποφάσεων που εκδόθηκαν συνεπεία αυτής ακριβώς της επιδειχθείσας συμπεριφοράς. Η στάση δε της ενάγουσας, όπως εξηγώ πιο κάτω, είτε αυτή ήθελε ιδωθεί απομονωμένα σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στις 15/11/18, είτε στο σύνολο της, συνιστά θεωρώ τέτοιου βαθμού και έκτασης αδιαφορία προς την όλη δικαστική διαδικασία, τα δικαιώματα του εναγόμενου και γενικά τα θέσμια, που ως εξηγεί η νομολογία, υπονομεύει πλήρως το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου και αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Κατά πρώτο η ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε να ξεκινήσει στις 11:00 και στη συνέχεια, κατόπιν παράκλησης που υπέβαλε μέσω τρίτων η απούσα ενάγουσα, στις 12:00, ώρα που το Δικαστήριο τόνισε ότι θα ξεκινούσε η ακρόαση. Ούτε η ενάγουσα αλλά ούτε και ο αντίδικος της αναμένετο να ήταν οπουδήποτε αλλού κατ' εκείνες τις ώρες εκτός εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και έτοιμοι για την ακρόαση. Ούτε υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη για περαιτέρω συνεννόηση μεταξύ των δικηγόρων ως προς την εμφάνιση τους για σκοπούς της υπόθεσης, εφόσον οι οδηγίες του Δικαστηρίου, το οποίο είχε ήδη επιληφθεί της υπόθεσης στις 11:30, ήταν ξεκάθαρες ως προς την ώρα που έπρεπε οι διάδικοι να ήταν ενώπιον του. Η ενάγουσα όμως, η οποία ούτε στις 11:30 εμφανίστηκε, παρά το ότι κλήθηκε επανειλημμένα από το Δικαστήριο, παρέλειψε και στις 12:00 να εμφανιστεί, ώρα μάλιστα κατά την οποία η ίδια, μέσω τρίτων, είχε παρακαλέσει το Δικαστήριο να επιληφθεί της υπόθεσης της και το οποίο Δικαστήριο έδειξε κατανόηση στην αρχική καθυστέρηση της. Έστω και τότε όμως, το Δικαστήριο «καθυστέρησε» για ακόμη 25 λεπτά την υπόθεση, δίδοντας έτσι πρόσθετο χρόνο σε αμφότερους τους διαδίκους να εμφανισθούν, πλην όμως και πάλι η ενάγουσα ήταν απούσα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί και το ότι σύμφωνα με την Ε/Δ της ενάγουσας, σκοπός της τελευταίας δεν ήταν να εμφανιστεί στις 1200 για να ξεκινήσει την ακρόαση ως ήταν οι ρητές οδηγίες του Δικαστηρίου αλλά για να ενημερώσει ότι γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης. Ακόμη και την υστάτη δηλαδή, η ενάγουσα θεωρούσε ότι το πρόγραμμα του Δικαστηρίου θα τύγχανε και θα έπρεπε να τύχει αναπροσαρμογής στη βάση του δικού της προγράμματος. Υπό αυτά τα δεδομένα, η θέση της ενάγουσας ότι έκρινε ορθό να μην εμφανιστεί κατά την ώρα που όρισε το Δικαστήριο αλλά να περιμένει κάπου αλλού στο χώρο του Δικαστηρίου μέχρι να της τηλεφωνήσει ο αντίδικος της, ο οποίος να σημειωθεί ήταν, ως όφειλε, στην αίθουσα του Δικαστηρίου με τον πελάτη του, δεν συνιστά ούτε καλή δικαιολογία αλλά ούτε και επαρκή λόγο για να κριθεί η απουσία της δικαιολογημένη και να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Κατά δεύτερο, επρόκειτο γι' αγωγή που εκκρεμούσε για 7 περίπου χρόνια και τις τελευταίες τρεις φορές τουλάχιστο που είχε οριστεί για ακρόαση, αναβλήθηκε διότι η ενάγουσα, η οποία είχε επιλέξει να μη διορίσει άλλο δικηγόρο να την εκπροσωπεί και επομένως όφειλε να ήταν η ίδια παρούσα, δεν εμφανίστηκε καθόλου (06/06/17, 04/12/17, 01/06/18). Τόσο το Δικαστήριο όσο και ο αντίδικος της, χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση, επέδειξαν κατανόηση και της έδωσαν επανειλημμένα ευκαιρίες να εμφανιστεί. Ακόμη όμως και την υστάτη, όπως μπορεί να διαφανεί από το πρακτικό της 15/11/18, για τέταρτη δηλαδή συνεχόμενη φορά, η ενάγουσα δεν ήταν παρούσα την ώρα που όρισε το Δικαστήριο την υπόθεση ούτε και οποιοσδήποτε διορισμένος από αυτή δικηγόρος. Κάποιος δικηγόρος παρουσιάστηκε βέβαια κατά την ώρα που ήταν ορισμένη η ακρόαση, ο οποίος όμως κατέστησε ξεκάθαρο ότι δεν εκπροσωπούσε την ενάγουσα και ότι η «εμφάνιση» του ήταν καθαρά φιλοφρονητική, ώστε να ενημερώσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα θα καθυστερούσε. Παρόμοιου τύπου όμως «φιλοφρονητικές ενημερώσεις» από την ενάγουσα το Δικαστήριο έλαβε και κατά τις προηγούμενες δικασίμους που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και η ενάγουσα δεν εμφανιζόταν. Μάλιστα δε, σε δύο περιπτώσεις όπως αναφέρω ανωτέρω, ο αντίδικος δικηγόρος της ανέλαβε ο ίδιος να ζητήσει αναβολή προς όφελος της και αυτό παρά το ότι με αυτόν τον τρόπο άφηνε τον εαυτό του εκτεθειμένο απέναντι στον πελάτη του, αφού θα μπορούσε κάλλιστα, ως φαίνεται και στο πρακτικό της 06/06/17, να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής και την πλήρη απαλλαγή του πελάτη του. Το ότι η ενάγουσα, ακόμη και απούσα, ενημερώνετο για τις ημερομηνίες που ορίζετο η υπόθεση της, φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι κάποιος παρουσιάζετο εκ μέρους της φιλοφρονητικά την επόμενη φορά για να δώσει κάποια στοιχειώδη ενημέρωση ως προς το γιατί η ενάγουσα ήταν και πάλι απούσα. Σε αυτήν την κατ' επανάληψη στάση της ενάγουσας, η πλευρά του εναγόμενου αλλά και το ίδιο το Δικαστήριο επέδειξαν ανοχή και η υπόθεση κάθε φορά αναβάλλετο σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην ενάγουσα να ασκήσει το δικαίωμα της να παρουσιάσει την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 15/11/18 όμως, η ενάγουσα όφειλε να είναι στο Δικαστήριο στις 11:00 που ήταν ορισμένη η υπόθεση της και μέχρι και τις 11:30 που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης, αυτή δεν ήταν παρούσα. Τα όρια της ανοχής, τουλάχιστο του Δικαστηρίου, είχαν εξαντληθεί. Παρά ταύτα, δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της ενάγουσας στις 11:30, αλλά αντίθετα επιδείχθηκε για ακόμη μια φορά κατανόηση στην φιλοφρονητική ενημέρωση ότι αυτή είχε απλά καθυστερήσει. Δόθηκε συνεπώς παράταση χρόνου μέχρι τις 12:00 για να εμφανιστεί η ενάγουσα, ως ήταν και το φιλοφρονητικό αίτημα του κ. Ανδρεάδη, ενώ τονίστηκε παράλληλα ότι η ακρόαση θα ξεκινούσε στις 12:
- Ούτε όμως στις 12:00 εμφανίστηκε η ενάγουσα και μέχρι και τις 12:25 που το Δικαστήριο επιλήφθηκε εκ νέου της υπόθεσης, ήτοι μετά από περαιτέρω καθυστέρηση 25 λεπτών, η ενάγουσα εξακολουθούσε να ήταν αδικαιολόγητα απούσα και αυτό παρά το ότι φωνάχθηκε εκ νέου από το Δικαστήριο. Αυτού του είδους η στάση και αντιμετώπιση της δικαστικής διαδικασίας από την ενάγουσα δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δικαιολογηθεί ή να οδηγήσει σε επιτυχία της αίτησης της. Η ενάγουσα συνεχώς παρέλειπε να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα που ορίζετο η υπόθεση της για ακρόαση, εκτροχιάζοντας έτσι την όλη διαδικασία, έστελλε συνεχώς ενημερώσεις μέσω τρίτων για τους λόγους της απουσίας της θεωρώντας ότι η διαδικασία έπρεπε να προσαρμοστεί στη βάση των δικών της δεδομένων και αντιλήψεων και ακόμη και την υστάτη που της είχε πλέον τονιστεί ότι η ακρόαση θα ξεκινούσε στις 12:00 και η ίδια διαβεβαίωσε ότι θα ήταν παρούσα, αποφάσισε να μην εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου την ώρα που ορίστηκε η υπόθεση αλλά να θεωρήσει ότι μπορούσε να εμφανιστεί όποτε θα της τηλεφωνούσε ο αντίδικος της. Μάλιστα δε, ακόμη και όταν παρήλθαν οι 12:00 και ο αντίδικος της δεν της τηλεφώνησε, η ενάγουσα θεώρησε ορθότερο όπως μην ενδιαφερθεί για την υπόθεση της για ακόμη μισή ώρα τουλάχιστο. Και υπό αυτή την σκοπιά συνεπώς, η αίτηση της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση Παραμερισμού Δ.33 [1] Δ.33 Θ
- Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο