Γνάφτης κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής:2091/2017, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:2091/2017 Μεταξύ:
- XXX Γνάφτης
- XXX Γνάφτης
- XXX Γνάφτη
- XXX Γνάφτη Εναγόντων και HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγoμένης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: Η κα Φρ. Χριστοδουλίδου για Georgios E. Konnaris & Co LLC Για την εναγoμένη/καθ' ης η αίτηση: Η κα Ζαντήρα για Michael Kyprianou & Co LLC E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για απαγόρευση εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/1965) Οι αιτητές με μονομερή αίτηση τους αξίωναν την έκδοση δύο διαταγμάτων. Με το πρώτο να απαγορευτεί στους εναγόμενους να προχωρήσουν στην εκποίηση της υποθήκης ΥXXX με ημερομηνία 5.06.2007 η οποία συμπεριλαμβάνει έξι καταστήματα και 5 διαμερίσματα (τα πλήρη στοιχεία των οποίων παρατέθηκαν στην αίτηση) μέσω ιδιωτικού ή και δημόσιου πλειστηριασμού, και με το δεύτερο να ανασταλεί και/ή ακυρωθεί ο καθορισμένος για τις 13.03.2019 πλειστηριασμός των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων. Όταν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση κρίθηκε ότι δεν πληρούσε το στοιχείο του κατεπείγοντος και έτσι με παράκληση των αιτητών δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της. Αφότου επιδόθηκε καταχωρίστηκε ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης από την καθ' ης η αίτηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης στις 6.03.2019 δηλώθηκε από τους συνηγόρους ότι η καθορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού είχε ακυρωθεί άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση να προωθήσει τα δικαιώματα της με τη διαδικασία πώλησης καθ' οιονδήποτε άλλο χρόνο σύμφωνα με το νόμο. Ως εκ τούτο το αιτητικό Β της αίτησης που αφορούσε τον καθορισμένο για τις 13.03.2019 πλειστηριασμό καθίστατο πλέον άνευ αντικειμένου. Παρόλα αυτά η αίτηση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία σε σχέση με το πρώτο αιτητικό με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Η αίτηση επομένως έχει ως βάση τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις με τις οποίες υποστηρίζεται από τη μια η αίτηση και από την άλλη οι λόγοι ένστασης. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση του κ. XXX Γνάφτη ο οποίος είναι ο ενάγων 1/ αιτητής 1 ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους αιτητές να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Καταγράφει το ιστορικό της δανειοδότησης τους από την καθ' ης η αίτηση και της εκτέλεσης της επίδικης υποθήκης παραθέτοντας ως τεκμήρια τα σχετικά έγγραφα μέχρι και τον Τύπο ΙΑ με τον οποίο είχε καθοριστεί ο πλειστηριασμός των ενυποθήκων ακινήτων για τις 13.03.2019 και του Δελτίου Α όπου αναγραφόταν η επιφυλασσόμενη τιμή για καθένα από τα ενυπόθηκα ακίνητα. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ & ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η ανάλυση των λόγων ένστασης κρίνω ότι καλύπτει όλο το φάσμα των όσων κατ' ουσία θα πρέπει να απασχολήσουν την απόφαση αυτή αποφεύγοντας κατά το δυνατόν επαναλήψεις. Για να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα τo Δικαστήριo θα πρέπει να ικαvoπoιηθεί: (α) ότι υπάρχει σoβαρό ζήτημα πρoς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθαvότητα ότι ο αιτών διάδικος να δικαιoύται σε θεραπεία και (γ) ότι εκτός εάv εκδoθεί παρεμπίπτov απαγoρευτικό διάταγμα, θα είvαι δύσκoλo ή αδύvατo vα απovεμηθεί πλήρης δικαιoσύvη σε μεταγεvέστερo στάδιo. Το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αποκαλύπτονται με την προσαχθείσα μαρτυρία δικαιολογούν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων έχει ο αιτών διάδικος. Οι προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 32 του Ν. 14/1960 έχουν επεξηγηθεί σε πλειάδα αποφάσεων [βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd,
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis,
(1975)1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α.,
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Papastratis v. Petrides,
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion,
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas,
(1984)1 C.L.R. 263]. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεαζόταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο [βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 CLR 263, σελ. 267 - 8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.ά.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788]. Εξετάζοντας τις δύο πρώτες προϋποθέσεις παρατηρώ τα ακόλουθα: Η καθ' ης η αίτηση μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή ο οποίος υποστηρίζει την ένσταση της υιοθετώντας και όσα προβάλλει στην Έκθεση Υπεράσπισης και την Ανταπαίτηση της υποστηρίζει ότι οι αιτητές δεν έχουν καλή βάση αγωγής. Υποστηρίζει ότι η καθ' ης η αίτηση έχει να λαμβάνει από τους αιτητές δυνάμει οφειλομένου ποσού ως εκ του τερματισμού των λογαριασμών τους και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται να λάβουν όλα τα αναγκαία και νόμιμα μέτρα για την είσπραξη των οφειλομένων, περιλαμβανομένης της τροχιοδρόμησης της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων ως έχουν εισαχθεί στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 87(I)/
- Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του κ. Γνάφτη περί ακυρότητας των συμβάσεων που δεσμεύουν τους αιτητές κατά την άποψη μου αιωρούνται καθώς δεν συνάδουν με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης αλλά ούτε και με τη νομική της πτυχή. Στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης Κογκοττή και στις λεπτομέρειες στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης δίδεται η σχετική απάντηση στις σχετικές αιτιάσεις εκ μέρους των αιτητών. Η επαγγελματική ιδιότητα του εναγομένου 1/ αιτητή ως εγκεκριμένου λογιστή όπως αναφέρεται στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή και δεν αμφισβητήθηκε αυτή η ιδιότητα του, μάλιστα την επικαλείται και ο ίδιος στην παρ. 19 της ένορκης δήλωσης του προς υποστήριξη της αίτησης και το γεγονός ότι οι ίδιοι οι αιτητές καταχώρησαν το Τεκμ. 3 όπου ο αιτητής 1 δήλωνε για την ενημέρωση του σε σχέση με τον συναλλαγματικό κίνδυνο που ενείχε δανεισμός σε ξένο νόμισμα και ότι ανεπηρέαστος προχώρησε στη σύναψη του δανείου σε Ελβετικό Φράγκο συνιστούν κώλυμα να επικαλείται τώρα τα αντίθετα και δεν μπορεί παρά να κριθούν εκ των υστέρων σκέψεις. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τους αιτητές ότι υπήρξαν τυχόν παράνομες χρεώσεις και λοιποί τυχόν παράνομοι υπολογισμοί, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση είτε της σύμβασης εγγύησης είτε της σύμβασης με την οποία παρασχέθηκε η πιστωτική διευκόλυνση είτε αυτής καθ' αυτής της υποθήκης, αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα υπό μορφή αποζημιώσεων. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του κ. Α. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. ημερομηνίας 11.09.2018 στην αγωγή Αρ. 1417/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ
- F.K.S. TRADING COMPANY LTD,
- Μιχαήλ ν. ΗELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD το σκεπτικό της οποίας υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «.ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων θα πρέπει να επισημανθεί εκ νέου ότι ο αιτητής 1 είναι εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής και επομένως καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους γνώστης του αντικειμένου των ζητημάτων που άπτονται της παρούσας (σύναψης συμφωνίας στεγαστικού δανείου σε ξένο νόμισμα ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων αυτών όπως και των συμφωνηθέντων επιτοκίων και χρεώσεων), λόγω επαγγέλματος και όχι μόνον αλλά και γιατί με σχετική δήλωση του απεδέχθη τα όσα προνοούσε αυτή η συμφωνία και μετά που του είχε δοθεί η ευκαιρία να τη μελετήσει και δεν διαφαίνεται πουθενά η άσκηση πίεσης ή δόλια ενέργεια εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση. Αυτές οι δηλώσεις εμποδίζουν τους αιτητές εκ των υστέρων να επικαλούνται άγνοια ή οτιδήποτε άλλο. Επομένως δεν μπορεί να προωθείται ο ισχυρισμός εκ μέρους τους περί εξαπάτησης ή εξώθησης ή καταδολίευσης κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας για παροχή στεγαστικού δανείου σε ξένο νόμισμα. Με τα ως άνω δεδομένα εκ πρώτης όψεως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός που εκ των υστέρων προβάλλουν οι αιτητές. Σχετικές αναφορές γίνονται στις παραγράφους 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή η ουσία των οποίων είναι η πιο πάνω. Περαιτέρω η οικονομική έκθεση την οποία επικαλούνται οι αιτητές προς υποστήριξη των θέσεων τους στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης του κ. Γνάφτη καθιστά παραδεκτό το γεγονός του οφειλόμενου χρέους προς την καθ' ης η αίτηση (ως επίσης και οι ισχυρισμοί στις παραγράφους 28 και 29 της ένορκης δήλωσης Γνάφτη). Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το εκ του νόμου δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να ακολουθήσει τις σχετικές διαδικασίες για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με σκοπό την ανάκτηση των οφειλομένων. Με την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή απορρίπτεται το περιεχόμενο της έκθεσης του κ. Γνάφτη καθ' ότι, όπως αναφέρεται, γίνεται στη βάση θεωρήσεων, υπολογισμών, αναφερόμενων δήθεν διορθώσεων και πρακτικών που αμφισβητούνται από την καθ' ης η αίτηση και σε κάθε περίπτωση το στάδιο αυτό δεν είναι το στάδιο στο οποίο το Δικαστήριο θα υπεισέλθει σε εξέταση τέτοιων θέσεων. Καταλήγω ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καταδείξει ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Εξετάζοντας τώρα την τρίτη προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι δεν τίθεται ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημιάς στους αιτητές σε περίπτωση που λάβει χώρα η διαδικασία πώλησης δια εκποίησης της υποθήκης υπ' αριθμό Υ6184/2007 και σε κάθε περίπτωση εάν ήθελε φανεί κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής ότι οι αιτητές έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά καθώς αυτή είναι καθαρά χρηματική, εύκολα υπολογίσιμη σε χρήμα και σε περίπτωση επιτυχίας τους θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των αιτητών με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση, ως ένας από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς στην Κύπρο, έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους αιτητές σε περίπτωση που τυχόν εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος των αιτητών. Σχετικός σχολιασμός γίνεται στην παρ. 23 της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή στην οποία εξηγείται το ζήτημα αυτό. Τουναντίον είναι ορατό το ενδεχόμενο να υποστεί η καθ' ης η αίτηση ανεπανόρθωτη ζημιά με τη συνεχή αύξηση του οφειλόμενου χρέους των αιτητών. Ακόμα και στην περίπτωση που οι αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, αυτό που θα πετύχουν είναι να μειωθεί η οφειλή τους με την τυχόν διαγραφή χρεώσεων αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα ακυρωθεί η υποθήκη η οποία με την ελεύθερη βούληση των εμπλεκομένων εξασφάλισε την πιστωτική διευκόλυνση που τους χορήγησε η καθ' ης η αίτηση ως μια ξεχωριστή σύμβαση. Στην παρ. 20 της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή απαντάται και ο ενδοιασμός που εκφράζεται στην παράγραφο 47 της ένορκης δήλωσης του κ. Γνάφτη, ότι δηλαδή η διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δια εκποίησης θα είναι δυσανάλογη του βάρους για αποπληρωμή του δανείου. Σύμφωνα με τον κ. Κογκοττή ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον στη βάση της πάγιας πρακτικής και του νομικού πλαισίου που διέπει τις εκποιήσεις ενυπόθηκων ακινήτων, η καθ' ης η αίτηση δύναται να προχωρήσει με την εκποίηση των υποθηκευμένων ακινήτων μόνο για το σκοπό και στο ύψος της κάλυψης του χρέους προς όφελος της, ενώ σε περίπτωση οποιουδήποτε υπολοίπου, αυτό καταβάλλεται στον οφειλέτη ( βλ. επιφύλαξη του άρθρου 44 Ι
(4)του Ν. 9/1965). Επομένως, κρίνω ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος καθότι οι αιτητές προστατεύονται από τις ασφαλιστικές δικλίδες του νόμου. Ως προς την αναφορά στην παρ. 49 της ένορκης δήλωσης του κ. Γνάφτη ότι θα προκληθεί ζημιά στην οικογένεια του καθότι δύο εκ των διαμερισμάτων για τα οποία τροχιοδρομήθηκε ο πλειστηριασμός αποτελούν κύριες κατοικίες, αποτελεί θέση της καθ' ης η αίτηση (βλ. παρ. 21 της ένορκης δήλωσης του κ. Κογκοττή όπου δίδεται σχετική απάντηση στις σχετικές αιτιάσεις εκ μέρους των αιτητών), με την οποία συμφωνώ, ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομοθετημένη διαδικασία στην οποία εξάλλου δεν υπάρχει πρόνοια για εξαίρεση κύριων κατοικιών. Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση S.A. Constantinou Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία απέρριψε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα λόγω μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/1960. Ενόψει της οικονομικής δυνατότητας της εφεσίβλητης τράπεζας, γεγονός το οποίο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση, κρίθηκε ότι δεν θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως δε έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd,
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015: «Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα». Είναι σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι αιτητές θα πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους θα μείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχήν στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ. υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Σε πλειάδα πρωτόδικων αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων το σκεπτικό που υιοθετείται είναι ότι σε υποθέσεις όπως η παρούσα η παροχή χρηματικής αποζημίωσης είναι ικανοποιητική θεραπεία και ως εκ τούτου δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που λάβει χώρα η διαδικασία πώλησης δια εκποίησης. Ενδεικτικές τέτοιες αποφάσεις είναι αυτή της κας Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. ημερομηνίας 19.12.2018 στην αγωγή 760/2018 Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, στην ενδιάμεση απόφαση τοu κ. Α. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. ημερομηνίας 11.09.2018 στην αγωγή 1417/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ
- F.K.S. Trading Company Ltd
- Μιχαήλ ν. Hellenic Bank Public Company Ltd και στην ενδιάμεση απόφαση του κ. K. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. ημερομηνίας 21.12.2018 στην αγωγή 938/2016 Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Διογένους κ.α. Αντί άλλων, παραπέμπω από την τελευταία αυτή απόφαση στο ακόλουθο εκτεταμένο απόσπασμα το οποίο καλύπτει αυτά τα ζητήματα και με το οποίο συμφωνώ και υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας απόφασης για όσα ζητήματα τέθηκαν και εδώ με τις ανάλογες ασφαλώς αναπροσαρμογές: «Τυχόν ζημιά η οποία ενδέχεται να υποστούν οι εναγόμενοι σε περίπτωση πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας αποτιμάται πράγματι σε χρήμα και αυτή αντιστοιχεί στην αξία της ενυπόθηκης περιουσίας, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι οφειλές των εναγόμενων προς τους ενάγοντες που θα αποδειχθούν στο πλαίσιο της αγωγής (παράγραφος 27). Η συναισθηματική αξία που επικαλούνται οι εναγόμενοι για τα ακίνητα δεν αποτελεί παράγοντα που το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λάβει υπόψη. Όπως είναι γνωστό, το σύνολο των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρούνται εξασφαλίζονται με υποθήκες. Αν ακολουθηθεί το επιχείρημα των εναγόμενων, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, στην προσπάθειά του να αποτρέψει την άσκηση εκ μέρους των ενυπόθηκων δανειστών, των δικαιωμάτων τους που τους παρέχουν οι συμβάσεις υποθηκών και ο Νόμος, θα επικαλείται τη συναισθηματική αξία των ακινήτων του. Η συναισθηματική σχέση των εναγόμενων με τα ακίνητα υφίστατο ήδη και κατά το χρόνο εγγραφής των υποθηκών. Όπως ήταν σε γνώση τους και ο κίνδυνος που πάντοτε ενυπάρχει για απώλεια των ενυπόθηκων ακινήτων σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον των ενυπόθηκων οφειλετών ή σε περίπτωση που οι ενάγοντες ασκούσαν τα εκ του Νόμου δικαιώματά τους, εάν οι εναγόμενοι ήταν υπερήμεροι (παράγραφος 28). Σε περίπτωση που τελικά το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται την όποια αποζημίωση, οι ενάγοντες, ως το μεγαλύτερο τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου έχουν τη δυνατότητα και ικανότητα να τους αποζημιώσουν πλήρως, για όποιο ποσό τυχόν διατάξει το Δικαστήριο. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται με κανένα τρόπο η ικανότητα και φερεγγυότητα των εναγόντων, οι οποίοι έχουν και θα έχουν τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν τυχόν ζημιά που τυχόν θα προκληθεί στους εναγόμενους. Τυχόν αμφισβήτηση της ικανότητας αυτής, θα έπρεπε να εκφραστεί ρητά από τους εναγόμενους και να τεκμηριωθεί πλήρως (παράγραφος 40). Για να επαναλάβω σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων - υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης -, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Ωστόσο, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης (ανωτέρω), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα (ανωτέρω επίσης)). Παρατηρώ τα εξής: Οι εναγόμενοι απότυχαν να με πείσουν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία, είτε δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα είτε ακόμη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα.» Το κατά πόσο συντρέχει η προϋπόθεση του επείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (δέστε In re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). Οι αρχές βεβαίως δεν είναι τόσο αυστηρές όταν η διαδικασία μεταβάλλεται σε δια κλήσεως όπως στην παρούσα περίπτωση. Όμως οι θεραπείες που επιζητούνται δεν παύουν από του να είναι ενδιάμεσες, οπότε το ζήτημα του κατεπείγοντος εξετάζεται από το Δικαστήριο. Αποτελεί θέση της καθ' ης η αίτηση ότι δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το επείγον για τη διαφύλαξη οποιουδήποτε παρανόμως καταστρατηγηθέντος δικαιώματος των αιτητών, τουναντίον, η διαδικασία την οποία επιχειρούν να αναστείλουν είναι καθ΄ όλα νόμιμη. Πρόκειται για πιστωτική διευκόλυνση η οποία δόθηκε το 2007, η αγωγή καταχωρήθηκε μόλις την 14.07.2017 και η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε στις 24.05.2018 και η παρούσα διαδικασία έχει εγερθεί σχεδόν 2 χρόνια μετά την έγερση της αρχικής διαδικασίας. Σημειώνω δε ότι έναυσμα εκ μέρους των εδώ αιτητών για να αρχίσουν τις διαδικασίες αυτές με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον της καθ' ης η αίτηση δόθηκε μετά που έλαβαν προειδοποιητικές επιστολές με ημερομηνίας 15.06.2017 9Τεκμ. 9 και 10 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση) όπως οι ίδιοι παραδέχονται στην παρ. 27 της ένορκης δήλωσης τους. Πέραν αυτού όμως επισημαίνω ως προς τον χρόνο που επέλεξαν οι αιτητές να αποταθούν με μονομερή μάλιστα αίτηση τους στις 30.01.2009 το γεγονός ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού είχε δρομολογηθεί ήδη από την 24.05.2018 με την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπος Θ (Τεκμ. 13 στην ένορκη δήλωση του κ. Γνάφτη). Επομένως βρίσκω ότι διέτρεξε αρκετός χρόνος έκτοτε και δεν υπήρξε διάβημα προς εξασφάλιση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και αυτό το έκαναν μετά την παραλαβή της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ με ημερομηνία 11.01.2019 (Τεκμ. 14) στην ένορκη δήλωση του κ. Γνάφτη. (βλ. σχετικά σχόλια και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση της κας Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου ημερ. 26.03.2019 Αναφορικά με την αίτηση της Παπακόκκινου Πολ. Αίτηση αρ. 46/2019 σε παραπομπή μάλιστα και στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ν. Νικολάου, ECLI:CY:AD:2017:A188, Πολ. Έφεση αρ. 117/16, 25.05.
- Στη βάσει των πιο πάνω γεγονότων κρίνω ότι δεν συντρέχει ο παράγοντας του επείγοντος του ως άνω άρθρου
- Η προτιθέμενη αποστέρηση του συμβατικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με τη διαδικασία πώλησης δια εκποίησης της επίδικης υποθήκης σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που τίθενται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/1965), ως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, κρίνω ότι θα προκαλούσε αδικία στην καθ' ης η αίτηση από την οποία θα αποστερείτο ένα συμβατικό αλλά και πρόσφατα νομοθετικά ρυθμισμένο δικαίωμα της για να παταχθούν όλες οι προηγούμενες παθογένειες με τη διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού και η καθυστέρηση στην άσκηση του θα προκαλούσε σε αυτή οικονομική ζημιά και όχι μόνο, όπως και στην οικονομία του τόπου γενικότερα εφόσον σε αυτό αποσκοπούσε η συμμόρφωση του κράτους μας με μνημονιακή του υποχρέωση που είναι κοινά γνωστό πως οδηγήθηκε σε αυτή το κράτος μας με σοβαρά ασθενή το τραπεζικό σύστημα του τόπου. Το δικαίωμα εκποίησης εξ ορισμού το είχε πάντοτε και εξακολουθεί να το έχει ο ενυπόθηκος δανειστής, ήτοι η καθ' ης η αίτηση και δεν δικαιολογείται η αποστέρηση αυτού του δικαιώματος στο σημείο αυτό και δη χωρίς να υπάρχει βάσιμος λόγος για τον οποίο προωθείται τέτοιο αίτημα. Οι αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα αίτηση από τη στιγμή που τα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας και ελεύθερης συναίνεσης των ιδίων προς όφελος της καθ' ης η αίτηση δίδοντας το δικαίωμα σ' αυτή να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους σε περίπτωση που τα οφειλόμενα ποσά καταστούν υπερήμερα, ως η παρούσα περίπτωση. Οι επίδικες συμφωνίες και μάλιστα το έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 5.06.2007 (Τεκμ. 5), στην ένορκη δήλωση Κογκοττή, είναι δεσμευτικά και έγκυρα έγγραφα τα οποία αποφέρουν τις ανάλογες νομικές συνέπειες στα συμβαλλόμενα μέρη. Θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας και ελεύθερης συναίνεσης των αιτητών 2 και 3 προς όφελος της καθ' ης η αίτηση με σκοπό την εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης που δόθηκε στον αιτητή
- Οι εκ των υστέρων αιτιάσεις ότι η καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να αποστερηθεί του δικαιώματος της να εισπράξει το λαβείν της, ιδιαίτερα εφόσον αυτή έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, σε αντίθεση με τους αιτητές οι οποίοι είναι υπερήμεροι οφειλέτες της, δεν μπορεί να τύχει θετικής σύγκλησης. Από το λεκτικό του αιτητικού Α της υπό εξέταση αίτησης καταδεικνύεται ότι η ισχύς του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος δεν προσδιορίζεται χρονικά, παρά μόνο ζητείται αόριστα μέχρι την αποπεράτωση της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της αγωγής. Το διάταγμα υπό το αιτητικό Α, το οποίο παρέμεινε προς εξέταση, είναι γενικό και αόριστο εφόσον αποσκοπεί στο να απαγορευτεί στην καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με τη νομοθετικά κατοχυρωμένη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων καθ' οιονδήποτε τρόπο και για αόριστο χρόνο. Επιχειρείται επομένως ουσιαστικά η αναστολή για αόριστο χρονικό διάστημα μιας διαδικασίας η οποία έχει κατοχυρωθεί νομοθετικά ακριβώς για το σκοπό του να παραχωρηθεί στις τράπεζες - ενυπόθηκους δανειστές, μια εναλλακτική μέθοδος με την οποία να προχωρούν ταχύτερα στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με ιδιωτικό πλειστηριασμό προς ικανοποίηση των οφειλόμενων σε αυτές ποσών. Εξάλλου, η αναγκαιότητα ύπαρξης ταχείας διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων αποτελεί προϋπόθεση δυνάμει της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμός 648/2012, για να θεωρηθεί η υποθήκη ως επαρκής εξασφάλιση. Είναι προφανές από το ίδιο το λεκτικό των άρθρων 44Α (1- 4) του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι όπως η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις υποθήκης. Προς τούτο θα έλεγα ότι η αναγκαιότητα ύπαρξης ταχείας διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων αποτελεί προϋπόθεση, δυνάμει της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμός 648/2012, για να θεωρηθεί η υποθήκη ως επαρκής εξασφάλιση, καθώς η εν λόγω Οδηγία στο άρθρο 208 αναφέρει ότι τα ακίνητα αποτελούν αποδεκτή εξασφάλιση εφόσον μεταξύ άλλων «η σύμβαση ενεχυρίασης και η σχετική νομική διαδικασία επιτρέπουν στο ίδρυμα να ικανοποιήσει σε εύλογο χρονικό διάστημα την απαίτηση του με τη ρευστοποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Στη βάση λοιπόν του Μέρους αυτού, επιδιώχθηκε να παραχωρηθεί στις τράπεζες/ενυπόθηκους δανειστές μια εναλλακτική μέθοδος με την οποία να προχωρούν στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με ιδιωτικό πλειστηριασμό προς ικανοποίηση των οφειλόμενων σε αυτές ποσών, ταχύτερα. Από την άλλη ας μη διαφεύγει της προσοχής ότι η αναστολή της πώλησης ενός ακινήτου δύναται να πετύχει μόνο με αίτηση-έφεση εναντίον της ειδοποίησης για τη σκοπούμενη πώληση στη βάση των σχετικών προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, αντικείμενο της οποίας είναι ειδικά ο καθορισμός της ημερομηνίας πλειστηριασμού και όχι προσβάλλοντας καταχρηστικά, λέγω, κάθε πτυχή της διαδικασίας, όπως επιχειρούν να πράξουν εδώ οι αιτητές στην παρούσα περίπτωση. Αφενός μεν ο ίδιος ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και αφετέρου δε ο ίδιος ο νόμος ταυτόχρονα παρέχει ασφαλιστικές δικλείδες στον ενυπόθηκο οφειλέτη, δυνάμει των άρθρων 44Γ
(3)και 44ΙΓ, ενεργώντας τον κατάλληλο χρόνο, να παραμερίσουν τις εκάστοτε ειδοποιήσεις και κατ' επέκταση να ακυρώσουν τον προτιθέμενο πλειστηριασμό στις περιπτώσεις όπου πράγματι παρατηρούνται παρατυπίες κατά παράβαση των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965. Οι αιτητές εδώ δεν έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή τους και σε κάθε περίπτωση η καθ' ης η αίτηση έχει αποκαλύψει καλή υπεράσπιση και καλή βάση αγωγής ως η ανταπαίτηση της, στα πλαίσια της οποίας δικαιούται να τροχιοδρομήσει την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων προς είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και/ή μέρους αυτού προς ικανοποίηση της απαίτησης της εναντίον των αιτητών. Ο Νόμος (9/1965), και ειδικότερα το Μέρος VIA αυτού, αποτελεί μια ειδική νομοθεσία, που σκοπό έχει να εισαγάγει μια νέα, εναλλακτική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων, η οποία θα διέπεται από τις ειδικές και συγκεκριμένες διατάξεις του Μέρους VIA. Συμφωνώ με την πλευρά της καθ' ης η αίτηση ότι ως ειδική νομοθεσία, ο Νόμος (Ν.9/1965)υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου γενικού νομοθετήματος, και οι διατάξεις του διέπουν αποκλειστικά τη διαδικασία πώλησης που ο ίδιος με το Μέρος VIA εισάγει. Οποιαδήποτε άλλη γενικότερη νομοθεσία, όπως για παράδειγμα το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που παρέχει στα Δικαστήρια μια γενική εξουσία παροχής προσωρινής θεραπείας, υποχωρεί και δεν μπορεί να εφαρμοστεί για θέματα τα οποία η ειδική νομοθεσία ρυθμίζει. Και όλα αυτά καθώς αποτελεί καθιερωμένη ερμηνευτική αρχή η οποία έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από τα Δικαστήρια μας, ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali». Όταν δηλαδή δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο υπερισχύει του νόμου που το ρυθμίζει γενικά. Κρίνω επομένως ότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν μπορεί να υποκατασταθεί σε καμία περίπτωση από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το οποίο δεν μπορεί να παράσχει το απαιτούμενο νομικό υπόβαθρο για απαγόρευση ενός ενυπόθηκου πιστωτή από το να πωλήσει το υποθηκευμένο προς όφελος του ακίνητο. Οι αιτητές όφειλαν αν επιθυμούσαν την ακύρωση της πώλησης, να καταχωρίσουν έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3), το οποίο μάλιστα συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης τους. Μόνο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η οποία καθορίζει και τις προϋποθέσεις έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος, θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδικάσει ενδεχομένως την αιτούμενη θεραπεία. Αν ο εκάστοτε ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλος ενδιαφερόμενος δικαιούτο να εξασφαλίζει ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα για απαγόρευση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, τότε η καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ο ίδιος ο νόμος απαιτεί θα ήταν πλέον ανώφελη ενώ οι προϋποθέσεις που με εξαντλητικό τρόπο καθορίζονται στο άρθρο 44Γ
(3)θα έχαναν τη σημασία τους. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στη βάση των πιο πάνω να αποφασίσω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας καθότι η ζημιά που θα υποστεί η καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με την αποστέρηση κατ' ουσία του συμβατικά και νομοθετικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της να προχωρήσει με τη διαδικασία εκτέλεσης εμπράγματης εξασφάλισης, θα είναι, όπως κρίνω, πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι αιτητές σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, δεδομένου ότι οποιαδήποτε τυχόν ζημιά μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της τράπεζας όπως ήδη έχω αποφανθεί πιο πάνω εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση. Παρόμοια ήταν η προσέγγιση της κας Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. στην αγωγή αρ.1885/18 Ε.Δ. Λευκωσίας στην υπόθεση Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Limited, στην οποία ανέφερε τα ακόλουθα, το σκεπτικό της οποίας και υιοθετώ στα πλαίσια της απόφασης αυτής: «Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Και τούτο γιατί κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων Διαταγμάτων με την αφαίρεση του συμβατικού δικαιώματος τους να προχωρήσουν με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, λαμβανομένης υπόψη της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αυτοί σαφώς θα μπορούν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση». Η υπό εξέταση αίτηση επιπρόσθετα, κατά την αντίληψη μου, είναι και καταχρηστική εφόσον αποσκοπεί στο να προσβληθεί κάθε πτυχή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων που σε κάθε περίπτωση προβλέπεται νομοθετικά και αυτό αναλογιζόμενος ότι η καθ' ης η αίτηση εάν ήθελε πετύχει η αίτηση θα αποστερηθεί το δικαίωμα της να προχωρήσει σε εκτέλεση της συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης που δόθηκε οικειοθελώς από τους αιτητές έναντι της αποκόμισης οφέλους που είχαν εξασφαλίζοντας πιστωτική διευκόλυνση από αυτή. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνω ότι θα ισούται με επέμβαση στο ίδιο το κείμενο του Νόμου (Ν.9/1965) και περιορισμό στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Μέρους VIA αυτού. Εν τέλει, με απλά λόγια, τυχόν επιτυχία της αίτησης καταστρατηγεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο τροποποιητικός νόμος 87(I)/2018 και τούτο γιατί συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου να καταστήσει το Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs [1922] 1 A.C 1, 8, Kanaris v. Tosoun,
(1969)1 C.L.R 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (βλ. Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R 191, 204). Εν προκειμένω, ένας νόμος δεν μπορεί να διευρυνθεί ερμηνευτικά για να προβλέψει για περίπτωση για την οποία σαφώς και αναμφισβήτητα δεν έχει γίνει πρόνοια. Δεν υπάρχει αυθεντία που να εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε Δικαστήριο να αλλάζει λέξεις σε νομοθέτημα ούτως ώστε να καλύπτει περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει πρόνοια (casus omissus). Σε περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε όχι σε ερμηνεία αλλά με τροποποίηση του νόμου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και είναι υπέρ της της εναγομένης/ καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για απαγόρευση εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου διά της διαδικασίας πλειστηριασμού με βάση το Μέρος VIA του N. 9/1965 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο