Αναφορικά με την αίτηση του Μιχαηλίδη, Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας GREGORIS GREGORIOU CAR ENTERPRISES LIMITED, Αίτηση Αρ.: 202/18, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 202/18 Αναφορικά με την εταιρεία GREGORIS GREGORIOU CAR ENTERPRISES LIMITED, HE 98065, υπό Διαχείριση και Αναφορικά με τα άρθρα 334 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και Αναφορικά με την αίτηση του xxxx Μιχαηλίδη, Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας GREGORIS GREGORIOU CAR ENTERPRISES LIMITED (Αίτηση ημερομηνίας 21/06/18 για προσωρινά διατάγματα) Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Καραμαλλή για Χάρη Κυριακίδη ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Χ. Πουτζιουρής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο πιο πάνω αιτητής, xxx Μιχαηλίδης (εφ' εξής Μιχαηλίδης), επικαλούμενος ιδιότητα Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας GREGORIS GREGORIOU CAR ENTERPRISES LIMITED (εφ' εξής η εταιρεία), καταχώρησε στις 21/06/18 την πιο πάνω Γενική Αίτηση ζητώντας όπως: Α. Αναγνωριστεί με διάταγμα Δικαστηρίου η ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας καθώς επίσης και η νομιμοποίηση του να λάβει, ως τέτοιος Παραλήπτης/Διαχειριστής, άμεση κατοχή όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας για σκοπούς διαχείρισης της. Β. Διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται όλοι οι αξιωματούχοι, αντιπρόσωποι και υπάλληλοι της εταιρείας, να του παραδώσουν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, κατοχή και πρόσβαση στην κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας όπως επίσης και στα υποστατικά, στους λογαριασμούς και στα βιβλία της, ως αυτά «είναι σχετικά και/ή αναγκαία για την ορθή άσκηση των εξουσιών και/ή αρμοδιοτήτων του Παραλήπτη/Διαχειριστή.». Γ. Διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται τα πρόσωπα που αναφέρονται στο Β ανωτέρω, όπως του παράσχουν ως Παραλήπτη/Διαχειριστή, κάθε λογής ενημέρωση αναφορικά με τους λογαριασμούς και τα αρχεία της εταιρείας και όπως παύσουν να επεμβαίνουν, να χρησιμοποιούν και να κατέχουν «οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας και το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση του Παραλήπτη/Διαχειριστή». Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης (εφεξής η κυρίως αίτηση), ο Μιχαηλίδης καταχώρησε και την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, με την οποία επιχείρησε όπως εξασφαλίσει μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία αφ' ενός να απαγορεύεται στους διευθυντές της εταιρείας από του να εμπορεύονται και/ή να αποξενώνουν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, από του να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στα λογιστικά βιβλία της και από του να τον εμποδίζουν να εισέρχεται στο γραφείο και στα υποστατικά της εταιρείας ως Παραλήπτης/Διαχειριστής, να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα του ως τέτοιος Παραλήπτης/Διαχειριστής και να λάβει κατοχή ολόκληρου του ενεργητικού της εταιρείας με σκοπό την παραλαβή και διαχείριση του. Ζητείται αφ' ετέρου προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι αξιωματούχοι, αντιπρόσωποι και υπαλλήλοι της εταιρείας όπως του παραδώσουν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, κατοχή και πρόσβαση στην κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας όπως επίσης και στα υποστατικά, στους λογαριασμούς και στα βιβλία της, ως αυτά «είναι σχετικά και/ή αναγκαία για την ορθή άσκηση των εξουσιών και/ή αρμοδιοτήτων του Παραλήπτη/Διαχειριστή.». Το αίτημα του Μιχαηλίδη για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς δεν εγκρίθηκε και του δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως επιδώσει την αίτηση στην εταιρεία και στους διευθυντές της. Οι τελευταίοι, μετά που τους επιδόθηκε η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση, στην οποία προβάλλουν δεκαεννέα λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προτού παραθέσω τις εκατέρωθεν θέσεις, θα πρέπει να επισημάνω ότι μετά τις οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση, η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε στις 29/06/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, δόθηκε χρόνος στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση να καταχωρήσουν ένσταση και λαμβανομένης υπόψη της θέσης του Μιχαηλίδη ότι επιθυμούσε την όσο δυνατό πιο σύντομη εκδίκαση της αίτησης, αυτή ορίστηκε για ακρόαση στις 20/07/
- Μέχρι τις 04/02/19 όμως, λόγω αιτημάτων αναβολής που υποβάλλονταν και από τις δύο πλευρές από κοινού, λόγω προσπαθειών, ως δηλώνετο, που γίνονταν για διευθέτηση, ουδείς εκ των μερών προχώρησε με την ακρόαση της αίτησης. Στις 04/02/19 δε, αν και τα μέρη δήλωσαν ότι εξακολουθούν να επιχειρούν την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, κατά τρόπο μάλιστα που η παρούσα αίτηση ενδέχεται σύντομα να καταστεί άνευ αντικειμένου, η πλευρά του Μιχαηλίδη δήλωσε ότι εξακολουθούσε να επιθυμεί να προωθεί και την παρούσα αίτηση οπόταν και αμφότεροι οι συνήγοροι παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Συνοψίζω τις θέσεις που προβάλλονται σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ο Μιχαηλίδης ισχυρίζεται ότι στις 18/06/18, η Τράπεζα Κύπρου (εφ' εξής η τράπεζα), ενεργοποίησε τις πρόνοιες τριών ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης που είχαν εγγραφεί επί ολόκληρης της ιδιοκτησίας της εταιρείας στις 01/12/98, 17/06/99 και 19/08/04 αντίστοιχα (Τεκ. 5 - 8) και τον διόρισε ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας. Τα εν λόγω ομόλογα, σύμφωνα με τον Μιχαηλίδη, είχαν δοθεί ως εξασφάλιση τεσσάρων συμφωνιών πιστωτικής διευκόλυνσης που συνήφθηκαν μεταξύ εταιρείας και τράπεζας περί τις 27/06/16 (Τεκ. 2 - 4). Ως ισχυρίζεται ο Μιχαηλίδης, ενόψει της παράλειψης της εταιρείας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, με την εν λόγω παράλειψη να έχει δημιουργήσει οφειλές συνολικού ύψους πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ, η τράπεζα, έστειλε επιστολή στην εταιρεία στις 18/06/18 απαιτώντας «.στη βάση των προνοιών των Ομολόγων την καταβολή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου των πιο πάνω αναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων» (Τεκ. 13). Την εν λόγω εξόφληση των χρεών, η τράπεζα την απαίτησε άμεσα από την εταιρεία και όχι μετά τις 12:30 μ.μ. της ίδιας ημέρας. Λόγω της παράλειψης της εταιρείας όμως να συμμορφωθεί με την τεθείσα προθεσμία, την ίδια μέρα, δηλαδή στις 18/06/18 και μετά τις 12:30 μ.μ. ως ισχυρίζεται ο Μιχαηλίδης, η τράπεζα εφάρμοσε τα ομόλογα και τον διόρισε ως Παραλήπτη/Διαχειριστή, ενημερώνοντας παράλληλα γραπτώς την εταιρεία (Τεκ. 14, 15 και 16). Αμέσως, την ίδια ημέρα και πάλι, επικαλούμενος πλέον την ιδιότητα του Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας, ο Μιχαηλίδης ζήτησε από την τράπεζα, την Alpha Bank Cyprus Ltd και το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, όπως σταματήσουν να δέχονται οποιεσδήποτε οδηγίες σε σχέση με την περιουσία της εταιρείας εκτός κατόπιν δικής του εξουσιοδότησης (Τεκ. 17 και 18) και ταυτόχρονα μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας για να ενημερώσει και προσωπικά για τον διορισμό του και τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν. Εκεί συνάντησε έναν εκ των διευθυντών της εταιρείας με τον οποίο συζήτησε το όλο θέμα οπόταν και ο τελευταίος του ανέφερε ότι θα επικοινωνούσε με τον δικηγόρο της εταιρείας και θα τον ενημέρωνε αναλόγως. Κατά την εν λόγω συνάντηση, σύμφωνα με τον Μιχαηλίδη, του αναφέρθηκε ότι το σύνολο των οχημάτων που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας (εκτός από ένα), δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία της εταιρείας και ότι θα του προσκομίζονταν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Διευθετήθηκε τότε, ανέφερε ο Μιχαηλίδης, συνάντηση στα γραφεία της εταιρείας την επόμενη μέρα, στις 19/06/18 δηλαδή, όπου θα παρευρισκόταν και ο λογιστής της εταιρείας για να δώσει τις πληροφορίες που είχαν ζητηθεί. Μέχρι το βράδυ τις 18/06/18 όμως, ισχυρίζεται ο Μιχαηλίδης, επικοινώνησε εκ νέου μαζί του ο διευθυντής της εταιρείας με τον οποίο είχε συναντηθεί προηγουμένως, ο οποίος του ανέφερε ότι κατόπιν νομικής συμβουλής που είχε λάβει δεν μπορούσε να αποδεχτεί τον διορισμό του ως Παραλήπτη/Διαχειριστή και του ζήτησε όπως μη προσέλθει την επομένη μέρα στη συνάντηση που είχαν διευθετήσει. Την εν λόγω θέση του διευθυντή της εταιρείας την επιβεβαίωσε και γραπτώς την επόμενη μέρα ο δικηγόρος της εταιρείας, ο οποίος με επιστολή του προς τον Μιχαηλίδη, ενημέρωσε τον τελευταίο ότι οι πελάτες του θεωρούσαν τον διορισμό του παράνομο και άκυρο λόγω του ότι προέρχετο από ομόλογα που έχουν ακυρωθεί ή που δεν εξασφαλίζουν τους δανεισμούς που επικαλείτο η τράπεζα καθώς επίσης και λόγω μη τήρησης των απαιτούμενων διαδικασιών που επιβάλλονταν να γίνουν ώστε να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμος ο δανεισμός που επικαλέστηκε η τράπεζα για να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες των ομολόγων. Με δεύτερη επιστολή του, ο δικηγόρος των διευθυντών ζήτησε να εφοδιαστεί και με τα προβαλλόμενα από την τράπεζα ομόλογα στη βάση των οποίων παρουσιάζεται να έγινε ο διορισμός Μιχαηλίδη (Τεκ. 19). Στη βάση των πιο πάνω, ο Μιχαηλίδης υποστηρίζει ότι τα τρία ομόλογα που αποτέλεσαν τη βάση του διορισμού του είναι καθόλα νόμιμα και εκτελεστά εφόσον αυτά «.εξασφάλιζαν προγενέστερες χρονικά υποχρεώσεις της εταιρείας, η οποία έπειτα από συμφωνία της με την Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε αναδιάρθρωση τους. Ρητή πρόνοια της συμφωνίας αναδιάρθρωσης ήταν ότι, μεταξύ άλλων τα υφιστάμενα ομόλογα θα εξασφάλιζαν και τις νέες πιστωτικές διευκολύνσεις που επρόκειτο να χορηγηθούν στην εταιρεία δυνάμει της συμφωνίας αναδιάρθρωσης...». Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο Μιχαηλίδης επισύναψε ως Τεκ. 20 και 21 αντίστοιχα, αντίγραφα της απόφασης της τράπεζας ημερ. 17/06/16 για αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της εταιρείας καθώς επίσης και απόφαση της Marfin Popular Bank Co Ltd ημερ. 08/05/08 για παροχή και/ή συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην εταιρεία. Ισχυρίζεται τέλος ο Μιχαηλίδης ότι επειδή η εταιρεία δραστηριοποιείται στο εμπόριο μεταχειρισμένων οχημάτων και η μοναδική ουσιαστικά κινητή της ιδιοκτησία, η οποία και επιβαρύνεται με τα επίδικα ομόλογα, είναι τα οχήματα που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της, υπάρχει ο κίνδυνος, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αυτά να αποξενωθούν με συνοπτικές διαδικασίες και κατά τρόπο καταδολιευτικό προς τους πιστωτές της εταιρείας. Ο κίνδυνος αυτός, ισχυρίζεται ο Μιχαηλίδης, προβάλλει εντονότερος ενόψει της άρνησης των διευθυντών της εταιρείας να συνεργαστούν μαζί του και να συμμορφωθούν με τους όρους και τις εξουσίες του διορισμού του. Στην αντίπερα όχθη, κεντρικοί άξονες της ένστασης που καταχώρησαν οι διευθυντές της εταιρείας συνιστούν οι θέσεις που εξέφρασε ο δικηγόρος τους στην επιστολή του προς τον Μιχαηλίδη στις 19/06/18, ήτοι ότι ο διορισμός Μιχαηλίδη είναι παράνομος και άκυρος ενώ τα κατ' ισχυρισμό δάνεια που επικαλέστηκε η τράπεζα για να εφαρμόσει τα φερόμενα ομόλογα, είναι επίσης άκυρα και παράνομα. Ειδικότερα, ο ομνύοντας της Ε/Δ που υποστηρίζει την ένταση, αν και δέχεται ότι η εταιρεία προέβη στις κατ' ισχυρισμό συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων με την τράπεζα στις 27/06/16, ισχυρίζεται ότι τα φερόμενα ομόλογα που επικαλέστηκε η τελευταία για να διορίσει το Μιχαηλίδη «.δεν αφορούσαν τους πιο πάνω επίδικους δανεισμούς αλλά αφορούσαν άλλους δανεισμούς με άλλη Τράπεζα οι οποίοι έχουν εξοφληθεί και τα εν λόγω ομόλογα έχουν ακυρωθεί και ή έχουν εξαλειφθεί από τα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών.». Είναι γι' αυτό το λόγο, ισχυρίζεται ο ομμνύοντας, που στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών που επεσύναψε ο Μιχαηλίδης, μόνο ένα ομόλογο φαίνεται εγγεγραμμένο αν και ούτε αυτό έπρεπε να υφίσταται. Πρόσθετα τούτου, ο ομνύοντας κάμνει αναφορά σε κατ' ισχυρισμό δόλιες και εσκεμμένες ενέργειες της τράπεζας η οποία απέκρυπτε το περιεχόμενο των εν λόγω ομολόγων και δεν εφοδίαζε τους καθ' ων η αίτηση με αντίγραφα τους παρά τα επανειλημμένα αιτήματα που γίνονταν και αυτό με αποκλειστικό σκοπό την εκτέλεση μιας καλομελετημένης και προσχεδιασμένης απόφασης για αρπαγή της περιουσίας της εταιρείας η οποία έχει μεγάλη οικονομική αξία. Γι' αυτό άλλωστε, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, τέθηκαν τόσο σύντομα και καταπιεστικά χρονοδιαγράμματα για την εξόφληση των κατ' ισχυρισμό οφειλών της εταιρείας και δεν σπαταλήθηκε ούτε δευτερόλεπτο από την τράπεζα και το Μιχαηλίδη για να εκτελεστεί το όλο σχέδιο. Προχωρεί δε ο ομνύοντας και ισχυρίζεται ότι το εσκεμμένο και κακόπιστο της όλης στάσης της συγκεκριμένης τράπεζας καθώς και το τι πραγματικά έγινε και στη περίπτωση τους, το αντιλήφθηκε μετά που έλαβε νομική συμβουλή από το δικηγόρο του, ο οποίος έχει μεγάλη πείρα «ως δικηγόρος υπέρ δανειοληπτών» και ο οποίος χειρίστηκε πολλές υποθέσεις εναντίον της Τράπεζας Κύπρου όπου «σχεδόν πάντα» η εν λόγω Τράπεζα, «.όταν είχαν προβλήματα τα δάνεια των πελατών τους, τους πίεζαν και τους εξανάγκαζαν να υπογράφουν αναδιαρθρώσεις βραχυχρόνιες για να κλειδώσουν όλες τις παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων στις προηγούμενες συμβάσεις δανείων.». Ο δεύτερος άξονας της ένστασης αφορά στον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι οι συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων που υπογράφτηκαν με την τράπεζα στις 27/06/16 είναι άκυρες διότι ουδέποτε τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία ώστε να εξασφαλισθεί έγκυρη προηγούμενη απόφαση της εταιρείας. Είναι δε ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι το φερόμενο ως πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ημερ. 24/06/16 με το οποίο εγκρίθηκε η σύναψη των συμφωνιών με την τράπεζα και το οποίο παρουσιάζεται να φέρει την υπογραφή και των τριών διευθυντών της εταιρείας, στην πραγματικότητα υπογράφτηκε μόνο από δύο διευθυντές, υπό συνθήκες όμως απάτης και εξαναγκασμού από την τράπεζα ενώ η φερόμενη ως υπογραφή του τρίτου διευθυντή τη εταιρείας, είναι πλαστογραφημένη. Για όλα τα πιο πάνω, αναφέρει ο ομνύοντας, η εταιρεία και οι διευθυντές της καταχώρησαν στις 22/06/18, ήτοι την επομένη της καταχώρησης της παρούσας, την υπ. αρ. 1363/18 αγωγή στο Ε.Δ Λ/σου, εναντίον της τράπεζας και του Μιχαηλίδη, αξιώνοντας την ακύρωση των συμφωνιών που υπογράφτηκαν στις 27/06/16, την αναγνώριση του νομικά ανίσχυρου των ομολόγων και την ακύρωση του διορισμού του Μιχαηλίδη. Αν και πρόθεση ήταν να ζητηθούν και σχετικά προσωρινά διατάγματα, αναφέρει ο ομνύοντας, και προς τούτο καταχωρήθηκε και σχετική αίτηση σε εκείνη την αγωγή, εντούτοις, λόγω των παρόμοιων θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία, θεωρήθηκε ορθότερο όπως αφεθούν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί να εξεταστούν στην εδώ αίτηση ώστε να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Προβάλλεται τέλος από πλευράς καθ' ων η αίτηση ότι η πλευρά Μιχαηλίδη δεν έχει καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ.32 Ν.14/60, ότι οι ισχυρισμοί Μιχαηλίδη περί ορατού κινδύνου αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας και πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι αβάσιμοι και αδικαιολόγητοι εφόσον οι κα' ισχυρισμό οφειλές, ακόμ και αν υφίστανται είναι επέρ-εξασφαλισμένες με σχετικές υποθήκες καθώς επίσης και ότι με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση ουσιαστικά επιχειρείται να εξασφαλιστούν οι τελικές θεραπείες που ζητούνται με την κυρίως αίτηση και μάλιστα κατά τρόπο μάλιστα είναι στους καθ'ων η αίτηση που θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν η αίτηση επιτύχει. Προβάλλεται συναφώς και η θέση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Στις πιο πάνω θέσεις των καθ' ων η αίτηση, η πλευρά του Μιχαηλίδη δεν επιχείρησε να απαντήσει οπόταν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την αντίστοιχη επιχειρηματολογία τους καταθέτοντας εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν τον τρόπο εφαρμογής του Άρθρου 32 για έκδοση, ή μη, παρεμπίπτοντος διατάγματος εξετάστηκαν και αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων - (βλ., μεταξύ άλλων, Karydas Taxi Co. Ltd. v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321· Acropol Shipping Company Ltd. and Others v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38· Νemitsas Industries Ltd. v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others
(1976)1 C.L.R. 302· Constantinides v. Makriyiorghou and Another
(1978)1 C.L.R. 585· Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231· Μ. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605· Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557· Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263· Global Cruises S.A. και Άλλη v. Metro Shipping & Travel Ltd.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182· Χάρης Φεσσάς
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos ανωτέρω, συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου (βλ. σχ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, Έφεση Αρ. 43/2012, 24/3/2017) Έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Είναι, όμως, εξίσου ορθό ότι, οφείλει, παρά ταύτα, να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία και αυτή είναι η έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, με τον τρόπο που εξηγήθηκε στην υπόθεση Odysseos. Σ' αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, «.κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο» (βλ. σχ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΠΡΑΞΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, 26/9/2017 και τις αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάνει στις υποθέσεις Σεβαστού ανωτέρω και Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017). Στο κριτήριο του κατά πόσο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσον ο αιτητής, αν επιτύχει, θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού. Η έννοια όμως της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που του επιτρέπει να αποζημιώσει τον αιτητή, σε περίπτωση επιτυχίας του αιτητή στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στον αιτητή, υπό την ευρύτερη έννοια. H έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Highgate Primary School Ltd και Άλλοι ν. Στέλιου Φυλακτίδη και Άλλης,
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 και Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 Τέλος, το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο στοιχεία (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όμως, η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή. Εκτός όμως ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (βλ. Κοσμά Γεώργιος ν. Ανδρέα Χατζηκυπρή και Άλλων
(2000)1 ΑΑΔ 169 και τις αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάνει στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG [1984] 1 C.L.R. 263 και Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Η ιδιομορφία βέβαια της παρούσας υπόθεσης έγκειται στο ότι δεν πρόκειται για πολιτική αγωγή του σύνηθες είδους όπου ο ενάγοντας ζητά κατά κύριο λόγο αποζημιώσεις από τον εναγόμενο και σε ενδιάμεσο στάδιο ζητά όπως του παρασχεθούν προσωρινές θεραπείες ώστε να διασφαλιστούν ή καλύτερα να μην απολεσθούν, τα δικαιώματα του μέχρι να αποπερατωθεί η αγωγή. Η εδώ περίπτωση αφορά σε Γενική Αίτηση που καταχωρήθηκε με σκοπό να εξασφαλιστούν θεραπείες που αφορούν κατά κύριο λόγο στην εφαρμογή του εταιρικού δικαίου, ήτοι του Κεφ.113, σε σχέση με το διορισμό προσώπου στη θέση του Παραλήπτη/Διαχειριστή εταιρείας δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και τις εξουσίες που ένα τέτοιο πρόσωπο έχει επί της περιουσίας της εταιρείας. Εφόσον είναι σε αυτά τα πλαίσια που ζητούνται οι υπό κρίση ενδιάμεσες θεραπείες, οι σχετικές με το θέμα εταιρικές αρχές δεν μπορούν να αγνοηθούν και είναι σε συνάρτηση με αυτές τις αρχές που θα πρέπει να εξεταστούν οι προϋποθέσεις του αρ.32 του Ν.14/60. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα όσα αναφέρονται στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών. Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνεται η αδιαμφισβήτητη γενική αρχή ότι «.με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» (Χατζηρούσος Νίνος Α. υπό την ιδιότητά του ως παραλήπτης της Εταιρείας Y Liasides Developers Ltd ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1703). Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης και το ότι «.όπου επιδιώκεται η παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση δεν πρέπει να παρεμβάλλονται (από το Δικαστήριο) ανεπίτρεπτα εμπόδια στο έργο του Παραλήπτη/Διαχειριστή, ανεξάρτητα αν αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία ή τον ομολογιούχο που τον διόρισε . Capital Cameras Ltd v. Harold Lines and others (National Westminster Bank plc Intervening) [1991] 3 All E.R. 389 . μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εμποδίζεται ο διαχειριστής να χειρίζεται αυτά τα στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα.» (ΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΝΝΑΡΗ, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης-Διαχειριστής της εταιρείας PRIAMOS HOTELS LTD, ECLI:CY:AD:2015:D505, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/10, 10/7/2015) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση, παρατηρώ τα εξής: Οι προαναφερόμενες αρχές που αφορούν στις εξουσίες και τα δικαιώματα ενός Παραλήπτη/Διαχειριστή, τελούν πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι όντως υπήρξε έγκυρος και νόμιμος διορισμός τέτοιου Παραλήπτη/Διαχειριστή και δη με τον τρόπο που προνοεί το Κεφ.113 και η σχετική νομολογία. Είναι γι' αυτό το λόγο άλλωστε, που σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, αυτοί που «αντιστέκονται» στον φερόμενο Παραλήπτη/Διαχειριστή, ιδιαίτερα όταν αυτός επιχειρεί να εξασφαλίσει δραστικά διατάγματα ώστε να μπορέσει να ασκήσει απρόσκοπτα τα καθήκοντα του, ως τα εν λόγω καθήκοντα παρατίθενται στις γενικές νομικές αρχές που αναφέρονται ανωτέρω, «επιτίθενται» πρωτίστως στην εγκυρότητα και νομιμότητα του διορισμού του. Το όλο εγχείρημα βέβαια, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις αιτήσεων για ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα, αποσκοπεί στο να καταστεί ο διορισμός του Παραλήπτη ουσιαστικό επίδικο θέμα της υπόθεσης και να δικαιολογηθεί η χορήγηση ανασταλτικών διαταγμάτων, εκεί όπου οι αιτητές είναι οι «αντιστεκόμενοι» ή να αποτραπεί η έκδοση «υποβοηθητικών» διαταγμάτων προστακτικής συνήθως φύσης, όταν ο αιτητής είναι ο φερόμενος Παραλήπτης. Εκείνο δηλαδή που επιχειρείται στις πλείστες των περιπτώσεων και το οποίο σχετίζεται με τις προϋποθέσεις του αρ.32, είναι να τεθεί ένα γνήσιο πέπλο αμφισβήτησης γύρω από τον διορισμό του Παραλήπτη έτσι ώστε το θέμα να καταδειχθεί ως τόσο σοβαρό ώστε να δικαιολογεί ή να μην δικαιολογεί, αναλόγως της περίπτωσης, την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η αμφισβήτηση συνεπώς του διορισμού του Παραλήπτη, ζήτημα αναμφίβολα σοβαρό, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο κατά πόσο θα μπορέσει σε ενδιάμεσο στάδιο να ανακοπεί ή να βοηθηθεί ο φερόμενος Παραλήπτης. Εδώ όμως βρίσκεται και η παραδοξότητα της παρούσας υπόθεσης. Η πρωταρχική θεραπεία που ζητά με την κυρίως αίτηση του ο Μιχαηλίδης είναι όπως αναγνωριστεί δικαστικά ο διορισμός του και μάλιστα να αναγνωριστεί ότι αυτός νομιμοποιείται να ενεργεί και να ασκεί καθήκοντα ως τέτοιος Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας. Ο ίδιος δηλαδή ο Μιχαηλίδης, έχει επιλέξει να καταστήσει το διορισμό του ως ένα από τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, και μάλιστα ως ουσιώδες θέμα, εφόσον η επιτυχία των υπόλοιπων θεραπειών που ζητά τόσο στο τελικό όσο και στο εδώ ενδιάμεσο στάδιο, οι οποίες θεραπείες να σημειωθεί αφορούν στα δικαιώματα και εξουσίες που έχει ένας Παραλήπτης/Διαχειριστής, εξαρτάται από το κατά πόσο θα καταφέρει πρώτα να πετύχει να αναγνωριστεί ως νόμιμα και έγκυρα διορισμένος Παραλήπτης/Διαχειριστής. Με άλλα λόγια, με την παρούσα αίτηση ο Μιχαηλίδης όντως αποκαλύπτει ένα σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως είναι και η πρώτη προϋπόθεση του αρ.
- Το σοβαρό αυτό θέμα όμως, ως επέλεξε ο Μιχαηλίδης να το προβάλει, είναι πρωτίστως το κατά πόσο αυτός έχει όντως διοριστεί κατά νόμιμο και έγκυρο τρόπο ως Παραλήπτης/Διαχειριστής και ύστερα το κατά πόσο αυτός θα πρέπει να βοηθηθεί με διατάγματα ως Παραλήπτης/Διαχειριστής. Με αυτήν τη σειρά ακριβώς, ορθά βέβαια, είναι και που ζητούνται οι τελικές θεραπείες της Γενικής Αίτησης που καταχώρησε, δικονομικό μέσο το οποίο να υπενθυμίσω «. έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery . (και) προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου.» (βλ. JUNPORTINTERNATIONALLIMITEDKA κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017). Ισχυρίζεται βέβαια η πλευρά του Μιχαηλίδη ότι η Γενική Αίτηση ουσιαστικά αποσκοπεί στην λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο με βάση το αρ. 337 Κεφ.
- Για να υπάρχει όμως το απαιτούμενο locus standi, ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι όντως είναι διορισμένος Παραλήπτης/Διαχειριστής, θέμα στο οποίο αφορά η πρώτη τελική θεραπεία που ζητά ο Μιχαηλίδης και για το οποίο αναλώνει πέραν του μισού των Ε/Δ που υποστηρίζουν αμφότερες τις αιτήσεις του. Η πιο πάνω επιλογή του Μιχαηλίδη να ζητήσει ως τελική θεραπεία δικαστική αναγνώριση του διορισμού του όμως, δεν μπορεί παρά να επιδράσει αρνητικά στην έκβαση της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτηση. Αυτό, γιατί οι ενδιάμεσες θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα, αποσκοπούν ουσιαστικά στο να μπορέσει ο Μιχαηλίδης να εκτελέσει απρόσκοπτα τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ένας Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει μετά το διορισμό του και οι οποίες ουσιαστικά αποκλείουν τους υφιστάμενους διευθυντές της εταιρείας από την οποιαδήποτε διαχείριση της, θεραπείες ουσιαστικά παρόμοιες με τις θεραπείες που ζητούνται με την κυρίως αίτηση έστω και αν εκεί διατυπώνονται διαφορετικά. Το γεγονός βέβαια ότι πρόκειται για παρόμοιες θεραπείες δεν συνιστά, όπως επισημαίνεται και από τη σχετική νομολογία, άνευ ετέρου λόγο για να μην δοθούν σε ενδιάμεσο στάδιο εκτός όμως αν με την απόδοση τους ουσιαστικά προκαταβάλλεται και προδικάζεται η τελική έκβαση της υπόθεσης. Αυτό ακριβώς όμως είναι και που συνεπάγεται η τυχόν επιτυχία των θεραπειών που ζητά με την υπό κρίση αίτηση ο Μιχαηλίδης αφού, το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί των οποίων οι εν λόγω θεραπείες ζητούνται, είναι αυτό ακριβώς που ο ίδιος ο Μιχαηλίδης έχει καταστήσει ως ουσιώδες επίδικο θέμα της κυρίως αίτησης του, ήτοι το κατά πόσο έχει διοριστεί νόμιμα και έγκυρα ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας. Το να εκδοθούν συνεπώς προς όφελος του ενδιάμεσα διατάγματα που θα του επιτρέψουν να ενεργήσει ως Παραλήπτης/Διαχειριστής μέχρι να αποπερατωθεί η κυρίως αίτηση του, συνεπάγεται ουσιαστικά πλήρη επιτυχία της κυρίως αίτησης του από αυτό το στάδιο και εμμέσως πλην σαφώς δικαστική αναγνώριση ότι αυτός έχει όντως διοριστεί νόμιμα και έγκυρα Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας. Πρόσθετα τούτου όμως, η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων, ως αυτή προβάλλεται από τον ίδιο τον Μιχαηλίδη και αναδύεται από τις τελικές θεραπείες που αυτός ζητά με την κυρίως αίτηση του, φανερώνει ότι μέχρι να πετύχει ο Μιχαηλίδης στο αίτημα του να αναγνωριστεί ως νόμιμα διορισμένος Παραλήπτης/Διαχειριστής της εταιρείας, αυτή η ιδιότητα του δεν έχει αποκρυσταλλωθεί και κατ' επέκταση, οι υφιστάμενοι διευθυντές της εταιρείας δεν έχουν ακόμη αποκλειστεί από την διαχείριση της. Η έκδοση διαταγμάτων συνεπώς της φύσης που ζητούνται με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση, με τα οποία θα αποκλειστούν οι διευθυντές χωρίς πρώτα να αποφασιστεί τελικά κατά πόσο όντως δικαιολογείται ένας τέτοιος αποκλεισμός, συνιστά ανατροπή και όχι διατήρηση του status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την κυρίως αίτηση. Τα πιο πάνω, τα οποία προκύπτουν αποκλειστικά από τα όσα ο ίδιος ο Μιχαηλίδης επέλεξε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας αίτησης καθιστώντας περιττή την ενασχόληση με τις άλλες προϋποθέσεις του αρ.
- Παρά ταύτα, θα προχωρήσω να εξετάσω και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις του αρ.32, οι οποίες υπενθυμίζω θα πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα το τι τελικά είναι που ζητά ο Μιχαηλίδης με την κυρίως αίτηση του. Ως προανέφερα, οι θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αίτηση αποσκοπούν στο να βοηθηθεί ο Μιχαηλίδης υπό την ιδιότητα του Παραλήπτη/Διαχειριστή, να ασκήσει καθήκοντα και εξουσίες που ένας τέτοιος Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει αφού διοριστεί. Την ιδιότητα του Παραλήπτη/Διαχειριστή, ο Μιχαηλίδης την αποδίδει στο διορισμό που του έδωσε η Τράπεζα Κύπρου δυνάμει τριών ομολόγων επιβάρυνσης ημερ. 01/12/98, 17/06/99 και 19/08/04 αντίστοιχα, ομόλογα τα οποία η τελευταία φέρεται να ενεργοποίησε όταν η εταιρεία παρέλειψε να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της δυνάμει τεσσάρων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάφθηκαν περί τις 27/06/
- Επί αυτών των ισχυρισμών Μιχαηλίδη παρατηρώ τα εξής: Α) Αν και τα φερόμενα ομόλογα επιβάρυνσης, ως αυτά παρουσιάστηκαν από τον Μιχαηλίδη ως Τεκ. 5-8, φέρουν σφραγίδα καταχώρησης του Εφόρου Εταιρειών περί το χρόνο σύναψης τους (1998, 1999 και 2004), εντούτοις το πρόσφατο αντίγραφο του μητρώου που τηρεί ο Έφορος σε σχέση με την εταιρεία και το οποίο η ίδια η πλευρά Μιχαηλίδη παρουσίασε ως Τεκ.1, παρουσιάζει ως εγγεγραμμένη επιβάρυνση επί της περιουσίας της εταιρείας μόνο ένα ομόλογο ημερ. 19/08/2004, με εγγεγραμμένο δικαιούχο την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Τα άλλα δύο ομόλογα που επικαλέστηκε η εδώ εμπλεκόμενη τράπεζα για να διορίσει τον Μιχαηλίδη όμως, δεν παρουσιάζονται να συνιστούσαν εγγεγραμμένες επιβαρύνσεις κατά το χρόνο διορισμού του Μιχαηλίδη. Επισημαίνω εδώ τις πρόνοιες του αρ. 90
