← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Αρέστη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1590/15, 27/3/2019

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Αρέστη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1590/15, 27/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1590/15 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας και

  1. ΧΧΧ Αρέστη
  2. ΧΧΧ Στεφάνου Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερ. 08.03.2019 Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2019 Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Δαμιανού Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κ. Αργυρού Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») εδράζει την απαίτηση της σε δύο ισχυριζόμενες συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και συγκεκριμένα σε συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού και σε συμφωνία δανείου. Οι προαναφερόμενες ισχυριζόμενες διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν προς όφελος της Εναγόμενης 1 (στο εξής «Αιτήτρια»). Προς εξασφάλιση της Καθ' ης η αίτηση ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης και η Αιτήτρια εκτέλεσε τη Β' υποθήκη με αρ. εγγραφής ΥΧΧΧ/10 στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 2 παρέβηκαν τους όρους των επίδικων συμφωνιών, με αποτέλεσα να τερματίσει τις εν λόγω συμφωνίες. Συγκεκριμένα η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει εναντίον της Αιτήτριας και του Εναγόμενου 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά το ποσό των €28.067,98 ως υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού πλέον τόκο προς 13% ετησίως επί του ποσού των €27.184,49 από 01.04.15 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως και το ποσό των €42.231,25 ως υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου πλέον τόκο προς 13% ετησίως επί του ποσού των €40.901,95 από 01.04.15 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως. Η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 2 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθώς η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να εφαρμόσει την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας περί της διαχείρισης καθυστερήσεων και/ή τον Κώδικα Συμπεριφοράς σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις. Άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες διότι, μεταξύ άλλων, αντίκεινται στα χρηστά και/ή συναλλακτικά ήθη. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση και/ή υπάλληλοι της πριν την παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων δεν αξιολόγησαν την πιστοληπτική ικανότητα της Αιτήτριας και δεν την πληροφόρησαν επαρκώς και/ή καθόλου για τους όρους των επίδικων συμφωνιών. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια παροτρύνθηκε και/ή πείστηκε από την Καθ' ης η αίτηση στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών στηριζόμενη στις παραπλανητικές και/ή ψευδείς δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις που δόθηκαν αμελώς και/ή κακόπιστα και/ή δόλια. Παράλληλα, η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζονται ότι οι όροι των συμφωνιών ήταν προδιατυπωμένοι, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και είναι άκυροι και/ή καταχρηστικοί. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης ενόψει ρητών και/ή εξυπακουόμενων ψευδών και/ή αμελών παραστάσεων. Αναφορικά δε με την υποθήκη ΥΧΧΧ/10, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπογράφηκε χωρίς την ελεύθερη βούληση της και εν πάση περιπτώσει περιλαμβάνονται σε αυτήν επαχθείς και/ή ετεροβαρείς όροι οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης δημιουργώντας σημαντική ανισότητα. Τέλος, η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 2 αρνούνται το ύψος του αξιούμενου ποσού, αρνούνται ότι έλαβαν επιστολές τερματισμού, καθώς και ότι η Καθ' ης η αίτηση δικαιούτο να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μονομερώς στις 08.03.
  3. Κατόπιν όμως οδηγιών του Δικαστηρίου κατέστη δια κλήσεως. Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος: «Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν με την πώληση μέσω πλειστηριασμού και/ή άλλως πως του ακινήτου με αρ. εγγραφής Χ/4463, Φυλ/Σχ. 53/53, 0, τεμάχιο 3Χ2, χωράφι χαρουπιές: 21, μερίδιο 1/10, στην κοινότητα ΧΧΧ της επαρχίας Λεμεσού που αφορά την υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧ/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερομηνίας 17.11.2010 μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή ανταπαίτησης.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει ότι περί τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 2017 και ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή στάλθηκε στην ίδια και τον σύζυγο της (Εναγόμενο 2) η ειδοποίηση Τύπου «Θ» δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/1965(στο εξής ο «Ν.9/1965»). Στην εν λόγω ειδοποίηση επισυνάπτονταν και επιστολές ημερ. 30.08.17 με τις οποίες η Καθ' ης η αίτηση πληροφόρησε την ίδια και τον Εναγόμενο 2 ότι είχε καταστεί το χρέος απαιτητό και πληρωτέο. Ακολούθως περί τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2018 παρέλαβε την ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» δυνάμει του Ν.9/1965 με την οποία καλείτο να διορίσει εκτιμητή για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Στις 08.02.19 της επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» δυνάμει του Ν.9/1965 με την οποία ενημερώθηκε ότι κηρύχθηκε δημόσιος πλειστηριασμός για το ενυπόθηκο ακίνητο ο οποίος θα λάβει χώρα στις 28.03.
  4. Με την εν λόγω ειδοποίηση ενημερώθηκε επίσης ότι το ποσό που κατέστη απαιτητό δυνάμει της υποθήκης ΥΧΧΧ/10 ανέρχεται στις €97.459,67 πλέον τόκο προς 9,28% επί ποσού €58.453,35 και €38.245,79 πλέον τόκο προς 9,23% από 01.02.
  5. Το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί επίδικο αντικείμενο και στην αγωγή με αρ.1767/2015 Ε.Δ. Λεμεσού. Στην εν λόγω αγωγή το προαναφερόμενο ακίνητο καλύπτεται από τις υποθήκες με αρ. ΥΧΧΧ/11 και ΥΧΧΧ/
  6. Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός, τότε η παρούσα αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού με το προϊόν του πλειστηριασμού θα ικανοποιηθεί η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα, παρά το ότι η επιφυλαχθείσα τιμή ανέρχεται στις €72.000, η αξία ολόκληρου του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τα στοιχεία του Κτηματολογίου ανέρχεται σε €1.123.
  7. Επομένως, η αξία που αναλογεί στο 1/10 μερίδιο της είναι €112.
  8. Συνεπώς η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση θα εξασφαλιστεί, ενώ η ίδια και ο Εναγόμενος 2 δεν θα μπορέσουν να προωθήσουν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς τους ότι οι συμφωνίες που υπέγραψαν είναι παράνομες, ότι η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και τη διαβεβαίωνε ότι θα επεδείκνυε ανοχή, καθώς και ότι οι όροι που περιέχονται στις επίδικες συμφωνίες ήταν προδιατυπωμένοι και δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης. Περαιτέρω, θα απωλέσουν τη σημασία τους οι ισχυρισμοί της ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να συμβουλευτεί ειδικό σύμβουλο πριν την υπογραφή των συμφωνιών και ότι ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο επιβαρύνθηκαν οι λογαριασμοί είναι παράνομος και το διεκδικούμενο ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε σχέση με τον τελευταίο ισχυρισμό της η Αιτήτρια επικαλείται αναδομημένη κατάσταση που ετοιμάστηκε για λογαριασμό της από χρηματοοικονομικό σύμβουλο. Σύμφωνα με την εν λόγω κατάσταση το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται μέχρι τις 30.06.18 σε €29.784,63 και του δανείου μέχρι την ίδια ημερομηνία σε €34.127,
  9. Σε περίπτωση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του προγραμματισμένου πλειστηριασμού, το τελευταίο θα περιέλθει στην ιδιοκτησία άλλου προσώπου και θα καταστεί άνευ αντικειμένου η υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εάν επιτύχει σε αυτήν. Από την άλλη, η μη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση, αφού η πώληση του θα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Καταληκτικά η Αιτήτρια, αναφέρει ότι εξ όσων πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος. Στην αντίπερα όχθη η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρονται 12 λόγοι. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις το άρθρου 32 του Ν.14/60, στο ότι η Αιτήτρια δεν έλαβε υπόψη της τις διατάξεις του Ν.9/1965 και συγκεκριμένα τις διατάξεις του Μέρους VIA και του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Ν.81(I)/
  10. Επίσης, η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως ένσταση τη θέση ότι τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης θα συνιστά καταστρατήγηση του σκοπού του Ν.9/1965 και επέμβαση στη νομοθετική εξουσία. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας APS DEBT SERVICING CYPRUS LTD η οποία από την 01.07.17 ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών που τηρούνταν στην Καθ' ης η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι η υποθήκη ΥΧΧΧ/10 εκτελέστηκε στις 17.11.10 ως εξασφάλιση των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση στην Αιτήτρια. Οι εν λόγω λογαριασμοί, εξαιτίας καθυστερήσεων και υπερβάσεων, τερματίστηκαν από την Καθ' ης η αίτηση στις 24.10.12 και ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Η Καθ' ης η αίτηση ενεργοποίησε τη διαδικασία πώλησης του ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA λόγω της μη εξόφλησης των χρεωστικών υπολοίπων των πιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζονται με την επίδικη υποθήκη. Συγκεκριμένα στις 30.08.17 στάλθηκε στην Αιτήτρια και τον Εναγόμενο 2 η επιστολή - Τύπος «Θ» με την οποία οι τελευταίοι ενημερώθηκαν ότι η Καθ' ης η αίτηση κατέστησε απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το χρέος τους. Ταυτόχρονα ενημερώθηκαν για την πρόθεση της Καθ' ης η αίτηση να ενεργοποιήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο Ν.9/
  11. Στις 18.05.18 στάλθηκε εκ νέου η ειδοποίηση Τύπου «Θ» στην οποία επισυνάπτονταν ο Τύπος «Ι», ως επίσης και καταστάσεις με το αξιούμενο ποσό. Ακολούθως στις 22.10.18 στάλθηκε η επιστολή Τύπου «ΙΒ» με την οποία η Αιτήτρια κλήθηκε όπως διορίσει εκτιμητή προς τον σκοπό καθορισμού της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Στη συνέχεια η Καθ' ης η αίτηση με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/1965 απέστειλε τον Τύπο «ΙΑ» τόσο στην Αιτήτρια όσο και στον Εναγόμενο 2, με τον οποίο οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν ότι η διαδικασία διεξαγωγής πλειστηριασμού του ακινήτου ορίστηκε στις 28.03.
  12. Το ακίνητο πέραν της επίδικης υποθήκης βαρύνεται και με τις υποθήκες με αριθμό ΥΧΧΧ/11 και ΥΧΧΧ/12 οι οποίες εκτελέστηκαν προς εξασφάλιση άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων της Αιτήτριας και του Εναγόμενου 2, οι οποίες επίσης τερματίστηκαν και αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με αρ. 1767/15 Ε.Δ. Λεμεσού. Συνεπώς το ακίνητο πέραν του επίδικου χρέους εξασφαλίζει και άλλα ισχυριζόμενα χρέη της Αιτήτριας τα οποία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των €500.
  13. Επομένως σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η Καθ' ης η αίτηση δεν θα μπορεί να λάβει τα ποσά που οφείλονται προς αυτή αλλά θα παραμείνει ανεξασφάλιστη. Εξ όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση η ύπαρξη της παρούσας αγωγής δεν συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση να προωθήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/
  14. Αντιθέτως, τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση. Από την άλλη, η Αιτήτρια ουδεμία ζημιά θα υποστεί. Περαιτέρω, με βάση τη συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Ν.14/
  15. Ειδικότερα όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του προαναφερόμενου άρθρου ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυο τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα και σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την Αιτήτρια. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών εισηγείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, αφού τυχόν έγκριση της θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει την αίτηση, την ένσταση μαζί με τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις τους και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων. Όσον αφορά τις αγορεύσεις των συνηγόρων δεν θεωρώ σκόπιμο να τις παραθέσω και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis

(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ.ά) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφορικά τώρα με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 σημειώνεται ότι τα κριτήρια που τίθενται με αυτά για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι παρόμοια με εκείνα του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LIMITED κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
(2009)1Α Α.Α.Δ. 754 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 4 του Κεφ. 6: «Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6.» Στο άρθρο 5 του Κεφ.6, το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1121 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και τονίστηκε ότι το προαναφερόμενο άρθρο αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Συμπεράσματα Πριν την ενασχόληση μου με τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60 θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι η Αιτήτρια νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, αφ' ης στιγμής καταχώρησε ανταπαίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το ότι αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μπορεί να καταχωρηθεί και από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του Ενάγοντα, ως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.14/60, προκύπτει και από το ίδιο το άρθρο 32 του εν λόγω νόμου. Συγκεκριμένα στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 περιλαμβάνεται αναφορά σε αιτών διάδικο και όχι στον Ενάγοντα όπως ίσχυε στην αρχική διατύπωση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 η οποία τροποποιήθηκε με τον Ν. 17(Ι)/2004. Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση των IGOR ZHIGACHOV κ.α
(2013)1A A.A.Δ 133 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν. 17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read [1876] 1 Ch.D. 600, Carter v. Frey [1894] 2 Ch. 541 και Collison v. Warren [1901] 1 Ch. 812).» Έρχομαι τώρα στα προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Η Αιτήτρια, πέραν της προδικαστικής ένστασης, στηρίζει την ανταπαίτηση της σε τέσσερις βασικούς άξονες και συγκεκριμένα: Η Καθ' ης η αίτηση δεν αξιολόγησε την πιστοληπτική ικανότητα της Αιτήτριας και δεν έλαβε τις αναγκαίες πληροφορίες για την οικονομική της κατάσταση και κατ΄ επέκταση τη δυνατότητα αποπληρωμής των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων. Η Καθ' ης η αίτηση και/ή υπάλληλοι της προέβησαν κακόπιστα και/ή αμελώς σε ψευδείς και/ή παραπλανητικές διαβεβαιώσεις και/ή παραστάσεις επί των οποίων στηρίχθηκε η Αιτήτρια και οδηγήθηκε στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών οι οποίες είναι παράνομες. Όροι των επίδικων συμφωνιών (περιλαμβανομένης της υποθήκης) είναι άκυροι και/ή καταχρηστικοί και διατυπώθηκαν μονομερώς χωρίς να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και υπογράφηκαν χωρίς την ελεύθερη βούληση της Αιτήτριας. Αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ποσού στο οποίο χρεώθηκαν τόκοι υπερημερίας που επιβλήθηκαν παράνομα και/ή καταχρηστικά. Οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και επομένως το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρούται. Στα πλαίσια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο εξετάζει την προσφερθείσα μαρτυρία, χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση της, απλώς και μόνο για να διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Θεωρώ ότι στις παραγράφους 14.2 - 14.6 και 14.10 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας δίδονται επαρκείς για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας λεπτομέρειες προς στοιχειοθέτηση και του δεύτερου κριτηρίου του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Σημειώνω επίσης ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι έγινε έλεγχος της οικονομικής δυνατότητας της Αιτήτριας. Ομοίως δεν αμφισβητείται ότι δεν της δόθηκε η ευχέρεια να αναγνώσει τις επίδικες συμφωνίες πριν την υπογραφή τους ή ότι οι τελευταίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ειδικά όσον αφορά το ύψος του αξιούμενου ποσού η Αιτήτρια παρουσιάζει ως Τεκμήρια 11 και 12 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού χρηματοοικονομικού συμβούλου στις οποίες παρουσιάζεται διαφορά ύψους €21.273,33 σε σχέση με το συνολικό ποσό που διεκδικεί η Καθ' ης η αίτηση. Οι εν λόγω καταστάσεις δεν σχολιάζονται με οποιοδήποτε τρόπο στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγείται στην αγόρευση της ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε θεραπεία ακύρωσης της επίδικης υποθήκης διότι, μεταξύ άλλων, δεν αξιώνει ακύρωση της υποθήκης η οποία σε κάθε περίπτωση δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια. Με κάθε σεβασμό η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η Αιτήτρια με την ανταπαίτηση αξιώνει ακύρωση των επίδικων συμφωνιών. Η υποθήκη αποτελεί επίδικη συμφωνία. Κατέστη τέτοια από την ίδια την Καθ' ης η αίτηση η οποία στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρει ότι εκτελέστηκε η υποθήκη ΥΧΧΧ/10 ως εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Το ότι δεν διεκδικείται με την αγωγή η εκποίηση της δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Η Καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 15 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρεται ειδικά στην υποθήκη και η Καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 12 της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση απαντά στους ισχυρισμούς που προβάλλει η Αιτήτρια σε σχέση με την υποθήκη. Δεν χωρεί επομένως αμφιβολία ότι η αξίωση της Αιτήτριας για ακύρωση των επίδικων συμφωνιών περιλαμβάνει και την υποθήκη ΥΧΧΧ/
  3. Το γεγονός τώρα ότι η υποθήκη δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια, δεν αναιρεί το ότι εν προκειμένω η υποθήκη διασυνδέεται λειτουργικά με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Η διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού ενεργοποιήθηκε ακριβώς λόγω του ισχυρισμού ότι κατέστησαν απαιτητά τα υπόλοιπα των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στην εν λόγω εισήγηση σημειώνω και την ακόλουθη παρατήρηση που περιλαμβάνεται στην Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1771 στην οποία με παρέπεμψε η κα. Δαμιανού: «Το δεύτερο είναι ότι η αυτοτέλεια μιας σύμβασης δεν την προστατεύει από τις συνέπειες της παρανομίας μιας άλλης με την οποία είναι λειτουργικά συνδεδεμένη: βλ. για παράδειγμα τη Spector ν. Ageda [1971] 3 All E.R. 417.» Σύμφωνα με τη νομολογία, στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης προσωρινού διατάγματος, δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ή εις βάθος εξέτασή της ή η διατύπωση ευρημάτων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές και για τους λόγους που ανέπτυξα πιο πάνω, χωρίς ασφαλώς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης, θεωρώ ότι αποκαλύπτεται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας εν τη εννοία του άρθρου 32 του Ν.14/60. Περαιτέρω, όπως έχει κατά κόρον τονισθεί από τη νομολογία, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) A.A.Δ 1802). Αναφορικά τώρα με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, επίσης θεωρώ ότι πληρούται. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν συναρτάται αποκλειστικά και μόνο με τη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης. Στην απόφαση ZENA COMPANY LTD v. DEMENIAN CATERING LTD
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ 1848, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου με παραπομπές και σε παλαιότερη νομολογία: «Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκιζή κ. ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκιζή
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a. o.
(1982)1 C.L.R. 557. Στην υπόθεση Κυρισάββα, επιχειρήθηκε η συμπλήρωση ανέγερσης περιπτέρου κατά παράβαση δικαιώματος και χωρίς την εξουσιοδότηση της αρμοδίας αρχής. Ο χαρακτήρας του κτήματος θα αλλοιωνόταν αν αφηνόταν η οικοδομή να προχωρήσει που περιελάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, σιδηρών πασσάλων, χώρους στάθμευσης, premix κλπ.. Η παρανομία στην επιδίωξη της κατασκευής του περιπτέρου με τις παρεμφερείς κατασκευές του, ήταν στοιχείο το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη στην αποτίμηση της ύπαρξης του τρίτου κριτηρίου. Επιβεβαιώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το Δικαστήριο αποτελεί τον θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμοδία αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.»» Στην προκείμενη περίπτωση η εξέταση του τρίτου κριτηρίου δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να περιοριστεί στον παράγοντα της αποζημίωσης. Επομένως, η δυνατότητα αποζημίωσης, όπως αυτή εκφράζεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις, να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριο. Αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι η απαγόρευση διενέργειας πλειστηριασμού προς πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Καθίσταται σαφές ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η ακίνητη περιουσία πωληθεί μέσω του πλειστηριασμού η θεραπεία που διεκδικεί η Αιτήτρια για ακύρωση των επίδικων συμφωνιών και συγκεκριμένα της σύμβασης και του εγγράφου υποθήκης θα καταστεί άνευ αντικειμένου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδοθεί στο μέλλον πλήρης δικαιοσύνη. Αυτό διότι εάν το ακίνητο εκποιηθεί και περιέλθει στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στη συνέχεια να επιστραφεί στην Αιτήτρια. Η κα Δαμιανού αναφέρει στην αγόρευση της ότι η παρούσα θα πρέπει να διακριθεί από άλλες υποθέσεις στις οποίες το ακίνητο έχει συναισθηματική αξία έτσι ώστε να μην μπορεί να αντισταθμιστεί η απώλεια του με χρηματική αποζημίωση. Η συναισθηματική αξία ενός ακινήτου δεν αποτελεί, κατά την άποψη μου, στοιχείο καταλυτικής σημασίας. Όπως ήδη ανάφερα η εκποίηση του ακινήτου θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον, εάν φυσικά η Αιτήτρια επιτύχει στην ανταπαίτηση. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε από τον Μαλαχτό Π.Ε.Δ στην M.E.A. Ioannou Properties Limited κ.α και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α Αρ. Αγωγής 4020/13 ημερ. 13.12.13 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα απαγόρευσης εκποίησης υποθήκης, η ακίνητη ιδιοκτησία είναι σε κάθε περίπτωση μοναδική. Έχοντας αποφασίσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαραγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Στη National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Εν προκειμένω, κατά την κρίση μου, το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Η ζημιά που θα υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και επιτυχίας στην ανταπαίτηση θα είναι ανεπανόρθωτη, αφού το ακίνητο θα έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία άλλου προσώπου. Από την άλλη, σε περίπτωση έγκρισης της επίδικης αίτησης και επιτυχίας της Καθ' ης η αίτηση στην αγωγή το ακίνητο θα εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένο και θα μπορεί να εκποιηθεί εάν η τελευταία επιτύχει στην αγωγή της. Επομένως, η έγκριση της υπό κρίση αίτησης επιφέρει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εξυπηρετεί και τον βασικό σκοπό των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων που είναι η διατήρηση του status quo (Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R 578). Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.