ΝΑΒΟΛΟΤΣΝΑΓΙΑ ν. ΑΔΕΛΦΟΥΣ Χ.Β.Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΝΤΙΒΕΛΟΠΠΕΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 468/2017, 26/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 468/2017 ΜΕΤΑΞΥ: XXX ΝΑΒΟΛΟΤΣΝΑΓΙΑ Ενάγουσας και ΑΔΕΛΦΟΥΣ Χ.Β.Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΝΤΙΒΕΛΟΠΠΕΡΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: Η κα Παϊση για Giorgos Landas LLC Για τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Σ. Βασιλείου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για συνοπτική απόφαση) Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,r.6). Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως το αγώγιμο της δικαίωμα προέρχεται από αγοραπωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 23.06.2007 το οποία είχε συνομολογηθεί μεταξύ των παρόντων εναγομένων ως των πωλητών και του κ. XXX Ντεκερμετζιάν ως αγοραστή. Το ως άνω πωλητήριο έγγραφο είναι σημαντικό να αναφερθεί, ενόψει της φύσης των διαταγμάτων που αξιώνει τώρα η ενάγουσα ότι κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ 2870/
- Ο κ. Ντεκερμετζιάν στις 29.11.2016 δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης διά δωρεάς εκχώρησε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του - όπως αναγνωρίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως, που απορρέουν από το ως άνω αγοραπωλητήριο έγγραφο στην εδώ ενάγουσα. Η Συμφωνία εκχώρησης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και φέρει αριθμό ΚΕ 7/
- Η ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει τα ακόλουθα διατάγματα στην παρ. 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως της: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ειδική εκτέλεση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 23.06.2007 δια του οποίου οι Εναγόμενοι πώλησαν την κατοικία με αριθμό 2 στο ισόγειο, αυλή με αριθμό 6 στο ισόγειο, με αριθμό εγγραφής 0/XXX, φύλλο/σχέδιο 54/12 W2, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 4X5μ και το οποίο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο κατετέθη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αριθμόν ΠΩΕ XXX και εκχωρήθηκε στην Ενάγουσα βάση της συμφωνίας εκχώρησης ημερομηνίας 29.11.2016 η οποία κατετέθη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αριθμόν ΚΕ7/XXX, ελεύθερη από οποιαδήποτε βάρη που ανεγράφησαν μετά την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με αριθμό ΠΩΕ XXX. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι της Ενάγουσας της κατοικίας με αριθμό 2 στο ισόγειο, αυλή με αριθμό 6 στο ισόγειο, με αριθμό εγγραφής 0/XXX, φύλλο/σχέδιο 54/12 W2, Τμήμα 2, Τεμάχιο ΕΠΙ 4X5μ, βάση της Συμφωνίας πωλήσεως με αριθμόν ΠΩΕ XXX η οποία εκχωρήθηκε βάση συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.2016 στην Ενάγουσα και η οποία Συμφωνία εκχώρησης κατετέθη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αριθμόν ΚΕ7/XXX, ελεύθερη από οποιαδήποτε βάρη που ανεγράφησαν μετά την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου με αριθμό ΠΩΕ XXX. (Γ) Διάταγμα για την λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων και διαβημάτων προς εξασφάλιση των απαραίτητων από οποιοδήποτε Νόμο, πιστοποιητικών και/ή αδειών και/ή εγκρίσεων, δια την διεκπεραίωση της εγγραφής, επ' ονόματι της Ενάγουσας, της επίδικης κατοικίας.» Την καταχώρηση της ως άνω αγωγής ακολούθησαν με τη σειρά τα ακόλουθα διαδικαστικά διαβήματα ή δικόγραφα: Το Σημείωμα Εμφάνισης με ημερ. 14.03.2017 από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την εναγομένη, στις 21.09.2017 η Υπεράσπιση και στις 8.12.2017 η Απάντηση στην Υπεράσπιση, την ίδια ημερομηνία καταχωρίστηκε Κλήση για Οδηγίες εκ μέρους της ενάγουσας σύμφωνα με τη νέα Διαταγή 30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών από την οποία διέπεται η παρούσα αγωγή. Μετά από λίγες ημέρες, ήτοι στις 14.12.2017, καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση με την οποία η αιτήτρια αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η παράγραφος 9 (Α, Β και Γ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως πλέον τα έξοδα της αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται επί της Δ.18, Θ. 1 (α) και 2, και Δ.48, Θ. 1, 2, 3, 7 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και επί της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η ενάγουσα/αιτήτρια κα XXX Ναβολότσναγια και στη συνέχεια μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, η οποία αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης όπως συνοπτικά ήδη έχει καταγραφεί πιο πάνω και απαντά σε διάφορους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζουν την ένσταση τους. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις και ως εκ τούτου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις και ως εκ τούτου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Οι Εναγόμενοι έχουν καλή Υπεράσπιση και/ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που δίνουν στους Εναγόμενους το δικαίωμα να υπερασπισθούν την παρούσα Αγωγή και/ή η Υπεράσπιση των Εναγομένων να μπορεί δεν μπορεί να περιγραφεί ως σκιώδης αλλά είναι περισσότερο από πιθανή
- Η Υπεράσπιση των Εναγομένων αφορά ολόκληρη την απαίτηση της Ενάγουσας
- Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει εύλογη και/ή εμφανής αμφιβολία ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση
- Είναι πρόσφορο να επιτραπεί στους Εναγόμενους να Υπερασπιστούν την παρούσα υπόθεση και/ή στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν ουσιώδες ζητήματα προς εκδίκαση και/ή στην παρούσα περίπτωση υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση
- Πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση μόνο όπου είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καλόπιστη υπεράσπιση, και η παρούσα περίπτωση δεν είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις
- Ο κος XXX Ντεκερμετζιάν δεν είχε δικαίωμα να εκχωρήσει τα δικαιώματα του επί του επίδικου ακινήτου στην Ενάγουσα και/ή οι Εναγόμενοι δεν συγκατατέθηκαν στην εκχώρηση των δικαιωμάτων του κου XXX Ντεκερμετζιάν επί του ακινήτου στην Ενάγουσα και/ή η εκχώρηση ήταν αντισυμβατική, παράνομη, παράτυπη και προσχηματική, και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα εναντίον των Εναγομένων
- Δεν προκύπτει από πουθενά ότι εκχωρήθηκαν στην Ενάγουσα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την απόφαση που εκδόθηκε στην Αγωγή 3995/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού
- Η Ενάγουσα ερμηνεύει λανθασμένα και/ή όπως την βολεύει το κείμενο της απόφασης που εκδόθηκε στην Αγωγή 3995/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Κωλύεται η Ενάγουσα να προωθεί την παρούσα αίτηση, λόγω μη συμμόρφωσης του κ. XXX Ντεκερμετζιάν με την απόφαση στην Αγωγή 3995/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Η εκχώρηση που έγινε μεταξύ Ενάγουσας και XXX Ντεκερμετζιάν είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή παραβιάζει το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 23/07/
- Η Ενάγουσα όχι μόνο καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, αλλά και η ίδια μετέθεσε την επίλυση των διαφορών της με τους Εναγόμενους κατά την δικάσιμο, μέσω των δικογράφων της. Κωλύεται λοιπόν σήμερα, και με την υπό κρίση Αίτηση, να ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχουν ζητήματα που θα πρέπει να λυθούν μέσα από την Ακρόαση της Αγωγής και πως η Υπεράσπιση των Εναγομένων είναι δήθεν προσχηματική
- Η Ενάγουσα, όχι μόνο καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση, αλλά πριν την καταχώρηση αυτής προέβη και σε ένα σωρό άλλα διαδικαστικά διαβήματα
- Ακόμη και εάν η Ενάγουσα δικαιούτο σε απόφαση, η οποιαδήποτε απόφαση θα ήταν αδύνατον να εκτελεστεί και εφαρμοστεί
- Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.» Η νομική βάση της ένστασης στηρίζεται επί της Δ.18 και Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9, των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και επί της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα γεγovότα επί τωv oπoίωv στηρίζεται η έvσταση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXX Ανδρέου διευθυντής και κατά 50% μέτοχος των εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση. Ο κ. Ανδρέου πέραν της ιδιότητας του και την αναφορά του στη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και της νομικής συμβουλής που έλαβε, αναφέρεται σε έκταση στα γεγονότα της υπόθεσης υποστηρίζοντας τους λόγους ένστασης δίδοντας μια διαφορετική διάσταση σε αυτά και τη δική του εκδοχή περί της διαφοράς. Όπου κριθεί αναγκαίο θα σχολιαστούν στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Οι αρχές που περιβάλλουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι καλώς εμπεδωμένες στο δίκαιο μας και συνοψίζονται περιεκτικώς στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826, με το ακόλουθο σκεπτικό το οποίο παραθέτω ολόκληρο εφόσον καλύπτει τα πλείστα ζητήματα που απασχολούν και εδώ: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: "H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)". "Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)"». Όπως τονίστηκε και στη Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1795 αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Αφού έχω θέσει πιο πάνω το νομικό βάθρο στο οποίο θα πρέπει να στηρίζεται μια απόφαση αυτής της φύσης θα αναλύσω στη συνέχεια τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατ' αρχή θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τη Δ.18
(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αυτές είναι: (α) το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ.2 Θ. 6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση να τη συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται εάν υπάρχει και να δηλώνει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι συντρέχουν και οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, εξάλλου εύκολα αυτές συνάγονται και εντοπίζονται στη δικογραφία. Επομένως κρίνω ότι ο λόγος ένστασης 2 δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Σε σχέση με τον χρόνο που υποβλήθηκε το αίτημα δεν διακρίνω ότι υπήρξε καθυστέρηση αλλά αυτό υποβλήθηκε λίγες ημέρες αφότου συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα και δεν υπάρχει δικονομικός περιορισμός ως προς τον χρόνο ή το στάδιο της διαδικασίας εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρείται ένα τέτοιο διάβημα. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν σε σχέση με τον χρόνο εντός του οποίου υποβλήθηκε το αίτημα δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14). Το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Εδώ παρεμβάλλω ότι η ένορκη δήλωση εκ μέρους της ενάγουσας/ αιτήτριας δεν πάσχει από οποιανδήποτε παρατυπία. Η ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την αίτηση είναι η ίδια η ενάγουσα η οποία γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και ορκίζεται γι' αυτά θετικά. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος σύμφωνα με τη νομολογία μας μετατοπίζεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co- Operative Industries co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Έχοντας επομένως υπόψη τις θέσεις της κάθε πλευράς όπως αυτές αναπτύχθηκαν και στις αγορεύσεις τους - οι οποίες σημειώνω ότι στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο - σε συνδυασμό με τις πιο πάνω αρχές όπως προκύπτουν από τη νομολογία και σε νομολογία που θα αναφερθώ ειδικότερα κατά την εξέταση των επί μέρους θεμάτων, θα εξετάσω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση όπως αυτοί προβάλλονται στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως τους και υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζουν και αν αυτοί δικαιολογούν την παροχή σ' αυτούς της δυνατότητας να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του καθ' ου η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι έχω υπόψη μου ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269). Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να υπερασπιστεί για δύο βασικούς λόγους: (α) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους, εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (β) η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου, προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Χ" Νέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais,
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του Αρτέμη, Δ, όπως ήταν τότε, που στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1η έκδοση σελ.174, παρ. 14.09.99).» Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Lloyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: «Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση.» Στην απόφαση R.C.K. Sports ως έχει μετονομασθεί από Palinex Sports Ltd ν. Persona Adνertising Ltd,
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1074, αποφασίστηκε ότι στη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαμόρφωση άποψης χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, τότε εκδίδεται απόφαση εφόσον ο εναγόμενος δεν κατορθώσει να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι η υπόθεση που εξετάστηκε αφορούσε σε νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία καθιστούσαν δυνατό για το δικαστήριο να διαμορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως και ως εκ τούτου να εκδώσει συνοπτική απόφαση, σημειώνοντας ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου όσον αφορά την έλλειψη υπεράσπισης εκ μέρους των εφεσειόντων - εναγομένων, στηρίχθηκαν αφ' ενός σε μαρτυρία που δεν ήταν διιστάμενη και αφ' ετέρου σε μαρτυρία που δόθηκε για τους εφεσείοντες - εναγομένους η οποία έγινε δεκτή και συνεπώς δεν εγειρόταν ζήτημα έλλειψης ή αξιολόγησης μαρτυρίας ή ευρημάτων. Καταλήγω, ως προς τους λόγους ένστασης, ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους του για απόδειξη ότι έχει κάποια καλόπιστη υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, έχει αποτύχει να αποκαλύψει με την ένορκη δήλωση που καταχώρισε τέτοια γεγονότα επί της ουσίας της υπόθεσης και της διαφοράς, τα οποία θα μπορούσαν θεωρηθούν, υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών, ικανοποιητικά ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να του επιτρέψει να προβάλει την Υπεράσπιση που ήδη έχει καταχωρήσει και η οποία δεν παρουσιάζει οτιδήποτε ουσιαστικό το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί και αξιολογηθεί μετά από παράθεση μαρτυρίας. Και τούτο καθώς η ενάγουσα δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης απέκτησε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις - όπως παραδέχεται με τη σχετική δικογράφηση της στην έκθεση απαιτήσεως της - και ως εκ τούτου δεν με βρίσκει σύμφωνο η περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία από πλευράς του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι τάχα δεν ανέλαβε η ενάγουσα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο της 23.06.2007 έτσι ώστε να δικαιούται στην εγγραφή της κατοικίας επ' ονόματι της διά ειδικής εκτελέσεως. Όμως προχωρώντας και ένα βήμα πιο κάτω θα πρέπει να ειπωθεί ότι οι όποιες διαφορές υπήρχαν μεταξύ των συμβαλλομένων στο αγοραπωλητήριο έγγραφο της 23.06.2007 έχουν επιλυθεί με την εκ συμφώνου δικαστική απόφαση της 26.11.2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπ' αριθμό Αγ. 3995/2008 του Ε.Δ. Λεμεσού. Αυτή δεν απέκλειε την εκχώρηση του δικαιώματος του εκεί εναγόμενου για τη μεταβίβαση του τίτλου στο όνομα του «ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο υποδειχτεί» όπως ρητά καθοριζόταν στον Κανόνα του Δικαστηρίου όπως είχε δηλωθεί. Επομένως αντιπαρέρχομαι τις όποιες περί του αντιθέτου αιτιάσεις που προβάλλει η πλευρά των εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση υπό μορφή υπεράσπισης στην παρούσα. Το ζήτημα έγκειται τελικά στην υλοποίηση των όσων είχαν αποφασιστεί στα πλαίσια της ως άνω αγωγής. Και το Δικαστήριο αυτό δεν θα πρέπει να επανέλθει στα όσα έχει επιλύσει ήδη η ως άνω αγωγή. Αρκεί η εφαρμογή της και αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί με την αμοιβαία εκπλήρωση των όσων αυτή επιτάσσει. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη καταλήγω ότι η πλευρά των εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση δεν έχει προτάξει οποιανδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα και δεν έχει δικαίωμα περαιτέρω υπεράσπισης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Επομένως θα προχωρήσω και θα εκδώσω τα διατάγματα που αξιώνονται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως υπό Α, Β και Γ με τη διαφοροποίηση του αιτητικού Γ έτσι ώστε μετά τη φράση «ή εγκρίσεων» να προστεθεί η ακόλουθη φράση: «νοουμένου ότι θα καταβληθούν τα ποσά που έχουν επιδικασθεί στην εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 3995/2008 Ε.Δ. Λεμεσού της απαίτησης και ανταπαίτησης» και τούτο καθώς αυτά ρητά προνοούσε ο Δικαστικός Κανόνας όπως είχε συμφωνηθεί στα πλαίσια της ως άνω συμβιβαστικής απόφασης και οπωσδήποτε δεν είναι στην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τον ως άνω Κανόνα ούτε και τίθεται ζήτημα συμψηφισμού όπως η πλευρά των καθ' ων η αίτηση εισηγείται και όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος τους επιχειρηματολόγησε σε έκταση για το ζήτημα αυτό παραθέτοντας σειρά από αποφάσεις και αυθεντίες στην εισήγηση του. Το ζήτημα έγκειται απλώς και μόνο στην εφαρμογή μιας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογ.).................................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο