← Κύπρος

ROMANI DEVELOPMENT LIMITED μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της ΚΙΜΩΝΟΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Έφεση / Αίτηση αρ: 29/2017, 12

ROMANI DEVELOPMENT LIMITED μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της ΚΙΜΩΝΟΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Έφεση / Αίτηση αρ: 29/2017, 12/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A130 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Έφεση / Αίτηση αρ: 29/2017 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), άρθρα 44ΙΗ, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΑ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81 Μεταξύ: ROMANI DEVELOPMENT LIMITED μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της XXXXX ΚΙΜΩΝΟΣ Εφεσειόντων - Αιτητών και

  1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. Α & Α HERACLEOUS ESTATES LTD
  3. XXXX ΛΙΑΣΙΔΗΣ
  4. XXXX ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ
  5. ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Εφεσίβλητων - Καθ' ων η αίτηση ------------------ Ημερομηνία: 12 Μαρτίου, 2019 Για την Εφεσείουσα: κ. Πανάγος Για Εφεσίβλητους 2 - 4: κα Χαραλάμπους Για Ενδιαφερόμενο Μέρος: κα Κουρουσίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου (στο εξής ο «Διευθυντής») ημερ. 02.12.16 με την οποία απέρριψε την ένσταση της Εφεσείουσας και πληροφόρησε την τελευταία για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ/XX/ΧΧΧΧ, τεμάχιο ΧΧΧ, τμήμα Χ, ΧΧΧ, στο ΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧΧ, στη Λεμεσό (στο εξής το «ακίνητο») στην Εφεσίβλητη 2 αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης/έφεσης. Συγκεκριμένα η Εφεσείουσα ζητά την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται οι αποφάσεις του Διευθυντή ημερ. 17.03.16 και 02.12.16 και να κηρύσσονται αντισυνταγματικές οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ - 44ΚΒ του Ν.9/
  6. Στο σώμα της έφεσης καταγράφονται οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται. Δεν θεωρώ χρήσιμη την αναπαραγωγή τους ενόψει του ότι εξειδικεύονται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εφεσείουσας. Πιο κάτω θα συνοψίσω το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως και έτσι θα γίνουν αντιληπτοί οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται η παρούσα έφεση. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι διορίστηκε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της Εφεσείουσας στις 05.03.13 δυνάμει των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ.13.12.05 και 11.05.
  7. Η Εφεσίβλητη 1 ασκεί τραπεζικές εργασίες και μεταβιβάστηκαν σε αυτήν όλες οι υποχρεώσεις και ωφελήματα της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD περιλαμβανομένης υποθήκης με την οποία επιβαρύνεται το ακίνητο. Η εν λόγω υποθήκη εκτελέστηκε στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην Εφεσείουσα μετά από αιτήματα της τελευταίας τα οποία υποβλήθηκαν μέσω των Εφεσιβλήτων 3 και
  8. Οι Εφεσίβλητοι 3 και 4 είναι διευθυντές και μέτοχοι της Εφεσείουσας και τα πρόσωπα που είχαν τον απόλυτο έλεγχο της. Ο Εφεσίβλητος 4 είναι επίσης διευθυντής και γραμματέας της Εφεσίβλητης 2, της οποίας έχει τον απόλυτο έλεγχο. Μέσα στα πλαίσια των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην Εφεσείουσα, υπογράφηκαν από αυτήν τα δύο προαναφερόμενα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ.13.12.05 και 11.05.10 με τα οποία επιβαρύνθηκε η περιουσία της για ποσό μέχρι Λ.Κ.300.000 και €1.000.000 αντίστοιχα πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Σύμφωνα με τους όρους τόσο της υποθήκης, όσο και των δύο ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, η Εφεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μην πωλήσει και/ή επιβαρύνει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία της ή οποιοδήποτε μέρος της χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Εφεσίβλητης
  9. Οι Εφεσίβλητοι 3 και 4, κατά παράβαση των όρων των προαναφερόμενων συμφωνιών και του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλαν στην Εφεσείουσα ως διευθυντές της και στην Εφεσίβλητη 1 ως πιστωτή της, κατάρτισαν πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2 χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Εφεσίβλητης
  10. Με το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ 1120/2011 πωλήθηκε στην Εφεσίβλητη 2 το ακίνητο. Ο ενόρκως δηλών μετά τον διορισμό του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εφεσείουσας απέστειλε επιστολή ημερ.29.05.13 προς τους Εφεσίβλητους 3 και 4 με την οποία ζητούσε όπως του παραδώσουν όλα τα απαιτούμενα υπό του νόμου έγγραφα μαζί με την περιουσιακή κατάσταση της Εφεσείουσας. Οι Εφεσίβλητοι δεν ανταποκρίθηκαν με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί εναντίον τους σχετική αίτηση και το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα στις 24.02.
  11. Μετά την παραλαβή των εγγράφων και της περιουσιακής κατάστασης της Εφεσείουσας, ο ενόρκως δηλών διαπίστωσε ότι υπήρχε κατατεθειμένο το πωλητήριο έγγραφο με αρ. ΠΩΕ 1120/
  12. Περαιτέρω, από πρόσφατη έρευνα που διενεργήθηκε στο Κτηματολόγιο προέκυψε ότι οι Εφεσίβλητοι 2 - 4 καταχώρησαν εναντίον της Εφεσείουσας τις αγωγές με αρ.6047/13, 6049/13 και 6050/
  13. Στις προαναφερόμενες αγωγές, δεν καταχωρήθηκε, κατά πάσα πιθανότητα, σημείωμα εμφάνισης ή υπεράσπιση με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα να εκδοθούν εναντίον της Εφεσείουσας και υπέρ των Εφεσίβλητων δικαστικές αποφάσεις. Οι εν λόγω αποφάσεις εγγράφηκαν επί της ακίνητης περιουσίας (ΜΕΜΟ) της Εφεσείουσας. Η Εφεσίβλητη 2 εκμεταλλευόμενη τη θέσπιση των νέων διατάξεων του Ν.9/1965 αποτάθηκε με σχετική αίτηση της στο Κτηματολόγιο προκειμένου να εγγράψει το ακίνητο επ' ονόματι της. Στις 17.03.16, ο ενόρκως δηλών παρέλαβε ειδοποίηση του Κτηματολογίου με την οποία του γνωστοποιήθηκε η πρόθεση του Διευθυντή να μεταβιβάσει το ακίνητο στην Εφεσίβλητη
  14. Στις 31.03.16 καταχωρήθηκε ένσταση στη σκοπούμενη πρόθεση του Διευθυντή και στις 02.12.16 η ένσταση απορρίφθηκε με επιστολή που κοινοποιήθηκε στον ενόρκως δηλούντα στις 05.01.
  15. Ακολούθως, με επιστολή των δικηγόρων της Εφεσείουσας κάλεσε τον Διευθυντή όπως τον προμηθεύσει με την αιτιολογημένη απόφαση του. Ο Διευθυντής, κατά παράβαση του άρθρου 29 του Συντάγματος, δεν ανταποκρίθηκε στην επιστολή των δικηγόρων της Εφεσείουσας. Με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στον ενόρκως δηλούντα προκύπτει ότι η Εφεσίβλητη 2 δεν έχει εξοφλήσει το τίμημα πώλησης με βάση τους όρους του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου. Συγκεκριμένα, η Εφεσίβλητη 2 οφείλει το ποσό των €108.100 πλέον τόκο προς 8%, πλέον τόκους που η Εφεσείουσα πληρώνει στην Εφεσίβλητη 1 δυνάμει των δανείων που της παραχωρήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει το επίδικο πωλητήριο έγγραφο είναι εξ υπαρχής άκυρο καθώς δεν κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 90 - 93 του Κεφ.
  16. Από την άλλη η απόφαση του Διευθυντή είναι παντελώς αναιτιολόγητη και από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι δεν εξετάστηκε η ένσταση της Εφεσείουσας. Επιπρόσθετα, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 44ΙΘ - 44ΚΒ του Ν.9/1965 τα οποία παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφ' ης στιγμής αποδίδουν στον Διευθυντή εξουσίες που ανήκουν αποκλειστικά στη δικαστική εξουσία. Επίσης, τα υπό αναφορά άρθρα του Ν.9/1965 αντίκεινται στα άρθρα 26 και 23 του Συντάγματος, καθώς επεμβαίνουν στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι και επιβάλλουν αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και περιορισμούς στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας χωρίς να αποδίδεται οποιαδήποτε αποζημίωση. Οι Εφεσίβλητοι 2 - 4 καταχώρισαν κοινή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία καταγράφονται 26 λόγοι. Η ένσταση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των Εφεσίβλητων 3 και 4 στις οποίες αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Θα συνοψίσω αμέσως πιο κάτω το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων. Ο Εφεσίβλητος 4 στην ένορκη δήλωση του υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και ο Εφεσίβλητος 3 παραβήκαν το καθήκον επιμέλειας προς την Εφεσείουσα. Ως διευθυντές της τελευταίας επέδειξαν το αναμενόμενο καθήκον επιμέλειας. Πέραν από τη θέση τους ως διοικητικοί σύμβουλοι της Εφεσείουσας, είναι και πιστωτές της αφού κατά καιρούς και πριν η τελευταία τεθεί υπό διαχείριση δάνεισαν αρκετά χρήματα σε αυτή προκειμένου να μπορεί να λειτουργεί. Η επίδικη συμφωνία πώλησης είναι καθόλα νόμιμη και κατατέθηκε νομότυπα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 05.07.2011 λαμβάνοντας τον αριθμό ΠΩΕ 1120/
  17. Το τίμημα από την πώληση του ακινήτου εξοφλήθηκε πλήρως και η Εφεσείουσα εξέδωσε στις 02.06.11 απόδειξη εξόφλησης για το συνολικό οφειλόμενο ποσό των €119.
  18. Συνεπώς η Εφεσίβλητη 2 ενόψει της πλήρους εξόφλησης δεν υποχρεούτο στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού τόκου στην Εφεσείουσα. Συγκεκριμένα η εξόφληση έγινε μέσω πίστωσης του τιμήματος αγοράς του ακινήτου έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού που διατηρούσε η Εφεσίβλητη 2 σε σχέση με υπηρεσίες που παρείχε στην Εφεσείουσα. Ο Εφεσίβλητος 4 ισχυρίζεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Εφεσίβλητος 3 συμμορφώθηκαν πλήρως προς τις υποχρεώσεις τους έναντι του Παραλήπτη/ Διαχειριστή της Εφεσείουσας. Ειδικότερα οι οικονομικές καταστάσεις και τα διάφορα έγγραφα τα οποία ζητήθηκαν από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή στα πλαίσια του διορισμού του από την Τράπεζα «Alpha Bank» παραδόθηκαν διά χειρός στα γραφεία του τελευταίου. Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής ενημερώθηκε και για άλλες αιτήσεις που κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο από εγκλωβισμένους αγοραστές και οι Εφεσίβλητοι 3 και 4 του ζήτησαν όπως υποβάλει ένσταση ενόψει του ότι ορισμένοι εκ των εν λόγω αγοραστών δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής ενώ υπέβαλλε τυπικά ένσταση, εντούτοις όταν ο Διευθυντής την απέρριπτε δεν προχωρούσε σε καταχώριση αίτησης - έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η απόφαση του Διευθυντή είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή. Η Εφεσείουσα δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία πώλησης είναι άκυρη, εφόσον στην ένσταση της δεν πρόβαλε τέτοια θέση αλλά περιορίστηκε στο ζήτημα της μη εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προβάλλεται ότι ο Διευθυντής δεν απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων της Εφεσείουσας με την οποία ζητήθηκε η αιτιολογημένη απόφαση του, ο Εφεσίβλητος 4 ισχυρίζεται ότι υπήρξε απάντηση στην εν λόγω επιστολή. Πιο συγκεκριμένα από έρευνα που διενήργησε στον φάκελο του Κτηματολογίου διαπίστωσε ότι ο Διευθυντής απέστειλε σχετική επιστολή ημερ. 31.01.17 στους δικηγόρους της Εφεσείουσας δηλώνοντας ότι δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων αναφέρθηκαν στην επιστολή του ημερ. 02.12.
  19. Ο Εφεσίβλητος 4 παραθέτει επίσης τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Κτηματολόγιο σε σχέση με την αίτηση της Εφεσίβλητης 2 για μεταβίβαση του ακινήτου. Μεταξύ των εν λόγω εγγράφων συγκαταλέγεται και η απόδειξη πληρωμής της Εφεσείουσας ημερ. 02.06.11 για το ποσό των €119.
  20. Η Εφεσείουσα ενεργεί καταχρηστικά προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία πώλησης του ακινήτου είναι άκυρη. Καταρχάς δεν νοείται από τη μία να υποστηρίζει ότι η προαναφερόμενη συμφωνία είναι άκυρη και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι δεν εξοφλήθηκε το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Εν πάση περιπτώσει η Εφεσείουσα δεν τερμάτισε τη συμφωνία πώλησης, ούτε και προχώρησε στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας. Καταληκτικά ο Εφεσίβλητος 4 ισχυρίζεται ότι η Εφεσίβλητη 2 ως αγοραστής του ακινήτου συμμορφώθηκε πλήρως με τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Εφεσείουσας, η οποία παρέλειψε να τηρήσει τις δικές της υποχρεώσεις και να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι της Εφεσίβλητης
  21. Ως ήδη αναφέρθηκε η ένσταση των Εφεσιβλήτων 2 - 4 υποστηρίζεται και από την ένορκη δήλωση του Εφεσίβλητου 3 ο οποίος υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εφεσίβλητου
  22. Περαιτέρω, αναφέρει ότι είναι κάτοχος εμπράγματου βάρους επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται το ακίνητο και υπό αυτή την ιδιότητα έλαβε από το Κτηματολόγιο ειδοποίηση αναφορικά με την αίτηση που κατέθεσε η Εφεσίβλητη 2 ως εγκλωβισμένος αγοραστής. Δεν προχώρησε ωστόσο στην καταχώριση ένστασης στην αίτηση της Εφεσίβλητης 2 για απεγκλωβισμό. Καταληκτικά ισχυρίζεται ότι όλες οι ενέργειες του έγιναν ορθά, νομότυπα και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Σε αυτό το σημείο αναφέρω ότι η Εφεσίβλητη 1 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, ενώ ο Εφεσίβλητος 5, ο οποίος είχε κοινή εκπροσώπηση με τον Διευθυντή, δεν καταχώρησε ένσταση. Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης καταχώρισε ωστόσο ο Διευθυντής ως ενδιαφερόμενο μέρος εγείροντας 14 λόγους ένστασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧ Στυλιανού ο οποίος είναι κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο ΧΧΧ. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης και αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 21.01.16 η Εφεσίβλητη 2 κατέθεσε σύμφωνα με τον σχετικό νόμο την αίτηση εγκλωβισμένων αγοραστών με αριθμό 43/
  23. Με την εν λόγω αίτηση προσκόμισε γραπτή δήλωση, αλλά και απόδειξη πληρωμής μέρους του τιμήματος πώλησης του ακινήτου. Αφού εξετάστηκαν όλα τα σχετικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Εφεσίβλητη 2 κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να κινηθεί η διαδικασία απεγκλωβισμού. Ενόψει των πιο πάνω ετοιμάστηκε έκθεση λεπτομερειών του ακινήτου και στάλθηκαν σχετικές επιστολές στα επηρεαζόμενα πρόσωπα για υποβολή ένστασης στην πρόθεση του Διευθυντή για μεταβίβαση του ακινήτου. Στις 31.03.16 υποβλήθηκε ένσταση από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εφεσείουσας η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση του Διευθυντή ημερ. 02.12.
  24. Η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή και στηρίζεται σε νομοθεσία η οποία συνάδει με το Σύνταγμα αλλά και την Ε.Σ.Δ.Α. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο σκοπός της νομοθεσίας των εγκλωβισμένων αγοραστών συνίσταται στην παροχή προστασίας σε καλόπιστους αγοραστές οι οποίοι τήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η ακρόαση της υπόθεσης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσα από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους με παραπομπές σε σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Πριν την ενασχόληση μου με την ουσία της αίτησης, παρεμβάλλω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εφεσείουσας ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ένσταση που καταχωρήθηκε από τον Διευθυντή ως ενδιαφερόμενο μέρος. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να προβάλλεται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας η εν λόγω εισήγηση. Ο Διευθυντής εμφανίστηκε στη διαδικασία υπό την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους και εκπροσωπήθηκε σε όλες σχεδόν τις δικασίμους καταχωρώντας μάλιστα ένσταση στις 25.05.
  25. Σε κανένα στάδιο δεν εγέρθηκε ζήτημα παράτυπης συμμετοχής του Διευθυντή, ούτε και ζητήθηκε η διαγραφή της ένστασης του. Ειδικότερα σημειώνω ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, δόθηκε άδεια στον Διευθυντή να εμφανιστεί στη διαδικασία τουλάχιστον από τις 20.06.
  26. Επίσης, από το πρακτικό ημερ. 05.10.17 προκύπτει ότι δόθηκε άδεια για καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του Διευθυντή. Τα προαναφερόμενα απαντούν στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εφεσείουσας ότι ο Διευθυντής δεν μπορεί να αποτελεί διάδικο μέρος σε διαδικασία αυτής της φύσης δυνάμει του Κανονισμού 5 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του
  27. Ο εν λόγω Κανονισμός στην παρ. 2 προνοεί ότι ο Διευθυντής μπορεί να λάβει μέρος εφόσον δοθούν τέτοιες οδηγίες από το Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω η ετεροχρονισμένη αντίδραση του κ. Πανάγου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όσον αφορά τώρα τη θέση του κ. Πανάγου ότι η ένσταση του Διευθυντή θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αγνοηθεί ενόψει της μη συμπερίληψης του άρθρου 51 του Ν.9/1965 στη νομική βάση, σημειώνω τα ακόλουθα. Το άρθρο 51 του Ν.9/1965 προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρησης έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή. Στη νομική βάση τώρα μίας ένστασης πρέπει να καταγράφονται οι διατάξεις επί των οποίων στηρίζεται και στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι αυτό συμβαίνει. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στη νομική βάση της ένστασης του Διευθυντή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44 ΚΓ του Ν.9/
  28. Συνεπώς, θεωρώ ότι η νομική βάση της ένστασης ήταν επαρκώς προσδιορισμένη και η μη συμπερίληψη του άρθρου 51 του Ν.9/1965 δεν οδηγεί σε απόρριψη της. Επί της ουσίας η νομιμοποιητική βάση για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης εντοπίζεται στο άρθρο 51

(1)του Ν.9/1965, το οποίο παρέχει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο που θεωρεί ότι παραβλάπτονται τα συμφέροντα του από απόφαση του Διευθυντή, η οποία λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω νόμου, να καταχωρήσει έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατ' εφαρμογή του Μέρους VIΒ του Ν.9/1965 και συγκεκριμένα του άρθρου 44ΚΒ. Όπως προκύπτει από την αίτηση και την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, αλλά και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εφεσείουσας, οι ουσιαστικοί λόγοι επί των οποίων εδράζεται η παρούσα διαδικασία συνίστανται στους ακόλουθους δύο: Η απόφαση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη και/ή λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα. Οι νομοθετικές διατάξεις δυνάμει των οποίων λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζουν το Σύνταγμα. Ο πρώτος λόγος διαχωρίζεται σε δύο επιμέρους ενότητες, ήτοι ότι το τίμημα πώλησης του ακινήτου δεν εξοφλήθηκε και ότι η συμφωνία πώλησης είναι άκυρη. Σε σχέση με τη δεύτερη ενότητα αναφέρω ευθύς εξ αρχής ότι δεν μπορεί να προβληθεί, εφόσον δεν αποτέλεσε λόγο ένστασης και ως εκ τούτου δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από τον Διευθυντή. Ο μοναδικός λόγος ένστασης που επικαλέστηκε η Εφεσείουσα ήταν ότι η Εφεσίβλητη 2 δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και οφείλει το ποσό των €108.100 πλέον τόκους ως υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του ακινήτου (Τεκμήριο ΙΖ της αίτησης). Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Ο Διευθυντής με την επιστολή του ημερ.02.12.16 κοινοποίησε στην Εφεσίβλητη την απόφαση του να απορρίψει την ένσταση της. Παραθέτω αυτούσιο το επίμαχο μέρος της απόφασης του Διευθυντή: «
  1. Επισυνάπτεται αντίγραφο της δήλωσης της αγοράστριας εταιρείας ότι δεν έχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα προς τον πωλητή με βάση τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
  2. Ως εκ τούτου ο Διευθυντής δεν αποδέχεται την ένσταση σας». Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η πιο πάνω λιτή απόφαση του Διευθυντή είναι αιτιολογημένη. Κατά την κρίση μου η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Ο Διευθυντής είχε ενώπιον του δύο αντικρουόμενες εκδοχές. Από τη μία η Εφεσείουσα ισχυριζόταν ότι η Εφεσίβλητη 2 εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €108.100 πλέον τόκους και από την άλλη η Εφεσίβλητη 2 ισχυριζόταν ότι εξόφλησε πλήρως το τίμημα αγοράς. Από τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές ο Διευθυντής επέλεξε αυτήν της Εφεσίβλητης
  3. Δεν είναι μεμπτό το ότι ο Διευθυντής επέλεξε μία εκ των δύο εκδοχών. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε αιτιολογία για την επιλογή της εκδοχής της Εφεσίβλητης 2 αντί της Εφεσείουσας. Συνεπώς, στην απουσία οποιασδήποτε αιτιολογίας, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης επί της ουσίας της. Μόνο σε υποθέσεις θα μπορούσε να προβεί το Δικαστήριο σε σχέση με το τι βάρυνε στην κρίση του Διευθυντή. Ό,τι μπορεί να υποτεθεί είναι ότι ο Διευθυντής στηρίχθηκε στην απόδειξη είσπραξης και στη γραπτή δήλωση της Εφεσίβλητης 2 περί του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα προς την Εφεσείουσα. Τα πιο πάνω οδηγούν στο επόμενο ερώτημα, δηλαδή κατά πόσο διεξάχθηκε η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνας. Σύμφωνα με το άρθρο 44Κ
(1)ο Διευθυντής οφείλει να διερευνήσει κατά πόσο πληρούται η προϋπόθεση της πλήρους εξόφλησης του τιμήματος πώλησης. Ενόψει της δεδηλωμένης θέσης της Εφεσείουσας περί μη εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, θεωρώ ότι ο Διευθυντής όφειλε να προχωρήσει σε περαιτέρω διερεύνηση, όπως άλλωστε μπορούσε να πράξει με βάση τον Κανονισμό 4 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του
  1. Σημειώνω ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης επέβαλλαν τέτοια διερεύνηση. Συγκεκριμένα η Εφεσείουσα τελούσε υπό διαχείριση και ο Εφεσίβλητος 4, που ήταν το πρόσωπο μέσω του οποίου υποβλήθηκε η αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή για λογαριασμό της Εφεσίβλητης 2 (Τεκμήριο Γ της ένστασης του Διευθυντή) είναι διευθυντής τόσο της Εφεσείουσας όσο και της Εφεσίβλητης
  2. Επίσης το γεγονός ότι η απόδειξη είσπραξης εκδόθηκε στις 02.06.11, δηλαδή την αμέσως επόμενη μέρα της υπογραφής της συμφωνίας πώλησης, θα έπρεπε, κατά την άποψη μου, να προβληματίσει τον Διευθυντή. Αυτό διότι την 01.06.11, ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης, καθορίστηκε με τον όρο 4 το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του τιμήματος αγοράς. Παρά ταύτα την αμέσως επόμενη μέρα, σε χρόνο δηλαδή που δεν συνάδει με τα προβλεπόμενα στον όρο 4 της συμφωνίας πώλησης, παρουσιάζεται απόδειξη πλήρους εξόφλησης του τιμήματος αγοράς με μετρητά. Σε σχέση δε με τη γραπτή δήλωση της Εφεσίβλητης 2 επισημαίνω ότι λανθασμένα καταγράφεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του Διευθυντή ότι προσκομίστηκε μαζί με την αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή. Η αίτηση υποβλήθηκε στις 21.01.16, ενώ η σχετική δήλωση δόθηκε την 01.12.16 (Τεκμήριο Δ της ένστασης του Διευθυντή). Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσιβλήτων 2 - 4 αναφέρει ότι η Εφεσείουσα παρέλειψε να αντεξετάσει τον Εφεσίβλητο 4 επί του ουσιώδους ισχυρισμού του περί εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του ακινήτου. Το ζητούμενο όμως δεν είναι κατά πόσο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αποδείχθηκε ή όχι η εξόφληση του τιμήματος αγοράς, αλλά κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιον του ήταν αιτιολογημένη και αποτελούσε προϊόν δέουσας έρευνας. Στη Γεν. Αίτηση 202/16 Ε.Δ. Λεμεσού E.A. HOME CHIC PROPERTIES LTD και Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού κ.α ημερ.12.06.17 ο Π.Ε.Δ. Μαλαχτός ανέφερε ότι οι επίμαχες διατάξεις του Ν.9/1965 εναπόθεσαν στον Διευθυντή οιωνοί δικαστικό καθήκον. Υιοθετώ την εν λόγω προσέγγιση η οποία και διαγράφει τον τρόπο που όφειλε να ενεργήσει ο Διευθυντής. Εν προκειμένω και στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι ο Διευθυντής δεν εκπλήρωσε το εν λόγω καθήκον του εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδέχθηκε τη θέση της Εφεσίβλητης 2 χωρίς να προβεί στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του. Ενόψει της προαναφερόμενης κατάληξης του Δικαστηρίου καθίσταται ακαδημαϊκής φύσεως το ζήτημα που εγέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εφεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 44ΙΘ - 44ΚΒ του Ν.9/
  3. Σύμφωνα με τη νομολογία ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων επιβάλλεται όταν η επίλυση του εν λόγω ζητήματος είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 45 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 144 του Συντάγματος το οποίο, καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο, ορίζει ότι εξετάζονται παρεμπιπτόντως σε αστική ή ποινική διαδικασία, θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυσή τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' εφαρμογή της διάταξης, πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφανση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, 183, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 71 και Δημοκρατία ν. Kirmouyan
(1996)2 Α.Α.Δ. 126.» Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι απαραίτητος ο έλεγχος της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 44ΙΘ - 44ΚΒ του Ν.9/1965, εφόσον, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή θα ακυρωθεί. Κατά συνέπεια η απόφαση του Διευθυντή ημερ.02.12.16 ακυρώνεται, καθώς αυτή είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Το Δικαστήριο όμως δεν είναι σε θέση να προχωρήσει και σε υποκατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν υπάρχουν ενώπιον του στοιχεία που θα επέτρεπαν την εξαγωγή ευρημάτων. Όσον αφορά τα έξοδα δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ωστόσο επειδή ήταν ουσιαστικά κοινά τα θέματα που τεθήκαν προς εξέταση από τις ενστάσεις των Εφεσίβλητων 2 - 4 και του Διευθυντή θεωρώ ορθό όπως επιδικαστεί υπερ της Εφεσείουσας ένα σετ εξόδων το οποίο θα επωμιστούν εξ ημισείας οι Εφεσίβλητοι 2 - 4 και ο Διευθυντής, όπως θα υπολογισθεί από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθεί από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Efesi/Eglovismenoi agorastes cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.