← Κύπρος

Αίτηση υπό των Παναγιώτου κ.α. ν. Αναφορικά με την Αθανασίου, Αρ. Αίτησης: 32/17, 6/3/2019

Αίτηση υπό των Παναγιώτου κ.α. ν. Αναφορικά με την Αθανασίου, Αρ. Αίτησης: 32/17, 6/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 32/17 Ο Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος 23(I)/96 Αναφορικά με την XXX Αθανασίου από Πισσούρι Λεμεσού και νυν εις Τραχώνι Λεμεσού Αίτηση υπό των: XXX Παναγιώτου εξ ΗΠΑ, XXX Αθανασίου εκ Λεμεσού, XXX Αθανασίου εξ ΗΠΑ και νυν κατοίκου Λεμεσού και XXX Αθανασίου εκ Λεμεσού Αιτητών Ημερομηνία: 6 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για αιτητές: Ο κ. Σ. Σωφρονίου μαζί με κ. Α. Σωφρονίου Για τον καθ' ου η αίτηση: Η κα Μ. Ηλία μαζί με κα Ειρ. Ηλία για Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Η υπόθεση αυτή, όπως δηλώνει και ο τίτλος της, αφορά αίτηση για την έκδοση διατάγματος κήρυξης ανικάνου προσώπου. Αφορά μια υπέργηρη γυναίκα τής οποίας τρία από τα παιδιά της υπέβαλαν αίτηση όπως κηρυχθεί ως ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται την περιουσία της και για διορισμό ενός από τους γιούς της, του XXX Αθανασίου ως διαχειριστή της (στη συνέχεια «οι αιτητές»). Στον ως άνω διορισμό όμως αντιτίθεται και για τούτο καταχώρησε ένσταση άλλος γιός της γριάς ο κ. XXX Αθανασίου (στη συνέχεια «ο καθ' ου η αίτηση»). Παρόλο ότι δόθηκε χρόνος από το Δικαστήριο προς εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης στο πρόβλημα που προέκυψε, αναβάλλοντας επανειλημμένα την ακρόαση της αίτησης, εντούτοις οι δυο πλευρές φαίνεται να μη μετακινούνται από τη θέση τους και έτσι η αίτηση προγραμματίστηκε για ακρόαση. Κατά την ημερομηνία της ακρόασης της υπήρξε διάσταση και ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Κατά πόσο δηλαδή αυτή θα πρέπει να προσλάβει τη μορφή ακροαματικής διαδικασίας με την παρουσίαση μαρτύρων και αντεξέτασης τους, όπως ήταν η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων που εκπροσωπούν τους αιτητές ή να περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα όπως ήταν η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων που εκπροσωπούν τον καθ' ου η αίτηση. Το ερώτημα επομένως το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον η ακροαματική διαδικασία, ενόψει της φύσης της αίτησης, θα πρέπει να προσλάβει τη μορφή παράθεσης διά ζώσης μαρτυρίας ή θα περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τις δύο πλευρές επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη της θέσης τους. Με παραπομπή σε ίδιες κατά βάση πρωτόδικες αποφάσεις, στις οποίες θα κάνω αναφορά στη συνέχεια υποστήριξαν η κάθε πλευρά τις θέσεις της με την πλευρά των αιτητών να επισημαίνει ότι η παρούσα αίτηση είναι εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση, και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η Διαταγή 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο δικάζονται οι ενδιάμεσες αιτήσεις και επομένως ως ενακτήρια αίτηση (originating summons) η οποία λειτουργεί ως οιονεί αγωγή θα πρέπει να εκδικαστεί ως αυτή να είναι αγωγή. Αναφέρθηκε επιπρόσθετα από τον ευπαίδευτο συνήγορο ότι η εξέταση που θα επιχειρηθεί μάρτυρα δεν θα είναι εκτεταμένη. Αν και δεν αμφισβητήθηκε η φύση της αίτησης εντούτοις διαμετρικά αντίθετη είναι η άποψη των ευπαιδεύτων συνηγόρων του καθ' ου η αίτηση και προς τούτο με παρέπεμψαν σε αποσπάσματα αποφάσεων (πρωτόδικες) με σχετικές παραπομπές, στις οποίες απασχόλησε το ίδιο ζήτημα. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση όπως και η ένσταση βασίζονται στα άρθρα 2 - 8 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμο (Ν. 23 (Ι)/1996), στους περί Διανοητικά Ασθενών Διαδικαστικούς Κανονισμούς Κ. 22 και 23, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Θ. 1, 2 και 3 και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην Αίτηση (certiorari) Αναφορικά με την αίτηση του Γκάπριελ Ποπ, Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D252, Αίτ. Αρ. 18/2014 ημερ. 10.04.2014 η δικαιοδοσία δυνάμει του Ν. 23 (Ι)/1996 είναι suis generis και η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πάντοτε με γνώμονα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του ανικάνου προσώπου. Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Λεωνίδου,

(2005)1 (Α) 417 λέχθηκε ότι: «Ο περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος του 1996 αποβλέπει στην προστασία της περιουσίας του ανικάνου και κατ' επέκταση στην ευημερία του. Ο νόμος, παρέχει στα δικαστήρια σειρά εξουσιών για τον όσο το δυνατό αποτελεσματικό έλεγχο της δράσης του διαχειριστή. Στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου εναπόκειται η ανάθεση του ελέγχου των λογαριασμών από κατάλληλο πρόσωπο διοριζόμενο από το δικαστήριο (βλ. άρθρο 9
(5)του νόμου) καθώς και ο διορισμός ερευνητή με εντολή εξέτασης όλων των περιστάσεων της υπόθεσης προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του νόμου (βλ. άρθρο 13 του νόμου). Η διαδικασία που ακολουθείται σε κάθε περίπτωση, έχει χαρακτήρα ερευνητικό. Η αντιπαράθεση δεν είναι συμβατή με το αντικείμενο και τους σκοπούς του νόμου. Το δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δεν ενεργεί ως δικαστήριο επίλυσης διαφορών μεταξύ αντιδίκων σε κατ' αντιμωλία δίκη αφού σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι η κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο προστασία της περιουσίας του ανικάνου προσώπου και η ευημερία του ιδίου και της οικογένειάς του. Η καθιέρωση πρακτικού και ευέλικτου συστήματος ελέγχου και έρευνας, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συστηματική παρακολούθηση της πορείας της διαχείρισης από το δικαστήριο και την έγκαιρη επέμβασή του όπου διαπιστώνονται σημεία κακοδιαχείρισης». Σημειώνεται ότι ο περί Διανοητικά Ασθενών Νόμος, Κεφ. 252 έχει καταργηθεί με το άρθρο 41 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου του 1997 (Ν.77(Ι)/97). Στο άρθρο 40 προνοείται ότι: «Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαδικαστικούς κανονισμούς για οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου. Μέχρις ότου εκδοθούν διαδικαστικοί κανονισμοί δυνάμει του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατά αναλογία οι ισχύοντες διαδικαστικοί κανονισμοί». Αυτά όμως αφορούν τον περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο. Τέτοιοι κανονισμοί πράγματι έχουν ήδη θεσπισθεί το 2009 με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 7 που δημοσιεύτηκε στις 9.10.2009 και με τον οποίο καταργήθηκαν οι προηγούμενοι που είχαν εκδοθεί δυνάμει του περί Διανοητικώς Ασθενών Νόμου Κεφ. 252. Το άρθρο 15 του εν λόγω Κανονισμού που προνοεί ότι: «Η διαδικασία που ακολουθείται κατά την ορισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου ημερομηνία για εξέταση κάθε αίτησης είναι ανάλογη με τη διαδικασία που ακολουθείται στις πολιτικές αγωγές», δεν έχει οποιανδήποτε επίδραση για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, καθώς εδώ τυγχάνει εφαρμογής το τι προνοείται σχετικά στο άρθρο 18 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμο του 1996 (Ν.23(Ι)/1996)ότι: «Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διαδικαστικούς κανονισμούς για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Μέχρις ότου εκδοθούν τέτοιοι κανονισμοί, θα εφαρμόζονται με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές οι εκάστοτε ισχύοντες περί Διανοητικά Ασθενών Διαδικαστικοί Κανονισμοί και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί». Τέτοιοι κανονισμοί όμως δεν έχουν θεσπιστεί μέχρι σήμερα σε σχέση με τον περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμο (Ν.23(Ι)/1996). Επομένως κατά την άποψη μου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis), οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως εξάλλου προνοείται ακόμα και στο άρθρο 15 του περί Διανοητικώς Ασθενών Κανονισμού (πιο πάνω). ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η αίτηση (originating summons) ως πραγματικό υπόβαθρο έχει μια εκτεταμένη ένορκη δήλωση του αιτητή κ. Αθανασίου η οποία συνοδεύεται και από τα αναγκαία τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτή. Επομένως η αίτηση παρουσιάζει μια πληρότητα η οποία συνίσταται στην σαφήνεια των θεραπειών - διαταγμάτων που επιζητεί ο αιτητής, τα οποία εκτίθενται στο σώμα της αίτησης και υποστηρίζεται από μαρτυρία την οποία εκθέτει υπό μορφή ένορκης δήλωσης ο αιτητής ο οποίος υποστηρίζει περαιτέρω τις θέσεις του με την επισύναψη των αναγκαίων τεκμηρίων. Επομένως ο αιτητής είχε την ευκαιρία του και εντός των Συνταγματικών του δικαιωμάτων για την απρόσκοπτη πρόσβαση του στη δικαιοσύνη να εκθέσει πλήρως και να δικαιολογήσει το αίτημα του. Παρόμοια ο καθ' ου η αίτηση με την καταχώρηση της ένστασης του όπου προβάλλει στο σώμα της τους λόγους της και με την υποστήριξη της από μια επίσης εκτεταμένη ένορκη δήλωση και επισύναψης σε αυτή αρκετών τεκμηρίων, έχει και αυτός θέσει την υπόθεση του πλέον στην κρίση του Δικαστηρίου. Στα περιορισμένα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου ασφαλώς και δεν είναι επιτρεπτό να υπεισέλθω στην ουσία της επίδικης διαφοράς και των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Αυτοί θα εξεταστούν όταν θα εκδικαστεί η αίτηση. Όπως προκύπτει από τον τύπο επί του οποίου καταχωρήθηκε η αίτηση, για την καταχώριση της και την έναρξη της παρούσας διαδικασίας χρησιμοποιήθηκε ο μηχανισμός της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην νομική βάση της αίτησης ασφαλώς και συμπεριλαμβάνονται και οι δικαιοδοτικές διατάξεις του περί Διαχειρίσεως της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο (Ν.23(Ι)/96). Παρόμοια και η ένσταση. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, η οποία αφορούσε την απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ. 4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση». Έχοντας, επομένως, ως δεδομένο ότι η αίτηση συνιστά εναρκτήρια κλήση τίθεται το ερώτημα κατά πόσον είναι επιβεβλημένη η παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας για την εκδίκαση της. Στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους ρητά γίνεται παραπομπή, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, υπάρχει σχετική πρόνοια. Συγκεκριμένα η Δ.55 ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται σε πρωτογενείς - εναρκτήριες κλήσεις. Στον Κανονισμό 3 της εν λόγω διαταγής αναφέρεται ότι αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα απαιτήσει. Αφήνεται δηλαδή ανοικτό το θέμα της μαρτυρίας που θα πρέπει να προσκομιστεί. Επίσης, στη Δ.36 Θ.1 περιλαμβάνεται πρόνοια ότι ο Δικαστής δύναται για ικανοποιητικό λόγο να διατάξει όπως συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα αποδειχθούν με ένορκη δήλωση. Παρέχεται δηλαδή και με βάση τη Δ.36 Θ.1 η ευχέρεια συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση. Έχοντας, συνεπώς, υπόψη τις πρόνοιες των ως άνω διαταγών αλλά και της Δ.48 Θ.4
(2)και Δ.39 κρίνω ότι η προσκόμιση μαρτυρίας δι' ενόρκων δηλώσεων αποτελεί παραδεκτό τρόπο απόδειξης σε διαδικασίες εναρκτήριων κλήσεων. Προς τούτο δε γίνεται αναφορά στο σώμα της αίτησης και της ειδοποίησης ένστασης, αντίστοιχα, ότι τα γεγονότα, επί των οποίων αυτές στηρίζονται, εμφαίνονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Περαιτέρω, η θέση ότι μία εναρκτήρια κλήση δεν συνεπάγεται την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, υποστηρίζεται και από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ. Σάββα Ιωάννη Κασπαρή,
(2013)1Γ Α.Α.Δ 2476. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας εντασσόμενη στην κατηγορία των εναρκτήριων κλήσεων. Εκεί η έντιμη Δικαστής Σταματίου συμφώνησε με την άποψη ότι η ακρόαση των αιτήσεων εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Μένω όμως ως εδώ και δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όλο το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης του οποίου η ως άνω κατάληξη υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας. Σχετικά είναι όμως και όσα καταγράφονται στο αγγλικό σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 20η έκδοση. Συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 23, σελ. 355, κάτω από τον υπότιτλο «Hearing of Summons» γίνεται εκτενής αναφορά στις εναρκτήριες κλήσεις και στη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται κατά την ακρόαση τους. Συγκεκριμένα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «When the summons first comes before him, the master will give all necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economically disposal thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very other no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed». Περαιτέρω, στη σελ. 361 του προαναφερόμενου συγγράμματος στον υπότιτλο «Petitions» αναφέρεται ότι: «The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired». Στην απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Χ. Πογιατζή στην αίτηση αρ. 473/2011, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, ημερ.03.03.2015, γίνεται μια ομολογουμένως εις βάθος ανάλυση του θέματος της διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας σε εναρκτήριες κλήσεις, ο κ. Χ. Πογιατζής καταλήγει ότι η ακρόαση αιτήσεων εκκαθάρισης διεξάγεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων (βλ. επίσης Αίτηση 2289/2013). Είναι η άποψη μου λοιπόν ότι η κυρίως αίτηση για κήρυξη προσώπου ως ανικάνου, δεδομένου ότι δεν έχουν μέχρι σήμερα εκδοθεί κανονισμοί για την εφαρμογή του Ν. 23(Ι)/1996, τυγχάνει χειρισμού και εκδικάζεται στη βάση των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίοι είναι και οι μόνοι που τυγχάνουν εφαρμογής. Η ερμηνεία του ως άνω άρθρου 18 του Ν.23(Ι)/1996 δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίοι επαναλαμβάνω συμπεριλαμβάνονται στη νομική βάση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης. Περαιτέρω, τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις και γίνεται μάλιστα ρητή αναφορά στο σώμα τους ότι τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται εμφαίνονται στις συνημμένες ένορκες δηλώσεις. Υπάρχει, επομένως, ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, την οποία οι διάδικοι επέλεξαν και παρουσίασαν υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επομένως, αυτό το οποίο συνάγεται από όσα έχουν παρατεθεί ανωτέρω είναι ότι στις περιπτώσεις εναρκτήριων αιτήσεων όπου μάλιστα γίνεται παραπομπή στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς η ακρόαση διεξάγεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Τυχόν παράλειψη των αιτητών να παρουσιάσουν το σύνολο της μαρτυρίας, η οποία θα παρέχει, κατά τη γνώμη τους, στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο απ' αυτούς διάταγμα, δε μπορεί και δεν είναι δίκαιο να καλυφθεί και/ή αποκατασταθεί υπό την επίκληση του μανδύα της δίκαιης δίκης και/ή της δυνατότητας των αιτητών να προσαγάγουν εκείνη τη μαρτυρία που θεωρούν αναγκαία προς υποστήριξη της αίτησης τους και επιχειρείται η προσκόμιση τέτοιας διά ζώσης έστω και σε περιορισμένο βαθμό, όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών κατά την αγόρευση του. Τη δυνατότητα αυτήν την είχαν ευθύς εξ αρχής και κανείς δεν τους την αποστέρησε. Αν οι αιτητές την έχουν ασκήσει λανθασμένα, δε θα πρέπει με την πρόφαση της δίκαιης δίκης και/ή άλλως να παρακαμφθεί η ορθή διαδικασία εις βάρος του καθ' ου η αίτηση. Εξάλλου, επιπρόσθετα των ανωτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι υπάρχουν άλλα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν την υπόθεση των αιτητών, τα οποία, ωστόσο, για λόγους πέραν του ελέγχου των αιτητών δε μπόρεσαν να προσφερθούν υπό τύπο μαρτυρίας. Η σχετική αναφορά στο σώμα της αίτηση είναι απόλυτα σαφής και δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας και/ή παρερμηνείας: «Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η παρούσα Αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Αθανασίου ημερομηνίας 30.08. 2017». Εάν ήθελε επιτραπεί η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας σε τέτοιας φύσης αιτήσεις τότε θα απόβαινε ατελέσφορος ο σκοπός για τον οποίο προνοείται ότι οι αιτήσεις αυτές βασίζονται σε ένορκη ή ένορκες δηλώσεις και μαρτυρικό υλικό που προσκομίζεται με την υποβολή τους και προς υποστήριξη τους. Σε διαφορετική περίπτωση θα απέληγαν και αυτές οι διαδικασίες σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες και αντιπαραθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να προχωρήσει σε ακροαματική διαδικασία στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης αντίστοιχα. Επί πλέον δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η παροχή της δικονομικής δυνατότητας στη βάση της Δ.48 Θ.4
(2)σε κάθε διάδικο για καταχώρηση περαιτέρω ενόρκων δηλώσεων και αντεξέτασης τού ενόρκως δηλούντος της άλλης πλευράς επί συγκεκριμένων σημείων της ένορκης δήλωσης του, εφόσον ασφαλώς παρίσταται τέτοια ανάγκη και τεκμηριώνεται η προϋπόθεση της ύπαρξης «καλού λόγου προς τούτο» και εφόσον βέβαια τύχει της έγκρισης του Δικαστηρίου μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Σε σχέση με τη διαταγή ως προς τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βλέπω τον λόγο γιατί αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Κατά πόσο μια αίτηση για έκδοση διατάγματος διανοητικά ανικάνου προσώπου διεξάγεται επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων ή με προφορική μαρτυρία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.