← Κύπρος

ΤΡΙΓΓΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1400/2014, 27/3/2019

ΤΡΙΓΓΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1400/2014, 27/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A165 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1400/2014 ΜΕΤΑΞΥ: XXX ΤΡΙΓΓΗ Ενάγουσας και XXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

  1. XXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. XXX ΛΙΤΣΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο 1/αιτητή: Ο κ. Χρ. Ο. Ονουφρίου για Π.Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Η κα Μ. Αχιλλέως για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με ημερομηνία 11.09.2018 για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου) Ο εναγόμενος 1/ αιτητής με αίτηση του αιτείται διάταγμα αναστολής της δικαστικής διαδικασίας της αγωγής αναφορικά με αυτόν μέχρις ότου εκδικασθεί η Έφεση υπ' αριθμό Ε140/2018 επί της ενδιάμεσης απόφασης με ημερομηνία 27.07.2018 στην Αγωγή 1400/14 με την οποία κρίθηκε ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος που του έγινε ήταν νομότυπη. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.33 Θ.6, Δ.35 Θ.Θ 18 και 19, Δ.39 , Δ.48, Θ.Θ 1-4 και 8 και Δ.64, στα Άρθρα 31 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και πάνω στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο δικηγόρος κ. XXXXX Κυπρίζογλου ο οποίος δηλώνει συνεργάτης με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα αγωγή τον εναγόμενο 1/ αιτητή στην παρούσα. Δηλώνει γνώστης των όσων αναφέρει στην ένορκη δήλωση του από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα έλαβε επίσης πληροφόρηση από τον αιτητή από τον οποίο έχει εξουσιοδότηση καθώς ο ίδιος κωλύεται από του να ορκισθεί ο ίδιος λόγω κωλύματος του να απουσιάσει από την εργασία του καθώς είναι ιατρός χειρουργός και σε σχέση με τα νομικά ζητήματα από πληροφόρηση που έλαβε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Δηλώνει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση αυτός καθώς τα ζητήματα που προκύπτουν στην αίτηση αυτή είναι καθαρά νομικής φύσεως των οποίων λόγω του επαγγέλματος του έχει καλύτερη γνώση και αντίληψη για αυτά. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη προηγηθείσα αίτηση εκ μέρους του αιτητή για παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος που του έγινε και της απόρριψης της από το Δικαστήριο, απόφαση η οποία προσβλήθηκε με Έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Υποστηρίζει ότι η Έφεση έχει πολλές και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και αν αυτή επιτύχει και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος θεωρηθεί άκυρη και παραμεριστεί, τότε αυτόματα η παρούσα Αγωγή και το Κλητήριο Ένταλμα της θα παύσουν να έχουν ισχύ αναφορικά με τον εναγόμενο 1/ αιτητή, αφού η περίοδος ζωής του Κλητηρίου Εντάλματος, ήτοι 1 χρόνος από την καταχώρηση του, έχει παρέλθει χωρίς αυτό να ανανεωθεί. Αντίθετα, η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, με καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία και καταχώρηση Υπεράσπισης από πλευράς εναγομένου 1/ αιτητή, θα καταστήσει αυτόματα την Έφεση υπ' αριθμό Ε140/2018 εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 27.07.2018 χωρίς αντικείμενο, αφού ουσιαστικά ο εναγόμενος 1/ αιτητής θα έχει αποδεχτεί την επίδοση την οποία αμφισβήτησε τόσο με την αίτηση παραμερισμού ημερ. 18.05.2016 όσο και με την Έφεση του υπ' αριθμό Ε140/2018 ημερ. 10.08.
  3. Επιπλέον, θα πρέπει να λεχθεί πως το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ενδιάμεσης του απόφασης ημερ. 27.07.2018 έδωσε σχετικές οδηγίες προς τον εναγόμενο 1/ αιτητή, όπως καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και προβεί στα δικονομικά διαβήματα που ακολουθούν την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Εισηγείται ότι η εκτέλεση της απόφασης και των οδηγιών αυτών του Δικαστηρίου, επηρεάζει δυσμενώς, άμεσα και καταλυτικά τα δικαιώματα του εναγομένου 1/ αιτητή, διότι θα του αποστερήσει το δικαίωμα του να εισακουστεί η Έφεση του επί του θέματος της επίδοσης, αφού η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο 1/αιτητή, νομολογιακά δηλώνει την αποδοχή του άνευ όρων της επίδοσης της Αγωγής. Επιπρόσθετα, ο δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του εναγομένου 1/ αιτητή, προκύπτει και από το γεγονός πως η μη εκτέλεση της απόφασης και των οδηγιών του Δικαστηρίου, θα δώσει το δικαίωμα και την ευκαιρία στην ενάγουσα να αιτηθεί και τελικώς να εκδώσει τελική απόφαση στην αγωγή λόγω μη εμφάνισης από τον εναγόμενο 1/αιτητή. Αντίθετα τα δικαιώματα της ενάγουσας/ καθ' ης η αίτηση δεν επηρεάζονται καθόλου, αφού λόγω δικής της αδικαιολόγητης υπαιτιότητας και συμπεριφοράς, ήτοι την καταχώρηση και επίδοση της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής δύο

(2)χρόνια μετά την καταχώρηση του Κλητηρίου Εντάλματος, προκάλεσε την καθυστέρηση της παρούσας αγωγής. Γι' αυτούς τους λόγους υποβάλλει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα από το Δικαστήριο. Η ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 ΘΘ. 2 και 10, Δ.12, Δ.25 ΘΘ. 1 και 5, Δ.35 ΘΘ. 1-32, Δ.39 Δ.48 ΘΘ. 1-9, Δ.64 ΘΘ. 1-2, στο άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση (καταγράφονται αυτούσιοι για σκοπούς εύκολης αναφοράς κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει): «
  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και/ή η νομολογία για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.33 Θ.6 και Δ.35 Θ.Θ. 18 και 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή οι εν λόγω διαταγές δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία και/ή στην παρούσα περίπτωση.
  2. Με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/7/2018, δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε υποχρέωση στον Αιτητή, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  3. Η αίτηση του Αιτητή είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή με τη συνέχιση της διαδικασίας και την μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή και/ή η ζημιά που θα προκληθεί στην Ενάγουσα σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος του Αιτητή θα είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί ο Αιτητής, εάν συνεχιστεί η διαδικασία.
  4. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της Ενάγουσας και να παραβιάζεται το συνταγματικό της δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος.
  5. Η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση και στον εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας.
  6. Ο Αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και βάσιμους λόγους ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Το γεγονός της καταχώρησης έφεσης σε σχέση με απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του Εναγόμενου 1/Αιτητή για παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της διαδικασίας.
  8. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία και/ή δεν συντρέχουν λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας, το οποίο αποτελεί μέτρο εξαιρετικό που ασκείται με φειδώ και/ή ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο και/ή εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  9. Η ένορκη δήλωση του κ. Κυπρίζογλου που στηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 11/9/18 είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι δεν επεξηγεί με επάρκεια την ιδιότητα και/ή τη σύνδεση η οποία τον καθιστά άτομο ικανό να ορκίζεται ως προς το περιεχόμενο της.
  10. Η Αίτηση του Εναγόμενου 1 - Αιτητή είναι κακόβουλη και κακόπιστη.
  11. Η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή λανθασμένη.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα XXX Τριγγή ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ως άνω λόγους ένστασης. Αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή εκτός από εκείνους τους οποίους ρητά παραδέχεται. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση εκ μέρους του δικηγόρου κ. XXXXX Κυπρίζογλου εισηγείται ότι δεν επεξηγείται με επάρκεια ή και ικανοποιητικά η ιδιότητα ή η σύνδεση του με την παρούσα υπόθεση και δεν αναφέρεται κανένας ικανοποιητικός ή επαρκής λόγος για τον οποίο ο αιτητής δεν προέβη ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε άλλες εγγενείς δυσχέρειες που να μην του επέτρεπαν να υπογράψει ο ίδιος την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Αντίθετα ο αιτητής που είναι ιατρός και κατοικεί μόνιμα στη Λεμεσό επιδεικνύει μια πρωτοφανή περιφρόνηση προς το Δικαστήριο με την άρνηση του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για μερικά λεπτά και να υπογράψει την εν λόγω ένορκη δήλωση με μόνη δικαιολογία ότι είναι ιατρός χειρουργός. Η ενόρκως δηλούσα αρνείται τη θέση ότι η Έφεση με αριθμόν Ε140/2018 έχει πολλές και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και υποστηρίζει το αντίθετο και ο λόγος που έχει καταχωριστεί είναι για να καθυστερήσει τη διαδικασία. Υποστηρίζει ότι η συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας δεν θα επηρεάσει αρνητικά τον αιτητή σε καμία απολύτως περίπτωση. Όπως δε πληροφορείται από τους δικηγόρους της στην απίθανη περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστήριο θα δικαιώσει τον αιτητή στην εν λόγω Έφεση του, η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου θα διακοπεί και ο αιτητής θα αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζεται η πορεία της Έφεσης του αιτητή από την καταχώρηση εμφάνισης από τον αιτητή και την συνέχιση της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αντίθετα αν ο αιτητής επιτύχει στην εν λόγω Έφεση του, η διαδικασία εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο θα διακοπεί ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο θα βρίσκεται και ο αιτητής θα εισπράξει έξοδα εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Για όλους αυτούς τους λόγους ζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του αιτητή. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η αναστολή δικαστικής διαδικασίας διέπεται από πλούσια νομολογία. Η νομική βάση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης ή διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης είναι η Δ.35 κ.18, η οποία προνοεί τα εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Σε μετάφραση: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός σε βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ή ένας Δικαστής των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία δεν πρέπει να ακυρώνεται στο βαθμό που θα διέτασσε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση, το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση έχει εκδοθεί». Όσον αφορά το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή στη βάση της Δ.35 κ.18 η σχετική νομολογία συνοψίσθηκε στην Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη,
(2011)1Α Α.Α.Δ 687. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκε ότι η εν λόγω Διαταγή δεν επιτρέπει την αναστολή περαιτέρω διαδικασιών εκκρεμούσης της έφεσης εφόσον η εν λόγω διάταξη αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστέλλει μόνο εφέσιμα διατάγματα (τελικά ή ενδιάμεσα) κάτω από τη Δ.35 κ.2 (βλ. και Fotiou and another v. Petrolina Ltd,
(1984)1 C.L.R. 708 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera,
(1986)1 C.L.R. 524). Όπου όμως δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση από τη διαταγή του Δικαστηρίου τότε δεν δίνεται εξουσία αναστολής. Αντικείμενο της αναστολής είναι λοιπόν ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός αυτής. Η Δ.35 κ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με προνομιακό ένταλμα τύπου prohibition, βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος και η προαναφερόμενη Διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας τέτοιου εντάλματος, μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.,
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1384). Η εμβέλεια της δε περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων που συναρτώνται προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της εφεσιβαλλόμενης απόφασης (βλ. In re E.S. Αn Infant
(1986)1 C.L.R. 119 όπου δόθηκαν ως παραδείγματα τέτοιων διαδικασιών η κατάσχεση εις χείρας τρίτου και η ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων δυνάμει του Κεφ.62). Σε σχέση με το τελευταίο, ως επεξηγήθηκε στην Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου,
(1997)1Β Α.Α.Δ 692 η «αναφορά στην Δ.35 Κ.18 σε "... stay of ... proceedings under the decision appealed from ... ..." δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση». Η διαδικασία ακρόασης εκκρεμούσης αγωγής δεν εμπίπτει λοιπόν στις πρόνοιες της Δ.35 κ.18. Στην Παπακόκκινου (πιο πάνω) αναφέρθηκε επίσης σχετικά ότι και με βάση το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Ερχόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, τα οποία στην ουσία τους είναι απλά, προκύπτει ότι ο αιτητής ουσιαστικά επικαλείται δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του αν συμμετάσχει στη διαδικασία με την εκ μέρους του καταχώρηση Υπεράσπισης και την ολοκλήρωση της δικογραφίας που θα επιτρέψει στο Δικαστήριο τον ορισμό πλέον της αγωγής για οδηγίες και για ακρόαση. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον ακόμα δύο προσώπων και διαπιστώνω από το φάκελο της υπόθεσης ότι η δικογραφία όσον αφορά αυτά τα πρόσωπα έχει συμπληρωθεί και αναμένεται πλέον ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες. Επομένως, το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για την εντός εύλογου χρόνου διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων επιπρόσθετα και αυτών των προσώπων (βλ. Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) δεν πρέπει να παραγνωριστεί. Συμφωνώ δε με την πλευρά της καθ' ης η αίτηση ότι αν στο μεταξύ εκδικασθεί η Έφεση και το αποτέλεσμα της είναι η δικαίωση του εναγομένου 1/αιτητή, τότε η οποιαδήποτε διαδικασία ακολουθήσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν θα έχει οποιονδήποτε δυσμενή αντίκτυπο σε αυτόν, εφόσον όπως πολύ ορθά επισημαίνεται οτιδήποτε ακολουθήσει της ως άνω ενδιάμεσης απόφασης θα ακυρωθεί και δεν θα υποστεί οποιανδήποτε οικονομική ή άλλη ζημιά. Ούτε και δικονομικά διαπιστώνω ότι θα επηρεαστεί ο αιτητής. Σε τέτοια περίπτωση απλά θα δικαιούται στα έξοδα που θα υποστεί. Ο αιτητής επικαλείται μεταξύ άλλων τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε σχέση με αυτές λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 226: «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Περαιτέρω στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 235 λέχθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας.» Στην υπόθεση Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α.
(1996)(1Α) Α.Α.Δ.49 στη σελ. 59 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289,295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Hoist & Co. Ltd. [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α.Μ. Αρχιεπισκόπων Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Αίτηση ΠερέλλαΤζεννάρο (Αρ.1),
(1993)1 Α.Α.Δ. 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου.» Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η συμφυής εξουσία του δικαστηρίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή να καταργήσει τους εν ισχύει δικονομικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο έχει ως πρωταρχικό καθήκον να παρέχει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα, τους Νόμους και Κανονισμούς. Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν ρόλο επικουρικό εκεί όπου η χρήση τους είναι αναγκαία χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιων του διαδικασιών (βλ. επίσης Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου),
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 724). Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια, η νομολογία αναγνώρισε μεν ότι υπάρχει εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει τις ενώπιον του διαδικασίες, η οποία όμως πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus,
(1981)1 CLR 445 λέχθηκε ότι: «Ι would reiterate that unlike the jurisdiction under the Rules of Court, the Court has also an inherent jurisdiction to stay or dismiss proceedings, but such jurisdiction should be sparingly exercised and only in very exceptional cases.» Στην πιο πάνω υπόθεση έγιναν πολλές παραπομπές σε αγγλική νομολογία. Στην Αγγλία η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει εκκρεμείς διαδικασίες είχε λάβει από πολύ παλιά νομοθετική κάλυψη. Στο άρθρο 24
(5)του Judicature Act του 1883 αναφέρεται ότι: «Provided always that nothing in this Act contained shall disable either of the said Courts from directing a stay of proceedings of any cause or matter pending before it if it shall think fit; and any person whether a party or not to any such cause or matter, who would have been entitled, if this Act had not passed to apply to any Court to restrain the prosecution thereof, or who may be entitled to enforce, by attachment or otherwise any judgment decree, rule, or order, contrary to which all or any part of the proceedings in such cause or matter may have been taken, shall be at liberty to apply to the said Courts respectively, by motion in a summary way, for a stay of proceedings in such cause or matter, either generally, or so far as may be necessary for the purposes of justice; and the Court shall thereupon make such Order as shall be just». Επίσης το άρθρο 49
(3)του Supreme Court Act 1981 προνοεί τα εξής: «Nothing in this Act shall affect the power of the Court of Appeal or the High Court to stay any proceedings before it, where it thinks fit to do so, either of its own motion or on the application of any person, whether or not a party to the proceedings.» Η αναγνώριση εξουσίας αναστολής της διαδικασίας, όπως φαίνεται από τη νομολογία, αν και δεν πηγάζει από ρητή νομοθετική διάταξη, στηρίζεται ακριβώς στον πυρήνα του ρόλου του Δικαστηρίου το οποίο είναι επιφορτισμένο να απονέμει το Δίκαιο και να αποτρέψει την κατάχρηση των ενώπιον του διαδικασιών. Να απονέμει δηλαδή ουσιαστική δικαιοσύνη. Σχετική είναι η απόφαση στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG,
(1999)1 Α.Α.Δ. 585 όπου και λέχθηκε ότι: «Για τις καταβολές της σύμφυτης εξουσίας και δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο κοινό δίκαιον παραπέμπουμε στο άρθρο του καθηγητή M.S. Dockray "The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings" "The Law Quarterly Review" τόμος 113 (Ιανουάριος 1997), σελ. 124-125. Το άρθρο περιέχει απόσπασμα από άρθρο του SirJackI.Η.Jacob
(1970)που αναφέρεται στη θεωρητική υποδομή της εξουσίας αυτής (σελ. 125): "...... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent".... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute.... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfill the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner." Έχουμε τη γνώμη ότι υπάρχει αυτή η σύμφυτη εξουσία, που είναι λογικά απαραίτητη κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης». Παρά την ύπαρξη εγγενούς εξουσίας οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή (βλ. The Municipality of Limassol, ανωτέρω). Η θέση αυτή επαναλήφθηκε στην Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2184, όπου με παραπομπή στο Halbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323 αναφέρθηκε ότι η εξουσία αυτή εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, στη σελίδα 330 αναφέρεται ότι: «The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue.» Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ούτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου επιτρέπει έγκριση του αιτήματος. Δεν συντρέχει καμιά εξαιρετική περίσταση η οποία θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε αναστολή της ενώπιον του διαδικασίας. Τα γεγονότα της παρούσης δεν εμπίπτουν σε οιανδήποτε από τις αρχές ή προϋποθέσεις τις οποίες έχει θέσει η νομολογία μας. Η επίκληση και μόνο της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου δεν αρκεί, ούτως ή άλλως η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου δεν διέπει αίτημα ως το υπό κρίση. Από την άλλη, όπως έχει λεχθεί, τέτοια εξουσία, σύμφυτη, δεν διευρύνει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου όπως ούτε τις εξουσίες τούτου (Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία
(1997)1Β Α.Α.Δ. 724). Επομένως η όλη επιχειρηματολογία που έχει αναπτυχθεί εκ μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών σε αυτό ειδικότερα το ζήτημα δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα επομένως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, έχοντας εξετάσει τους λόγους πάνω στους οποίους ο αιτητής στηρίζει το αίτημα του για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, καθώς επίσης και τους λόγους ένστασης, είναι φανερό ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και είναι υπέρ της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 1/αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή της συνέχισης της διαδικασίας της αγωγής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.