← Κύπρος

CHONA HOLDINGS LIMITED ν. ΜΠΑΓΙΑΖΙΔΗΣ, Aρ. Αγωγής: 1980/2018, 8/3/2019

CHONA HOLDINGS LIMITED ν. ΜΠΑΓΙΑΖΙΔΗΣ, Aρ. Αγωγής: 1980/2018, 8/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A124 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1980/2018 Μεταξύ: CHONA HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας και ΧΧΧ ΜΠΑΓΙΑΖΙΔΗΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 8 Μαρτίου,2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Μ. Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co LLC Για Eναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Ν. Μακρίδης για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Στ. Χούρη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal) Η ενάγουσα, αιτήτρια στην παρούσα (στη συνέχεια η «αιτήτρια»), καταχώρησε στις 13.09.2018 σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1), την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Πρόκειται για αγωγή με αυτοτελή αιτία την αποκάλυψη στοιχείων (Norwich Pharmacal). Στις 17.09.2018 καταχωρίστηκε η παρούσα διά κλήσεως αίτηση με την οποία επιζητεί εναντίον του εναγομένου/ καθ' ου η αίτηση (στη συνέχεια ο «καθ' ου η αίτηση») ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Promsvyaz Asset Management Limited (στη συνέχεια η «ΡΑΜ»), εταιρείας εγγεγραμμένη στις Βερμούδες, ο οποίος είναι Κύπριος υπήκοος και διαμένει στη Λεμεσό, την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal», για συγκεκριμένες πληροφορίες και έγγραφα εντός 5 ημερών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος ή εντός άλλης περιόδου που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει: Συγκεκριμένα επιζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο ο καθ' ου η αίτηση να αποκαλύπτει ενόρκως: Α. (
  2. i)τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν ή των οποίων είναι δικαιούχος η εταιρεία ΡΑΜ, εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βερμούδες, (
  3. ii)στοιχεία για το πού βρίσκεται σήμερα το χρηματικό ποσό που προέκυψε από την ρευστοποίηση των επενδυτικών λογαριασμών με αριθμούς «ΑΜ ΧΧΧ» και «ΑΜ ΧΧΧ», τους οποίους διαχειριζόταν η ΡΑΜ εκ μέρους και προς όφελος της αιτήτριας (τα «Περιουσιακά Στοιχεία») δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών (Client Services Agreement) με ημερομηνία 6.12.2012 μεταξύ της αιτήτριας και της PAM (οι «Επενδυτικοί Λογαριασμοί»), (iii) εάν τα περιουσιακά στοιχεία έχουν πωληθεί ή μετατραπεί σε περιουσιακά στοιχεία άλλης φύσης, λεπτομέρειες για το που βρίσκονται σήμερα τα περιουσιακά στοιχεία της PAM που προέκυψαν συνεπεία πώλησης ή μετατροπής των περιουσιακών της στοιχείων (τα «Νέα Περιουσιακά Στοιχεία»), (
  4. iv)εάν τα περιουσιακά στοιχεία ή/ και τα νέα περιουσιακά στοιχεία δεν ανήκουν ή κατέχονται ή δεν τυγχάνουν διαχείρισης σήμερα από την PAM, λεπτομέρειες για το που βρίσκονται ή σε ποια πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) τα μεταβίβασε. (
  5. v)τους λόγους, για τον οποίους η ΡΑΜ αρνήθηκε και / ή απέτυχε να ικανοποιήσει την απαίτηση της αιτήτριας με ημερομηνία 23.03.2018 να μεταφερθεί επ' ονόματι της το προϊόν της ρευστοποίησης των Επενδυτικών Λογαριασμών, (
  6. vi)τα στοιχεία των τελικών δικαιούχων της ΡΑΜ καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, και Β. Όπως όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο του καθ' ου η αίτηση τα οποία αποδεικνύουν και/ή σχετίζονται με τα θέματα που αναφέρονται στην παρ. Α (ανωτέρω) επισυναφθούν στην ένορκη δήλωση. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960)άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ. 1 - 4, 9, Δ.28 ΘΘ. 1 - 4, τις νομικές αρχές που θεσπίστηκαν με την απόφαση Norwich Pharmacal Co and others v Commissioners of Customs and Excise

(1973)2 All ER 943, στις αρχές της επιεικείας (equity) και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης έχει τεθεί με ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της αιτήτριας κ. Σταύρου Ιωάννου (στη συνέχεια η «ΕΔΣΙ»). Σε αυτή πέραν της ιδιότητας του και αναφοράς για την εξουσιοδότηση που έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση και αναφορά στις πηγές από τις οποίες αντλεί τη γνώση και πληροφόρηση του για τα γεγονότα της υπόθεσης και την ανάγκη που επέβαλε να προβεί αυτός σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης καθώς ο διευθυντής της αιτήτριας που είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού δεν μπορούσε να έρθει στην Κύπρο για να υπογράψει ένορκη δήλωση, κάνει αναφορά στα ίδια τα γεγονότα τα οποία έχουν κατά τον ισχυρισμό του οδηγήσει την αιτήτρια στο παρόν διάβημα. Επιχειρώ σύνοψη αυτών των γεγονότων στα οποία κάνει αναφορά ο κ. Ιωάννου καθώς αναφορά σε όσα επηρεάζουν τα ζητήματα που ενδιαφέρουν θα γίνει στο κατάλληλο σημείο κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Σύμφωνα λοιπόν με τον ως άνω, η αιτήτρια εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των επενδύσεων, είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και η PAM συνήψαν στις 6.12.2012 συμφωνία παροχής υπηρεσιών (Client Services Agreement) βάσει της οποίας ανοίχθηκαν οι ως άνω επενδυτικοί λογαριασμοί. Σύμφωνα με την ως άνω συμφωνία η PAM διορίστηκε διαχειρίστρια των επενδύσεων της αιτήτριας και προς τούτο της μετέφερε ποσά ύψους Δολαρίων ΗΠΑ 8,732,423.75 με τα οποία η PAM αγόρασε για λογαριασμό της αιτήτριας τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία κάνει αναφορά. Η αιτήτρια περί τον Σεπτέμβριο του 2017 αποφάσισε να ρευστοποιήσει τους επενδυτικούς λογαριασμούς και προς τούτο είχε σχετική αλληλογραφία (μέσω τρίτων) με διάφορα πρόσωπα για το ζήτημα αυτό. Με τον εναγόμενο δεν είχε σχετική επαφή πριν από τον Ιανουάριο του
  1. Στις 23.03.2018 η αιτήτρια έστειλε επιστολή στην PAM με την οποία τερμάτισε τη Συμφωνία και απαίτησε κλείσιμο των επενδυτικών λογαριασμών και επιστροφή των κεφαλαίων κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα παρά την αλληλογραφία που ακολούθησε. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η συμφωνία έχει παραβιαστεί από την καθ' ης η αίτηση η οποία της οφείλει το ποσό των €7.173.606,
  2. Όλα όσα δηλώνει ο ενόρκως δηλών υποστηρίζονται και από σχετικά έγγραφα - επιστολές, κατάσταση λογαριασμού κ.λπ. Καταγράφει τους λόγους για τους οποίους η αιτήτρια ανησυχεί ότι δεν θα της επιστραφούν τα κεφάλαια οι οποίοι δικαιολογούν το επείγον του χαρακτήρα των διαταγμάτων που αξιώνει η αιτήτρια. Ενόψει των πιο πάνω είναι απολύτως απαραίτητο, όπως εισηγείται ο ενόρκως δηλών όπως η αιτήτρια να πληροφορηθεί κατά πόσο η ΡΑΜ διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, και εάν όχι, τι συνέβη σε αυτά και ποια πρόσωπα εμπλέκονται. Δεδομένης της ασυνήθιστης συμπεριφοράς της ΡΑΜ και των διευθυντών της, είναι πιθανό η αιτήτρια να έχει διάφορες αξιώσεις, ενδεχομένως σε διαφορετικές δικαιοδοσίες, εναντίον μερών πέραν από την ΡΑΜ, όπως αξιώσεις για αδικοπραξίες και δόλια υπεξαίρεση περιουσίας ή αξιώσεις για κακοδιαχείριση των κεφαλαίων της. Καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση την οποία υποστηρίζει προσωπικά με δική του ένορκη δήλωση ( στη συνέχεια η «ΕΔΕΜ»). Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διάταξη 28, Θεσμοί 1 έως και 4, Διάταξη 39, Θεσμοί 1 και 2, Διάταξη 48, Θεσμοί 1 έως και 9, 11, 12 και 13 και Διάταξη 64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 21, 29, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 4, 5 και 9, στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν. 101/1987), άρθρο 9, στις νομολογιακές αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου «Norwich Pharmacal», στις νομολογιακές αρχές που σχετίζονται με την αρχή του «non-reflective loss principle», στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των Αγγλικών Δικαστηρίων, στη σχετική βιβλιογραφία, στις αρχές της Επιείκειας, του Κοινοδικαίου, στη διακριτική ευχέρεια, συμφυείς εξουσίας και πρακτική του Δικαστηρίου. Στους λόγους ένστασης θα γίνει λεπτομερής αναφορά στο μέρος της απόφασης μου όπου θα γίνει και η ανάλυση τους, για τούτο και δεν τους καταγράφω εδώ. Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση κ. ΧΧΧ Μπαγιαζίδης ο οποίος πέραν της υιοθέτησης των λόγων ένστασης δηλώνει ότι τον Μάρτιο του 2015, εργοδοτήθηκε από την κυπριακή εταιρεία με την τότε ονομασία PSB AM (Cyprus) Ltd (ΗΕΧΧΧ), η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε Postscriptum Capital Ltd. Κατά το χρόνο έναρξης της εργοδότησής του, η εν λόγω εταιρεία είχε σκοπό να αιτηθεί την λήψη άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Αρχικά και μέχρι την έναρξη ουσιαστικής λειτουργίας της εταιρείας, τα καθήκοντά του, όπως δηλώνει, αφορούσαν κυρίως την οργάνωση του γραφείου, μεταξύ άλλων, την αγορά γραφειακού εξοπλισμού, επικοινωνία με εταιρείες παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και άλλα συναφή οργανωτικά ζητήματα. Ακολούθως της έναρξης των εργασιών της εταιρείας, εκτελούσε καθήκοντα λειτουργού συμμόρφωσης (compliance officer), δηλαδή, εξέταζε κατά πόσο οι πελάτες της εταιρείας που τον εργοδοτούσε και τα στοιχεία αυτών ήταν σε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας. Διευκρίνισε ότι ενώ η εργοδότησή του στην PSB AM (Cyprus) Ltd ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2015, συμφωνία εργοδότησης υπεγράφη τον Δεκέμβριο του
  3. Αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξε εργοδοτούμενος της εταιρείας Promsvayez Asset Management Ltd (πιο κάτω η «PAM»). Περί το Σεπτέμβριο του 2015, του ζητήθηκε από τον εργοδότη του, να διοριστεί στη θέση του διευθυντή της PAM. Όπως του επεξηγήθηκε, ο σκοπός του διορισμού του ήταν για να φαίνεται ότι η PAM είχε διευθυντές της ευρωπαίους υπηκόους. Ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή αμοιβή συνεπεία του διορισμού του στη θέση αυτή. Τον Ιανουάριο του 2018, αποφάσισε να παραιτηθεί από την εταιρεία Postscriptum Capital Ltd, με σκοπό την αναζήτηση άλλης εργασίας. Προς τούτο, απέστειλε στον εργοδότη του σχετική επιστολή παραίτησης με προειδοποίηση, ημερομηνίας 24.01.
  4. Εν όψει τούτου στις 08.02.2018, απέστειλε επιστολή στην PAM μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), με την οποία δήλωσε την αυθημερόν παραίτησή του από τη θέση του διευθυντή της PAM. Αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε επικοινωνία, συζήτηση ή συνάντηση με οποιοδήποτε διευθυντή, στέλεχος ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό της αιτήτριας, ούτε κάτι τέτοιο, όπως ισχυρίζεται, προκύπτει και από την ΕΔΣΙ. Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζει καν ποια είναι η πραγματική σχέση του ΧΧΧ Lardi με την αιτήτρια. Δεν χειρίστηκε ποτέ οποιαδήποτε κεφάλαια ή λογαριασμούς της αιτήτριας, ούτε και έλαβε ποτέ οποιαδήποτε απόφαση, που αφορούσε ή σχετιζόταν με την αιτήτρια, τους πελάτες της PAM ή τα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας. Εξ όσων είχε αντιληφθεί, μέχρι και την αποχώρησή του, όλες οι εργασίες της PAM, όλες οι εκτελεστικές αποφάσεις που αφορούσαν την PAM, η εξυπηρέτηση πελατών της PAM, η επικοινωνία πελατών με την PAM, η διαχείριση των λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων της PAM, πραγματοποιείτο στη Ρωσία από προσωπικό της ρωσικής εταιρείας Promsvayez Asset Management ΟΟΟ. Δηλώνει δε ότι δεν γνωρίζει σήμερα εάν συνεχίζεται η ίδια κατάσταση πραγμάτων. Ούτε και γνωρίζει εάν η PAM ή η πρώην εργοδότρια εταιρεία του (Postscriptum) συνεχίζουν σήμερα να ασκούν οποιεσδήποτε εργασίες. Η παρουσία του στην PAM ήταν καθαρά τυπική χωρίς να εκτελεί, όπως προανέφερε, οποιαδήποτε ουσιαστικά καθήκοντα. Δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται τους τραπεζικούς λογαριασμούς της PAM, ούτε και είχε ανάμειξη στη διαχείριση των πελατών της PAM ή των περιουσιακών στοιχείων των πελατών της PAM ή της ίδιας της PAM. Παραδέχεται ότι κατά καιρούς του ζητείτο από υπαλλήλους της Promsvayez Asset Management ΟΟΟ να υπογράψει διάφορα έγγραφα που αφορούσαν την PAM, κυρίως έγγραφα σε σχέση με πελάτες της PAM που ήθελαν να αποχωρήσουν ή να μεταφερθούν σε άλλους παρόχους και καταστάσεις πελατών, με περιγραφή των κεφαλαίων τους που βρίσκονταν υπό διαχείριση. Δεν μιλούσε ποτέ με πελάτες της PAM, ούτε και επικοινώνησε ποτέ μαζί του οποιοσδήποτε πελάτης της PAM για οποιοδήποτε σκοπό ή αιτία. Μετά την παραίτησή του από την Postscriptum Capital Ltd και την αποχώρησή του από το εν λόγω χώρο εργασίας περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2018, δεν έχει, ούτε και θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα της PAM. Αναφέρεται στη συνάντηση του στις 13.02.2018 με τον κ. ΧΧΧ Lardi ο οποίος επισκέφθηκε τα γραφεία στα οποία μέχρι τότε εργαζόταν και πως αυτή προέκυψε. Παρευρέθηκε στη συνάντηση για λόγους ευγένειας, όπως ισχυρίζεται, μαζί με τον προαναφερθέντα δικηγόρο ΧΧΧ Sorokin, ο οποίος ήρθε στην Κύπρο από τη Ρωσία για το σκοπό αυτό. Κατά τη συνάντηση δεν μίλησε καθόλου, πλην της επαναληπτικής αναφοράς που έκανε ότι δε γνώριζε οτιδήποτε, ότι δεν μπορεί να βοηθήσει σε κάτι και ότι έχει παραιτηθεί από διευθυντής της PAΜ. Ολόκληρη η συζήτηση διεξήχθη μεταξύ των δύο άλλων παρευρισκόμενων, ενώ αυτός παρακολουθούσε σιωπηλός. Η συζήτηση επικεντρώθηκε, εξ όσων θυμάται, σε διαδικαστικά ζητήματα που αφορούσαν το αίτημα για μεταφορά κεφαλαίων της αιτήτριας σε τρίτο νομικό πρόσωπο υπό την ονομασία Lacora. Θυμάται επίσης ότι κατά τη συνάντηση, ο ΧΧΧ Lardi παρέδωσε στον ΧΧΧ Sorokin διάφορα έγγραφα, τα οποία ο ίδιος δεν διάβασε, δεν είδε, ούτε και έλαβε αντίγραφά τους. Είχε αντιληφθεί από τη συζήτηση ότι ένα από τα ζητήματα που εντόπισε και ανέφερε ο ΧΧΧ Sorokin στον ΧΧΧ Lardi (και σχετιζόταν με το πιο πάνω αίτημα μεταφοράς) ήταν η απουσία σχέσης του τελευταίου με την αιτήτρια, ότι ο τελικός δικαιούχος της αιτήτριας ήταν πολιτικά εκτεθειμένο πρόσωπο, ότι δεν υπήρχαν ρητές οδηγίες της αιτήτρια για μεταφορά των κεφαλαίων σε τρίτο πρόσωπο και ότι εν πάση περιπτώσει απαιτείτο να πραγματοποιηθεί έλεγχος (KYC) των στοιχείων των πιο πάνω νομικών προσώπων και των τελικών τους δικαιούχων βάσει της σχετικής νομοθεσίας, λόγω απαίτησης συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος. Ακολούθως και συνεπεία της αποχώρησής του λόγω παραίτησης από την Postscriptum Capital Ltd, ως ανωτέρω, ουδεμία γνώση έχει για την εξέλιξη της υπόθεσης. Δηλώνει περαιτέρω ότι περί τον Ιούλιο του 2018, του ζητήθηκε και υπέγραψε μία απόφαση (resolution) του διοικητικού συμβουλίου της PAM, η οποία επιβεβαίωνε, μεταξύ άλλων, την παραίτησή του από 06.07.2018 και το διορισμό άλλων δύο προσώπων στη θέση του διευθυντή. Παρά το γεγονός ότι η παραίτησή του κατεγράφη επίσημα από την PAM στις 06.07.2018 (για λόγο που δεν γνωρίζει), αποχώρησε από τη συγκεκριμένη θέση από 08.02.
  5. Ο ίδιος από τις 25.04.2018 εργάζεται σε μια άλλη κυπριακή εταιρεία την Brokercreditservice Structured Products Plc και κατέχει τη θέση του διευθυντή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δηλώνει ότι δεν κατέχει, δεν είναι σε θέση να κατέχει σήμερα ή να αποκτήσει σήμερα πληροφορίες ή έγγραφα ή πρόσβαση σε πληροφορίες και έγγραφα, που η αιτήτρια επιζητεί να λάβει μέσω της αίτησης. Για τους λόγους αυτούς δεν αντιλαμβάνεται γιατί η αιτήτρια, ενώ είχε ενημερωθεί για την παραίτησή του από την PAM, και ενώ εύκολα μπορούσε να απευθύνει τέτοια αίτηση εναντίον της PAM ή και εκπροσώπων της, οι ταυτότητες των οποίων λεπτομερώς περιγράφονται στην ΕΔΣΙ (και σε ηλεκτρονική αλληλογραφία που επισυνάπτεται σε αυτή) ή και κατά του τραπεζικού ιδρύματος (Norvik Bank), αναφορά στο όνομα του οποίου ρητώς γίνεται στο Τεκμ. 10 της ΕΔΣΙ, επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και αίτηση εναντίον του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους πιο πάνω καταγεγραμμένους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και θα πρέπει να πω ότι είναι εμπεριστατωμένες και σε αυτές καταγράφονται με καθαρότητα οι θέσεις τους τόσο ως προς τα γεγονότα όσο και ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης κάτι που διευκόλυνε ομολογουμένως το έργο μου να καταλήξω στα συμπεράσματα μου. Από τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες έχω παραπεμφθεί αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη και αυτές είναι που χαρακτηρίζουν τα επίδικα θέματα επί των οποίων καλούμαι να αποφανθώ. Στη συνέχεια θα γίνει αναφορά τόσο στα προβαλλόμενα επιχειρήματα όπως και σε νομολογία και αυθεντίες μεταξύ άλλων στις οποίες έγινε αναφορά. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Πρόκειται για αίτηση Norwich Pharmacal (στη συνέχεια για σκοπούς ευκολίας υιοθετείται η συντομογραφία NP) με την οποία η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα που να υποχρεώνει τον καθ' ου η αίτηση να αποκαλύψει συγκεκριμένες πληροφορίες και έγγραφα. Καταχωρήθηκε δε στα πλαίσια αγωγής ΝΡ. Σύμφωνα με τη νομολογία μία αγωγή ΝΡ αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής υπό την έννοια ότι μπορεί να καταχωρηθεί με μοναδικό σκοπό τη λήψη πληροφοριών και εγγράφων και χωρίς να απαιτείται να υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον του εναγόμενου. Για τη δυνατότητα έγερσης τέτοιας αγωγής και τις νομικές αρχές που τη διέπουν θα γίνει εκτενής αναφορά σε άλλο σημείο στη συνέχεια της απόφασης μου. Σύμφωνα με αναφορά του ίδιου του καθ' ου η αίτηση αυτός είναι Κύπριος και είναι κάτοικος Κύπρου, μεταξύ δε της χρονικής περιόδου Σεπτεμβρίου 2015 μέχρι τουλάχιστον και την 8 Φεβρουαρίου 2018 ήταν διευθυντής της ΡΑΜ. Επομένως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα υπόθεση, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια στην ανάλυση, ήταν ο διευθυντής της ΡΑΜ. Δεν αμφισβητήθηκε ότι την 27.09.17 η αιτήτρια ζήτησε την ρευστοποίηση των Περιουσιακών Στοιχείων που είχαν επενδυθεί τα κεφάλαια της που διέθετε στους επενδυτικούς της λογαριασμούς στην ΡΑΜ. Στη συνέχεια η ΡΑΜ πράγματι προέβη στη ρευστοποίηση αυτών των Περιουσιακών Στοιχείων. Την 2.10.17 η αιτήτρια ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα της ρευστοποίησης των Περιουσιακών Στοιχείων. Σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ακολούθησε μία μακρά χρονική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας η αιτήτρια και η ΡΑΜ είχαν γραπτή και τηλεφωνική επικοινωνία καθώς και σχετικές συναντήσεις. Σε αυτές η ΡΑΜ εξέφραζε την πρόθεση της να επιστρέψει στην αιτήτρια τα χρήματα που της όφειλε εφόσον υπερπηδούνταν οι διάφορες δυσκολίες και προϋποθέσεις που έθεταν οι τράπεζες και οι οποίες δεν της επέτρεπαν να προβεί στη σχετική μεταφορά χρημάτων προς αυτήν. Σημειώνεται ότι προκύπτει από αυτή την αλληλογραφία ότι η ΡΑΜ ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα της αιτήτριας να της επιστραφούν τα χρήματα αυτά. Σε email προς την αιτήτρια ημερομηνίας 30.10.17 (μέρος του τεκμηρίου 9 στην ένορκη δήλωση Ιωάννου) η ΡΑΜ μάλιστα απολογείται για την καθυστέρηση που παρατηρείτο στην επιστροφή των χρημάτων αυτών στην αιτήτρια «for the delay and inconvenience caused». Στο μαρτυρικό υλικό δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά η οποία να αρνείται το δικαίωμα της αιτήτριας στην επιστροφή των χρημάτων της που της έχουν αναγνωριστεί. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο καθ' ου η αίτηση, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της ΡΑΜ, είχε τηλεφωνική επικοινωνία καθώς και ανταλλαγή μηνυμάτων με email με τον ΧΧΧ Lardi ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εκπρόσωπος της εταιρείας Swisspath AG. Η εταιρεία Swisspath AG ενεργούσε εκ μέρους της αιτήτριας στην υπό εξέταση συναλλαγή. Στις 14.12.2018 μάλιστα ο καθ΄ ου η αίτηση είχε συνάντηση με τον εν λόγω ΧΧΧ Lardi στην Λεμεσό στην οποία συζήτησαν το θέμα της επιστροφής των χρημάτων στην αιτήτρια. Επομένως δεν μπορεί να αφήνει μομφή πως δεν τον γνώριζε και δεν γνώριζε τον ρόλο του ή ποια εκπροσωπούσε. Σύμφωνα με την ΕΔΣΙ τα χρήματα μέχρι σήμερα δεν έχουν επιστραφεί στην αιτήτρια και η ΡΑΜ από ένα χρονικό σημείο και μετά αγνοεί εντελώς την αιτήτρια καθώς δεν ανταποκρίνεται καθόλου σε emails και σε επιστολές μέχρι και την 13.07.2018 που αποστέλλονται από την αιτήτρια ως επίσης και από δικηγόρους που ενεργούν εκ μέρους της αιτήτριας. Η ΡΑΜ όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται αλλά φαίνεται επίσης ότι η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την οποία είχε δηλώσει στο Clients Services Agreement ως στοιχείο επικοινωνίας (δηλαδή η διεύθυνση customer services@ps-am.com) έχει κλείσει και δεν λειτουργεί πλέον. Δεν είναι σαφές ποια είναι η σημερινή κατάσταση της ΡΑΜ ενώ από αποφάσεις που εκδόθηκαν από Αγγλικά Δικαστήρια προκύπτει ότι τα πρόσωπα/εταιρείες που πιθανόν να ελέγχουν την ΡΑΜ εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες. Για το θέμα αυτό υπήρξαν μάλιστα κατά τον κ. Ιωάννου και δημοσιεύματα στον διεθνή τύπο. ΟΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΙΤΗΣΕΙΣ NORWICH PHARMACAL: Τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό περιπτώσεων έχουν εξετάσει αιτήσεις ΝΡ και έχουν εκδώσει διατάγματα αποκάλυψης ΝΡ και σε αυτές έχουν αναλυθεί οι εφαρμοστέες αρχές (βλ. Avila Management Services Limited κ.α. v Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Limited κ.α. v Darya Abramchyk κ.α. Π.Ε. 319/2011 και 320/2011 ημερ. 13.01.2014, Athanasiou κ.ά. v Ontoni Π.Ε. 103/2014 ημερ. 2.12.2014, Metaquotes Software Limited κ.α. v Dababou Π.Ε. 324/2016 ημερ. 14/11/2018 και την Trafalgar Development Ltd κ.ά. Uralchem Holdings P.L.G. κ.ά., Π.Ε. Αρ.331/2017 ημερ. 21.02.2019). Είναι σημαντικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αvila (πάνω) αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοδίκαιο εξελίσσεται για να καλύπτει νέες καταστάσεις και να διασφαλίζει ότι απονέμεται δικαιοσύνη σε κάθε περίπτωση: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου». Στην υπόθεση Metaquotes (πάνω) γίνεται αναφορά στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα αποκάλυψης η οποία δεν θα πρέπει να περιορίζεται με την επιβολή αυστηρών κανόνων: «Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν μπορεί να περιορισθεί με την επιβολή άκαμπτων κανόνων. Κύριο οδηγό στην άσκηση της διακριτικής δυνατότητας του Δικαστηρίου συνιστούν σε κάθε περίπτωση τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, η ισοζυγία αλληλοσυγκρουόμενων δικαιωμάτων είναι επιβεβλημένη και προς την κατεύθυνση αυτή η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας συνιστά χρήσιμο οδηγό στην πορεία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Μελέτη των πιο πάνω αποφάσεων αναδεικνύει διάφορες αρχές εκ των οποίων σημαντικές για την παρούσα υπόθεση θα έλεγα ότι είναι οι ακόλουθες: 1. Ξεκινώντας από την υπόθεση Avila το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε υιοθετώντας την απόφαση στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625) ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ΝΡ είναι οι ακόλουθες: « (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued. Σε μετάφραση: (
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος». 2. Η αγωγή ΝΡ είναι αυτόνομη αιτία αγωγής η οποία καταχωρείται ούτως ώστε να ληφθούν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν στην καταχώρηση ουσιαστικής αγωγής. H υπόθεση Penderhill (πάνω) ήταν μία τέτοια αυτόνομη αγωγή και στη σελίδα 13 της απόφασης στην πρώτη παράγραφο αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή . η παρατήρηση ότι ο ενάγοντας εφεσίβλητος με την καταχώρηση αυτοτελούς αγωγής επιζητεί να εξακριβώσει γεγονότα που ενδέχονται να οδηγήσουν στην έγερση νέας διαδικασίας εναντίον των εναγομένων Κυπριακής καταγωγής, εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου». Η υπόθεση Avila αποτελούσε επίσης μία τέτοια αυτόνομη αγωγή. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια στη σελίδα 18 της απόφασης όπου αναφορά γίνεται στην απόφαση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR
  1. Στο Σύγγραμμα Διατάγματα, Γιώργος Ερωτοκρίτου & Πέτρος Αρτέμης, Διηνεκή, Παρεμπίπτοντα, Απαγορευτικά, Προστατικά όπου στη σελίδα 258 αναφέρεται το εξής: «Όμως, αφού εγερθεί αγωγή εναντίον εμμέσως εμπλεκομένων προσώπων, τότε μπορεί να εξασφαλιστεί παρεμπίπτον διάταγμα για αποκάλυψη πληροφοριών στη βάση των οποίων μπορεί να εγερθεί δεύτερη αγωγή εναντίον του πραγματικού αδικοπραγούντα».
  2. Το κατά πόσον το διάταγμα αποκάλυψης θα εκδοθεί εξαρτάται από το βαθμό σύνδεσης του εναγόμενου ΝΡ με τον αδικοπραγούντα και όχι στο κατά πόσο υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον του ίδιου του εναγόμενου σε αγωγή ΝΡ. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Metaquotes όπου αναφέρθηκε με αναφορά στην απόφαση στην ίδια την υπόθεση Norwhich Pharmacal and others v Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All ER 943: «Κρίθηκε ότι η αποκάλυψη ως μορφή θεραπείας εξαρτάται από το βαθμό σύνδεσης μεταξύ του Norwich Pharmacal εναγόμενου και του αδικοπραγήσαντα και όχι από την ύπαρξη βάσης αγωγής εις βάρος του υπό αναφορά εναγόμενου». Έστω και αν η ανάμειξη του Καθ' ου η αίτηση στη διάπραξη του αδικήματος ήταν αθώα και πάλι έχει υποχρέωση να παράσχει βοήθεια δίδοντας πλήρεις πληροφορίες συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των αδικοπραγούντων. Στην ίδια την απόφαση στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All ER 943 η αρχή τέθηκε ως ακολούθως: «They seem to me to point to a very reasonable principle that if through no fault of his own a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrongdoing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expense the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration».
  1. Αρχικά το διάταγμα ΝΡ περιορίζονταν στην αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων. Στη συνέχεια όμως επεκτάθηκε για να καλύπτει την παροχή και άλλων σχετικών πληροφοριών. Στην υπόθεση Avila εκδόθηκε διάταγμα ΝΡ όχι μόνο για την αποκάλυψη πληροφοριών που ήταν σχετικές για να ανακαλυφθεί η ταυτότητα των αδικοπραγούντων αλλά επίσης και σε σχέση με γεγονότα και μαρτυρία τα οποία ήταν σχετικά για την καταχώρηση αγωγής στην Τσεχία. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα πιο κάτω στη σελίδα 11 της απόφασης στην υπόθεση Avila: «Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366)». Παρομοίως στην υπόθεση Metaquotes αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η έκδοση διατάγματος της μορφής Norwich Pharmacal, το οποίο συνιστά κατ' ουσίαν διάταγμα αποκάλυψης, προϋποθέτει την ύπαρξη τρίτου μέρους («Norwich Pharmacal respondent») το οποίο, έστω και αν είναι αθώο, είχε ανάμειξη στην αδικοπραξία άλλων, προκειμένου να αποκαλύψει στον εν δυνάμει ενάγοντα την ταυτότητα του αδικοπραγήσαντα και, σε κάποιες περιπτώσεις, περαιτέρω πληροφορίες, αναλόγως της υπόθεσης και των γεγονότων που την περιβάλλουν». Σημειώνω από την ίδια υπόθεση και τα ακόλουθα: «Το πολύπλοκο των εμπορικών συναλλαγών και η δυσκολία ανίχνευσης των δοσοληψιών για τις οποίες καταλογίζεται αδικοπραξία εις βάρος τρίτων προσώπων, καθιστούσε επιβεβλημένη την αναζήτηση διατάγματος Norwich Pharmacal ως αναγκαίου, βοηθητικού, μέσου για τον εντοπισμό των απαραίτητων πληροφοριών, τόσο ως προς την ταυτότητα των αδικοπραγούντων, όσο και, ιδίως, ως προς τη λήψη στοιχείων και της απαραίτητης μαρτυρίας προς υποστύλωση ενδεχόμενης έγερσης αγωγής». Και επί του ίδιου σημείου αναφέρθηκε στην υπόθεση Penderhill ότι: «Προσεκτική εξέταση όλων των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης υποστηρίζει εμφαντικά ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξάσκησε ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια. Τα γεγονότα όπως είχαν τεθεί ενώπιον του επέτασσαν την χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την πιθανότητα έγερσης αγωγής στην ημεδαπή». Ιδιαίτερα σχετική για το υπό κρίση ζήτημα είναι η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα Mareva Injunctions and Anton Piller Relief 4th Edition Steven Gee QC όπου στη σελίδα 258 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Mercantile Group (Europe) AG v Aiyela [1994] QB 366 ως αυθεντία για το γεγονός ότι ένα διάταγμα ΝΡ μπορεί να ζητηθεί ούτως ώστε: «to locate assets upon which a judgment could be enforced.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 387 αναφέρεται ότι: «In a case in which assets have been taken, redress includes full information (not necessarily confined to merely identifying wrongdoers) to enable the assets or their proceeds to be traced, preserved and made over to the plaintiff». Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee QC, Fifth Edition όπου στη σελίδα 690 και πάλι με αναφορά στην υπόθεση Mercantile Group AG case αναφέρθηκε ότι: «In principle, the contemplated steps should be effective to redress the wrong, and the information is not restricted to identifying the wrongdoer but can extend to "full information" required for this purpose, including information about what the wrongdoer has done with his assets».
  2. Τα Δικαστήρια έχουν επίσης εκδώσει διάταγμα ΝΡ για να μπορέσει ο αιτητής να δικογραφήσει πλήρως την υπόθεση του. Στην υπόθεση Carlton Film Distributers v VCI plc [2003] EWHC 616 (Ch) ο αιτητής χρειαζόταν τα αρχεία του Καθ' ου η Αίτηση ούτως ώστε να δικογραφήσει ισχυρισμό για παράβαση σύμβασης εναντίον τρίτου μέρους. Κατά τον χρόνο που έκανε την αίτηση ο αιτητής είχε εύλογες υποψίες αλλά όχι αρκετά στοιχεία για να δικογραφήσει την υπόθεση του.
  3. Τέλος, αναφορά γίνεται στην απόφαση στην υπόθεση Benhurst Finance Ltd & Ors V Colliac [2018] όπου αποφασίστηκε ότι μπορεί να εκδοθεί διάταγμα NP εναντίον τρίτου μέρους ακόμη και όπου υπάρχει συμφωνία διαιτησίας.
  4. Είναι δυνατόν με αίτηση ΝΡ να ζητηθούν πληροφορίες σε σχέση με εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στο εξωτερικό αλλά της οποίας η διαχείριση γίνεται στην Κύπρο. Αυτό συνέβη στην υπόθεση Avila όπου ζητήθηκαν πληροφορίες σε σχέση με εταιρεία που ήταν εγγεγραμμένη στο Nevis αλλά η διαχείριση της οποίας γινόταν από την Κύπρο.
  5. Ένα διάταγμα ΝΡ μπορεί να εκδοθεί με σκοπό να ληφθούν πληροφορίες και μαρτυρικό υλικό με σκοπό την καταχώρηση αγωγής στο εξωτερικό. Στην υπόθεση Avila το μαρτυρικό υλικό και οι πληροφορίες ζητήθηκαν με σκοπό να καταχωρηθεί αγωγή στην Τσεχία. Στη σελίδα 12 της απόφασης αναφέρθηκε ότι: «Δεν υπάρχει όμως κώλυμα ως θέμα αρχής τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να είναι δυνατόν να εκδοθούν και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας».
  6. Για να εκδοθεί διάταγμα ΝΡ το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι αιτούμενες πληροφορίες δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με άλλο τρόπο και επίσης ότι υπάρχει πρόθεση λήψης νομικών μέτρων εναντίον του αδικοπραγήσαντα. Στην υπόθεση Metaquotes αποφασίστηκε ότι η πρόθεση του εκεί αιτητή να λάβει νομικά μέτρα για να επανακτήσει τα χρήματα του ήταν γνήσια.
  7. Διάταγμα ΝΡ μπορεί να εκδοθεί με σκοπό την λήψη πληροφοριών που θα καταστήσει δυνατή την καταχώρηση αγωγής για παράβαση σύμβασης. Δεν περιορίζεται δηλαδή στη λήψη πληροφοριών με σκοπό την καταχώρηση αγωγής που βασίζεται σε αστικό αδίκημα. Στην υπόθεση Αθανασίου κρίθηκε ότι ο όρος αδικοπραξία στα πλαίσια αίτησης ΝΡ συμπεριλαμβάνει και παράβαση σύμβασης. Αναφορά έγινε στην απόφαση στην υπόθεση Carlton όπου κρίθηκε ότι η χρήση διαταγμάτων ΝΡ επεκτάθηκε και ότι αυτά μπορούν να εκδοθούν με σκοπό την καταχώρηση αγωγής για παράβαση σύμβασης (βλ. σελίδα 5 της απόφασης). Παρόμοιο εύρημα έγινε και στη σελίδα 12 της απόφασης της υπόθεσης Αvila όπου αποφασίστηκε ότι: «Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του».
  8. Η ανάμειξη ενός καθ' ου η αίτηση (αθώα ή μη) μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει λόγω της ιδιότητας του ως αξιωματούχος της εταιρείας που εμπλέκεται στην αδικοπραξία. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αθανασίου όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 3 της απόφασης: «Όσον αφορά την εμπλοκή, αθώα ή μη, των καθ΄ ων η αίτηση, εναγομένων 4 και 5 - εφεσειόντων, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)WL 1310757 και συμπέρανε ότι «εν προκειμένω η εμπλοκή των καθ΄ ων η αίτηση - αθώα ή μη - ενυπάρχει με την ιδιότητα τους ως αξιωματούχων των Εναγομένων 1 από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι 1 φαίνεται να συνυπάρχουν στο μωσαϊκό των δρωμένων, έστω και δια ενεργειών κυρίως των Εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι χρησιμοποίησαν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον το όνομα των Εναγομένων 1 στις όλες συναλλαγές». Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, από τη δοθείσα μαρτυρία, προέκυπτε σοβαρή ένδειξη ανάμειξης των εναγομένων 1 στα δρώμενα που αφορούν και επηρεάζουν τις σχέσεις των διαδίκων αλλά και την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο εφεσίβλητος κατέδειξε, εκ πρώτης όψεως, ύπαρξη δικαιωμάτων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το πρωτόδικο δικαστήριο «ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 4 και 5 που είναι αξιωματούχοι των Εναγομένων 1 δεν μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερα πρόσωπα χωρίς κάποιου είδους εμπλοκή, αθώα ή μη». Στην υπόθεση Avila (πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε στη σελίδα 10 της απόφασης ότι ο 2ος Καθ΄ ου η Αίτηση ήταν διευθυντής των εταιρειών που κατ' ισχυρισμό εμπλέκονταν στην αδικοπραξία: «Σημειώνεται ότι ο εφεσείων 2 ήταν διευθυντής και της Avila και της Aqua». 12. Στην υπόθεση Metaquotes κρίθηκε ότι με την επιβολή κατάλληλων όρων όσον αφορά τη χρήση που θα είναι επιτρεπτό να γίνει των αποκαλυφθέντων πληροφοριών ο κίνδυνος πρόκλησης αδικίας στον εναγόμενο ουσιαστικά εξαλείφεται. Εφαρμογή των αρχών ΝP στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος ΝΡ αναφέρθηκαν πιο πάνω με αναφορά στην υπόθεση Mitsui. Προχωρώ με την εξέταση των ως άνω αρχών εφαρμόζοντας τις στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης: (α) Σε σχέση με την αρχή ότι θα πρέπει να έχει διαπραχθεί αδικοπραξία ή ενδεχομένως να έχει διαπραχθεί αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα. Είναι γεγονός ότι τα κύρια γεγονότα αυτής της υπόθεσης όπως αυτά εκτέθηκαν στην ΕΔΣΙ δεν αμφισβητήθηκαν. Αντιθέτως ο καθ' ου η αίτηση στην ουσία τα έχει παραδεχθεί στη δική του ένορκη δήλωση. Προκύπτει επομένως ότι: - Η αιτήτρια μετέφερε χρήματα στην ΡΑΜ για να τα διαχειριστεί η ΡΑΜ και στη συνέχεια με τα χρήματα αυτά αγοράστηκαν από την PAM τα Περιουσιακά Στοιχεία. - Στη συνέχεια κατόπιν αιτήματος της αιτήτριας τα Περιουσιακά Στοιχεία ρευστοποιήθηκαν. - Η αιτήτρια στη συνέχεια ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που προέκυψαν από την ρευστοποίηση των Περιουσιακών Στοιχείων. - Η ΡΑΜ σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε ότι τα χρήματα ανήκουν στην αιτήτρια και ότι η αιτήτρια είναι η δικαιούχος των χρημάτων αυτών. Η ΡΑΜ συνεχώς υποσχόταν στην αιτήτρια ότι θα μετέφερε τα χρήματα προς αυτήν πλην όμως δεν το έπραξε. - Μέχρι και σήμερα τα χρήματα δεν έχουν επιστραφεί στην αιτήτρια. - Η ΡΑΜ τώρα δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις επιστολές και στα μηνύματα της αιτήτριας και έχει χαθεί κάθε επικοινωνία μεταξύ των μερών. Ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση δεν αμφισβητεί με οποιοδήποτε τρόπο τα πιο πάνω γεγονότα. Αντιθέτως τα επιβεβαιώνει κάνοντας αναφορά ακόμα και στη συνάντηση ημερομηνίας 14.02.2018 στην οποία παρέστη και της οποίας το αντικείμενο συζήτησης ήταν το πως θα επιστρέφονταν στην αιτήτρια τα χρήματα της. Είναι λοιπόν σαφές ότι στην παρούσα υπόθεση έχει διαπραχθεί αδικοπραξία ή ενδεχομένως να έχει διαπραχθεί αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα. Ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας βασίζεται μόνο σε παράβαση σύμβασης, είναι και πάλι δυνατό βάσει της νομολογίας να εκδοθεί διάταγμα ΝΡ με σκοπό την καταχώρηση αγωγής για παράβαση σύμβασης. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω ο όρος αδικοπραξία συμπεριλαμβάνει και την παράβαση σύμβασης. Σχετική για την αρχή αυτή είναι η υπόθεση Αθανασίου όπου αποφασίστηκε με αναφορά στην απόφαση στην υπόθεση Carlton ότι η χρήση διατάγματος ΝΡ έχει επεκταθεί για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σκοπό την καταχώρηση αγωγής για παράβαση σύμβασης. (β) Το διάταγμα αποκάλυψης πρέπει να είναι απαραίτητο για να μπορούν να ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα. Στην υπό κρίση υπόθεση οι πληροφορίες είναι απαραίτητες για να γνωρίζει η αιτήτρια: - Ποιοι άλλοι εμπλέκονται σε αυτή την αδικοπραξία. Στην υπόθεση Αθανασίου το διάταγμα ΝΡ εκδόθηκε για να μπορέσει ο εκεί αιτητής να μάθει ποιος είναι ο δικαιούχος (beneficial owner) της εταιρείας που εμπλεκόταν στην αδικοπραξία. - Πού βρίσκονται σήμερα τα χρήματα της (τα οποία προέκυψαν από την πώληση των Περιουσιακών Στοιχείων). - Κατά πόσο η ΡΑΜ έχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Μόνο τότε υπάρχει οποιοδήποτε νόημα να ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αιτήτρια έχει κατ' επανάληψη ζητήσει τις πληροφορίες αυτές από την ΡΑΜ αλλά δεν έλαβε απάντηση στις πολυάριθμες επιστολές της (περιλαμβανομένων επιστολών που στάλθηκαν εκ μέρους της από δικηγορικά γραφεία). (γ) Τα πρόσωπα εναντίον των οποίων επιδιώκεται το διάταγμα θα πρέπει: i) να εμπλέκονται στην αδικοπραξία ούτως ώστε να την διευκόλυναν και ii) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να μπορούν να ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η ανάμειξη ενός εναγόμενου σε αγωγή ΝΡ μπορεί να είναι αθώα και δεν είναι σχετικό το κατά πόσο ενυπάρχει αιτία αγωγής εναντίον του. Ως διευθυντής της ΡΑΜ, ο καθ' ου η αίτηση, κατείχε την πιο σημαντική διευθυντική θέση. Επίσης, ως διευθυντής της ΡΑΜ ο καθ' ου η αίτηση είχε τη νομική υποχρέωση να έχει άμεση και προσωπική γνώση όσον αφορά τις δραστηριότητες της ΡΑΜ. Δεν είναι επιτρεπτό για ένα διευθυντή έτσι απλά να αναφέρει «δεν γνωρίζω τίποτα» σε σχέση με δραστηριότητες εταιρείας της οποίας είναι διευθυντής. Είναι δε ορθό, για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, να θεωρηθεί ότι είναι τουλάχιστον πιθανόν ο καθ' ου η αίτηση να είναι σε θέση να δώσει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να μπορούν να ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον των τελικών αδικοπραγούντων. Με δεδομένο ότι η θεραπεία επιζητείται σε ενδιάμεσο στάδιο καθίστανται σχετικές και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμων. Αυτή ήταν η προσέγγιση που ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Avila. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι το γεγονός ότι με την ενδιάμεση αίτηση ζητείτο η ίδια θεραπεία που ζητείτο και με την αγωγή δεν συνιστούσε εμπόδιο στην έκδοση των διαταγμάτων που ζητούντο με την ενδιάμεση αίτηση: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Θα εξετάσω τώρα τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου: - Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. - Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία. - Αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η υπόθεση Mitsui κρίνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνται και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση στην υπόθεση Avila όπου κρίθηκε ότι χωρίς το διάταγμα ΝΡ θα ήταν δύσκολο αν όχι αδύνατο να προωθηθεί αγωγή στην Τσεχία. Αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ίδιο ισχύει και στην υπό κρίση υπόθεση. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω χωρίς τις αιτούμενες πληροφορίες η αιτήτρια δεν θα γνωρίζει: - Κατά πόσον η ΡΑΜ κατέχει περιουσιακά στοιχεία (για να έχει νόημα η λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της). - Πού βρίσκονται σήμερα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην αιτήτρια. Χωρίς την πληροφορία αυτή η αιτήτρια δεν θα γνωρίζει ποια νομικά μέτρα πρέπει να λάβει και εναντίον ποιων νομικών ή φυσικών προσώπων θα πρέπει να στραφεί για να προσπαθήσει να επανακτήσει τα χρήματα της. - Ποια άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα εμπλέκονται σε αυτή την αδικοπραξία που χωρίς αμφιβολία έχει διαπραχθεί εναντίον της. Προχωρώ στη ξεχωριστή εξέταση του κάθε αιτούμενου διατάγματος: Το πρώτο διάταγμα: Η αιτήτρια χρειάζεται να γνωρίζει κατά πόσο η ΡΑΜ έχει περιουσιακά στοιχεία για να κρίνει κατά πόσο υπάρχει νόημα να ληφθούν νομικά μέτρα εναντίον της. Είναι πιθανόν ο καθ' ου η αίτηση ο οποίος βάσει της δικής του παραδοχής ήταν καθ' όλους του ουσιώδεις χρόνους και μέχρι πρόσφατα διευθυντής της ΡΑΜ να έχει τις πληροφορίες αυτές. Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο διάταγμα: Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αιτούμενα διατάγματα λόγω της συνάφειας τους εξετάζονται στη συνέχεια μαζί. Είναι κατανοητό γιατί η αιτήτρια δικαιούται να λάβει τις πληροφορίες αυτές αφού αυτές σχετίζονται με το πού βρίσκονται τα δικά της χρήματα. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω τα χρήματα που η αιτήτρια είχε μεταφέρει στην ΡΑΜ χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για την απόκτηση των Περιουσιακών Στοιχείων τα οποία μετέπειτα ρευστοποιήθηκαν. Η αιτήτρια δικαιούται να γνωρίζει πού βρίσκονται σήμερα χρήματα τα οποία ανήκουν στην ίδια. Η ΡΑΜ επιβεβαίωσε [βλ. email ημερομηνίας 4.10.17 (Τεκμ. 8 ΕΔΣΙ)] ότι τα περιουσιακά στοιχεία πράγματι είχαν ρευστοποιηθεί. Ακολούθησε μετά μία χρονική περίοδος στην οποία η ΡΑΜ και/ή αξιωματούχοι και/ή εκπρόσωποι της ισχυρίζονταν ότι προσπαθούσαν να μεταφέρουν τα χρήματα στην αιτήτρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αιτήτρια δικαιούται να γνωρίζει πού βρίσκονται σήμερα χρήματα τα οποία ανήκουν στην ίδια. Εάν είναι στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο κάποιου άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου τότε η αιτήτρια μπορεί να έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εν λόγω προσώπου στη βάση των αρχών της αποκατάστασης (restitution) και/ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή στη βάση ότι το εν λόγω πρόσωπο κατέχει τα χρήματα προς όφελος (on trust) της αιτήτριας. Και πάλι, ως διευθυντής που ήταν της ΡΑΜ κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι πιθανόν ο καθ΄ ου η αίτηση να κατέχει πληροφορίες αναφορικά με το πού βρίσκονται τα χρήματα. Ο καθ' ου η αίτηση είναι επίσης λογικά αναμενόμενο να γνωρίζει με ποιο τρόπο η ΡΑΜ κατά τον ουσιώδη χρόνο διαχειριζόταν χρήματα που ανήκουν στους πελάτες της. Επομένως, κρίνω ότι θα ήταν δίκαιο υπό τις περιστάσεις ο καθ' ου η αίτηση να διαταχθεί να δώσει στην αιτήτρια όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα που κατέχει αναφορικά με το πού βρίσκονται τα χρήματα της. Η δικαιολογία που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση ότι τώρα έχει κατ' ισχυρισμό παραιτηθεί από τη θέση του διευθυντή της ΡΑΜ και πως ως εκ τούτου δεν γνωρίζει τίποτα δεν μπορεί να επικροτηθεί από το Δικαστήριο. Το πέμπτο διάταγμα: Σε σχέση με το πέμπτο αιτούμενο διάταγμα ζητούνται πληροφορίες που θα βοηθήσουν την αιτήτρια να αντιληφθεί ακριβώς τι συνέβη και ποιοι άλλοι εμπλέκονται στην αδικοπραξία. Για παράδειγμα, πρόσωπο το οποίο έδωσε οδηγίες όπως να μη γίνει η μεταφορά χρημάτων προς την αιτήτρια μπορεί και αυτό να θεωρηθεί υπόλογο ότι υποβοήθησε στην αδικοπραξία ή ότι προκάλεσε παράβαση σύμβασης. Στην υπόθεση Penderhill αναφέρθηκε το εξής στη σελίδα 10: «Κρίθηκε πρωτοδίκως ότι οι πληροφορίες και τα έγγραφα που αναζητούνταν ήταν αναγκαία, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, «προκειμένου ο ενάγοντες-αιτητής να ανασυνθέσει το μωσαϊκό των περιστατικών της αδικοπραξίας εις βάρος του, αλλά και να αποκαλύψει περαιτέρω τα στοιχεία των αδικοπραγούντων εναντίον αυτού ή περαιτέρω τα αγώγιμα δικαιώματα του, εφόσον είναι σε θέση να γνωρίσει πλήρως τις ενέργειες τούτων και τις επιπτώσεις του». Το πιο πάνω αιτιολογικό υπόβαθρο είναι η πεμπτουσία, των διαταγμάτων της φύσης που επιδιώκει ο ενάγοντας- αιτητής.» Το έκτο διάταγμα: Σε σχέση με το έκτο αιτούμενο διάταγμα σχετική είναι η υπόθεση Aθανασίου. Αυτό που ο εκεί αιτητής αιτήθηκε (και έλαβε) ήταν, ανάμεσα σε άλλα, διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει τους εκεί καθ' ων η αίτηση να αποκαλύψουν τα ονόματα των δικαιούχων της εταιρείας που κατ' ισχυρισμό εμπλεκόταν στην αδικοπραξία (σελίδα 2, 2η παράγραφος της απόφασης). Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι δικαιούχοι της ΡΑΜ είναι πρόσωπα που μπορεί να έχουν επωφεληθεί από την αδικοπραξία. Επομένως η αιτήτρια δικαιούται να γνωρίζει ποια είναι τα πρόσωπα αυτά ούτως ώστε να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Παραπέμπω σε κάποια αποσπάσματα της ΕΔΣΙ όπου καταδεικνύεται ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι σαφές ποιοι είναι οι δικαιούχοι της ΡΑΜ και επομένως δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συγκεκριμένα αναφέρονται στην παρ. 6 ΕΔΣΙ τα ακόλουθα: «Η PAM ήταν τουλάχιστο μέχρι πρόσφατα θυγατρική εταιρεία του ρωσικού τραπεζικού οργανισμού Promsvyazbank PJSC ('η PSB'). Όμως η PAM δεν συμπεριλαμβάνεται στις κύριες θυγατρικές (principal subsidiaries) της PSB που κατονομάζονται στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της PSB για το έτος
  1. Επισυνάπτω τις εν λόγω εκθέσεις ως Τεκμήριο 2 (σχετική είναι η σελίδα 23). Εφόσον δε πρόκειται περί εταιρείας εγγεγραμμένης στις Βερμούδες, όπου στο μητρώο των εταιρειών δεν δημοσιεύονται τα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος της PAM». Σε άλλο σημείο της, στην παράγραφο 39.4 της ΕΔΣΙ γίνεται η εξής αναφορά: «Σύμφωνα με τον Popov, η PAM δεν ανήκει πλέον στην PSB. Είναι εντελώς ασαφές σε ποιον ανήκει σήμερα η PAM καθότι η ΡΑΜ είναι εγγεγραμμένη στις Βερμούδες όπου στο μητρώο των εταιρειών δεν δημοσιεύονται τα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων τους». Και στη συνέχεια στη παράγραφο 39.6 της ΕΔΣΙ γίνεται και η ακόλουθη αναφορά: «Μετά την κρατικοποίηση της PSB οι δραστηριότητες της και οι δραστηριότητες των τελικών δικαιούχων της, ΧΧΧ και ΧΧΧ Ananiev, υπόκεινται σε έλεγχο. Δεν είναι σαφές κατά πόσο η PAM ανήκει ακόμη στην PSB, τους αδελφούς Ananiev ή σε κάποιο τρίτο μέρος. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες ότι περιουσιακά στοιχεία τα οποία ανήκουν στην PSB (και επομένως, ενδεχομένως στην PAM) να έχουν υπεξαιρεθεί και/ή να έχουν τύχει κακοδιαχείρισης.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 1, η αίτηση δεν πληροί τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις και/ή τα κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)και συγκεκριμένα, η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και τούτο διότι: (α) Η αιτήτρια, δυνάμει των αρχών του "non-reflective loss principle", όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί μέσω της Αγγλικής νομολογίας, δεν έχει βάσει του Κυπριακού δικαίου, δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων και/ή θεραπειών εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, πλην της PAM. (β) Η αιτήτρια συνιστά κατ' ισχυρισμό πιστωτή (creditor) της ΡΑΜ, και ως τέτοια βάσει των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 38 της ΕΔΣΙ μπορεί να διεκδικήσει μόνο από την ΡΑΜ οποιεσδήποτε αποζημιώσεις και/ή θεραπείες (βλ. Carlos Sevilleja Garcia v. Marex Financial Limited [2018] EWCA Civ. 1468) μέσω διαιτητικής διαδικασίας ενώπιον του LCIA. Το γεγονός ότι η πιθανή αξίωση της αιτήτριας κατά της ΡΑΜ είναι στη βάση χρέους, επιβεβαιώνεται στην παράγραφο 50 της ΕΔΣΙ. (γ) Εν πάση περιπτώσει, δεν υφίσταται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η αιτήτρια έχει βάσει αλλοδαπού δικαίου δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου, πλην της ΡΑΜ, για κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες, που απορρέουν από παράβαση σύμβασης. (δ) Η αναφορά στις παραγράφους 39 και 45 της ΕΔΣΙ ότι η αιτήτρια δεν επιθυμεί να εγείρει τις προβλεπόμενες βάσει των συμβάσεων (μεταξύ της και της ΡΑΜ) διαιτητικές διαδικασίες, καθιστά την παρούσα διαδικασία θνησιγενή και/ή απορριπτέα, αφού ελλείπει το πραγματικά και νομικό υπόβαθρο για τη χρήση τυχόν πληροφοριών ήθελαν ληφθεί μέσω της αίτησης. Σε σχέση με τα πιο πάνω παρατηρώ τα ακόλουθα: (α) Η αρχή της αντανακλαστικής ζημιάς ('non-reflective loss principle') δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή (βλ. Johnson v Gore Wood [2002] 2 AC, ανάλυση της αρχής αυτής έχει γίνει και στην πρόσφατη απόφαση Trafalgar (πιο πάνω), ο ορθός ενάγοντας όταν εταιρεία έχει υποστεί ζημιά είναι η ίδια η εταιρεία. Η αρχή αυτή φαίνεται ξεκάθαρα και στην υπόθεση που επικαλείται ο καθ΄ ου η αίτηση στην γραπτή του ένσταση (Sevilleja Garcia Carlos v. Marex Financial Limited [2018] EWCA Civ
  2. Στην παρούσα όμως περίπτωση η ενάγουσα είναι η ίδια η εταιρεία (η Chona Holdings Limited). Επομένως το σχετικό επιχείρημα του καθ' ου η αίτηση δεν έχει έρεισμα στην αρχή που έχει καθιερωθεί από την νομολογία που επικαλείται. (β) Η αιτήτρια δεν περιορίζεται σε πιθανή αγωγή εναντίον της ΡΑΜ για παράβαση σύμβασης. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ΡΑΜ οφείλει χρήματα στην αιτήτρια και ότι εντελώς αδικαιολόγητα αρνείται να της τα μεταφέρει. Αρχικά η ΡΑΜ ήγειρε διάφορες τεχνικής φύσεως δικαιολογίες ενώ τώρα αγνοεί εντελώς την αιτήτρια. Υπό τις περιστάσεις αυτές μπορεί να είναι διαθέσιμες στην αιτήτρια περαιτέρω αιτίες αγωγής βασιζόμενες για παράδειγμα στην απάτη ή στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αιτήτρια μπορεί επίσης να είναι σε θέση να βασιστεί στις αρχές του εξυπακουόμενου ή καταληκτικού εμπιστεύματος (resulting / constructive trust). Εν πάση περιπτώσει, και ως αναφέρθηκε πιο πάνω με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου, δεν αποκλείεται η αναζήτηση πληροφοριών με σκοπό την καταχώρηση αγωγής για παράβαση σύμβασης. (γ) Ακόμη και αν η αιτήτρια θα λάβει δικαστικά μέτρα μόνο εναντίον της ΡΑΜ (και όχι και εναντίον άλλων προσώπων ή οντοτήτων που μπορεί να εμπλέκονται) αυτή έχει το δικαίωμα να γνωρίζει εάν η ΡΑΜ κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και πού αυτά βρίσκονται. Μάλιστα αυτός είναι και ένας από τους σκοπούς μιας αίτησης ΝΡ. Στο σύγγραμμα Mareva Injunctions and Anton Piller Relief 4th Edition του Steven Gee QC στη σελίδα 258 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην υπόθεση Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] QB 366 ως αυθεντία για το ότι διάταγμα ΝΡ μπορεί να ζητηθεί με σκοπό «to locate assets upon which a judgment could be enforced». (δ) Επίσης εάν τα χρήματα της αιτήτριας έχουν μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο ή οντότητα τότε μπορεί να είναι διαθέσιμες αιτίες αγωγής εναντίον του εν λόγω προσώπου ή οντότητας. Για παράδειγμα μπορεί να στοιχειοθετηθεί αγωγή ότι τα χρήματα αυτά κατέχονται προς όφελος της αιτήτριας στη βάση των αρχών του εξυπακουόμενου ή εξ' επαγωγής εμπιστεύματος. Ή μπορεί να στοιχειοθετηθεί αγωγή για αποκατάσταση (restitution) ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Μία αίτηση ΝΡ μπορεί να βοηθήσει έναν αιτητή με διάφορους τρόπους και ο καθ' ου η αίτηση προβάλλοντας τα επιχειρήματα που προβάλλει δείχνει ότι αδιαφορεί για τις αξιώσεις της αιτήτριας και τον σκοπό καταχώρησης της υπό κρίση ΝΡ αίτησης. (ε) Από τις παρ. 39 και 45 της ΕΔΣΙ δεν προκύπτει αυτά που ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση στη δική του ένορκη δήλωση ότι η αιτήτρια δεν επιθυμεί να λάβει δικαστικά μέτρα. Αυτό που αναφέρεται είναι ότι η αιτήτρια ανησυχεί ότι η ΡΑΜ είναι σήμερα ένα άδειο κέλυφος (empty shell), όπως την χαρακτηρίζει, και ότι δεν θα λάβει μέρος σε τυχόν διαιτητική διαδικασία που θα εγερθεί εναντίον της. Επίσης, ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην ΡΑΜ μπορεί να έχουν τύχει κακοδιαχείρισης όπως αναφέρεται στην παρ. 39.6 ΕΔΣΙ. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 2 δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου "Norwich Pharmacal" και τούτο διότι: (α) Η ΕΔΣΙ βασίζεται σε ισχυρισμούς για παράβαση σύμβασης από την ΡΑΜ, λόγω μη καταβολής και/ή επιστροφής κεφαλαίων στην αιτήτρια. Επαναλαμβάνεται επίσης το σημείο (β) του Λόγου ένστασης
  3. Ως εκ τούτου, από την ΕΔΣΙ προκύπτει ότι η αιτήτρια γνωρίζει και έχει προσδιορίσει (identified) την αιτία αγωγής της κατά της ΡΑΜ. Παρόλο ότι τα ως άνω έχουν απαντηθεί πιο πάνω εντούτοις παρατηρώ ότι έχει διαφανεί από την ΕΔΣΙ περαιτέρω αιτίες αγωγής μπορεί να είναι διαθέσιμες (όχι μόνο αυτή που βασίζεται σε παράβαση σύμβασης). Αυτές είναι αιτίες αγωγής που βασίζονται στην απάτη, στην από νομικής άποψης δημιουργία εξυπακουόμενου ή εξ' επαγωγής εμπιστεύματος, στην αποκατάσταση ή στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Όπως δε αναφέρεται στην παράγραφο 40 και επόμενα της ΕΔΣΙ ενόψει της ασυνήθιστης συμπεριφοράς της ΡΑΜ και των διευθυντών της είναι πιθανό η αιτήτρια να έχει αριθμό αιτιών αγωγής σε αριθμό δικαιοδοσιών εναντίον άλλων μερών πέρα από τη ΡΑΜ. Είναι δε δικαίωμα της αιτήτριας να γνωρίζει εάν η ΡΑΜ κατέχει περιουσιακά στοιχεία για να κρίνει τότε εάν υπάρχει λόγος λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον της. (β) Προβάλλεται άνευ επηρεασμού του σημείου (α) ανωτέρω από τον καθ' ου η αίτηση ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ή έστω συζητήσιμος ισχυρισμός ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διεπράχθη οποιοδήποτε αστικό αδίκημα εναντίον της αιτήτριας από οποιοδήποτε πρόσωπο. Οι αναφορές στην ΕΔΣΙ περί ισχυριζόμενης διάπραξης δόλου και/ή απάτης από τρίτα πρόσωπα, βασίζονται σε εικασίες και/ή υποψίες και δεν υφίσταται οποιαδήποτε συζητήσιμη (έστω) ένδειξη ότι κάποια τρίτα πρόσωπα προκάλεσαν κατ' ισχυρισμό ζημιά στην αιτήτρια. Εν πάση περιπτώσει, και υπό το φως των όσων αναφέρονται στο Λόγο Ένστασης 1, εάν πράγματι διεπράχθη δόλος ή απάτη, θύμα αυτής πιθανόν να είναι η ΡΑΜ και όχι η αιτήτρια. Από τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έχει διαπραχθεί απάτη εναντίον της αιτήτριας. Υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη οφειλή, υπάρχουν τεχνικής φύσεως και ανέντιμες, κατά την αιτήτρια, δικαιολογίες για τη μη μεταφορά των χρημάτων και υπάρχει τώρα τερματισμός κάθε είδους επικοινωνίας με την αιτήτρια. Εν πάση όμως περιπτώσει, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, μία αίτηση ΝΡ μπορεί να καταχωρηθεί με σκοπό την μετέπειτα καταχώρηση αγωγής που βασίζεται σε παράβαση σύμβασης (βλ. Αθανασίου πιο πάνω). Η δε στοιχειοθέτηση απάτης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συμφωνώ δε με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της αιτήτριας ότι είναι ακατανόητος ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι η ΡΑΜ μπορεί να είναι αυτή που ήταν το θύμα απάτης. Τον αντιπαρέρχομαι εφόσον δεν προβάλλεται οτιδήποτε άλλο. (γ) Προβάλλεται ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον προσώπου (ήτοι του καθ' ου η αίτηση), το οποίο, όπως προκύπτει και από την ΕΔΣΙ, δεν αναμείχθηκε (ηθελημένα ή άθελα του) σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου ή άλλων προσώπων ή παράνομες δραστηριότητες άλλου ή άλλων προσώπων ή ότι υποβοήθησε τέτοιες κατ' ισχυρισμό επιλήψιμες δραστηριότητες τρίτου. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας και/ή αναφοράς στην ΕΔΣΙ που να εμπλέκει τον καθ΄ ου η αίτηση σε οποιαδήποτε από τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα και/ή δοσοληψίες και/ή σχέσεις και/ή δραστηριότητες μεταξύ της αιτήτριας και της ΡΑΜ. Αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, θεμελιώδη αρχή ότι σε μία αίτηση ΝΡ η ανάμειξη του ΝΡ εναγόμενου μπορεί να είναι αθώα. Είναι επίσης σαφές ότι όταν πρόσωπο κατέχει αξίωμα σε μία εταιρεία αυτό από μόνο του υποδηλοί εμπλοκή (βλ. Αθανασίου πιο πάνω). Περαιτέρω, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προβάλλει στην ΕΔΣΙ οι εκπρόσωποι της Swisspath AG είχαν παραπεμφθεί στον καθ' ου η αίτηση για να συζητήσουν το θέμα της επιστροφής των χρημάτων της αιτήτριας και μάλιστα είχαν συνάντηση με τον καθ' ου η αίτηση ακριβώς για τον σκοπό αυτό στη Λεμεσό στις 14.02.
  4. (δ) Προβλήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση ότι ο σκοπός προώθησης της αίτησης δεν είναι η αναζήτηση πληροφοριών για ετοιμασία και καταχώρηση αγωγής ή διαιτητικής διαδικασίας, αλλά η ικανοποίηση της περιέργειας της αιτήτριας και/ή το «ψάρεμα μαρτυρίας» (fishing expedition), χωρίς να υπάρχει ειδική αναφορά και/ή νομική συγκεκριμενοποίηση πως προτίθεται η αιτήτρια να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που επιθυμεί να εξασφαλίσει. Εν πάση περιπτώσει, η αιτήτρια έχει αρκετά στοιχεία για να δικογραφήσει την υπόθεση της ενώπιον του LCIA, την οποία όμως διαδικασία η ίδια δεν επιθυμεί να προωθήσει στη βάση και πάλι αόριστων και/ή γενικών ισχυρισμών. Δεν μπορεί να τύχει σύγκλησης μια τέτοια εισήγηση εφόσον δεν θα είχε λογική να καταχώρησε η αιτήτρια την παρούσα αίτηση της απλά για να ικανοποιήσει την περιέργεια της. Στην ΕΔΣΙ δικαιολογείται επαρκώς η αναγκαιότητα για την αιτήτρια να γνωρίζει ποια άλλα πρόσωπα/οντότητες εμπλέκονται στην κατ' ισχυρισμό της αδικοπραξία η οποία αδιαμφισβήτητα κατά την ίδια έχει διενεργηθεί εναντίον της. Η αιτήτρια διερευνά πού βρίσκονται σήμερα τα χρήματα της και κατά πόσο η ΡΑΜ κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία για να υπάρχει λόγος καταχώρησης δικαστικών διαδικασιών εναντίον της. Στην παρ. 44 της ΕΔΣΙ ρητά αναφέρεται ότι η αιτήτρια προτίθεται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον των αδικοπραγούντων με σκοπό να ανακτήσει τα χρήματα της ή μέρος αυτών. (ε) Προβάλλεται από τον καθ' ου η αίτηση ότι η ΕΔΣΙ επιμελώς παραλείπει να αναφέρει ότι υφίστανται άλλα διαθέσιμα μέσα και/ή τρόποι για την λήψη των αιτούμενων πληροφοριών και/ή απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η αιτήτρια ανεπιτυχώς κατέβαλε προσπάθειες συλλογής πληροφοριών από άλλες (πιο πρόσφορες) πηγές (βλ. π.χ. το Τεκμ. 10 της ΕΔΣΙ - ηλεκτρονικό μήνυμα (email), ημερομηνίας 27.11.2017 και ώρα 12:42 μ.μ., στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά σε όνομα αλλοδαπού τραπεζικού ιδρύματος). (στ) Και ότι εν πάση περιπτώσει, δεν δικαιολογείται γιατί η αιτήτρια δεν ζητά τις αιτούμενες πληροφορίες απευθείας από την ΡΑΜ και/ή από τους σημερινούς διευθυντές και/ή εκπροσώπους της, οι μεταξύ των οποίων επικοινωνίες λεπτομερώς περιγράφονται στην ΕΔΣΙ. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια μπορεί να λάβει πληροφορίες από άλλες πηγές παρόλο ότι αυτός δεν χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, εντούτοις η μόνη συγκεκριμένη αναφορά που γίνεται είναι σε αλλοδαπό τραπεζικό ίδρυμα. Ο καθ' ου η αίτηση όμως δεν επιχειρεί καν να τεκμηριώσει ότι το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα κατέχει σχετικές πληροφορίες και, το κυριότερο, κατά πόσο βάσει του νόμου υπό του οποίου λειτουργεί είναι επιτρεπτό για αυτό να αποκαλύψει τέτοιες πληροφορίες. Ακόμη όμως και αν άλλα μέρη κατέχουν σχετικές πληροφορίες, αυτό δεν αποτελεί λόγο για τον καθ' ου η αίτηση να μην παράσχει στην αιτήτρια σχετικές πληροφορίες που ο ίδιος κατέχει ούτε αποτελεί καλό λόγο για απόρριψη της παρούσας αίτησης το ενδεχόμενο ότι άλλα πρόσωπα ή οντότητες μπορεί επίσης να κατέχουν σχετικές πληροφορίες. (ζ) Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει άνευ επηρεασμού των όσων αναφέρονται στο σημείο (δ) του Λόγου Ένστασης 1, δε διαφαίνεται από τη νομική βάση της αίτησης ότι επιζητείται η ανάληψη δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν. 101/1987), προφανώς διότι κάτι τέτοιο, βάσει και των αρχών της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, θα σφράγιζε την αρνητική κατάληξη της αίτησης. Ο λόγος όμως αυτός δεν έχει έρεισμα καθώς η αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια αυτόνομης αγωγής για την έκδοση διαταγμάτων ΝΡ και όχι στη βάση του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/1987). (η) Προβάλλεται ότι δεν αναφέρεται πουθενά στην ΕΔΣΙ οποιαδήποτε πρόνοια και/ή νομική γνωμάτευσης αναφορικά με τους κανονισμούς του LCIA, οι οποίοι να εμποδίζουν την αιτήτρια να προωθήσει διαδικασία, παρόμοια με αυτή που προωθείται με την αίτηση, εναντίον της ΡΑΜ και/ή τρίτων προσώπων. Όπως εξηγείται όμως στην ΕΔΣΙ, χωρίς την λήψη των πληροφοριών που ζητούνται με την παρούσα αίτηση, η προώθηση διαιτητικής διαδικασίας στο LCIA δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. (θ) Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει άνευ επηρεασμού όλων των πιο πάνω, ότι δεν είναι σε θέση σήμερα να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια στην αιτήτρια. Ισχυρίζεται ότι δε γνωρίζει και δεν κατέχει και δεν ελέγχει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή έγγραφα, τα οποία επιζητούνται μέσω της αίτησης. Ούτε και υπάρχει πιθανότητα ή ενδεχόμενο σήμερα ο καθ' ου η αίτηση να αποκτήσει πρόσβαση σε τέτοια στοιχεία και πληροφορίες που η αιτήτρια επιζητεί με την αίτηση. Τούτο, μεταξύ άλλων, λόγω της παραίτησης του από τις 8.02.2018 από τη θέση του διευθυντή της ΡΑΜ, γεγονός για το οποίο η αιτήτρια ενημερώθηκε από τις 13.02.2018 σύμφωνα με το Τεκμ 16 της ΕΔΣΙ και το οποίο η αιτήτρια επιμελώς παρέλειψε να διερευνήσει πριν την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης. (ι) Το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση υπήρξε ονομαστικός και/ή εγγεγραμμένος διευθυντής της ΡΑΜ, δεν τον καθιστά αυτόματα και χωρίς άλλη μαρτυρία, πρόσωπο το οποίο ήταν αναμειγμένο (mixed up) σε κατ' ισχυρισμό αδικοπραγίες (alleged wrongdoings). Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο καθ΄ ου η αίτηση ήταν εντελώς αμέτοχος σε οτιδήποτε είχε να κάνει με την αιτήτρια και/ή τη διαχείριση των κατ' ισχυρισμό κεφαλαίων της αιτήτριας, προκύπτει αβίαστα από το λεκτικό και το περιεχόμενο του Τεκμ. 14 της ΕΔΣΙ και αυτό του Τεκμ. 4 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση προς υποστήριξη της παρούσας ένστασης. Σύμφωνα με αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως αποκαλύπτονται και από τις δύο ένορκες δηλώσεις προκύπτει ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν διευθυντής της ΡΑΜ καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας και όταν έλαβαν χώρα τα ακόλουθα γεγονότα: (α) κατά τον χρόνο που η αιτήτρια μετέφερε τα χρήματα της στην ΡΑΜ. (β) κατά πάντα ουσιώδη χρόνο που η ΡΑΜ κατείχε και διαχειριζόταν τα χρήματα της αιτήτριας. (γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο που η αιτήτρια ζήτησε όπως τα Περιουσιακά Στοιχεία πωληθούν και τα χρήματα που προκύψουν από την πώληση να μεταφερθούν σε αυτήν. (δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο που η αιτήτρια και η PAM συζητούσαν τον τρόπο με τον οποίο τα χρήματα θα μεταφέρονταν στην αιτήτρια. Μάλιστα ο καθ' ου η αίτηση είχε επικοινωνία με email με εκπροσώπους της αιτήτριας σε σχέση με το θέμα αυτό και παρακάθησε σε τουλάχιστον μία συνεδρία στην οποία συζητήθηκε το θέμα αυτό. (ε) Μάλιστα όπως προκύπτει από το Τεκμ. 6 στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση μόλις στις 12.07.2018 είναι που ο καθ' ου η αίτηση παραιτήθηκε από την θέση του διευθυντή της ΡΑΜ. Η θέση του διευθυντή εταιρείας είναι από μόνη της αρκετή για να δημιουργήσει την απαιτούμενη σύνδεση για σκοπούς έκδοσης διατάγματος NP. Στην υπόθεση Αθανασίου (πιο πάνω), αποφασίστηκε με αναφορά στην απόφαση στην υπόθεση Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)WL 1310757 ότι η εμπλοκή ενός καθ' ου η αίτηση (είτε αυτή είναι αθώα είτε όχι) μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει λόγω της ιδιότητας του ως αξιωματούχος της εμπλεκόμενης εταιρείας. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελίδα 4 της απόφασης: «Όσον αφορά την εμπλοκή, αθώα ή μη, των καθ΄ ων η αίτηση, εναγομένων 4 και 5 -εφεσειόντων, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)WL 1310757 και συμπέρανε ότι «εν προκειμένω η εμπλοκή των καθ΄ ων η αίτηση - αθώα ή μη - ενυπάρχει με την ιδιότητα τους ως αξιωματούχων των Εναγομένων 1 από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι 1 φαίνεται να συνυπάρχουν στο μωσαϊκό των δρωμένων, έστω και δια ενεργειών κυρίως των Εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι χρησιμοποίησαν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον το όνομα των Εναγομένων 1 στις όλες συναλλαγές». Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, από τη δοθείσα μαρτυρία, προέκυπτε σοβαρή ένδειξη ανάμειξης των εναγομένων 1 στα δρώμενα που αφορούν και επηρεάζουν τις σχέσεις των διαδίκων αλλά και την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο εφεσίβλητος κατέδειξε, εκ πρώτης όψεως, ύπαρξη δικαιωμάτων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το πρωτόδικο δικαστήριο «ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 4 και 5 που είναι αξιωματούχοι των Εναγομένων 1 δεν μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερα πρόσωπα χωρίς κάποιου είδους εμπλοκή, αθώα ή μη». Επίσης στην υπόθεση Penderhill (πιο πάνω) αποφασίστηκε ότι η σχέση που είχαν τα μέρη μεταξύ τους συνιστούσε 'σοβαρή ένδειξη' ότι συνδέονταν (σελίδα 10 της απόφασης τελευταία παράγραφος). Παρόμοια θέση προωθήθηκε και από τον καθ' ου η αίτηση στην υπόθεση Metaquotes (πιο πάνω) - δηλαδή ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο και μετά από το Εφετείο ενόψει της σύνδεσης του εκεί καθ' ου η αίτηση με τους ισχυριζόμενους αδικοπραγούντες. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee QC, Fifth Edition στη σελίδα 691 αναφέρεται ότι: «When the third party is a company or corporation its servants or agents can be ordered to give the information on its behalf». Στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γιώργος Ερωτοκρίτου & Πέτρος Αρτέμης, Διηνεκή, Παρεμπίπτοντα, Απαγορευτικά, Προστατικά στη σελ. 263 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Πρόσωπα που ενδεχομένως να εμπλακούν εντελώς περιστασιακά στην όλη πράξη, ενδέχεται να είναι λογιστές, διαχειριστές, κυβερνητικά τμήματα, τράπεζες, πωλητές, παροχείς τηλεφωνικών υπηρεσιών για αποκάλυψη της ταυτότητας προσώπου που κατέχουν συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνων, παροχείς διαδικτυακών υπηρεσιών για αποκάλυψη της ταυτότητας προσώπου που αναρτά ή διαθέτει στο διαδίκτυο υλικό που παραβιάζει τα δικαιώματα του ενάγοντος και παροχείς εταιρικών υπηρεσιών που ενεργούν ως γραμματείς εταιρειών.» Προβλήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια «επιμελώς παρέλειψε να διερευνήσει» κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση είχε παραιτηθεί. Όμως στα επίσημα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών παρουσιαζόταν ακόμα και κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης ως διευθυντής της ΡΑΜ. Ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση επικαλείται άγνοια των διαδικασιών στις Βερμούδες για το πώς έπρεπε να παραιτηθεί και για τούτο είχε στείλει επιστολή παραίτησης στο δικηγορικό γραφείο Γεώργιος Γιάγκου ΔΕΠΕ το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως γραμματέας της ΡΑΜ. Σε κάθε περίπτωση κατά τους ουσιώδεις χρόνους που έλαβαν χώρα σημαντικά γεγονότα που προκάλεσαν την παρούσα υπόθεση ο καθ' ου η αίτηση ήταν διευθυντής της ΡΑΜ και ως εκ τούτου είναι λογικό στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του να κατέχει σχετικές πληροφορίες. Το Τεκμ. 14 στην ΕΔΣΙ και το Τεκμ. 4 στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση καθόλου δεν υποστηρίζουν ότι ο τελευταίος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση αυτή. Αντίθετα, με το Τεκμ. 14 της ΕΔΣΙ αποδεικνύεται ότι όταν η Swisspath AG είχε ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων οι αξιωματούχοι της ΡSB Moscow παρέπεμψαν την Swisspath AG στον καθ' ου η αίτηση. Είναι δε παραδεκτό ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε συνάντηση, πρόσωπο με πρόσωπο, με εκπρόσωπο της Swisspath AG σε σχέση με την αξίωση της αιτήτριας στις 14.02.2018. Το email ημερομηνίας 13.02.2018 το οποίο αποστάλθηκε από τον καθ' ου η αίτηση στον ΧΧΧ στο οποίο ο καθ' ου η αίτηση αναφέρεται στη μεταφορά των χρημάτων, αποδεικνύει ενεργή ανάμειξη του στην υπόθεση. (ια) Ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η αίτηση σκοπό έχει απλά την αλίευση μαρτυρίας, με απροσδιόριστο στόχο και σκοπό. Οι δε αναφορές που εντοπίζονται στην παράγραφο 47 της ΕΔΣΙ, περί κατ' ισχυρισμό «στοιχειοθέτησης» αγωγών, είναι νομικά και πραγματικά εσφαλμένες, αφού η γνώση που αναφέρεται ότι επιζητείται με την αίτηση σχετίζεται με θέματα εκτέλεσης και όχι για σκοπούς έγερσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας. Τα ως άνω όμως δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον ο σκοπός της αίτησης όπως με σαφήνεια διατυπώνεται στην ΕΔΣΙ είναι να διαφανεί ποια άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα εμπλέκονται σε αυτή την αδικοπραξία η οποία - αδιαμφισβήτητα - έχει διαπραχθεί κατά της αιτήτριας, πού βρίσκονται σήμερα τα χρήματα που ανήκουν στην αιτήτρια και κατά πόσο η ΡΑΜ κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Παρόμοια αντικρίζεται και ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι σκοπός είναι η εκτέλεση και όχι η έγερση αγωγής. Στον λόγο ένστασης 3 προβάλλεται ότι η ΕΔΣΙ είναι ελαττωματική και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή δε συνάδει με τις πρόνοιες της Διάταξης 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τούτο διότι: (α) Δεν αναφέρεται πουθενά στην ΕΔΣΙ γιατί δεν ορκίζεται την ένορκη δήλωση διευθυντής ή άλλο αρμόδιο και/ή εξουσιοδοτημένο στέλεχος της αιτήτριας, η οποία επιζητεί την έκδοση τέτοιας φύσεως δραστικών διαταγμάτων, όπως εξάλλου επιτάσσουν οι αρχές της σχετικής νομολογίας. (β) Άνευ επηρεασμού της υποπαραγράφου (α) ανωτέρω, ο ενόρκως δηλών Σταύρος Ιωάννου δεν αναφέρει ποιος τον έχει εξουσιοδοτήσει να ορκιστεί την υπό αναφορά ένορκη δήλωση. Η αναφορά στην παράγραφο 1 της ΕΔΣΙ ότι «Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της αιτήτριας», σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 3 της ΕΔΣΙ, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο είναι η αιτήτρια που τον έχει εξουσιοδοτήσει ή ο ΧΧΧ Lardi ή η μυστηριώδης Swisspath AG, ο ρόλος και/ή εμπλοκή και/ή το συμφέρον της οποίας δεν αποκαλύπτεται στην ΕΔΣΙ. (γ) Στις παραγράφους 2 και 3 της ΕΔΣΙ, γίνεται εμφανής προσπάθεια να υποκατασταθεί η αιτήτρια με τη (μη διάδικο) "Swisspath AG", ο ρόλος και/ή η εμπλοκή και/ή το συμφέρον της οποίας, σε σχέση με την ουσία της ισχυριζόμενης διαφοράς και/ή με την αιτήτρια, δεν αποκαλύπτεται (ρητώς). Η αναφορά στο όνομα του ΧΧΧ Lardi, είναι εντελώς ανεπαρκής για σκοπούς διαδικασίας όπως η παρούσα. (δ) Άνευ επηρεασμού της αμέσως πιο πάνω υποπαραγράφου (β), η ΕΔΣΙ συνίσταται από ανυπόστατους και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς και/ή απόψεις και/ή υποψίες, οι οποίες, με τον τρόπο που διατυπώνονται, δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί κατά πόσο ο ενόρκως δηλών εκφράζει πληροφορίες που έλαβε από τρίτους ή εάν αναφέρεται σε γεγονότα ή εικασίες ή άμεση και προσωπική μαρτυρία ή εξ' ακοής μαρτυρία. (ε) Από την παράγραφο 18 της ΕΔΣΙ, επί της οποίας ουσιαστικά στηρίζει τη δομή των ισχυρισμών της η αιτήτρια, απουσιάζει ρητή αναφορά στην πηγή πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος. Δεν αναφέρατε καν το όνομα του ΧΧΧ Lardi, το οποίο ακόμη και εάν αναφερόταν, θα συνιστούσε για τον ενόρκως δηλούντα τρίτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Παρατηρώ όμως σε σχέση με τις πιο πάνω αιτιάσεις ότι στις παρ. 1 - 3 της ΕΔΣΙ ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι η πηγή της γνώσης του, είναι ανάμεσα σε άλλα ο ΧΧΧ Lardi. Ότι ο Lardi είναι συνέταιρος στην Swisspath AG η οποία είναι μία ελβετική εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της διαχείρισης κεφαλαίων. Ότι η Swisspath AG ενεργούσε εκ μέρους της αιτήτριας στην επίδικη συναλλαγή με την ΡΑΜ και ο ίδιος ο Lardi, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση. Ανατρέχοντας στο μαρτυρικό υλικό διαπιστώνεται η ανάμειξη της Swisspath AG και του Lardi από αριθμό τεκμηρίων όπως τα Τεκμ. 7-12, 14-19, 21 και 23 - 26 της ΕΔΣΙ και το Τεκμ. 5 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση τα οποία θα έπρεπε να τα είχε λάβει υπόψη ο καθ' ου η αίτηση. Να υπενθυμίσω επίσης ότι στην παρ. 14 της ένορκης του δήλωσης του ίδιου του καθ' ου η αίτηση αυτός παραδέχεται ότι την 14.02.18 είχε συνάντηση με τον Lardi σε σχέση με το επίδικο θέμα. Επεξηγείται περαιτέρω ότι ο κ. Lardi διαμένει στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να είναι στην Κύπρο για να υπογράψει ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1AAΔ 82 αποφασίστηκε ρητά ότι το γεγονός ότι πρόσωπο διαμένει στο εξωτερικό αποτελεί επαρκή λόγο η ένορκη δήλωση να γίνεται από Κύπριο δικηγόρο. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Η παράθεση δε των γεγονότων στην ΕΔΣΙ, κατά την άποψη μου, δεν παρέχει έρεισμα περί ανυπόστατων και/ή ανυποστήρικτων ισχυρισμών. Προβάλλεται στον λόγο ένστασης 4 ότι η ΕΔΣΙ δεν αποκαλύπτει πως και γιατί θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και εν πάση περιπτώσει η αιτήτρια έχει επιδείξει υπέρμετρη και/ή ουσιαστική και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης, δεδομένου του γεγονότος ότι τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που τίθενται ως βάση για προώθηση της Αίτησης, έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2018, έξι και πλέον μήνες πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Η δε γενική και αόριστη αναφορά στην παράγραφο 54 της ΕΔΣΙ σε «. γεγονότα του Ιουλίου και Αυγούστου του 2018.» (παραπέμποντας ουσιαστικά στο Τεκμ. 31), εμφανώς επιχειρεί να καλύψει το χρόνο που «αναξιοποίητα» διέρρευσε. Ως προς τον πιο πάνω λόγο ένστασης η χρονολογική σειρά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση αρχίζοντας από τις 27.09.2017 που ζητήθηκε η επιστροφή των κεφαλαίων της αιτήτριας μέχρι και τον Αύγουστο του 2018, καταδεικνύει ότι ήταν συνεχής η προσπάθεια εκ μέρους της αιτήτριας να ανακτήσει τα κεφάλαια της. Υπήρξε εκτενής αλληλογραφία, συναντήσεις, επαφές τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές επαφές οι οποίες όμως δεν απέδωσαν (δεν κρίνω σκόπιμο για σκοπούς οικονομίας να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες αυτών εφόσον αναδύονται μέσα από το τεράστιο μαρτυρικό υλικό, το οποίο παρέμεινε αναμφισβήτητο, που τέθηκε ενώπιον μου) ενέργειες οι οποίες με οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια αναζήτησε την παρούσα θεραπεία με την πρώτη ευκαιρία όταν πλέον διαπίστωσε ότι δεν εύρισκε ανταπόκριση από την ΡΑΜ. Στη βάση αυτών των γεγονότων ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα. Συμφωνώ επιπρόσθετα με την επισήμανση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της αιτήτριας ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε σε μονομερή βάση οπόταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίσταται με τόσο έντονο τρόπο (βλ. υπόθεση Οντόνι v. Nomatov Investments Ltd κ.α. απόφαση ημερομηνίας 11.03.2014 Αριθμός Αγωγής 4935/13 Ε.Δ.Λεμεσού της κας Τ.Ψαρά - Μιλτιάδου Π.Ε.Δ.) στην οποία αναφέρθηκε ότι: «η καθυστέρηση στη διεκδίκηση έχει πάντα τη σημασία της και σίγουρα έχει άλλη ισχυρότερη σαφώς δυναμική όταν επιδιώκεται θεραπεία με ex-parte αίτηση». Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι δηλαδή θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι εύλογο το επιχείρημα της πλευράς της αιτήτριας ότι χωρίς τις αιτούμενες πληροφορίες καμία αγωγή δεν θα μπορεί να προωθηθεί. Σχετική εδώ είναι η απόφαση στην υπόθεση Avila όπου αποφασίστηκε ότι χωρίς το διάταγμα ΝΡ δεν θα ήταν δυνατή η προώθηση αγωγής στην Τσεχία. Αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο: «Όσον αφορά ιδιαιτέρως το ζήτημα της μη ικανοποίησης του τρίτου κριτηρίου για την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, εύλογη ήταν η κρίση του ότι χωρίς τα διατάγματα θα είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η προώθηση των διαδικασιών στην Τσεχία. Κατά συνέπεια, θα είναι δύσκολο και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προς τούτο ευστόχως παρέπεμψε στην Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, ως νομολογία που λαμβάνει υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και παράγοντες άλλους από χρηματικούς, όπως τυχόν εκδηλωθείσα παρανομία. Σχετική επίσης είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στη Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848). Με την ικανοποίηση των τριών κριτηρίων και το ισοζύγιο της ευχέρειας ή καλύτερα των αναγκών της δικαιοσύνης, σαφέστατα η πλάστιγγα έκλινε υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων». Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 5 που αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι ασφαλώς και κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως αναφέρθηκε και πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει στοιχειοθετήσει με οποιοδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό ότι το διάταγμα θα του προκαλέσει οποιαδήποτε δυσχέρεια. Περαιτέρω και όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Metaquotes με την επιβολή κατάλληλων όρων όσον αφορά τη χρήση που μπορεί να γίνει των πληροφοριών που θα αποκαλυφθούν ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιάς στον καθ' ου η αίτηση μπορεί να εξαλειφθεί. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στην ως άνω υπόθεση: «Υπό το φως των όσων έχουν ήδη λεχθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κρίνοντας ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις και ικανοποιούνταν τα κριτήρια για έκδοση των προσβαλλομένων διαταγμάτων, δίκαια κατέληξε ως προς το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας, υιοθετώντας πορεία η οποία ενείχε τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε φανεί ότι η απόφασή του ήταν λανθασμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Το ισοζύγιο της ευχέρειας - ορθότερα των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα η φράση «balance of justice» (Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892), δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων - έκλινε αναμφίβολα υπέρ του Εφεσίβλητου, αφού χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα αποστερείτο της δυνατότητας διεκδίκησης δικαστικής θεραπείας. Επιπρόσθετα, το ενδεχόμενο και ο κίνδυνος να υφίσταντο αδικία οι Εφεσείοντες στην περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων, είχαν ουσιαστικά εξαλειφθεί, ως αποτέλεσμα των ασφαλιστικών δικλείδων και των όρων που τέθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την παροχή των επίδικων θεραπειών». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση πετυχαίνει. Εκδίδονται διατάγματα ως η αίτηση με επέκταση του χρόνου συμμόρφωσης στις 30 ημέρες από σήμερα. Η αιτήτρια δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει οποιεσδήποτε πληροφορίες λάβει συνεπεία της έκδοσης των διαταγμάτων ως η αίτηση για οποιονδήποτε άλλο σκοπό πλην της λήψης εκ μέρους της νομικών μέτρων σε οποιανδήποτε δικαιοδοσία με σκοπό την διεκδίκηση του λαβείν της που προέκυψε από τους επενδυτικούς λογαριασμούς που διατηρούσε στην PAM ΑΜ 1033 και ΑΜ 1035. Οποιαδήποτε έξοδα δικαιολογηθούν από τον καθ' ου η αίτηση με σκοπό την συμμόρφωση του προς τα εκδοθέντα διατάγματα να καταβληθούν από την αιτήτρια. Τα έξοδα θα είναι υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.