← Κύπρος

ZHAO ν. AFX CAPITAL MARKETS LTD, Αρ. Αγωγής:1835/2018, 20/3/2019

ZHAO ν. AFX CAPITAL MARKETS LTD, Αρ. Αγωγής:1835/2018, 20/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1835/2018 ΜΕΤΑΞΥ: XXX ZHAO Ενάγοντα και AFX CAPITAL MARKETS LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 20 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους/αιτητές: Ο κ. Γ. Θωμά για YIANNAKIS K. THOMA LAW FIRM LLC Για ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Α. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος ημερ. 14.9.2018) Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους αιτούνται την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του ενάγοντος και ενόρκως δηλούντος σε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής κ. ΧΧΧ Zhao από την Κίνα, σε ότι αφορά - όπως περιορίστηκε το αίτημα κατά την ακρόαση της αίτησης - τη γνώση του της Αγγλικής γλώσσας. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Κ.1, Δ.48 Κ.1-4, στην Δ.64, στον περί αποδείξεως νόμο κεφ. 9 και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους εναγόμενους κα XXXXX Αχιλλέως, η οποία, σε σχέση με το ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να επικεντρωθεί πλέον η παρούσα απόφαση μου και αφορά τη γνώση της Αγγλικής γλώσσας από τον ενόρκως δηλούντα, δηλώνει στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της τα εξής: «Ειδικότερα, ο Ενάγοντας είναι αναγκαίο να αντεξεταστεί επί των παραγράφων 2 και 4 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 13/8/2018 αναφορικά με το κατά πόσο γνωρίζει, μιλά, αντιλαμβάνεται ή κατανοεί την Αγγλική γλώσσα. Όπως φαίνεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων, είναι η θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας ούτε γνωρίζει ούτε κατανοεί ούτε αντιλαμβάνεται την Αγγλική γλώσσα.» Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33, Δ.36, Δ.38, Δ.39, θθ.1-21, θθ1 και Δ.48, θθ. 1-9, Δ.64, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, της Νομολογίας, των Κανόνων Επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ενόψει του περιορισμού πλέον του ζητήματος που θα εξεταστεί στο ζήτημα της γνώσης της Αγγλικής γλώσσας από τον ενόρκως δηλούντα εκλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης ως σχετικοί με αυτό το ζήτημα: «

  1. Η Αίτηση είναι κατά Νόμο και ουσία αβάσιμη και/ή είναι αντίθετη προς τις Νομολογιακές αρχές.
  2. Δεν υπάρχει κανένας καλός λόγος για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αντεξέτασης. Mεταξύ άλλων αναφέρεται ότι ενώ Αιτητές στηρίζουν τους λόγους ένστασης τους σε αλληλογραφία και/ή συμφωνίες και/ή άλλα έγγραφα που είναι στην Αγγλική και αποστάλθηκαν στον Καθ' ου η Αίτηση ή ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών, εντούτοις ισχυρίζονται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και αιτούνται την αντεξέταση του. Αυτό προυποθέτει να ταξιδεύσει γι' αυτό το λόγο από την Κίνα στην Κύπρο, διαδικασία που παίρνει πολύ χρόνο και απαιτεί πολλά έξοδα. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούν να πιέσουν τον Καθ' ου η Αίτηση να ενδώσει είτε αποσύροντας την αγωγή είτε αποσύροντας την επίδικη αίτηση προκαλώντας εμπόδια σε αυτόν.
  3. Δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης, ούτε και υπάρχει επίκληση τέτοιων περιστάσεων.
  4. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε σπατάλη χρόνου και εξόδων.
  5. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει όλο το απαραίτητο υλικό υπό μορφή Ενόρκων Δηλώσεων και Τεκμηρίων που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση στην κυρίως Αίτηση.
  6. Η Αίτηση είναι καταχρηστική». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα XXXXX Γρηγορίου, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον ενάγοντα στην παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει ότι ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 13.08.2018 που συνοδεύει την αίτηση του για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αναφέρει ότι ομιλεί, διαβάζει και κατανοεί καλώς την Αγγλική γλώσσα και στην ουσία επιζητείται ο έλεγχος της γενικότερης αξιοπιστίας του ενόρκως δηλούντα κ. ΧΧΧ Zhao, πράγμα το οποίο είναι απαράδεκτο στο στάδιο αυτό. Περαιτέρω σημειώνει ότι στην ένορκη δήλωση της κας Mazzaco, οι αιτητές παρόλο που στηρίζονται σε αλληλογραφία και/ή συμφωνίες και/ή άλλα έγγραφα που είναι στην Αγγλική και αποστάλθηκαν στον καθ' ου η αίτηση ή ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών, εντούτοις ισχυρίζονται ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και αιτούνται την αντεξέταση του. Παραπέμπει προς τούτο στην ένορκη δήλωση της κας Mazzaco από όπου προκύπτει ότι: « 1) Στην παράγραφο 10 υπάρχει παραδοχή ότι συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ των αιτητών και του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία είναι στην Αγγλική. 2) Στην παράγραφο 12

(2), οι αιτητές ισχυρίζονται ότι περί το τέλος Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου 2017 έγινε προφορική τροποποίηση της συμφωνίας, κάτι που ο καθ' ου η αίτηση αρνείται. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τέτοια τροποποίηση ουδέποτε έγινε και είναι εκ των υστέρων σκέψεις των αιτητών, αυτός ο ισχυρισμός αντιφάσκει με τον ισχυρισμό περί έλλειψης γνώσης της Αγγλικής γλώσσας από τον αιτητή. 3) Στα Τεκμήρια 2 και 3, οι ίδιοι οι αιτητές επισυνάπτουν επιστολή και ηλεκτρονικό μήνυμα του αιτητή τα οποία είναι συνταγμένα στην Αγγλική γλώσσα. 4) Στο Τεκμήριο 4, το οποίο αποτελεί ηλεκτρονικό μήνυμα των αιτητών, το οποίο ο αιτητής αρνείται ότι έλαβε, απευθύνεται προς αυτόν στην Αγγλική γλώσσα». Με βάση όλα τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η θέση των αιτητών ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα αντιφάσκει με τις θέσεις που οι ίδιοι προβάλλουν μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Mazzaco. Περαιτέρω δηλώνει ότι εξ' όσων πληροφορείται από τον καθ' ου η αίτηση, η μετάβαση του στην Κύπρο για αντεξέταση είναι δύσκολη αλλά και δυσανάλογη καθώς είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και συγκεκριμένα διαμένει στην Κίνα. Αναφέρει ότι όταν ο καθ' ου η Αίτηση είχε μεταβεί στην Κύπρο για την καταχώρηση της αγωγής και για να υπογράψει την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 13.08.2018, χρειάστηκε χρόνος για να εξασφαλίσει θεώρηση εισόδου (βίζα), ενώ χρειάστηκαν περαιτέρω γύρω στις 48 ώρες για να μεταβεί από την Κίνα στην Κύπρο. Ως εκ τούτου σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει την παρούσα αίτηση ο καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να υποστεί τη σχετική ταλαιπωρία και έξοδα, για να διεξαχθεί μια παντελώς αδικαιολόγητη και αχρείαστη αντεξέταση. Όπως δε πληροφορείται από τον καθ' ου η αίτηση και ειλικρινά πιστεύει, εν' όψει του ότι οι αιτητές γνωρίζουν την πιο πάνω δυσκολία, η παρούσα αίτηση έχει γίνει καταχρηστικά από τους αιτητές με σκοπό να εκβιάσουν έμμεσα τον καθ' ου η αίτηση να ενδώσει και να αποσύρει την αγωγή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητεί την απόρριψη της αίτησης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις και είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Παρέπεμψαν σε αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία μας. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε όσα αναπτύχθηκαν σε αυτές. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης θα είναι υποβοηθητικό. Στις 13.08.2018 καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εναντίον των εναγομένων. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων. Στις 14.08.2018, στο πλαίσιο της εν λόγω μονομερούς αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινά διατάγματα με τα οποία οι εναγόμενοι εμποδίζονται να αποξενώσουν και/ή να αποσύρουν ή επιβαρύνουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια βρίσκονται κατατεθειμένα προς όφελος τους εντός ή εκτός Κύπρου και να ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους του ενάγοντα σχετική ένορκη δήλωση στην οποία να δίδονται λεπτομέρειες σχετικά με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια. Το εν λόγω μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 27.08.2018. Στις 14.09.2018 οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στη μονομερή αίτηση του ενάγοντα/αιτητή και στο εν λόγω προσωρινό διάταγμα, με την οποία ενίστανται στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Στις 14.09.2018 οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για αντεξέταση του ενάγοντα ΧΧΧ Zhao. Στις 22.10.2018 ο ενάγων καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση των εναγομένων/αιτητών με την οποία προβάλλει συνολικά 10 λόγους ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Με βάση την Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση αλλά το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση. Στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali
(2004)1 ΑΑΔ 1660 αποφασίστηκε ότι το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον Θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Μήλου κ.ά.
(2008)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 280 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι διάταγμα εναντίον προσώπου που ορκίζεται ένορκο δήλωση. Στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το Ο.38, εξηγείται ακριβώς πως ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 και επόμενες ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Επομένως σύμφωνα με τα ως άνω η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Μια από τις παραμέτρους εξέτασης αιτημάτων της φύσεως ως το υπό εξέταση είναι η δεδομένη ανάγκη περιορισμού της διαδικασίας στα σωστά πλαίσια ώστε να μην εκτρέπεται σε ακρόαση επί της ουσίας. Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επίσης τα θέματα επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή προς τον σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου ούτε και μπορεί να γίνει έλεγχος της αξιοπιστίας του στο στάδιο αυτό. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Krishnakanthan
(2011)1 AAΔ σελ. 7 αποφασίστηκε από τον κ. Παμπαλλή, Δ. ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί συνοδεύει την αίτηση. Ειπώθηκαν δε τα ακόλουθα συγκεκριμένα: «Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και αναφέρομαι στο Annual Practice 1955, σελ. 683 δίδει κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (Βλ. Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 783). Η σημείωση του πρωτοκολλητή, ότι μεταφράστηκε από ελληνικά σε αγγλικά, που στην προκείμενη περίπτωση όπως υποστήριξε ο συνήγορος του αιτητή, είναι ικανοποιητική για να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα ύπαρξης της, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία, αφού, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Σκοπός της βεβαίωσης του πρωτοκολλητή (jurat) είναι η αποφυγή με τρόπο αναντίλεκτο οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων (El-Boustani
(1991)1 A.A.Δ. 736). Αφήνω που μεθοδολογία, όπως η παρούσα, μπορεί να οδηγήσει και να ενισχύσει τη σκέψη ότι ένας ενόρκως δηλών, μπορεί θεωρητικά και να αποφύγει τις συνέπειες ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δηλώσεως δεν του αποδόθηκε σωστά. Με γνώμονα τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι δεν έχει ακολουθηθεί η σωστή διαδικασία. Ως αποτέλεσμα τούτου, δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει, εκ πρώτης όψεως, βάσιμο λόγο για να προχωρήσει το Δικαστήριο να εξετάσει τους προβληθέντες από τους καθ' ων η αίτηση ισχυρισμούς περί της νομιμότητας ή όχι της κράτησης του αιτητή. Η ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες θεσμούς πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης Σκοπός της βεβαίωσης του πρωτοκολλητή (jurat) είναι η αποφυγή με τρόπο αναντίλεκτο οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων. Εξ άλλου, μεθοδολογία όπως η παρούσα, μπορεί να οδηγήσει και να ενισχύσει τη σκέψη ότι ένας ενόρκως δηλών, μπορεί θεωρητικά και να αποφύγει τις συνέπειες ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δηλώσεως δεν του αποδόθηκε σωστά. Όσον αφορά τις γενικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αντεξέτασης, αυτές συνοψίστηκαν στην υπόθεση Galina Weber v. Ιtera Group Ltd κ.α, αρ. αγωγής 1508/06 Ε. Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 22.09.2011 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από την Δ.39 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Αίτηση Rana Wahed Ali (αρ. 1)
(2009)1 ΑΑΔ 1661. Στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Order 38 Annual Practice 1958 σελ. 865 επεξηγείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας με υπογράμμιση ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση παρέχεται μέσα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση, Τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Στην αίτηση 18/08 Λ. Μήλου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 280 όπου εξετάστηκε η ορθότητα ή μη της απόρριψης του αιτήματος γι' αντεξέταση, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στη Δ.39 Θ. 1, παρείχε τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Για τούτο σημαντικό στοιχείο αποτελεί το είδος της αίτησης και τα στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται και να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο». Καθοδηγητική είναι και η απόφαση του τότε Π.Ε.Δ. Κληρίδη, Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου, Αρ. Αγωγής: 7123/08, ημερομηνίας 9.04. 2009 όπου αναφέρθηκε ότι: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλ.. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263) ». Σε σχέση δε με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση, στην υπόθεση Bacardi and Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων» Με βάση τα πιο πάνω συνάγεται ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια και είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, ενώ το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση τέτοιου διατάγματος αντεξέτασης με γνώμονα τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και το κατά πόσο εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας. Η ύπαρξη πραγματικού υποβάθρου είναι βασικό προαπαιτούμενο για την προώθηση της Αίτησης. Σχετικά δε μπορούν να θεωρηθούν και όσα λέχθηκαν στην Αναθεωρητική Έφεση Υποθ. 1405/09, Valentina Stoeva v Της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 10.11.2009 όπου είχε καταχωρηθεί ένορκη δήλωση στα ελληνικά και όπου έγινε μετάφραση της στην παρουσία του Πρωτοκολλητή και όπου δεν κρίθηκε ως ικανοποιητική καθώς όπως λέχθηκε από τον κ. Παμπαλλή, Δ.: «Στην προκείμενη περίπτωση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Είναι υπογραμμένη από την αιτήτρια. Υπάρχει πιστοποίηση της υπογραφής της από την πρωτοκολλητή. Ταυτοχρόνως υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι η ένορκη δήλωση έχει μεταφραστεί από κάποια Dani Προκοπίου στη βουλγαρική γλώσσα. Αυτό υποστήριξε η συνήγορος της αιτήτριας είναι αρκετό, γιατί καταδεικνύει ότι η ένορκη δήλωση μεταφράστηκε στην αιτήτρια στη μητρική της γλώσσα, και μετά απ' αυτό υπέγραψε τη σχετική ένορκη δήλωση και έθεσε και η πρωτοκολλητής τη σχετική πιστοποίηση. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία η οποία θα μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αντίκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και βρίσκω ότι δεν υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την ουσία της αίτησης.» Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εξέτασης της αίτησης, σχετική είναι η υπόθεση Φωτίου 2003
(1)Β Α.Α.Δ.
  1. Σε σχέση με τον μοναδικό λόγο που επιδιώκεται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος αυτόν της γνώσης του της Αγγλικής γλώσσας οι αιτητές στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης τους αναφέρουν ότι είναι αναγκαίο όπως ο ενάγων αντεξεταστεί επί των παραγράφων 2 και 4 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 13.08.2018 αναφορικά με το κατά πόσο ο ενάγων γνωρίζει, μιλά, αντιλαμβάνεται ή κατανοεί την Αγγλική γλώσσα. Με βάση την πιο πάνω νομολογία, η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Με την αιτούμενη αντεξέταση του ενάγοντα επί των παραγράφων 2 και 4 της ένορκης του δήλωσης του δεν ζητείται ο έλεγχος της αξιοπιστίας του ούτε η αντεξέταση επί της ουσίας της διαφοράς αλλά για να διαπιστωθεί κατά πόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα έχει συνταχθεί με βάση τους κανονισμούς, κατά πόσο ο ενόρκως δηλών μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης που υπέγραψε και κατά πόσο η εν λόγω μονομερής αίτηση στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο ενάγων δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υπέγραψε, τότε η εν λόγω μονομερής αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί δίχως άλλο. Το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της κας Mazzacco επισυνάπτονται διάφορες επιστολές ως τεκμήρια οι οποίες είναι συναγμένες στην Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων γνωρίζει και αντιλαμβάνεται την Αγγλική γλώσσα. Η κα Mazzacco στις παραγράφους 6 και 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων στο προσωρινό διάταγμα αναφέρει ότι κατά την διάρκεια τηλεφωνικών της συνομιλιών με τον ενάγοντα, ήταν απαραίτητη η μεσολάβηση διερμηνέα καθότι, όπως ο ίδιος ο ενάγων δήλωσε, ούτε μιλά ούτε κατανοεί την Αγγλική γλώσσα πέραν από κάποια πολύ βασικά πράγματα. Επίσης, η αλληλογραφία με τους εναγομένους γινόταν μέσω της υπαλλήλου των εναγομένων κας ΧΧΧ Simcock, η οποία κατάγεται από την Κίνα. Σχετικό είναι το Τεκμ. 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων ημερομηνίας 14.09.2018, στο οποίο φαίνεται ότι η αλληλογραφία με τους εναγομένους γινόταν μέσω της κας ΧΧΧ. Επίσης, από τα Τεκμ. 4 και 5 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση του για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων επισυνάπτονται διάφορες επιστολές στα κινέζικα, μεταφρασμένες στα αγγλικά από την ΧΧΧ Simcock. Επίσης, η κα Mazzacco στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων ημερομηνίας 14.09.2018 αναφέρει ότι η συνάντηση που είχε με τον ενάγοντα στην Σαγκάη, περί τον Μάρτιο του έτους 2018, έγινε επίσης στην παρουσία διερμηνέα καθώς ο ενάγων δεν μπορούσε να μιλήσει κατανοήσει τι του έλεγε, ούτε μπορούσε να εκφραστεί στα αγγλικά. Είναι γι' αυτό που καθίσταται αναγκαία η αντεξέταση του ενάγοντα επί των παραγράφων 4 και 5 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 14.08.
  2. Εάν κατά την αντεξέταση του ενάγοντα φανεί ότι κατά την υπογραφή της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, ο ενάγων δεν αντιλαμβανόταν ή κατανοούσε τι υπέγραφε τότε ούτε η εν λόγω ένορκη δήλωση του ενάγοντα ούτε τα τεκμήρια που τη συνοδεύουν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και η μονομερής αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί δίχως άλλο. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι καταχρηστική καθώς τυχόν έγκριση του αιτήματος των εναγομένων προϋποθέτει όπως ο ενάγων ταξιδεύσει για αυτόν τον λόγο από την Κίνα στην Κύπρο, διαδικασία που παίρνει πολύ χρόνο και απαιτεί πολλά έξοδα εφόσον πρόκειται για ζήτημα το οποίο άπτεται του τρόπου προώθησης της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε είναι υποχρέωση αυτού που την προωθεί να την υποστηρίξει κατάλληλα και ειδικότερα τον ισχυρισμό του περί της γνώσης της Αγγλικής γλώσσας στην οποία συνέταξε την ένορκη δήλωση του. Ούτε ο λόγος περί κατάχρησης της διαδικασίας έχει έρεισμα εφόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταχώρηση μιας αίτησης για αντεξέταση του ενάγοντα η οποία αποσκοπεί στην αποκάλυψη της αλήθειας των όσων δηλώνει, ειδικά εδώ ως προς την γνώση του της Αγγλικής γλώσσας για τον λόγο και μόνον ότι ο ενάγων απουσιάζει στο εξωτερικό. Επίσης δεν μπορεί να προαποφασιστεί αν η έγκριση η έγκριση της υπό εξέταση αίτησης θα οδηγήσει σε σπατάλη χρόνου και εξόδων. Αν τελικά διαφανεί ότι ο ενάγων δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και κατά τον χρόνο υπογραφής της εν λόγω ένορκης δήλωσης του δεν αντιλαμβάνονταν τι υπέγραφε, τότε η έγκριση της υπό εξέταση αίτησης θα οδηγήσει σε εξοικονόμηση εξόδων και χρόνου, αφού η μονομερής αίτηση του ενάγοντα θα είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης του ενάγοντα με αρ. 5, απορρίπτεται ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση ως προς το μοναδικό ζήτημα το οποίο δηλώθηκε ότι παραμένει, αυτό δηλαδή της αντεξέτασης του ενάγοντος σε σχέση με τη γνώση του της Αγγλικής γλώσσας είναι αίτημα βάσιμο, δικαιολογημένο και έχει έρεισμα στην νομολογία μας και ως εκ τούτου πετυχαίνει. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος σε αίτηση εξασφάλισης απαγορευτικών διαταγμάτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.