← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. K.K. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1233/2018, 12/2/2019

ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. K.K. EXTRA T.V. LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1233/2018, 12/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1233/2018 ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Αιτήτρια- Ενάγουσα -V- K.K. EXTRA T.V. LIMITED Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη --------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 24/07/18 για συνοπτική απόφαση) Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Β. Σιηττή Για Καθ' ης η Αίτηση : κα Ελευθερίου για Η. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας, είναι αίτηση που καταχώρησε η ενάγουσα στις 24/07/18, με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης, για «ποσό €2.400,00 που οφείλει ως διοικητικό πρόστιμο», πλέον, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Η αγωγή της ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, αφορά σε είσπραξη κατ' ισχυρισμό διοικητικού προστίμου που η αιτήτρια επέβαλε στην καθ' ης η αίτηση στις 22/11/17 στα πλαίσια των διοικητικών της εξουσιών, με την έκδοση σχετικής απόφασης στη διοικητική διαδικασία με αρ.126/2016

(6)(Ε). Η δικογραφημένη θέση της αιτήτριας είναι ότι η πιο πάνω απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα και η οποία ούτε εξοφλήθηκε αλλά ούτε και ακυρώθηκε από αρμόδιο Δικαστήριο, παρά το ότι η καθ' ης η αίτηση έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης με σχετική επιστολή που της απέστειλε η αιτήτρια στις 04/12/17. Το επίδικο πρόστιμο επομένως, σύμφωνα με την ενάγουσα, υπόκειται σε άμεση είσπραξη ως αστικό χρέος δυνάμει του Κανονισμού 48
(1)της ΚΔΠ 10/00 και δεν επιδέχεται οποιασδήποτε υπεράσπισης (βλ. παρ. 3, 4, 5 και 6 Ε/Α). Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση στην αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση, υποστηρίζεται από Ε/Δ του xxx Παπανδρέου, Λειτουργού Λογιστή στην αιτήτρια, ο οποίος αναφέρει ότι ως εκ της θέσης του στην αιτήτρια έχει θετική γνώση των όσων ορκίζεται, βεβαιώνει ότι η καθ' ης η αίτηση «αληθώς οφείλει εις την Ενάγουσα το (επίδικο ποσό), δυνάμει επιβολής διοικητικού προστίμου ως περί τούτων λεπτομερής αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης της ως άνω αγωγής...», το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί ως ορθό και αληθές και ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση, ούτε έχει εξοφλήσει το επίδικο ποσό μέχρι σήμερα, ούτε υπεράσπιση έχει. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο ομνύοντας επισυνάπτει στην Ε/Δ του ως Τεκμήρια, αντίγραφο της επιστολής της αιτήτριας προς την εναγόμενη ημερ. 04/12/17 συνοδευόμενη από αντίγραφο της επίμαχης απόφασης ημερ. 22/11/17 στην υπόθεση 126/2016
(6)(Ε), πιστό αντίγραφο της σχετικής σελίδας από το αρχείο που τηρεί η ενάγουσα και στο οποίο καταγράφεται η ημερομηνία ταχυδρόμησης της πρωτότυπης απόφασης προς την εναγόμενη, ήτοι η 05/12/17, αντίγραφο απόδειξης αποστολής της απόφασης στην εναγόμενη και μέσω τηλεομοιότυπου στις 04/12/17 καθώς επίσης και σχετική κατάσταση οφειλομένων ποσών που τηρεί η αιτήτρια στην οποία φαίνεται ακόμη ως οφειλόμενο το επίδικο ποσό. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, υποστηριζόμενη από Ε/Δ ενός ασκούμενου δικηγόρου ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη. Η ένσταση της εναγόμενης περιστρέφεται γύρω από τους εξής άξονες: Α. Ο xxx Παπανδρέου δεν έχει προσωπική και θετική και εξ ιδίων γνώση των γεγονότων τα οποία βεβαιώνει στην ένορκη του δήλωση (παρ.5) Β. Η αιτήτρια δεν έχει επισυνάψει στην αίτηση της τα πρωτότυπα έγγραφα που κατ' ισχυρισμό αποδεικνύουν την απαίτηση της, χωρίς να δίνει επαρκή δικαιολογία περί τούτου και «...ως αποτέλεσμα, δεν προκύπτει βάσιμα εάν τα έγγραφα αυτά έχουν εκδοθεί ή αν όντως έχουν εκδοθεί...» από την αιτήτρια, κάτι που η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί. (παρ.6) Γ. Η εναγόμενη δεν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 04/12/17, ούτε έλαβε γνώση του περιεχομένου της αφού «.ο αριθμός στον οποίο έχει σταλεί το τηλεομοιότυπο δεν αποδεικνύεται .πως ανήκει στην Εναγόμενη» γεγονός που καθιστά απορριπτέα αλλά και πρόωρη την επίδικη αξίωση αφού είναι ακόμη ανοιχτό το ενδεχόμενο καταχώρησης προσφυγής εναντίον της επίμαχης απόφασης (παρ 7-9). Δ. Η καθ' ης η αίτηση έχει, πρόσθετα των πιο πάνω και καλή νομική υπεράσπιση στην αγωγή, αφού αφ' ενός ο Κανονισμός επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση της αιτήτριας έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού του Νόμου και αφ' ετέρου ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της, στοιχείο που καταδεικνύει την αντισυνταγματικότητα του Κανονισμού. Εφόσον δεν ζητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών τελικών αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, ειδική αναφορά σε αυτό, κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και την πρόσφατη απόφαση BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος, να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Το ότι στην παρούσα υπόθεση πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18, δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι η εκπλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης, ήτοι το κατά πόσο με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατέθεσε η ενάγουσα, απέδειξε αδιαμφισβήτητη και ξεκάθαρη απαίτηση καθώς επίσης και ότι σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται η τελευταία, η εναγόμενη έχει καταδείξει την ύπαρξη εύλογης και καλόπιστης υπεράσπισης. Σημειώνω εδώ ότι τα ίδια θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση είχα την ευκαιρία να τα εξετάσω στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση που καταχωρήθηκε στην υπόθεση ΑΡΧΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. KK EXTRA TV LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2648/2017, η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους. Η μόνη ουσιαστική διαφορά εκείνης της υπόθεσης με την παρούσα ήταν ότι εκείνη η υπόθεση αφορούσε άλλο διοικητικό πρόστιμο που η εδώ ενάγουσα επέβαλε στην εδώ εναγόμενη. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση μου ημερ. 18/5/2018: «Ως προς το θέμα που έθιξε με την ένσταση της η πλευρά της εναγόμενης, ήτοι την ανικανότητα του Παπανδρέου να ορκιστεί θετικά για τα όσα γεγονότα αναφέρει, επισημαίνω ότι το ζήτημα αυτό «.πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782). Στην πιο πάνω υπόθεση, αφού ο Καλλής Δ. ως ήταν τότε, προέβη σε μια λεπτομερή παράθεση της σχετικής με το θέμα νομολογίας, ανέφερε τα εξής: «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Έχουμε λάβει υπόψη τη φύση της αξίωσης. Πρόκειται για οφειλή που πηγάζει από τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στον πρωτοφειλέτη με την εγγύηση της εφεσείουσας. Η ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης δεν αναφέρει κατά πόσο ο ωμόσας είχε σχέση με την διακίνηση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη ή με την κατάσταση του λογαριασμού του ή με την ετοιμασία του. Το ζητούμενο στην κρινόμενη περίπτωση είναι κατά πόσο ο ωμόσας είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς το ποσό στης επίδικης οφειλής. Ως προς αυτό το ζήτημα πηγή των πληροφοριών του είναι η κατάσταση λογαριασμού η οποία έχει ετοιμασθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή και προσυπογράφεται από λειτουργούς άλλους από τον ωμόσαντα. Ο τελευταίος δεν έχει καταδείξει με την ένορκη δήλωσή του ότι είναι πρόσωπο που έχει οποιαδήποτε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού. Η οποιαδήποτε γνώση του βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού. Η γνώση του δεν είναι γνώση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς το ύψος της οφειλής αλλά γνώση που βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους. Βασίζεται πάνω σε γεγονότα για τα οποία είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να μιλήσει με βάση την προσωπική του γνώση αλλά με βάση πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους, οι οποίες, μάλιστα, προέρχονται από ηλεκτρονικό μέσο για το οποίο ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες δεκτότητας (Βλ. άρθρο 5Α του Κεφ. 9). Δεν ήταν, επομένως, πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Ακολουθεί πως το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης για συνοπτική απόφαση και το σχετικό περί του αντιθέτου συμπέρασμά του κρίνεται εσφαλμένο.» Στην παρούσα περίπτωση, η αξίωση αφορά σε οφειλή που πηγάζει από διοικητικό πρόστιμο που επεβλήθη με απόφαση διοικητικού οργάνου. Το ότι η ενάγουσα είναι διοικητικό όργανο και ότι οι αποφάσεις της, οι οποίες περιλαμβάνουν και την επιβολή τέτοιων διοικητικών προστίμων, είναι διοικητικής φύσεως, δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται, με σχετικό λόγο ένστασης, είναι η συνταγματικότητα και η νομιμότητα της εξουσίας της ενάγουσας να επιχειρεί μέσω αγωγών που καταχωρεί η ίδια, να εισπράττει τα εν λόγω πρόστιμα. Η διεκδίκηση όμως του επίδικου προστίμου δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος, ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη που στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου (βλ. Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1424). Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς μιας τέτοιας απόφασης, μπορεί να γίνει μόνο με προσφυγή στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου (βλ. Ζήνων Χρίστου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)3 Α.Α.Δ. 453 και Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079) Για σκοπούς της παρούσας πολιτικής διαδικασίας επομένως, ούτε αναμένεται αλλά ούτε και θα πρέπει να προσκομισθεί μαρτυρία για οποιοδήποτε θέμα πέραν του ότι επιβλήθηκε ένα διοικητικό πρόστιμο, το οποίο παράγει έννομα αποτελέσματα και το οποίο δεν έχει ούτε ακυρωθεί αλλά ούτε και εξοφληθεί. Το ουσιώδες ζήτημα για το πολιτικό Δικαστήριο είναι η δημιουργία και η ύπαρξη της οφειλής και όχι η διοικητική λειτουργία που ακολουθήθηκε για τη δημιουργία της. Θα ήταν επομένως παράλογο να θεωρείται ότι μόνο τα πρόσωπα που έλαβαν μια απόφαση ως διοικητικό όργανο μπορούν να έχουν θετική γνώση γι' αυτή και να μην έχουν όλα τα άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται στις υπόλοιπες αναπόσπαστες πτυχές της ίδιας διοικητικής λειτουργίας. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι ο ομνύοντας της Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας, ότι κατέχει τη θέση του Λειτουργού Λογιστή και ότι, αντίθετα με τον ομνύοντα στη Δημητρίου ανωτέρω, έχει την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού της Εναγομένης και ότι με βάση την επίμαχη διοικητική απόφαση, έχει ο ίδιος ετοιμάσει τη σχετική κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται η σχετική οφειλή, κατάσταση μάλιστα την οποία προσυπογράφει ο ίδιος .. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας παρουσιάζεται να έχει και προσωπική γνώση ως προς το που βρίσκεται το πρωτότυπο της απόφασης καθώς και για τη διαδικασία είσπραξης που ακολουθήθηκε μετά την έκδοση της. Κρίνω συνεπώς, ότι η ιδιότητα και καθήκοντα του μάρτυρα τον καθιστούν ικανό άτομο να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τη φύση της παρούσας αξίωσης και την ιδιότητα και την ικανότητα του Παπανδρέου να την υποστηρίξει ενόρκως κατά θετικό και επαρκή τρόπο εφαρμόζονται πλήρως και στην υπό κρίση αίτηση και τα υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Πρόσθετα τούτου, τα όσα γεγονότα αναφέρει ο Παπανδρέου επιβεβαιώνονται και από την πραγματική μαρτυρία που ως εκ της θέσης του έχει στην κατοχή του και έχει παρουσιάσει μέσω της Ε/Δ του και η οποία δεν έχει αντικρουστεί ή αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι την ηλεκτρονική αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε με την εναγόμενη πριν την έκδοση της επίμαχης απόφασης, αλληλογραφία στην οποία μάλιστα η τελευταία όχι μόνο παραθέτει τα στοιχεία επικοινωνίας της αλλά φαίνεται και να αναγνωρίζει ότι έχει παραβεί την σχετική νομοθεσία και την απόδειξη αποστολής της απόφασης τόσο στη διεύθυνση όσο και στον αριθμό φαξ της εναγόμενης, στοιχεία τα οποία αναγράφονται στην ηλεκτρονική επιστολή που μόλις στις 09/11/17 η ίδια η εναγόμενη έστειλε στην ενάγουσα (βλ. Τεκ. Α Ε/Δ Παπανδρέου). Τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη των λόγων ένστασης που αφορούν στις ενότητες Α - Γ ανωτέρω. Και θετική γνώση έχει ο Παπανδρέου για τα όσα γεγονότα ορκίζεται και θετική μαρτυρία έχει προσκομίσει ως προς το ότι όντως εκδόθηκε η επίμαχη διοικητική απόφαση και ότι όντως κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 04/12/17 μέσω φαξ και στις 05/12/17 μέσω ταχυδρομείου, χωρίς ποτέ να επιστραφεί (βλ. κατ' αναλογία Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων,
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Επισημαίνω εδώ ότι σε σχέση με αυτά τα γεγονότα, η εναγόμενη περιορίστηκε να προβάλει ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό ότι αμφισβητεί την έκδοση της απόφασης ουσιαστικά επειδή ισχυρίζεται επίσης γενικά και αόριστα ότι «.δεν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 04/12/17, ούτε έλαβε γνώση του περιεχομένου της.». Δεν έχει αμφισβητηθεί όμως ότι η διεύθυνση και ο αριθμός φαξ που χρησιμοποιήθηκαν για να αποσταλεί η απόφαση είναι τα ίδια με αυτά που αναγράφονται στο ίδιο το επιστολόχαρτο της εναγόμενης που ένας εκ των διευθυντών της χρησιμοποίησε για να απαντήσει στην ενάγουσα στις 09/11/17, ήτοι λίγες μέρες πριν την έκδοση της επίμαχης απόφασης. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, σημειώνω ότι ούτε τότε αλλά ούτε και όταν η εναγόμενη έλαβε την παρούσα αγωγή και πληροφορήθηκε, για πρώτη φορά ως ισχυρίζεται, για το επίμαχο πρόστιμο, προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να το ακυρώσει ή να το αναστείλει και αυτό παρά το ότι είχε στη διάθεση της υπεραρκετό χρόνο από τις 04/07/18 που καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή μέχρι και την 23/11/18 που καταχώρησε την ένσταση της στην παρούσα αίτηση. Ακόμη επομένως και να ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι πριν την παρούσα αγωγή δεν είχε πληροφορηθεί για την επίμαχη απόφαση, ισχυρισμός ο οποίος δεν ευσταθεί, η μετέπειτα αδράνεια της εναγόμενης να επιχειρήσει να ακυρώσει ή να αναστείλει την απόφαση με την καταχώρηση προσφυγής, αφήνει μετέωρες και αβάσιμες τις όποιες θέσεις της περί ύπαρξης πραγματικής (factual) υπεράσπισης ή περί του κατ' ισχυρισμό πρόωρου της παρούσας αγωγής και αίτησης (βλ. επίσης Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079 που αναφέρεται ανωτέρω). Στη βάση των πιο πάνω, ενώ η ενάγουσα έχει καταδείξει με τη μαρτυρία της τη δημιουργία, την ύπαρξη και την εκκρεμότητα της επίδικης οφειλής, ενώ η εναγόμενη δεν έχει καταδείξει να έχει οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση επί των γεγονότων της υπόθεσης. Παραμένει προς εξέταση η νομική υπεράσπιση που η εναγόμενη υποστηρίζει ότι έχει, ήτοι ότι αφ' ενός ο Κανονισμός επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση της αιτήτριας έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση του εξουσιοδοτικού του Νόμου και αφ' ετέρου ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή στο όνομα της, στοιχείο που κατά την εναγόμενη καταδεικνύει την αντισυνταγματικότητα του Κανονισμού. Πανομοιότυπος ισχυρισμός εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αντέννα πιο πάνω, η οποία επίσης αφορούσε σε αίτηση της εδώ ενάγουσας για συνοπτική απόφαση σε σχέση με το διοικητικό πρόστιμο που εκεί επέβαλε. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση την οποία παρέθεσε αυτούσια στην απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση ότι η υπό κρίση φερόμενη ως νομική υπεράσπιση, συνιστούσε «καλή υπεράσπιση» για σκοπούς της Δ.18, σε σχέση με αγωγές αυτής της φύσης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Αντέννα, περιλαμβανομένων και των εκεί παρατεθέντων αποσπασμάτων από τις σχετικές πρωτόδικες αποφάσεις, τα οποία υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας αίτησης: «Κατά πόσον εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τη συνταγματικότητα του Νόμου 7(Ι)/98 και τη συμβατότητα του με τα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος - Λόγος έφεσης 1 Στη σελίδα 9 της εκκαλούμενης απόφασης στην Έφεση Aρ. 3/08, το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρει:- «Ο βασικός λόγος ένστασης που προωθεί η Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση, δηλαδή η ουσία της υπεράσπισης τους στην παρούσα αγωγή, εξ όσων αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγομένης η υπεράσπιση της αφορά αυτή καθ' εαυτή την έκδοση της απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου από την Ενάγουσα. Η απόφαση για επιβολή διοικητικού προστίμου είναι ξεκάθαρο ότι αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και η οποία προσβάλλεται με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος το οποίο έχει και αποκλειστική δικαιοδοσία να το εξετάσει. Εξ ου και η Εναγόμενη ορθά, εφόσον διαφωνεί με την εγκυρότητα της πράξης αυτής, την έχει προσβάλει με την καταχώρηση της Προσφυγής Aρ. 170/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. To Ανώτατο Δικαστήριο ως το μόνο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την εν λόγω προσφυγή είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει, πάντοτε στα πλαίσια της προσφυγής, τους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη στην παρούσα περίπτωση ως υπεράσπιση, δηλαδή η σύνθεση του διοικητικού οργάνου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε, το κατά πόσο είχαν ευκαιρία οι Εναγόμενοι να ακουστούν, ως και η συνταγματικότητα του νόμου με βάση τον οποίο επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο. Είναι δε ξεκάθαρο ότι οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το Τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο ή την αναστολή τους με βάση την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο της νομιμότητας είναι απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους αφού οι πράξεις των διαφόρων διοικητικών οργάνων του αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της λειτουργίας του. Για τα πιο πάνω παραπέμπω και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(A) A.A.Δ. 408 (ανωτέρω). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η καταχώρηση και μόνο της προσφυγής χωρίς διαδικασία αναστολής της ισχύος της διοικητικής πράξης με σχετικό διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αναστέλλει βεβαίως την ισχύ της ούτε και αίρει το Τεκμήριο της νομιμότητας. Στην παρούσα περίπτωση η προσφυγή βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, δεν υπάρχει όπως έχει ήδη αναφερθεί διάταγμα για αναστολή της ισχύος της και με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω τεκμαίρεται νόμιμη και παράγει άμεσα αποτελέσματα. Όσον αφορά το θέμα συνταγματικότητας του Ν. 7(I)/98 αυτό έχει επιλυθεί με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες και έχει κριθεί ότι οι πρόνοιες του εν λόγω νόμου είναι συνταγματικές. Αναφέρω τις αποφάσεις: Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Π.Ε. 15105,* ημερ. 22.6.2006** και Π.Ε. 12186, ημερ. 26.2.2006. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ευσταθήσει εφόσον η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο έχει ιδρυθεί με βάση νόμου. Ούτε ο ισχυρισμός ότι η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος με βρίσκει σύμφωνη αφού τα εν λόγω άρθρα προνοούν ότι χρέη οφειλόμενα προς τη Δημοκρατία κατατίθενται στο πάγιο ταμείο του κράτους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ενάγουσα με βάση το Αρθρο 41(β)
(3)του σχετικού νόμου λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο από τη Δημοκρατία, δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που η Δημοκρατία εισπράττει αστικό χρέος που δεν είναι άλλος από την καταχώρηση αγωγής. Δεν θεωρώ ότι ο τρόπος ερμηνείας του εν λόγω άρθρου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης, ότι δηλαδή θα έπρεπε να γίνει αγωγή στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την είσπραξη του ποσού αυτού είναι ορθός και συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι είναι η απλή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου που θα πρέπει να αποδοθεί σε αυτό και όχι οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία η οποία θα καταστρατηγούσε και το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας της αρχής.» Παρόμοια είναι και η προσέγγιση του αντίστοιχου πρωτόδικου δικαστηρίου στην Εφεση Aρ. 60/08. Σχετικές είναι οι σελίδες 8-12 της πρωτόδικης απόφασης. Οι Εφεσείοντες διατείνονται ότι και τα δύο πρωτόδικα δικαστήρια όχι μόνο είχαν εξουσία, αλλά και καθήκον να εξετάσουν τη νομιμότητα της απόφασης και τη συνταγματικότητα του Νόμου, βάσει του οποίου επιβλήθηκε το διοικητικό πρόστιμο ως προκαταρκτικό νομικό σημείο στη βάση των αποφασισθέντων στην The Attorney-General of the Republic v. Mustafa Ibrahim & Others
(1964)C.L.R. 195. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην Έφεση Aρ. 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 1601, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 και Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας). Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του Άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ. 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Οι διαπιστώσεις και των δύο πρωτόδικων δικαστών επί του σημείου αυτού, είναι ορθές. . Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε την υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 140. Το Εφετείο βρήκε ότι στο βαθμό που η κρίση αφορά τη νομιμότητα της απόφασης της Αρχής, η έφεση δεν έχει έρεισμα. Όμως το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε όλους τους λόγους ένστασης και συγκεκριμένα κατά πόσον υπήρχε καλή υπεράσπιση*. Ως εκ τούτου, η έφεση πέτυχε μερικώς και δόθηκε άδεια στους Εφεσείοντες να υπερασπιστούν μόνο ως προς την ένσταση που δεν είχε εξεταστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Εφετείο καταλήγοντας ανέφερε ότι:- «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων.» Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο. Από τα ενώπιόν μας στοιχεία, οι δύο πλήρως εμπεριστατωμένες αποφάσεις των αντίστοιχων πρωτόδικων δικαστηρίων να εκδώσουν συνοπτικές αποφάσεις εναντίον των Εφεσειόντων, βρίσκοντας ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, είναι απόλυτα ορθές.» Στη βάση του λόγου της Αντεννα ανωτέρω, ούτε η υπό στοιχείο Δ ενότητα των λόγων ένστασης της εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση δύναται να επιτύχει. Καμία επομένως καλή και βάσιμη υπεράσπιση δεν έχει καταδείξει να έχει η εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, η αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 24/07/18 επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €2.400,00 πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης, τα έξοδα της αγωγής και της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση - Είσπραξη Διοικητικού Προστίμου [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.