← Κύπρος

Χριστοφή κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:1147/2017, 13/3/2019

Χριστοφή κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:1147/2017, 13/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1147/2017 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. ΧΧΧ Χριστοφή
  2. ΧΧΧ Χριστοφή
  3. ΧΧΧ Χριστοφή Εναγόντων και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα 1/αιτητή: κ. Αλ. Αργυρού για Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διατάγματος ακύρωσης πλειστηριασμού στη βάση του Μέρους VIA του Ν.9/65 με ημερ. 13.02.2019) Ο ενάγοντας 1 (στη συνέχεια «ο αιτητής») με την παρούσα αίτηση του αιτείται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην εναγομένη (στη συνέχεια «η καθ' ης η αίτηση») να προχωρήσει με πλειστηριασμό της υποθήκης υπ' αριθμό ΧΧΧ ημερομηνίας 8.03.2016 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/ Φ/Σχ, --/2-203-343, τμήμα 6, τεμάχιο 4Χ9, τετρ. Μέτρα 845 μερίδιο ½ στον Δήμο Αγίου Αθανασίου στην Επαρχία Λεμεσού. Σημειώνω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως επιδοθεί καθώς κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε στο στοιχείο του κατεπείγοντος. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60, στoν περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38, Δ.39, Δ.48 θ.1-9, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 6

(1)και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, Μέρος VIA: άρθρα 44Α - 441ΑΑ και στα Παραρτήματα του Νόμου, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015, Κ.Δ.Π.185/2015, επί των γενικών αρχών του Νόμου, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. ΧΧΧ Χριστοφή ημερ. 13.02.2019 ο οποίος ως εκ της ιδιότητας τους δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία και εκθέτει σε μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση η οποία καταλαμβάνει 50 πυκνογραμμένες σελίδες όπου κάνει αναφορά σε όλο το φάσμα των διαφορών του με τον αδελφό του κ. ΧΧΧ Χριστοφή, ο οποίος δεν είναι διάδικος εδώ, τις οποίες όμως εμπλέκει κατά τρόπο που κατά την άποψη του επηρεάζουν και την παρούσα διαδικασία. Τα ουσιαστικά όμως ζητήματα που ενδιαφέρουν στην παρούσα, θα εκτεθούν στη συνέχεια όπου θα αναλυθούν οι λόγοι ένστασης και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να αποπειραθώ ούτε καν κάποια σύνοψη τους σε αυτό το μέρος της απόφασης μου. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  1. Η Αίτηση είναι ουσιωδώς παράτυπη και πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη.
  2. Η Αίτηση δεν αποτελεί ορθό δικονομικό διάβημα και/ή αντίκειται στις ρητές, ειδικές νομοθετικές διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και/ή είναι καταχρηστική.
  3. Η προθεσμία των 30 ημερών για καταχώριση αίτησης-έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης έχει παρέλθει άπρακτη και/ή οι Αιτητές έχουν απωλέσει το δικαίωμα ακύρωσης της διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης και/ή δεν δύνανται να αναβιώσουν αυτό τους το δικαίωμα και/ή να το υποκαταστήσουν επικαλούμενοι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αφού αυτό θα εξουδετέρωνε με ανεπίτρεπτο τρόπο μια ειδική νομοθεσία η οποία υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου γενικού νομοθετήματος. Άνευ βλάβης των ανωτέρω:
  4. Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και η νομολογία.
  5. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην αγωγή.
  6. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας των αξιώσεων τους στην αγωγή.
  7. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ότι χωρίς την έκδοση τους θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν έχει αμφισβητηθεί η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η Αίτηση να επιστρέψει ή καταβάλει στους Αιτητές οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως κριθεί ότι δικαιούνται.
  8. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος.
  9. Η καταχώρηση και/ή προώθηση της Αίτησης είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή επιδιώκει μόνο την καθυστέρηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται δια Νόμου και/ή την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της Καθ' ης η Αίτηση να εισπράξει τα χρήματα που της οφείλονται και/ή να εξασφαλίσει το λαβείν της.
  10. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει βλάβη και/ή ζημιογόνα καθυστέρηση στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή θα εξουδετερώσει το συμβατικό της δικαίωμα να προχωρήσει με την εκτέλεση της εμπράγματης εξασφάλισης της και/ή θα της αποστερήσει το δικαίωμα ενάσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της και/ή της εξασφάλισης του λαβείν της.» Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/1960)άρθρα 29-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-9, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)άρθρα 5, 21, 27, Μέρος VI, Μέρος VIA 44Α - 44ΙΑΑ, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας άρθρα 23, 25, 26 και 28, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 άρθρα 64 και 65, στη σχετική νομολογία, σύμφυτη εξουσία, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τέθηκε με ένορκη δήλωση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση από τον κ. ΧΧΧ Κογκοττή. Δεν θα καταγράψω σ' αυτό το μέρος της απόφασης μου όσα προβάλλει και αναπτύσσει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη των λόγων ένστασης εφόσον αυτά θα τύχουν διεξοδικής ανάλυσης στη συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε προβαλλόμενα επιχειρήματα τα οποία είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Με την αίτηση που υποβλήθηκε από τον ενάγοντα 1/ αιτητή κ. Χριστοφή επιζητείται ενδιάμεσο διάταγμα που στόχο έχει να απαγορεύσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/ Φ/Σχ, --/2-203-343, τμήμα 6, τεμάχιο 4Χ9, τετρ. Μέτρα 845 στον Δήμο Αγίου Αθανασίου στην Επαρχία Λεμεσού (στο εξής το «Ενυπόθηκο Ακίνητο»). Η διαδικασία εκποίησης που προνοεί ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος (Ν.9/1965)(στο εξής ο «Νόμος») έχει ξεκινήσει και ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου είναι προγραμματισμένος για σήμερα13.3.
  11. Εξέταση των λόγων ένστασης 1,2 και 3: Ο πρώτος λόγος ένστασης ότι δηλαδή η αίτηση είναι ουσιωδώς παράτυπη και πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη είναι γενικός και ως εκ τούτου δεν θα εξεταστεί αυτοτελώς αλλά θα συνδυαστεί και εξειδικευτεί κατά την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Προβλήθηκε ως δεύτερος λόγος ένστασης ότι η αίτηση δεν αποτελεί ορθό δικονομικό διάβημα και/ή αντίκειται στις ρητές, ειδικές νομοθετικές διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και/ή είναι καταχρηστική. Ο τρίτος λόγος αφορά την προθεσμία των 30 ημερών που προνοείται για την καταχώριση αίτησης - έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης και ότι έχει παρέλθει άπρακτη και/ή ο αιτητής έχει απωλέσει το δικαίωμα ακύρωσης της διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης και/ή δεν δύναται να αναβιώσει αυτό του το δικαίωμα και/ή να το υποκαταστήσει επικαλούμενος το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αφού αυτό θα εξουδετέρωνε με ανεπίτρεπτο τρόπο μια ειδική νομοθεσία η οποία υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου γενικού νομοθετήματος. Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα, το Άρθρο 44Γ
(3)στο Μέρος VIA του Νόμου, παρέχει τη δυνατότητα στον εκάστοτε ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ζητήσει την ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού καταχωρώντας έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης τύπου «ΙΑ». Το πιο πάνω αποτελεί συνεπώς ένα ειδικό νομοθέτημα το οποίο καθορίζει με σαφή και εξαντλητικό τρόπο το ένδικο μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ακύρωση μιας σκοπούμενης πώλησης μέσω πλειστηριασμού. Παράλληλα, καθορίζει με επιτακτικό τρόπο ότι το εν λόγω ένδικο μέσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί εντός 30 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης «ΙΑ», και καθορίζει με εξαντλητικό τρόπο 6 λόγους οι οποίοι αποκλειστικά και μόνο δύνανται να δικαιολογήσουν τον παραμερισμό. Ο Νόμος, και ειδικότερα το Μέρος VIA αυτού, αποτελεί συνεπώς μια ειδική νομοθεσία, που σκοπό έχει να εισάξει μια νέα, εναλλακτική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων, η οποία θα διέπεται από τις ειδικές και συγκεκριμένες διατάξεις του Μέρους VIA. Συμφωνώ με την πλευρά της καθ' ης η αίτηση ότι ως ειδική νομοθεσία, ο Νόμος υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου γενικού νομοθετήματος, και οι διατάξεις του διέπουν αποκλειστικά τη διαδικασία πώλησης που ο ίδιος με το Μέρος VIA εισάγει. Οποιαδήποτε άλλη γενικότερη νομοθεσία, όπως για παράδειγμα το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που παρέχει στα Δικαστήρια μια γενική εξουσία παροχής προσωρινής θεραπείας, υποχωρεί και δεν μπορεί να εφαρμοστεί για θέματα τα οποία η ειδική νομοθεσία ρυθμίζει. Και όλα αυτά καθώς αποτελεί καθιερωμένη ερμηνευτική αρχή η οποία έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από τα Δικαστήρια μας, ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali». Όταν δηλαδή δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο υπερισχύει του νόμου που το ρυθμίζει γενικά. Κρίνω επομένως ότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν μπορεί να υποκατασταθεί σε καμία περίπτωση από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου το οποίο δεν μπορεί να παράσχει το απαιτούμενο νομικό υπόβαθρο για απαγόρευση ενός ενυπόθηκου πιστωτή από το να πωλήσει το υποθηκευμένο προς όφελος του ακίνητο. Ο αιτητής όφειλε αν επιθυμούσε την ακύρωση της πώλησης, να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3), το οποίο μάλιστα συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης του. Μόνο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η οποία καθορίζει και τις προϋποθέσεις έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος, θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδικάσει τις αιτούμενες θεραπείες. Αν ο εκάστοτε ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλος ενδιαφερόμενος δικαιούτο να εξασφαλίζει ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα για απαγόρευση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, τότε η καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ο ίδιος ο νόμος απαιτεί θα ήταν πλέον ανώφελη ενώ οι προϋποθέσεις που με εξαντλητικό τρόπο καθορίζονται στο άρθρο 44Γ
(3)θα έχαναν τη σημασία τους. Τα ίδια ως άνω υιοθέτησα και στην απόφαση μου της 17.12.2018 Αρ. Αγ. 1471/2018 Ilasa Enterprises Company Ltd κ.ά v. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ τα οποία και επαναλαμβάνω. Στη σελ. 28 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη του ειδικού νόμου Ν. 9/1965που παρέχει και ρυθμίζει τη δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της έφεσης να μην μπορεί να υποκατασταθεί από το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι η διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου να μην μπορεί να τερματισθεί ή διακοπεί με την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής». Οι αιτητές επικαλούνται το άρθρο 44Γ
(3)(δ) («έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου») και ότι αιτούνται την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος έτσι ώστε να καταχωρίσουν στη συνέχεια έφεση στη βάση αυτού του άρθρου. Αυτό όμως είναι αδύνατο αφού έχει παρέλθει άπρακτη η ανατρεπτική προθεσμία των 30 ημερών εντός της οποίας οι αιτητές δικαιούνταν να καταχωρίσουν έφεση για ακύρωση της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης που τους είχε επιδοθεί όπως οι ίδιοι παραδέχονται στις 22.01.2019 (βλ. παράγραφο 50 Ε/Δ αίτησης). Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι χρονικές προθεσμίες που προβλέπουν οι νόμοι και οι διαδικαστικοί κανονισμοί πρέπει να τηρούνται ενώ οποιαδήποτε καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά (βλ. Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) ΛΤΔ ν. Λάμπρου Αδάμου Χ"Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470 και Αίτηση/Έφεση αρ.299/2018 Aldecor Trading Ltd v. Astrobank Ltd, ημερ.22/10/2018). Ουδεμία εξήγηση έχει δοθεί από τον αιτητή για την παράλειψη του αυτή, η οποία κατά την αντίληψη μου έχει καταλυτικές συνέπειες για την έκβαση της παρούσας αφού η διαδικασία πώλησης δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί και η έφεση που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου δεν είναι πλέον διαθέσιμη για τον αιτητή. Επιδιώκεται κατ' ουσία η αναβίωση από τον αιτητή του δικαιώματος του να προσβάλει την σκοπούμενη πώληση προσπαθώντας στην ουσία να υποκαταστήσει τη νομοθετημένη διαδικασία της έφεσης με τη γενικότερη εξουσία παροχής προσωρινής θεραπείας του άρθρου 32, κάτι που όπως έχει ήδη εξηγηθεί, δεν μπορεί να επιτραπεί. Ο νομοθέτης έχει καθορίσει με σαφή και εξαντλητικό τρόπο τη μοναδική διαδικασία που πρέπει και μπορεί να ακολουθηθεί και η οποιαδήποτε προσπάθεια εξουδετέρωσης και υποκατάστασης μιας ειδικής νομοθεσίας πρέπει να απαγορευθεί. Εξάλλου, αν κάτι τέτοιο γινόταν επιτρεπτό, θα παραγνώριζε παντελώς τη διαδικασία που το Μέρος VIA έχει θεσπίσει και τους λόγους που ο νομοθέτης εν τη σοφία του έχει καθορίσει ως τους μοναδικούς ικανούς να σταματήσουν τον πλειστηριασμό. Η θεραπεία που ο νομοθέτης παρέχει στον εκάστοτε ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο, είναι ο παραμερισμός της ειδοποίησης «ΙΑ». Αυτό όμως δεν απαγορεύει τον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με τον πλειστηριασμό αφού διατηρεί το δικαίωμα του να άρει οποιαδήποτε παρατυπία είχε εντοπιστεί στην ειδοποίηση και να επαναπρογραμματίσει τον πλειστηριασμό κατόπιν επίδοσης νέων ειδοποιήσεων. Σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ο Νόμος διαλαμβάνει, ο αιτητής ζητεί με την παρούσα αίτηση, να απαγορευθεί στην καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με τον πλειστηριασμό, θεραπεία η οποία δεν αναγνωρίζεται από το Νόμο, έρχεται σε σύγκρουση με τη βούληση του νομοθέτη και υπερβαίνει κατά πολύ την αρμοδιότητα και την εξουσία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)(δ) παρέχεται η δυνατότητα στον αιτητή να ζητήσει ένα τέτοιο απαγορευτικό διάταγμα έτσι ώστε να προχωρήσει στη συνέχεια με την έφεση που ο Νόμος καθορίζει αυτή όμως η δυνατότητα πλέον δεν είναι διαθέσιμη στον αιτητή όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, το άρθρο 44Γ
(3)(δ) δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου να ερμηνευθεί με τρόπο που να επιτρέπει, πριν την καταχώρηση έφεσης, την καταχώριση ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια αγωγής για απαγόρευση του πλειστηριασμού. Αυτό θα ισοδυναμούσε με κατάχρηση της διαδικασίας αφού η αναγκαία από το Νόμο έφεση θα επεδίωκε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα είχε ήδη επιτευχθεί. Η προώθηση δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα αποτελεί την κλασική μορφή κατάχρησης της διαδικασίας, την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία αλλά και καθήκον να αποτρέπει (βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248). Στην ως άνω αναφερόμενη απόφαση μου Ilasa Enterprises Company Ltd (πιο πάνω) αναφέρω και τα εξής στις σελ. 29 - 31: «Η υποπαράγραφος 44Γ
(3)(δ) δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που καθιστά την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ προϋπόθεση για την καταχώρηση έφεσης. Και αυτό γιατί, αν πράγματι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ να καταχωρείται αίτηση για την εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος που θα απαγορεύει την σκοπούμενη πώληση και στη συνέχεια να καταχωρείται και έφεση για να πετύχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, θα σήμαινε ότι o νομοθέτης επιδιώκει την αύξηση των διαδικασιών σε αντίθεση προς τον σκοπό του Νόμου και παράλληλα να επιζητεί την προώθηση παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα νομιμοποιώντας έτσι και ενθαρρύνοντας την κατάχρηση της διαδικασίας. Αποτελεί ερμηνευτική αρχή ότι ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για σκοπούς της ορθής ερμηνείας του (βλ. Κωνσταντίνος Κυριακίδης κ.α. v. Μερόπης Δικηγορόπουλου κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1164 ). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Νομοσχεδίου (Αρ. 225) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 5.11.2014 (βλ. σελ.1259), «Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων.» Ο σκοπός δηλαδή του Νόμου είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας και όχι η καθυστέρηση της με επιπρόσθετες δικαστικές διαδικασίες. Προφανώς η καταχώριση επιπρόσθετης αίτησης στα πλαίσια αγωγής δεν θα μπορούσε να συνάδει με αυτό τον σκοπό. (.) Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, συμφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της καθ' ης η αίτηση ότι δεν είναι ορθή η ερμηνεία του άρθρου 44Γ
(3)(δ) κατά τρόπο που να εννοεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης πριν την καταχώριση έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» και ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης δύναται να καταχωρίσει και ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια αγωγής που θα επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα υπό τη μορφή παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος». Εξέταση των λόγων ένστασης 4,5 και 6: Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης 4, 5 και 6 ο αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και/ή δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και η νομολογία. Ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην αγωγή και ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας των αξιώσεων του στην αγωγή. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αποφάσισα πιο πάνω δεν παρέχει υπό τις περιστάσεις το ορθό και απαραίτητο νομικό υπόβαθρο, ο αιτητής όμως επιπρόσθετα δεν έχει ούτως ή άλλως ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 και η επί του θέματος νομολογία. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση για ανάγκη ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016)σελ.123 είναι διαφωτιστικό: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου. (.) Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη δήλωση του. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του». Για να ικανοποιηθεί δε η δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει ο εκάστοτε αιτητής να αποδείξει ότι έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. Όπως λέχθηκε στην Odysseos v. A Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 CLR 557, «'A probability' in the context of the proviso to s.32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible, chance of success». Όπως επεξηγείται στο ίδιο ως άνω Σύγγραμμα, αν και το επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό, «αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα ματρυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες». Στις παραγράφους 9 - 47 της Ε/Δ ένστασης, σχολιάζεται εκτεταμένα η προσκομισθείσα μαρτυρία των αιτητών και παρουσιάζονται τα πραγματικά γεγονότα, κρίνω ότι με αυτά ο αιτητής δεν έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας των αξιώσεων του. Εξηγούμαι: Σε σχέση με τη συμφωνίες προσωπικών εγγυήσεων 1.03.2016: Το πρώτο που θα πρέπει να αναφερθεί είναι ότι οι αξιώσεις που σχετίζονται με τις συμφωνίες εγγύησης ημερομηνίας 1.03.2016, δεν σχετίζονται με το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα απαγόρευσης του πλειστηριασμού και συνεπώς, η εγκυρότητα ή βασιμότητα τους δεν πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν ακυρώνονταν οι συμφωνίες εγγύησης, αυτό δεν θα επηρέαζε την ισχύ της σύμβασης υποθήκης δυνάμει της οποίας θα πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο ούτε το ποσό που ο ενυπόθηκος οφειλέτης-ενάγοντας 1 οφείλει δυνάμει αυτής. Ως εκ τούτου, το αιτούμενο διάταγμα απαγόρευσης του πλειστηριασμού δεν σχετίζεται με τις αξιώσεις για ακύρωση των προσωπικών εγγυήσεων, συνεπώς η έκδοση του δεν στοχεύει στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του αιτητή σε σχέση με τις αξιώσεις αυτές μέχρι την τελική εκδίκαση τους. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Igor Zhigachov κ.α
(2013)1Α Α.Α.Δ 133 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320).» Ανεξάρτητα των πιο πάνω, η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τον αιτητή δεν είναι αρκετή για να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης που φέρει για θεμελίωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Και τούτο καθώς ο μοναδικός ισχυρισμός που προβάλλει ο ομνύοντας-ενάγων 1 είναι ότι οι συμφωνίες εγγύησης είναι άκυρες επειδή οι όροι τους δεν είχαν επεξηγηθεί σε αυτούς και τις είχαν υπογράψει χωρίς να λάβουν νομική συμβουλή. Καταρχάς, οι ισχυρισμοί σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης των εναγόντων 2 και 3 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο που οι ίδιοι οι ενάγοντες 2 και 3 δεν έχουν προσφέρει οι ίδιοι μαρτυρία για θέματα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο της δικής τους γνώσης και χωρίς καν να αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα. Παράλληλα, οι ενάγοντες 2 και 3 δεν φαίνεται να έχουν εξουσιοδοτήσει τον ομνύοντα να προσφέρει μαρτυρία και εκ μέρους τους, κάτι που επίσης έχει καταλυτικές συνέπειες για τους ισχυρισμούς που προβάλλει σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης των εναγόντων 2 και
  2. Σχετική είναι η υπόθεση Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας με αρ.5762/2013 RUPINDER SINGH ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.11/11/2013, όπου η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Π. Παναγή υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82 ανέφερε τα ακόλουθα: «Μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Θα πρέπει όμως να αποκαλύπτονται οι πηγές της πληροφόρησης του και η εξουσιοδότηση του (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82). Στην προκείμενη περίπτωση ο ομνύων δεν αναφέρει ότι προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση κατ' εξουσιοδότηση του αιτητή ή οποιουδήποτε αντιπροσώπου του τελευταίου, ενώ τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση μεταφέρονται από τον ομνύοντα, δικηγόρο, χωρίς αυτός να προσδιορίζει την πηγή της πληροφόρησης του. Θεωρώ ότι αυτοί οι λόγοι είναι επαρκείς για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση και, κατ' ακολουθία, να απορριφθεί η αίτηση. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον αιτητή στην αγόρευση του ότι η ένορκη δήλωση έγινε από άτομο που γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης και που ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένο από τον αιτητή να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, δεν μπορεί να συμπληρώσει το πιο πάνω κενό.» Ως προς δε την ουσία των ισχυρισμών, ο κ. Κογκοττής εξηγεί στην Ε/Δ ένστασης ότι όλοι οι όροι των συμφωνιών είχαν επεξηγηθεί στον αιτητή και στους άλλους εγγυητές του πλήρως και επαρκώς ενώ είναι τόσο ξεκάθαρα διατυπωμένοι που δεν χωρεί αμφιβολία ως προς τη σημασία και ερμηνεία τους. Παρουσιάζει μάλιστα αντίγραφα των εν λόγω συμφωνιών ως Τεκμ. 1, κάτι που ο αιτητής δεν έπραξε ως όφειλε. Η θέση του κ. Κογκοττή δεν αντικρούστηκε είτε μέσω αντεξέτασης είτε μέσω προσκόμισης πρόσθετης γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας κατά τρόπο που να έχει και το ίδιο το Δικαστήριο την ευχέρεια να τους διεξέλθει συμφωνώντας με την πιο πάνω διαπίστωση. Στην Ιacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1377, 1380-81, αναφέρεται ότι: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G. [1989] 1(E) A.A.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou [1992] 1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Σύμφωνα με τη νομολογία μας στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας, απαιτείται να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή την οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία της καθ' ης η αίτηση. Απόλυτα καθοδηγητικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αθανάσιος Κυριάκου κ.α. ν. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, 26/9/2017: «Προκύπτει, έτσι, ρητώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη δεύτερη προϋπόθεση με βάση τις ένορκες δηλώσεις που παρουσίασε η εφεσίβλητη, ενώ το καθήκον του ήταν να κρίνει και να αποφασίσει πάνω ολότητα του ενώπιον του υλικού (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α., ανωτέρω). Ουδεμία αναφορά γίνεται στα στοιχεία που παρουσίασε η άλλη πλευρά. Έχει κατ΄επανάληψη λεχθεί ότι το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Είναι, όμως, εξίσου ορθό ότι, οφείλει, παρά ταύτα, να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία και αυτή είναι η έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, με τον τρόπο που εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557. Σ΄αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Εν προκειμένω, τέτοια διεργασία δεν έλαβε χώρα.» Η μαρτυρία του αιτητή είναι ανεπαρκής για να αποδείξει τις αξιώσεις του αφού όχι μόνο παραλείπει να παρουσιάσει τις συμφωνίες για να δώσουν την ευκαιρία στο Δικαστήριο να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς του, αλλά παραλείπει να αναφέρει ποιόν όρο δεν είχε κατανοήσει και με ποιο τρόπο αυτή η παρανόηση έχει επηρεάσει τα δικαιώματα του. Βεβαίως, απουσιάζει και οποιαδήποτε μαρτυρία ικανή να επιφορτίσει την καθ' ης η αίτηση με ένα τέτοιο καθήκον ή υποχρέωση στα πλαίσια ενάσκησης των καθηκόντων της ως τραπεζικός οργανισμός και όχι σύμβουλος του αιτητή. Κρίνω ότι οι πιο πάνω παραλείψεις αφαιρούν κάθε βασιμότητα από τους ισχυρισμούς του, αφήνοντας τους μετέωρους και ανίκανους να στοιχειοθετήσουν σε οποιοδήποτε βαθμό τις αξιώσεις του. Στο σύγγραμμα Διατάγματα (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες». Το ίδιο ισχύει και για το παράπονο των αιτητή ότι δεν έλαβε νομική συμβουλή. Η εξασφάλιση νομικής συμβουλής ήταν αναφαίρετο δικαίωμα του, και ουδέποτε του αποστερήθηκε. Δεν υπάρχει άλλωστε ισχυρισμός για κάτι τέτοιο. Ο αιτητής είναι άτομο επαγγελματίας, με χρόνια εμπειρίας στο εμπόριο που ήδη εκπροσωπείται από δικηγόρους σε δικαστικές διαδικασίες και λαμβάνει συμβουλές κατά διαστήματα από διάφορους νομικούς και λογιστές όπως ο αιτητής διατείνεται στην ένορκη δήλωση του. Είχε κάθε δυνατότητα να εκτιμήσει την ανάγκη εξασφάλισης νομικής συμβουλής και να την λάβει αν πράγματι το επιθυμούσε. Η επίρριψη ευθύνης στην καθ' ης η αίτηση λόγω της παράλειψης του να λάβει νομική συμβουλή είναι παντελώς ανυπόστατη και αδικαιολόγητη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί κακοδιαχείρισης των οικονομικών της εταιρείας C. & A. Wheels - Speed Trading Ltd (στο εξής η «Εταιρεία»), κρίνω ότι δεν μπορούν να ενταχθούν με οποιοδήποτε τρόπο στα πλαίσια εξέτασης των αξιώσεων για ακύρωση των εγγυήσεων με αποτέλεσμα η εξέταση τους να καθίσταται ανώφελη. Πρέπει δε να ειπωθεί εδώ ότι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν μπορούν να προωθούνται εδώ από τον αιτητή υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά μόνο από την Εταιρεία ή έστω από τον ίδιο και τους άλλους ενάγοντες εκ μέρους και για λογαριασμό της Εταιρείας στα πλαίσια παράγωγης αγωγής, κάτι που όμως δεν ισχύει στην παρούσα. Σε σχέση με τη συμφωνία υποθήκης Υ.672/2016: Παρόμοια αντικρίζονται ως γενικοί και αόριστοι και οι ισχυρισμοί σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας υποθήκης Υ. 672/
  1. Συγκεκριμένα, ο ενάγων 1/αιτητής αναφέρει μόνο ότι οι όροι της δεν του είχαν επεξηγηθεί και ότι δεν είχε λάβει νομική συμβουλή. Όπως έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν στον απαιτούμενο βαθμό το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας που απαιτείται βάσει του άρθρου
  2. Αντίγραφο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην Ε/Δ ένστασης ως Τεκμ. 2 έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τα πιο πάνω. Κάτι που οι αιτητές παρέλειψαν να πράξουν ως όφειλαν έτσι ώστε να εξηγήσουν στο Δικαστήριο τι ακριβώς εννοούν. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται στην Ε/Δ ένστασης (χωρίς να αντικρουστούν μέσω αντεξέτασης ή πρόσθετης μαρτυρίας), αφού όπως ο κ. Κογκοττής αναφέρει, οι όροι της συμφωνίας υποθήκης είχαν επεξηγηθεί στον ενάγοντα 1 πλήρως και επαρκώς ενώ είναι τόσο ξεκάθαρα διατυπωμένοι που δεν χωρούν αμφιβολία ως προς τη σημασία και ερμηνεία τους κάτι που διαπιστώνεται και από το Δικαστήριο μελετώντας το σχετικό έγγραφο. Ο ενάγων 1/ αιτητής παραλείπει, όπως ακριβώς και σε σχέση με τις συμφωνίες εγγύησης, να αναφέρει ποιόν όρο δεν είχε κατανοήσει και με ποιο τρόπο αυτή η παρανόηση έχει επηρεάσει τα δικαιώματα του. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του παραμένουν γενικοί και αόριστοι και δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν σε οποιοδήποτε βαθμό. Όσο για τον ισχυρισμό του ενάγοντος 1/ αιτητή ότι δεν είχε λάβει νομική συμβουλή, ισχύουν τα ίδια ως άνω και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Σε σχέση με την προσπάθεια του ενάγοντος 1/αιτητή να παρουσιάσει τη σύναψη της συμφωνίας παρατραβήγματος και υποθήκης ως μονομερείς ενέργειες του κ. ΧΧΧ Χριστοφή, προφανώς για να δημιουργήσει κάποιο υπόβαθρο για αμφισβήτηση των εγγυήσεων και υποχρεώσεων του, θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα προερχόμενα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου: - Πουθενά ο ενάγων 1 δεν ισχυρίζεται ότι υποχρεώθηκε ή ξεγελάστηκε να υποθηκεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Ούτε ισχυρίζεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε χωρίς την συγκατάθεση του. Αντιθέτως, ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 24 της Ε/Δ αίτησης ότι του είχε ζητηθεί να το υποθηκεύσει («μου είχε ζητηθεί όπως υποθηκεύσω.») κάτι που φανερώνει ότι εναπόκειτο στον ίδιο αν θα το υποθήκευε ή όχι και είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί όμως αποφάσισε να το υποθηκεύσει. - Ο ισχυρισμός του τον οποίο επαναλαμβάνει ότι το όριο του παρατραβήγματος είχε δοθεί κατόπιν μονομερών ενεργειών του ΧΧΧ Χριστοφή («και πάλιν χωρίς την οποιαδήποτε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, θα αυξάνετο το όριο του παρατραβήγματος») καταρρίπτεται από την επιστολή της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 4.01.2016 (Τεκμ. 3 στην Ε/Δ ένστασης) την οποία ο ίδιος είχε υπογράψει την 1.03.2016 ενώ μάλιστα την υπέγραψαν και οι ενάγοντες 2 και
  3. Οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για δήθεν αμέλεια της καθ' ης η αίτηση, παράβαση καθήκοντος, ουσιώδεις παραλείψεις, ανέντιμη συμπεριφορά κ.α. Στη βάση των νομολογηθέντων στην Igor Zhigachov και Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320 κρίνω ότι η όποια εγκυρότητα ή βασιμότητα των αξιώσεων για αποζημίωση εναντίον της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος. Ειδικότερα, ακόμη και αν επιδικάζονταν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις εναντίον της καθ' ης η αίτηση και προς όφελος του αιτητή, αυτό δεν θα επηρέαζε την ισχύ της σύμβασης υποθήκης δυνάμει της οποίας θα πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο ούτε το ποσό που ο ενυπόθηκος οφειλέτης-ενάγων 1 οφείλει δυνάμει αυτής. Ως εκ τούτου, το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα δεν είναι επικουρικό αυτής της αξίωσης, ούτε υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αυτού του αγώγιμου δικαιώματος. Με άλλα λόγια, αν η μόνη αξίωση του αιτητή ήταν για αποζημιώσεις, δεν θα δικαιολογείτο η υποβολή αιτήματος για απαγόρευση του πλειστηριασμού μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, η μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο αιτητής δεν είναι επαρκής για να θεμελιώσει τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Ειδικότερα μάλιστα ενόψει της μαρτυρίας του κ. Κογκοττή ότι η καθ' ης η αίτηση ενήργησε σε όλους τους χρόνους νόμιμα, επαγγελματικά, με τη δέουσα επιμέλεια και έπραξε ως όφειλε στα πλαίσια πάντα των υποχρεώσεων της και των όσων οι συμφωνίες με τα μέρη προνοούσαν, μαρτυρία η οποία δεν έχει αντικρουστεί (βλ. Iacovou Brothers ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει και σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του αιτητή συγκεκριμένα, σε σχέση με το πρώτο παράπονο του ότι η καθ' ης η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στο ψήφισμα ημερομηνίας 31.05.2016 (παρ. 32-33 Ε/Δ αίτησης), αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κάτι που άλλωστε επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα από την επιστολή της καθ' ης η αίτηση - Τεκμ. 4 στην ένσταση. Εξάλλου, μετά από πάροδο πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, η καθ' ης η αίτηση παρέλαβε δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 19.07.2016 (Τεκμ. 5 στην Ε/Δ ένστασης) το οποίο διέταζε την αποπαγοποίηση του λογαριασμού και εξουσιοδοτούσε τον κ. ΧΧΧ Χριστοφή να ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος αξιωματούχος της Εταιρείας και να τη δεσμεύει με την υπογραφή του. Διάταγμα με το οποίο η καθ' ης η αίτηση όφειλε βεβαίως να συμμορφωθεί. Το δεύτερο παράπονο του αιτητή φαίνεται να είναι ότι η καθ' ης η αίτηση ενέκρινε το όριο παρατραβήγματος χωρίς να της είχαν παραδοθεί ελεγμένοι λογαριασμοί. Όμως, όπως είχε εξηγήσει η καθ' ης η αίτηση στην επιστολή της ημερομηνίας 3.10.2016 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 8Α στην Ε/Δ αίτησης, οι πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν εγκριθεί κατόπιν προσκόμισης των ελεγμένων οικονομικών λογαριασμών της εταιρείας για τα έτη 2013 και
  5. Αυτό το παραδέχεται ο αιτητής (βλ. επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 26.10.2016 - Τεκμ. 10 στην Ε/Δ αίτησης). Απόλυτα σχετική είναι και η παράγραφος 53
(1)της Ε/Δ αίτησης στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι η καθ' ης η αίτηση βασίστηκε σε ελεγμένους λογαριασμούς που της παρουσιάστηκαν. Ο αιτητής προσάπτει διάφορες καταγγελίες εναντίον των ελεγκτών της Εταιρείας και αναφέρει ότι κάποια από τα γεγονότα που ακολούθησαν «αποδεικνύουν ότι οι λογαριασμοί είναι ψεύτικοι». Αυτά όμως δεν είναι θέματα που αφορούν την καθ' ης η αίτηση, ούτε άλλωστε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση κατά τον χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας παρατραβήγματος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ή συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στις ενέργειες που ο αιτητής καταγγέλλει. Επισημαίνεται ότι το αίτημα για παραχώρηση ορίου παρατραβήγματος στην Εταιρεία υπογράφτηκε από όλους τους διευθυντές, δηλαδή και από τον αιτητή στην παρούσα (βλ. Τεκμ. 3 στην Ε/Δ ένστασης). Γεγονός που ο αιτητής επιμελώς αποκρύβει αλλά είναι καθοριστικό ως προς την επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων. Όσον αφορά δε τις καταγγελίες στις οποίες ο αιτητής αναφέρει ότι έχει προβεί εναντίον της καθ' ης η αίτηση από τις 9.11.2016, ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί για την εξέλιξη και το αποτέλεσμα τους κάτι που κατά τη γνώμη μας είναι ενδεικτικό της αβασιμότητας τους. Οι ενάγοντες επιδιώκουν με την αγωγή τους αναγνωριστική δήλωση που να κηρύττει παράνομα τα επιτόκια, τους τόκους υπερημερίας κ.τ.λ. που χρεώνονται στην Εταιρεία. Με την εν λόγω αξίωση ζητείται διάταγμα που να κηρύττει παράνομους και αντισυμβατικούς κάποιους από τους τόκους που έχουν επιβληθεί στον λογαριασμό με αρ. 215-01-7474ΧΧΧ της Εταιρείας. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται υπό την προσωπική του ιδιότητα να προωθεί την εν λόγω αξίωση αφού δεν είναι μέρος στη συμφωνία παραχώρησης του ορίου παρατραβήγματος στον λογαριασμό 215-01-7474ΧΧΧ της Εταιρείας. Απόλυτα σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153: «Είτε άκυρη ή ακυρώσιμη είναι μια συμφωνία αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η εφεσίβλητη ως μη μέρος της συμφωνίας μπορούσε να προσβάλει το κύρος της συμφωνίας. Τούτο γιατί σύμφωνα με το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract) ένας που δεν είναι μέρος της συμφωνίας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή επί της συμφωνίας». Η παρούσα δε αγωγή δεν είναι παράγωγη αφού οι ενάγοντες δεν προωθούν οποιαδήποτε από τις αξιώσεις τους εκ μέρους της Εταιρείας. Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με αυτή την αξίωση η οποία συνεπώς δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας, ιδιαίτερα ενόψει και της αναντίλεκτης μαρτυρίας του κ. Κογκοττή ότι όλες οι χρεώσεις έχουν γίνει σε συνάρτηση με τη συμφωνία μεταξύ της καθ' ης η αίτηση και της Εταιρείας και ουδέποτε η Εταιρεία διαμαρτυρήθηκε. Ο αιτητής εισηγείται την ακύρωση των ειδοποιήσεων τύπου «Θ» και «Ι». Δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να μπορεί να δικαιολογήσει τις αξιώσεις για ακύρωση των ειδοποιήσεων «Θ» και «Ι». Ακόμη όμως και να παρουσιαζόταν τέτοια μαρτυρία, δεν υπάρχει η δυνατότητα ακύρωσης των ειδοποιήσεων «Θ» και «Ι» αφού πρόκειται για επιστολές ενημερωτικού χαρακτήρα που δεν έχουν επηρεάσει τα δικαιώματα του αιτητή ούτε του έχουν προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά και που σαφώς δεν μπορούν να «ακυρωθούν», ότι και αν αυτό σημαίνει. Εξέταση του λόγου ένστασης 7: Προβάλλεται ως λόγος ενστασης αρ. 7 ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ότι χωρίς την έκδοση τους θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν έχει αμφισβητηθεί η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η Αίτηση να επιστρέψει ή καταβάλει στους Αιτητές οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως κριθεί ότι δικαιούνται. Για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Βέβαια, το Δικαστήριο δεν προχωρά στην εξέταση αυτού του κριτηρίου αν δεν ικανοποιηθεί πρώτα ότι οι δύο προηγούμενες προϋποθέσεις ικανοποιούνται, κάτι που δεν συμβαίνει όπως έχω κρίνει πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, ο αιτητής με τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει δεν έχει ικανοποιήσει ούτε και αυτό το κριτήριο. Το μόνο που αναφέρει ο αιτητής που είναι και ο ενυπόθηκος οφειλέτης, είναι ότι σε περίπτωση που η καθ' ης η αίτηση πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο «δεν θα μου αφήνεται εμένα και της οικογένειας μου τέτοια στέγαση η οποία είναι απόλυτα αναγκαία για την στέγαση μου και της οικογένειας μου.» Δεν έχει όμως προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την αδυναμία του να εξεύρει εναλλακτική κατοικία σε περίπτωση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας είναι μοιραία για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και για την αιτούμενη απαγόρευση της σκοπούμενης πώλησης. Απόλυτα σχετική επί του προκειμένου είναι η Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αρ. 4157/2013 Caterline Packaging Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπου το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Το γεγονός ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μοναδική κατοικία του ενάγοντα 3, της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4 και της οικογένειας τους, δεν είναι ικανά να ικανοποιήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει τις επιπτώσεις σε αυτούς στην περίπτωση που εκποιηθεί η επίδικη υποθήκη.» Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου υπερβαίνει τις €942.500 (αφού η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης καθορίστηκε στο ποσό των €754.000 (βλ. Τεκμ. 18 Ε/Δ αίτησης), κάτι που από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό του αιτητή ότι πρόκειται για την «απόλυτα αναγκαία στέγαση» τους ενώ παράλληλα καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την υποχρέωση τους να προσκομίσουν στοιχεία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αν πωληθεί το ακίνητο δεν θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξεύρουν εναλλακτική κατοικία. Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο ίδιος ο αιτητής είχε συμφωνήσει, έχοντας υπογράψει αυτόβουλα και ελεύθερα τη σύμβαση υποθήκης, ότι αν η Εταιρεία και ο ίδιος παραλείψουν να πληρώσουν το ποσό που η υποθήκη εξασφαλίζει, η καθ' ης η αίτηση θα δικαιούται να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για εξόφληση των υποχρεώσεων αυτών και η οποία επίσης έχει καταστήσει την καθ' ης η αίτηση ανέκκλητα πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να πωλεί το ενυπόθηκο κτήμα για σκοπούς εξόφλησης των υποχρεώσεων που η υποθήκη εξασφαλίζει. Η ακόλουθη περικοπή από την πολύ πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση στην Αίτηση-Έφεση 47/19 Ροτή Νικολάου Κυλίλη ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ της κας Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. με ημερ. 20.2.2019, αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να εξετάζουν τέτοιου είδους ισχυρισμούς και αιτήματα: «Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή ότι εάν επιτραπεί η πώληση του επίδικου ακινήτου στον πλειστηριασμό της 20.2.19, αυτός και τα εξαρτώμενα παιδιά του θα απωλέσουν το ακίνητο και την κατοικία τους και συνεπώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο γιατί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στη συνέχεια επιτυχίας του Αιτητή στην Έφεση του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο, έχει αξία που μπορεί εύκολα να υπολογισθεί και αποτιμηθεί σε χρήμα. Τονίζεται ότι με την Υποθήκη Υ1779/98, ο Αιτητής ως ενυπόθηκος οφειλέτης, αυτόβουλα και ανέκκλητα κατέστησε τον ενυπόθηκο δανειστή, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, δίδοντας του την εξουσία να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. Ήταν δηλαδή γνωστός στον Αιτητή ο κίνδυνος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (.) Τονίζεται περαιτέρω ότι δεν έχουν τεθεί από τον Αιτητή τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση, που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστεί από το να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση προς όφελος του ως και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι». Περαιτέρω, αν ο πλειστηριασμός λάβει χώρα, τα δικαιώματα του αιτητή δεν θα εξουδετερωθούν, αφού θα έχει όπως και οι άλλοι ενάγοντες τη δυνατότητα να προωθήσουν τις αξιώσεις τους και αν πράγματι επιτύχουν θα τους αποδοθούν οι αποζημιώσεις που θα δικαιούνται, τις οποίες η καθ' ης η αίτηση αναμφισβήτητα έχει τη δυνατότητα να καταβάλει ως ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς της χώρας. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση της κας Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσιάς με αρ. 1885/18 Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λτδ v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 2.11.2018 με την οποία συμφωνώ και υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Έχω εξετάσει τις θέσεις των διαδίκων και συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση ότι σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθέντα Προσωρινά Διατάγματα και προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί των Αιτητών ουσιαστικά εστιάζονται σε καταχρηστικές χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες οι ίδιοι έχουν υπολογίσει στο συνολικό ποσό των €767.464,02 και προς τούτο κατέθεσαν και οικονομική μελέτη (τεκμήριο 5). Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων». Παρόμοια αποφάσισε το ζήτημα και ο κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσιάς με αρ. 1417/18 F.K.S. Trading Company Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 11/9/2018: «Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Εξέταση του λόγου ένστασης 8: Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος καθότι: 1. Η καταχώρηση και/ή προώθηση της Αίτησης είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή επιδιώκει μόνο την καθυστέρηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται δια Νόμου και/ή την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της καθ' ης η αίτηση να εισπράξει τα χρήματα που της οφείλονται και/ή να εξασφαλίσει το λαβείν της. 2. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει βλάβη και/ή ζημιογόνα καθυστέρηση στην καθ' ης η αίτηση και/ή θα εξουδετερώσει το συμβατικό της δικαίωμα να προχωρήσει με την εκτέλεση της εμπράγματης εξασφάλισης της και/ή θα της αποστερήσει το δικαίωμα ενάσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της και/ή της εξασφάλισης του λαβείν της. Ακόμη και αν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις μπορούσαν να ικανοποιηθούν, το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο ή πρόσφορο μέτρο υπό τις περιστάσεις. Στα πλαίσια εξέτασης αυτού του κριτηρίου, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά του αιτητή: Πρώτον, ο αιτητής έχει καταχωρίσει την αγωγή του μαζί με τους άλλους ενάγοντες εναντίον της καθ' ης η αίτηση από τις 26.04.2017 και όμως εδώ και περίπου 2 χρόνια δεν έχουν καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης. Δεν είναι τυχαίο που η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26.04.17, λίγες μέρες δηλαδή μετά την επίδοση της Ειδοποίησης «Ι» στις 23.03.17 (βλ.Τεκμ. 12 στην Ε/Δ αίτησης). Και δεν είναι τυχαίο που καμιά αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία δεν καταχωρίστηκε μέχρι και τις 13.02.2019 δηλαδή λίγες μέρες μετά την επίδοση της Ειδοποίησης «ΙΑ» στις 22.01.2019 (βλ.Τεκμ. 18 στην Ε/Δ Αίτησης). Από τα ως άνω γεγονότα προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τον αιτητή ενδιαφέρει η καθυστέρηση του πλειστηριασμού και όχι η αναζήτηση των θεραπειών που φαίνονται στο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η Έκθεση Απαίτησης ουδέποτε καταχωρίστηκε μέχρι σήμερα. Είναι όμως καλά καθιερωμένη η νομική αρχή ότι τα προσωρινά διατάγματα δεν είναι αυτοσκοπός και ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από τον διάδικο που ζητά τα ενδιάμεσα διατάγματα ή προς όφελος του οποίου εκδόθηκαν οδηγεί είτε σε απόρριψη της σχετικής αίτησης είτε σε ακύρωση των διαταγμάτων. Η αρχή τέθηκε στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, ως εξής: «Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης». Τα πιο πάνω εφαρμόστηκαν και στην Goody's Evagorou Ltd. v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, όπου είχε εφεσιβληθεί απόφαση που απέρριπτε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Η αγωγή είχε καταχωριστεί στις 13.081997, όμως η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 30.06.98. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση γι' αυτό και μόνο το λόγο, χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Ανάλογη είναι και η υπόθεση Akis Express v. Akis Express
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 149, στην οποία η καθυστέρηση στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης για δυόμισι έτη ήταν από τους σοβαρούς λόγους για την απόρριψη της έφεσης όπου ειπώθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Η στάση αυτή των εφεσειόντων της μη προώθησης της αγωγής τους για τόσο μεγάλο διάστημα, αφήνει να νοηθεί ότι η επιδιωκόμενη έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων αποτελούσε αυτοσκοπό για τους εφεσείοντες. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι το επείγον του πράγματος, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας της άμεσης διαξαγωγής της δίκης. Το αντικειμενικό αυτό δεδομένο έχει εκλείψει με την παροδο τόσο μακρού διαστήματος, αφού οι εφεσείοντες για 2 1/2 χρόνια δεν προώθησαν την αγωγή τους για τη δίκη, που είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων.» Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και στην Κίτσιος κ.ά. v. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262 ημερ. 14/7/2010: «Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσέχουμε ότι η πλευρά των εφεσειόντων ενώ καταχώρησε την αγωγή στις 9/10/07 σε κλητήριο ένταλμα της Δ.2, θ.1, και την ίδια ημέρα την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, αντικείμενο της παρούσας έφεσης, έκτοτε η κυρίως αγωγή (που συνεχίζει να στρέφεται εναντίον όλων των εναγομένων), εκκρεμεί χωρίς καν να καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης. Επισημαίνουμε ότι και αν ακόμα μετρούσαμε το χρόνο από τις 19/3/08 που απορρίφθηκε η αίτηση για προσωρινό διάταγμα (και που είχε ήδη προηγηθεί και τροποποίηση του τίτλου λόγω του ότι διορίστηκε εκκαθαριστής για την εφεσίβλητη 1) και πάλιν η αδράνεια για καταχώρηση έκθεσης απαίτησης και προώθησης της αγωγής μέχρι σήμερα, είναι τέτοια, που τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στις προαναφερθείσες υποθέσεις ούτως ώστε η έφεση αυτή να απορριφθεί χωρίς την ανάγκη να εξετασθεί η ουσία της.» Ο Νόμος 9/65 έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως με στόχο να επιταχύνει τις διαδικασίες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων κάτι το οποίο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση. Με αυτό τον τρόπο, οι εκάστοτε ενυπόθηκοι πιστωτές θα έχουν τη δυνατότητα να εκτελούν τα συμβατικά τους δικαιώματα για σκοπούς είσπραξης των ποσών που τους οφείλονται. Αυτή η δυνατότητα φυσικά δεν παρέχεται με αυθαίρετο τρόπο, αλλά ελέγχεται και ρυθμίζεται από συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες που σκοπό έχουν να παρέχουν στους ενυπόθηκους οφειλέτες όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες που η πολιτεία θεωρεί αναγκαίες. Η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να ειπωθεί ότι τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων και απαγόρευση της σκοπούμενης πώλησης, θα αφαιρούσε το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με εκτέλεση της συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης της κατά παράβαση των συμβατικών αλλά και των συνταγματικών δικαιωμάτων της (βλ. Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος) ενώ θα επιβράβευε την καταχρηστική τακτική του εδώ ενυπόθηκου οφειλέτη να παραλείπει να τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις και παράλληλα να εμποδίζει τους πιστωτές του να εισπράξουν τα ποσά που τους οφείλονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω πιστεύω ότι απαντώνται και οι σχετικές αιτιάσεις τις οποίες ο αιτητής προέβαλε προς υποστήριξη της αίτησης του. Καταλήγω επομένως να απορρίψω την αίτηση με έξοδα σε βάρος του αιτητή και υπέρ της καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του μέρους VIA του N. 9/1965. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.