(1)(α) του Κεφ.113, σύμφωνα με τις οποίες, κάθε επιβάρυνση, που παρέχει οποιαδήποτε ασφάλεια πάνω στην ιδιοκτησία ή την επιχείρηση της εταιρείας, περιλαμβανομένου και οποιουδήποτε ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης πάνω στην επιχείρηση ή ιδιοκτησία της εταιρείας, είναι άκυρη σε ό,τι αφορά τον εκκαθαριστή και οποιοδήποτε πιστωτή της εταιρείας, εκτός αν καταχωρηθεί με το δέοντα τρόπο που προνοείται στο αρ.90(1Α) μέσα σε είκοσι μία
(21)ημέρες από την ημερομηνία της σύστασης της επιβάρυνσης. Μετά την καταχώρηση της επιβάρυνσης, αυτή απαλείφεται από το μητρώο σε περίπτωση που η περιουσία που επιβαρύνεται απαλλαχτεί της επιβάρυνσης είτε συνεπεία εξόφλησης του χρέους για το οποίο παραχωρήθηκε η επιβάρυνση είτε συνεπεία ακύρωσης της για κάποιο άλλο λόγο (βλ. αρ.95 Κεφ.113. Οποιαδήποτε τροποποίηση δε της επιβάρυνσης συνεπεία αύξησης του ποσού το οποίο εξασφαλίζει, αυτή, στο βαθμό που αφορά στο επιπλέον ποσό, πρέπει επίσης να εγγραφεί, μετά την τελευταία καταχωρισμένη επιβάρυνση (βλ. δεύτερη επιφύλαξη αρ. 90
(1)(β)). Βεβαίως, ακόμη και να ήθελε θεωρηθεί άκυρη η επιβάρυνση λόγω μη συμμόρφωσης με το αρ.90, η εταιρεία δεν απαλλάσσεται της οφειλής στην οποία αφορά η επιβάρυνση, τα επιβαρυντικά δικαιώματα όμως που απορρέουν από τη σχετική συμφωνία καθίστανται ανίσχυρα (βλ. αρ.90
(1)(β) και 90(1Α)). Προσομοιάζει συνεπώς η υποχρέωση καταχώρησης μιας επιβάρυνσης στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με την υποχρέωση εγγραφής ενός εμπράγματου βάρους επί ακίνητης ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο ώστε αυτό να μπορέσει να αποκτήσει νομική ισχύ ως τέτοιο εμπράγματο βάρος. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, το εμπράγματο βάρος δεν υφίσταται και τα δικαιώματα των μερών είναι αποκλειστικά συμβατικά και in personam, όχι in rem. Εξυπακούεται συνεπώς ότι ο πιστωτής που δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για να προσδώσει νομική ισχύ στο εμπράγματο βάρος (charge) που απέκτησε συμβατικά εναντίον εταιρείας, δεν μπορεί να θεωρείται ως κάτοχος τέτοιου βάρους (chargee) και ούτε μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που το εν λόγω βάρος παρέχει στο δικαιούχο του, με τη μοναδική θεραπεία που παρέχεται σε τέτοια περίπτωση να είναι αυτή των συμβατικών αποζημιώσεων. Ο διορισμός ενός Παραλήπτη/Διαχειριστή δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge) συνιστά ακριβώς δικαίωμα που μόνο ο κάτοχος έγκυρου και νομικού εμπράγματου βάρους μπορεί να ασκήσει, εφόσον ο εν λόγω διορισμός είναι άμεσα συνδεδεμένος με την περιουσία που επιβαρύνθηκε. Αν δεν υπάρχει έγκυρη επιβάρυνση επί περιουσίας, ευνόητο είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει και σχετική διαχείριση της. Λαμβανομένου επομένως υπόψη ότι τα δύο από τα τρία ομόλογα που επικαλέστηκε η εδώ εμπλεκόμενη τράπεζα για να διορίσει τον Μιχαηλίδη στις 18/06/2018 δεν φαίνονται να ήταν εγγεγραμμένα στον Έφορο Εταιρειών κατά το διορισμό του Μιχαηλίδη, δημιουργείται σοβαρή αμφιβολία ως προς το κατά πόσο τα ομόλογα που επικαλέστηκε η Τράπεζα Κύπρου, τουλάχιστο δύο από αυτά, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από την Τράπεζα για τον σκοπό που χρησιμοποιήθηκαν, ήτοι για να διοριστεί ο Μιχαηλίδης. Το ότι αμφότερα τα μέρη στη συμφωνία αναδιάρθρωσης της 27/06/16 παρουσιάζονται να δέχονται ότι κατά τον εν λόγω χρόνο υπήρχαν τρία ομόλογα ως «υφιστάμενες εξασφαλίσεις», δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι αυτά πολύ πιθανόν να μην είχαν τότε νομική ισχύ ως εμπράγματα βάρη. Μπορεί οι συμφωνίες επιβάρυνσης να υφίσταντο και να δέσμευαν τα μέρη συμβατικά, όμως χωρίς να ήταν εγγεγραμμένα τα σχετικά ομόλογα κατά το χρόνο που χρησιμοποιήθηκαν, δεν μπορούσαν να συνιστούν εμπράγματα βάρη επί της περιουσίας της εταιρείας ώστε να ασκηθούν και τα σχετικά εμπράγματα δικαιώματα. Παρείχετο βέβαια η δυνατότητα στον δικαιούχο των ομολόγων να επαναφέρει την εγκυρότητα τους με αίτηση στο Δικαστήριο, αν η εν λόγω εγκυρότητα είχε απολεσθεί λόγω παράλειψης τήρησης της προθεσμίας που επιβλάλλει το αρ.90, όμως δεν φαίνεται να επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο. Την ίδια στιγμή, αν οι εν λόγω επιβαρύνσεις είχαν καταχωρηθεί εντός της προθεσμίας του αρ.90 και στη συνέχεια απαλείφθηκαν από το μητρώο του Εφόρου, αυτό εξυπακούει ότι η περιουσία που επιβαρύνετο απαλλάχτηκε της επιβάρυνσης, είτε συνεπεία εξόφλησης του χρέους για το οποίο παραχωρήθηκε, ως είναι ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση, είτε συνεπεία ακύρωσης της για κάποιο άλλο λόγο. Όπως όμως και να έχει η κατάσταση, η ουσία είναι ότι στις 18/06/2018 που η Τράπεζα Κύπρου επικαλέστηκε όλα τα ομόλογα για να διορίσει το Μιχαηλίδη, μόνο ένα ομόλογο φαίνεται να ήταν εγγεγραμμένο επί της περιουσίας της εταιρείας και να παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, ήτοι αυτό του 2004. Αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο όμως σημειώνω τα εξής. Β) Το εν λόγω ομόλογο, όπως και τα άλλα δύο που επικαλέστηκε η εδώ εμπλεκόμενη τράπεζα στις 18/06/18, αναφέρει ότι δόθηκε από την εταιρεία αρκετά χρόνια πριν τις συμφωνίες δανεισμού που επικαλέστηκε η Τράπεζα Κύπρου όταν διόρισε τον Μιχαηλίδη και κατά το χρόνο που δόθηκε το εν λόγω ομόλογο, αυτό συνιστούσε εξασφάλιση προς όφελος άλλης τράπεζας, ήτοι της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις που εκείνη η τράπεζα έδωσε στην εταιρεία τον τότε καιρό. Για να μπορούσε συνεπώς το εν λόγω ομόλογο να χρησιμοποιηθεί από την Τράπεζα Κύπρου στις 18/06/18, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι αυτό συνιστούσε εξασφάλιση προς όφελος της συγκεκριμένης Τράπεζας σε σχέση με διευκολύνσεις που αυτή παρείχε στην εταιρεία. Με άλλα λόγια θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η Τράπεζα Κύπρου ήταν δικαιούχος ενός έγκυρου εμπράγματου βάρους το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση για πιστωτικές διευκολύνσεις που αυτή παρείχε. Η πλευρά του Μιχαηλίδη υποστήριξε ότι οι συμφωνίες που έγιναν στις 27/06/2016 με την εδώ εμπλεκόμενη τράπεζα, συνιστούσαν αναδιάρθρωση των όσων η εταιρεία όφειλε στην τελευταία μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Πρόσθετα τούτου, με την αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του Μιχαηλίδη υποστήριξε ότι δυνάμει της ΚΔΠ 104/2013, από τις 29/03/2013, τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην εδώ εμπλεκόμενη Τράπεζα Κύπρου ως «αποκτών πρόσωπο» και ότι τέτοια δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι τα όσα επίδικα περιβάλλουν την παρούσα σχέση των μερών, ήτοι οι υποχρεώσεις που οφείλονταν στην Λαϊκή Τράπεζα από την εταιρεία και τα δικαιώματα που είχε αποκτήσει η πρώτη έναντι της τελευταίας δυνάμει των ομολόγων. Σημειώνω εδώ παρενθετικά το ότι αν δυνάμει νομοθετικής διάταξης η Τράπεζα Κύπρου απέκτησε δικαιώματα και υποχρεώσεις από την τράπεζα με την οποία είχε συμβληθεί η εταιρεία από το 1998, ήτοι τη Λαϊκή, αυτό δεν συνεπάγεται και απόδειξη του ότι οι οφειλές που παρουσιάζονται στη συμφωνία αναδιάρθρωσης ότι συνιστούν τις οφειλές της εταιρείας προς την Τράπεζα Κύπρου στις 27/06/2016, είναι οφειλές που δημιουργήθηκαν με τις συμφωνίες με την Λαϊκή και για τις οποίες δόθηκαν ως εξασφάλιση τα επίδικα ομόλογα. Κάποια τουλάχιστο μαρτυρία θα έπρεπε να παρουσιαστεί που να αποδεικνύει ότι όντως πρόκειται για αναδιάρθρωση των οφειλών που μεταβιβάστηκαν στην τράπεζα Κύπρου με την ΚΔΠ 104/2013, αφού ως είναι νομολογημένο η αγόρευση δικηγόρου δεν συνιστά μαρτυρία. Των πιο πάνω λεχθέντων, παρατηρώ τα εξής: Οι πρόνοιες της ΚΔΠ 104/2013 προνοούσαν ότι τα δικαιώματα που μεταβιβάζονταν από την Λαϊκή προς την Τράπεζα Κύπρου θα ήταν έγκυρα και θα ίσχυαν έναντι τρίτων, ανεξάρτητα του αν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται από άλλους νόμους, όπως προφανώς είναι η διαδικασία που επιβάλλει το Κεφ.113 για καταχώρηση οποιασδήποτε μεταβολής στοιχείων δικαιούχου επιβάρυνσης επί περιουσίας εταιρείας. Κατ' εφαρμογή συνεπώς της ΚΔΠ 104/2013, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το μοναδικό ομόλογο που παρουσιάζεται να είναι ακόμη εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Λαϊκής, αυτό κατέστη από τις 29/03/2013, εγγεγραμμένο ομόλογο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου ως εξασφάλιση, πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους 250,000 ΛΚ, ως αναφέρεται στο ομόλογο (τεκ.7). Για να συνιστούσε όμως το επίδικο ομόλογο υφιστάμενη εξασφάλιση της Τράπεζας Κύπρου κατά το χρόνο της συμφωνίας αναδιάρθρωσης με την εν λόγω τράπεζα στις 27/06/16, θα έπρεπε να καταδειχτεί ότι οι διευκολύνσεις για τις οποίες το ομόλογο δόθηκε, ήτοι διευκολύνσεις από τη Λαϊκή ημερ. 8/07/2004, εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά τις 27/06/2016 ως διευκολύνσεις πλέον που συνέχισαν να παρέχονται από την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της απόκτησης των υποχρεώσεων της Λαϊκής συνεπεία της ΚΔΠ 104/2013. Αυτό διότι αν οι διευκολύνσεις της Λαϊκής δεν υφίσταντο κατά τις 27/06/16, είτε λόγω εξόφλησης τους είτε άλλως πώς, η επιβάρυνση του ομολόγου που τις εξασφάλιζε, θα έπρεπε επίσης να παύσει να υφίσταται. Παρά την επίκληση όμως από πλευράς Μιχαηλίδη των προνοιών της ΚΔΠ 104/2013 ώστε να υποστηριχθεί η σύνδεση μεταξύ ομολόγου προς τη Λαϊκή και οφειλών προς την Τράπεζα Κύπρου, καμία αναφορά γίνεται στη συμφωνία αναδιάρθρωσης της 27/06/16 ή στην Ε/Δ Μιχαηλίδη ως προς το κατά πόσο οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία από την Λαϊκή μεταξύ 01/12/1998 και 28/07/2004 και οι οποίες διευκολύνσεις μάλιστα, επανεγκρίθηκαν από την ίδια τράπεζα στις 08/08/2008 (τεκ.21), συνέχισαν να συνιστούν διευκολύνσεις της εδώ εμπλεκόμενης τράπεζας ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο αναδιάρθρωσης στις 27/06/2016. Ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τις οφειλές και τους λογαριασμούς που αναφέρονται στη συμφωνία αναδιάρθρωσης της 27/06/2016 με την Τράπεζα Κύπρου, με τους οποιουσδήποτε χρεωστικούς λογαριασμούς ή οφειλές προς τη Λαϊκή Τράπεζα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για υποχρεώσεις της Λαϊκής που υφίσταντο στις 29/09/13 και μεταβιβάστηκαν δυνάμει της ΚΔΠ 104/13. Αντιθέτως, τα μόνα στοιχεία που αναφέρονται στη συμφωνία αναδιάρθρωσης που προσκόμισε η πλευρά Μιχαηλίδη ως προς τις οφειλές που υφίσταντο κατά τις 27/06/16 προς την Τράπεζα Κύπρου (τεκ. 20 και 21) είναι μόνο:
- i)Ο αριθμός ενός τρεχούμενου λογαριασμού αγνώστου υπολοίπου και ημερομηνίας ανοίγματος, το όριο του οποίου επανεγκρίθηκε με τη συμφωνία για ποσό €150,000. Η σχετική δε κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως Τεκ. 10, δείχνει μόνο την περίοδο 01/05/18 - 31/05/18 ενώ το υπόλοιπο με το οποίο ξεκινά η εν λόγω περίοδος είναι κάτι περισσότερο από το επανεγκριθέν στις 27/06/16 όριο των €150.000.
- ii)Οι αριθμοί δύο τρεχούμενων λογαριασμών και έξι λογαριασμών δανείων, επίσης αγνώστου ημερομηνίας ανοίγματος και υπολοίπου, οι οποίοι δυνάμει της συμφωνίας εξοφλήθηκαν πλήρως και έκλεισαν. Οι μόνες άλλες καταστάσεις λογαριασμού που προσκομίσθηκαν, αφορούν στις νέες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάφθηκαν στις 27/06/16 (Τελ. 9, 11 και 12) Με άλλα λόγια, από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από πλευράς Μιχαηλίδη, δεν είναι ξεκάθαρο το κατά πόσο η συμφωνία αναδιάρθρωσης της εταιρείας με την εδώ εμπλεκόμενη τράπεζα ημερ. 27/06/16, αφορούσε σε παρελθοντικές πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί από τη Λαϊκή, οι οποίες ήταν εξασφαλισμένες με το επίδικο ομόλογο και οι οποίες συνέχισαν να παρέχονται από την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 με την ίδια εξασφάλιση ή διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν απευθείας από την εδώ εμπλεκόμενη τράπεζα με άλλες συμφωνίες, χωρίς την εξασφάλιση του επίδικου ομολόγου. Προκύπτει συνεπώς το εύλογο ερώτημα του κατά πόσο στις 27/06/2016, τα ομόλογα όντως συνιστούσαν εξασφάλιση των διευκολύνσεων που αναδιαρθρώνονταν ή κατά πόσο στην πραγματικότητα, η Τράπεζα Κύπρου αναδιάρθρωνε δικές της διευκολύνσεις, ασύνδετες με αυτές της Λαϊκής, οι οποίες δεν εξασφαλίζονταν με το ομόλογο. Ο λόγος που το εν λόγω ερώτημα καθίσταται ουσιώδους σημασίας για σκοπούς των υπό κρίση θεμάτων είναι προφανής. Αν επρόκειτο για μεταβιβασθείσες οφειλές προς την Λαϊκή, οι οποίες δεν είχαν εξοφληθεί και οι οποίες συνέχισαν να εξασφαλίζονται με τα ομόλογα, τότε θα έπρεπε να παρουσιαστεί κάποιο τουλάχιστο στοιχείο που να καταδεικνύει αυτήν τη σύνδεση αλλά και συνάμα να εξηγεί γιατί από τα τρία ομόλογα που είχαν δοθεί στην Λαϊκή, μόνο ένα ομόλογο παρέμενε εγγεγραμμένο Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία και που μόνο ένα ομόλογο παρουσιάζεται εγγεγραμμένο, έστω παράνομα, ήταν διότι οι υποχρεώσεις που τα ομόλογα εξασφάλιζαν είχαν εξοφληθεί. Αν και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη από πλευράς καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνεται από τα έγγραφα που προσκόμισε η πλευρά Μιχαηλίδη ότι οι οφειλές που αναφέρονται στη συμφωνία αναδιάρθρωσης ότι συνιστούσαν τις μέχρι τότε οφειλές της εταιρείας και τις οποίες η πλευρά Μιχαηλίδη εμμέσως πλην σαφώς συνέδεσε με τα επίδικα ομόλογα, φαίνεται να εξοφλήθηκαν με βάση αυτήν ακριβώς τη συμφωνία αναδιάρθρωσης. Με τούτο κατά νου, το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που εξάγεται, είναι ότι η όποια υποχρέωση υφίστατο από την εταιρεία προς την Τράπεζα Κύπρου στις 27/06/016, είτε αυτή ήταν απευθείας προς την εν λόγω Τράπεζα είτε μέσω μεταβίβασης από την Λαϊκή, αυτή εξοφλήθηκε στις 27/06/16 με την συμφωνία αναδιάρθρωσης. Αυτό συνιστά μια πιθανή εξήγηση του γιατί τα δύο ομόλογα τουλάχιστο έπαυσαν να είναι καταχωρημένα στο μητρώο και υπό αυτή την έννοια, η θέση των καθ' ων η αίτηση περί εξόφλησης των διευκολύνσεων που τα ομόλογα εξασφάλιζαν όταν αυτά δόθηκαν από το 1998 μέχρι το 2004 στη Λαϊκή, προβάλλει λογική αλλά και φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα όσα αναφέρονται στις συμφωνίες της 27/06/2016. Ομοίως λογική όμως προβάλλει και η θέση ότι ούτε το εναπομείναν εγγεγραμμένο ομόλογο επ' ονόματι της Λαϊκής έπρεπε να παρουσιάζεται ως εγγεγραμμένο με τον τρόπο που παρουσιάζεται. Από την άλλη βέβαια δεν παραγνωρίζω ότι στη θέση των εξοφλημένων διευκολύνσεων τέθηκαν οι νέες συμφωνίες της 27/06/2016 οπόταν και θα μπορούσε να λεχθεί ότι τα μέχρι τότε εγγεγραμμένα ομόλογα, αν δεν είχαν εξοφληθεί προηγουμένως, χρησιμοποιήθηκαν ως εξασφάλιση των νέων πιστωτικών διευκολύνσεων. Υπό αυτήν την έννοια όμως, τα ομόλογα θα ήταν πλέον νέες εξασφαλίσεις για τις νέες διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν απ' ευθείας από την Τράπεζα Κύπρου και όχι υπό την ιδιότητα της ως αποκτών μέρος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής. Σε μια τέτοια περίπτωση, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών προνοιών του Κεφ.113, τα επίδικα ομόλογα, για να είναι έγκυρα και να παράγουν έγκυρα δικαιώματα, θα έπρεπε να καταχωρηθούν στο μητρώο της εταιρείας ως νέες ή έστω τροποποιηθείσες επιβαρύνσεις και μάλιστα προς όφελος του νέου δικαιούχου τους, ήτοι της Τράπεζας Κύπρου, ώστε να μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από την εν λόγω Τράπεζα κατά τις 18/06/18 που διορίστηκε ο Μιχαηλίδης. Δεν είναι όμως αυτό που παρουσιάζει το μητρώο του εφόρου εταιρειών και βεβαίως ούτε και αυτό που υποστήριξε η πλευρά Μιχαηλίδη. Με άλλα λόγια, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Μιχαηλίδη μέχρι τώρα, είτε το όλο θέμα ήθελε ιδωθεί υπό τη σκοπιά του ότι τα ομόλογα και οι οφειλές της εταιρείας προς τη Λαϊκή μεταβιβάστηκαν από τις 29/03/13 στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της ΚΔΠ 104/2013, είτε από τη σκοπιά του ότι τα ομόλογα χρησιμοποιήθηκαν στις 27/06/16 για να εξασφαλίσουν νέες διευκολύνσεις της Τράπεζας Κύπρου, η εξόφληση των παρελθοντικών οφειλών με τη συμφωνία της 27/06/16, η ανεξήγητη απουσία των δύο ομολόγων από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, η ανεξήγητη ύπαρξη ενός εγγεγραμμένου ομολόγου επ' ονόματι της Λαίκής και όχι της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με οφειλές προς την πρώτη και όχι προς την τελευταία, οι οποίες οφειλές ενδεχομένως να εξοφλήθηκαν στις 27/06/16 και η ανεξήγητη απουσία οποιουδήποτε εγγεγραμμένου ομολόγου επ' ονόματι της Τράπεζας Κύπρου για τις νέες διευκολύνσεις της 27/06/16, εγείρουν ερωτηματικά ως προς τη νομιμότητα της Τράπεζας να διορίσει το Μιχαηλίδη στις 18/06/18 στη βάση των ομολόγων που αυτή επικαλέστηκε. Τα πιο πάνω συνιστούν ανεξάρτητους λόγους για τους οποίους η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, εφόσον όπως προκύπτει από τα όσα ανέφερα ανωτέρω, με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε μέχρι σήμερα η πλευρά Μιχαηλίδη, τίθενται σοβαρά ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο έχει όντως ορατή πιθανότητα επιτυχίας η βασική θεραπεία της κυρίως αίτησης του, θεραπεία από την οποία εξαρτώνται και όλες οι άλλες θεραπείες που αξιώνονται με την εν λόγω αίτηση. Όπως επομένως και να ήθελε ιδωθεί η υπόθεση, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ). ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο