ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ELENA ANASTASIOU KIOSK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 536/2017, 13/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 536/2017 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και
- ELENA ANASTASIOU KIOSK LIMITED (HE 251863)
- xxxxx ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Α.Δ.Τ XXXXX5584) Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Χ.' Παναγή Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Πούγιουρος Καθ'ης η αίτηση 2 παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ (EX- TEMPORE) Με την παρούσα αίτηση, η αιτήτρια, εξ αποφάσεως πιστωτής των καθ'ων η αίτηση για ποσό περί τις €10.000 πλέον τόκους δυνάμει δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 536/17 στις 13/12/2017, ζητά την οικονομική εξέταση των τελευταίων με σκοπό την έκδοση διατάγματος πληρωμής του εν λόγω χρέους διά μηνιαίων δόσεων. Στην αίτηση αυτή οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η μεν καθ' ης η αίτηση εταιρεία είναι αδρανής και κανένα εισόδημα έχει ώστε να διαταχθεί να πληρώνει κάποιο ποσό, η δε καθ' ης η αίτηση 2 είναι άνεργη, όπως φαίνεται στο σχετικά πιστοποιητικά που επισυνάπτονται και ότι τα μόνα εισοδήματα της προέρχονται από κρατικά επιδόματα που λαμβάνει. Αναφέρεται επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση 2, η οποία είναι διαζευγμένη, έχει τρία ενήλικα παιδιά ηλικίας 25, 23 και 19, εκ των οποίων τα δύο τελευταία διαμένουν μαζί της ενώ ο μεγαλύτερος γιος της συνηθίζει να έρχεται στο σπίτι της για φαγητό. Τέλος, η καθ' ης η αίτηση 2 αναφέρει ότι επειδή το σύνολο των εισοδημάτων της, το οποίο περιορίζεται περί το ποσό των €300 μηνιαίως και το οποίο προέρχεται αποκλειστικά από κρατικά επιδόματα, δεν αρκεί ούτε για να καλύψει τα μηνιαία έξοδα συντήρησης και διαβίωσης της ιδίας και της οικογένειας της, τα οποία ανέρχονται περί τα €1000, η ίδια αδυνατεί να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους της. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση 2 κατέθεσε ενόρκως τόσο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της ιδίας όσο και της καθ' ης η αίτηση 1 της οποία ήταν η μόνη διευθύντρια. Κατά την εξέταση της δε, η καθ' ης η αίτηση 2 προσκόμισε, μετά που της ζητήθηκε, καταστάσεις λογαριασμού της ιδίας και της καθ' ης η αίτηση 1 για τα τελευταία χρόνια καθώς και σχετική βεβαίωση από την τράπεζα της ως προς την τελευταία κατάθεση που έγινε στο λογαριασμό της. Συνοψίζω τη μαρτυρία της. Από την ημέρα που καταχωρήθηκε η ένσταση της, η μάρτυς, η οποία είναι σήμερα 46 ετών, έχει καταφέρει να εξεύρει εργασία από την οποία λαμβάνει μηνιαίως το «καθαρό» ποσό των €
- Πρόσθετα του εν λόγω ποσού λαμβάνει €180 ως επίδομα μονογονιού καθώς και €80 επίδομα μάνας. Τα εν λόγω επιδόματα όμως, ανέφερε η μάρτυς, θα μειωθούν το ερχόμενο καλοκαίρι λόγω του ότι ο μικρότερος γιος της, σήμερα ηλικίας 19 ετών και μαθητής Λυκείου, θα καταταχθεί στην Εθνική Φρουρά. Όσον αφορά τα έξοδα συντήρησης και διαβίωσης της ιδίας και της οικογένειας της, η μάρτυς ανέφερε ότι και οι τρεις γιοι της διαμένουν μαζί της σε ιδιόκτητη κατοικία που της ανήκει εξ' ημισείας με τον πρώην σύζυγο της, ο οποίος όμως δεν καταβάλλει κανένα ποσό ως διατροφή είτε στην ιδία είτε στα παιδιά τους. Κάποια βοήθεια δε, η μάρτυς ανέφερε ότι λαμβάνει από τις αδερφές της όταν την έχει ανάγκη, οι οποίες αδερφές είναι εκείνες που τη βοηθούσαν καθ' όσο χρόνο ήταν άνεργη και έψαχνε να βρει δουλειά. Αναλύοντας τα σχετικά έξοδα της ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυς ανέφερε ότι αυτά ανέρχονται περί τα €1000 - €1100 μηνιαίως (ηλεκτρικό ρεύμα €70 - €90, τηλέφωνο και διαδίκτυο €60 διατροφή €280, έξοδα μοναδικού αυτοκινήτου €230, έξοδα 19χρονου €200 - €210, ασφάλειες €115 και προσωπικά έξοδα €150 - €200) και ότι κάποτε μπορεί να συνεισφέρει σε αυτά και ο μεγαλύτερος γιος της, ο οποίος είναι και ο μόνος εκ των παιδιών της που εργάζεται, ως Συμβασιούχος Οπλίτης (ΣΥΟΠ) στην Εθνική Φρουρά με μηνιαίο μισθό περί τα €
- Όσον αφορά τα χρέη της, η μάρτυς παρέπεμψε στη σχετική κατάσταση λογαριασμού και βεβαίωση της τράπεζας της, όπου φαίνεται ότι αυτά ανέρχονται περί τις €10.000 ενώ είναι και εγγυήτρια του πρώην συζύγου της σε χρέος για το οποίο η ίδια δεν καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Μέχρι σήμερα όμως δεν έχει εκδοθεί εναντίον της οποιαδήποτε άλλη δικαστική απόφαση. Υποδείχθηκαν στη μάρτυρα διάφορες συναλλαγές που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού της και οι οποίες δείχνουν περιττά, κατά τους αιτητές έξοδα, τα οποία δεν συνάδουν με την χαμηλή εισοδηματική εικόνα που παρουσίασε. Τέτοιες συναλλαγές ήταν μεταξύ άλλων η πληρωμή €76 στις 19/10/2018 για αγορά προϊόντων από κατάστημα καλλυντικών, η πληρωμή €100 στις 3/10/2018 σε εστιατόριο της Λεμεσού και η πληρωμή €13,84 στις 16/03/2018 σε κάποιο διαδικτυακό κατάστημα. Παραπέμποντας στο σύνολο της τρίχρονης κατάστασης λογαριασμού της, μάρτυς ανέφερε ότι πολύ πιθανόν να αφορούσαν περιπτώσεις όπου μπορεί να ένιωσε και δη δικαιωματικά, την κοινωνική ανάγκη ως μάνα και ως γυναίκα να αγοράσει κάποια καλλυντικά ή να πάει σε ένα εστιατόριο με το γιο της ή να του κάνει κάποιο δώρο και το γεγονός ότι από την κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για μεμονωμένες συναλλαγές, δείχνει ότι δεν είναι αυτός ο σύνηθες τρόπος ζωής της. Της υπεδείχθη επίσης και μια σειρά συναλλαγών από τις 11/10/2017 μέχρι 17/10/2017 όπου φαίνεται να καταβλήθηκαν περί τα €873 σε συγκεκριμένη επενδυτική εταιρεία ξένου συναλλάγματος (FOREX) για τις οποίες η μάρτυς ανέφερε ότι επρόκειτο για μία επένδυση που αποφάσισε να κάμει τότε ο γιος της χρησιμοποιώντας το λογαριασμό της στον οποίο έχει πρόσβαση και η οποία επένδυση όμως έμεινε στάσιμη και ούτε τελεσφόρησε, ούτε και προωθήθηκε. Όσον αφορά την καθ' ης η αίτηση 1, η μάρτυς ανέφερε ότι η εταιρεία είναι κλειστή από το 2014 που σταμάτησε να λειτουργεί την επιχείρηση περιπτέρου για την οποία είχε συσταθεί και ότι έκτοτε δεν διεξάγει οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα ούτε και έχει οποιοδήποτε εξοπλισμό ή περιουσία στο όνομα της. Της υποδείχθηκε αντίγραφο του μητρώου εταιρειών στο οποίο φαίνεται ότι η εταιρεία είναι ακόμη εγγεγραμμένη πλην όμως η μάρτυς δήλωσε άγνοια για το γεγονός αυτό, ισχυριζόμενη ότι η ίδια ήταν με την εντύπωση ότι η εταιρεία είχε διαγραφεί εφόσον είχαν προ πολλού γίνει οι σχετικές ενέργειες για το σκοπό αυτό. Σε κάθε περίπτωση όμως, ανέφερε η μάρτυς, από τον καιρό που σταμάτησε να λειτουργεί η επιχείρηση του περιπτέρου, η εταιρεία κανένα εισόδημα και καμία άλλη δραστηριότητα είχε. Στη βάση των πιο πάνω, η καθ' ης η αίτηση 2 ανέφερε ότι αν και αναγνωρίζει την δικαστική οφειλή της και είναι πρόθυμη να την εξοφλήσει, εντούτοις η εικόνα της οικονομικής της κατάστασης στο σύνολο της, δεν της επιτρέπει να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Το ίδιο δε ισχύει και για την καθ' ης η αίτηση
- Μετά το πέρας της διαδικασίας, αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν με την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη των εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων των πελατών τους. Η μεν κα Χ''Παναγή υποστήριξε ότι οι καθ'ων η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλλουν κάποιο ποσό μηνιαίως, ο δε κ. Πούγιουρος ότι ουδέν ποσό δύναται υπό τις περιστάσεις να διαταχθεί να καταβάλλεται από οποιονδήποτε εκ των καθ' ων η αίτηση. Διεξήλθα των όσων τέθηκαν ενώπιον μου κατά τη διάρκεια του διαλείμματος έχοντας κατά νου τόσο τις αρχές που διέπουν την παρούσα διαδικασία, ως αυτές διατυπώθηκαν στη Φλαγκοφάς ν Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686 και στη νομολογία που αυτή παραπέμπει αλλά και στη μεταγενέστερη νομολογία που την υιοθέτησε, όσο και το ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, να καταδείξει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του. Υποχρεούται προς τούτο ο τελευταίος να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων. (Βλ. S Χ. ν. Χ. Χ., Έφεση Αρ. 31/2015, 19/10/2018, Βασιλειάδης ν. Τσουρή
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 43 και THE OLD SALT YACHTING CO. LTD. v. Bίκης, ECLI:CY:AD:2018:D358, Αγ. Ναυτ. 42/2014, ημερ. 11 Ιουλίου 2018). Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να πράξει στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, είναι να εξισορροπήσει από την μια την αναγκαιότητα εκτέλεσης της απόφασης, «...στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας» και από την άλλη, «...την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου» με γνώμονα τις ανάγκες που κρίνονται συνυφασμένες και αδιαίρετες με τέτοια αξιοπρεπή διαβίωση όπως είναι η στέγαση, η διατροφή, η ιατρική περίθαλψη, η μόρφωση καθώς και κάποιας μορφής, αναγκαία κοινωνικής διακίνηση. (βλ. μεταξύ άλλων Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ.1034). Στην περίπτωση όπου η αίτηση στρέφεται εναντίον νομικού προσώπου, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σοφούλα Ιωάννου κ.ά. ν. Polly Frocks Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 398 και στην υπόθεση J. & M. Paperchase Ltd v Δωροϊδεα Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1234, το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση, είναι, κατά πόσο, η καθ' ης η αίτηση, εξ αποφάσεως οφειλέτης εταιρεία, εξακολουθεί να διεξάγει εργασίες και να έχει εισοδήματα και εάν έχει την δυνατότητα να πληρώνει κάποιο λογικό ποσό προς εξόφληση του χρέους της. Στα πιο πάνω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η πρόσφατη τροποποίηση του αρ. 82 του Κεφ.6 που αφορά στην παρούσα διαδικασία, όπου εν τη σοφία του ο Νομοθέτης έκρινε ορθό όπως πλέον «.κατά την εξέταση της οικονομικής κατάστασης του εκ δικαστικής αποφάσεως ή διατάγματος οφειλέτη χρέους, δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο οποιοδήποτε ποσό το οποίο ο εν λόγω οφειλέτης λαμβάνει- (α) Ως δημόσιο βοήθημα δυνάμει των διατάξεων του περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου˙ (β) ως ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα δυνάμει των διατάξεων του περί Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και Γενικότερα περί Κοινωνικών Παροχών Νόμου. (γ) ως επίδομα που παραχωρείται δυνάμει των διατάξεων του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου. (δ) ως φοιτητικό επίδομα ή χορηγία που παραχωρείται δυνάμει των διατάξεων του περί Κρατικής Φοιτητικής Μέριμνας Νόμου. (ε) ως σύνταξη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ο οποίος προβλέπει τη χορήγηση σύνταξης το ποσό της οποίας δεν υπερβαίνει το όριο της φτώχειας για μονήρες νοικοκυριό το οποίο υπολογίζεται και δημοσιεύεται από τη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και αναπροσαρμόζεται βάσει των κλιμάκων ισοδύναμου εισοδήματος, ανάλογα με τη σύνθεση της οικογένειας.» Θα πρέπει εδώ να παρατηρήσω όμως ότι όπως είναι διατυπωμένες οι πιο πάνω πρόνοιες δημιουργούν μια σύγχυση ως προς το πώς ακριβώς θα πρέπει να εφαρμόζεται στην πράξη ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα πιο πάνω επιδόματα. Τα εν λόγω επιδόματα σίγουρα χορηγούνται ώστε να καλύψουν κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες του λήπτη τους, οι οποίες ανάγκες προφανώς αποτελούν μέρος των μηνιαίων εξόδων του. Δεν θα μπορούσαν επομένως οι εν λόγω ανάγκες να ιδωθούν απομονωμένες από τα επιδόματα που χορηγούνται για να τις καλύψουν εφόσον κάτι τέτοιο θα απέληγε να σχηματιστεί μια εσφαλμένη και παραπλανητική εικόνα ως προς την πραγματική οικονομική κατάσταση του χρεώστη. Θα ήταν άλλωστε εντελώς παράλογο κάποιος να λαμβάνει συγκεκριμένο ποσό ως επίδομα τέκνου, το οποίο επίδομα προφανώς αφορά σε αυτό ακριβώς που αναφέρει, ήτοι τις ανάγκες του τέκνου, και την ίδια στιγμή, για να σκιαγραφηθεί η οικονομική κατάσταση του χρεώστη για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, να λαμβάνεται υπόψη μόνο το σύνολο των αναγκών του τέκνου χωρίς να υπολογίζεται σε ποιο βαθμό οι εν λόγω ανάγκες καλύπτονται από το σχετικό επίδομα. Αυτό που κατά την άποψη μου είχε κατά νου ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση των επίμαχων προνοιών δεν ήταν να «περιορίσει» την εξέταση και την εμβέλεια της διαδικασίας αλλά να προστατεύσει την ακεραιότητα του χορηγηθέντος επιδόματος ώστε αυτό να μπορεί να χρησιμοποιείται πλήρως για το σκοπό που κρίθηκε ορθό να δοθεί εφόσον άλλωστε, η χορήγηση κρατικών επιδομάτων εμπίπτει στις συνταγματικές υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στους πολίτες του (βλ. π.χ APOSTOLOU AND OTHERS ν. REPUBLIC,
(1984)3 Α.Α.Δ. 509). Επειδή συνεπώς το ποσό που λαμβάνεται ως επίδομα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μορφή εισοδήματος, η έκδοση ενός διατάγματος πληρωμής δόσεων στη βάση του συνόλου των εισοδημάτων του χρεώστη περιλαμβανομένων και των επιδομάτων που αυτός λαμβάνει, ουσιαστικά θα συνεπάγεται την αποκοπή ποσού και από το επίδομα που χορηγείται, «καταστρατηγώντας» έτσι τον σκοπό για τον οποίο χορηγείται ένα κρατικό επίδομα. Αυτό είναι προφανώς που ήθελε να αποτρέψει ο Νομοθέτης με την επίμαχη τροποποίηση, ήτοι να μη χρησιμοποιείται το επίδομα για να πληρώνονται τα εξ' αποφάσεως χρέη. Ο τρόπος συνεπώς, με τον οποίο θεωρώ ότι θα πρέπει να προσεγγίζεται το όλο θέμα, είναι να εξετάζεται μεν το σύνολο των εισοδημάτων ενός χρεώστη περιλαμβανομένων και των επιδομάτων του, όμως εκεί όπου λαμβάνονται επιδόματα, αυτά να συναρτούνται μόνο με την ανάγκη που καλύπτουν και να αξιολογείται μόνο το οποιοδήποτε τυχόν πλεόνασμα της ανάγκης, όχι όμως του επιδόματος. Με αυτόν τον τρόπο, το ενδεχόμενο έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος θα εξετάζεται με γνώμονα τα άλλα εισοδήματα και ανάγκες, καθώς επίσης και το οποιοδήποτε πλεόνασμα των εν λόγω αναγκών αν αυτές καλύπτονται μερικώς από κάποιο επίδομα οπόταν και θα πρέπει να διαπιστωθεί αν υπό αυτά τα δεδομένα πλέον δικαιολογείται ή όχι η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Αν δηλαδή κάποιος λαμβάνει επίδομα τέκνου €100 και μισθό €500 ενώ οι ανάγκες του τέκνου του είναι €120 και τα υπόλοιπα έξοδα του €300, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας πλέον, το ποσό των €100 του επιδόματος δεν θα θεωρηθεί ως διαθέσιμο εισόδημα για σκοπούς διατάγματος. Οι αντίστοιχες όμως ανάγκες του τέκνου του δεν θα υπολογιστούν με το πλήρες ποσό των €120 αλλά μόνο με το πλεόνασμα των €20 εφόσον τα €100 ήδη καλύπτονται από το επίδομα. Σε αυτή την περίπτωση συνεπώς, τα έξοδα του χρεώστη θα είναι €320, ήτοι το πλεόνασμα των αναγκών του τέκνου συν τις υπόλοιπες ανάγκες και τα εισοδήματα του €500 και με βάση αυτά τα ποσά θα εξεταστεί κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι η έκδοση διατάγματος με βάση τις σχετικές νομολογιακές αρχές. Με τον ίδιο τρόπο, αν οι ανάγκες του τέκνου στο ίδιο παράδειγμα είναι λιγότερες από το επίδομα, ήτοι €80, το επιπλέον ποσό του επιδόματος των €20, κατ' εφαρμογή της τροποποίησης δεν θα υπολογιστεί ως διαθέσιμο έσοδο του χρεώστη. Σε αυτή την περίπτωση, τα εισοδήματα του χρεώστη θα είναι και πάλι €500, ήτοι όλα τα εισοδήματα του εκτός από το επίδομα, οι ανάγκες του όμως θα είναι μόνο €300, εφόσον οι ανάγκες του τέκνου του καλύπτονται πλήρως από το επίδομα. Και στις δύο περιπτώσεις δηλαδή, διασφαλίζεται η ακεραιότητα του πλήρες ποσού του επιδόματος ως φαίνεται να είναι και η πρόθεση του νομοθέτη. Ευνόητο είναι βέβαια ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ανάγκες στις οποίες αφορά ένα επίδομα δεν μπορούν να απομονωθούν και να διαχωριστούν από τις γενικότερες ανάγκες του χρεώστη ή της οικογένειας του, όπως είναι π.χ τα έξοδα διατροφής, στέγασης, εκπαίδευσης κλπ. Σε μια τέτοια περίπτωση θεωρώ ότι το όλο θέμα θα πρέπει να προσεγγίζεται με πιο γενικό τρόπο, με απώτερο στόχο όμως την αποφυγή έκδοσης διατάγματος που θα συνιστά ουσιαστικά αποκοπή των επιδομάτων. Αυτή τουλάχιστο φαίνεται να είναι η πρόθεση του Νομοθέτη. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω την ενώπιον μου περίπτωση. Όσον αφορά την καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία, πλην του ότι αυτή εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη, στοιχείο που από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα, δεν υπάρχει καμία άλλη ένδειξη ότι αυτή διεξάγει οποιασδήποτε εμπορικές δραστηριότητες ή ότι λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα από το 2014 τουλάχιστο και η προσκομισθείσα κατάσταση λογαριασμού το επιβεβαιώνει. Άλλωστε, η μοναδική διευθύντρια και υπάλληλος της καθ' ης η αίτηση 1, ήτοι η καθ' ης η αίτηση 2, δεν φαίνεται να λαμβάνει οποιοδήποτε μισθό ένεκα της ιδιότητας της αυτής, γεγονός που ενισχύει την θέση περί παντελούς αδράνειας της εταιρείας. Υπό αυτά τα δεδομένα και λαμβανομένου υπόψη ότι η εταιρεία δεν κατέχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, δεν ενδείκνυται η έκδοση διατάγματος της φύσης που ζητείται. Στρέφομαι τώρα στην καθ' ης η αίτηση
- Αξιολογώντας τη μαρτυρία της, δέχομαι ότι αυτή λαμβάνει ως εισόδημα το ποσό των €800 μηνιαίως και ότι επιπρόσθετα λαμβάνει ως μηνιαία επιδόματα το συνολικό ποσό των €260 για το οποίο αναφορά κάνω πιο κάτω. Για σκοπούς βέβαια της παρούσας διαδικασίας, δυνάμει του αρ. 83 Κεφ.6 ως αυτό τροποποιήθηκε, το μηνιαίο εισόδημα της καθ' ης η αίτηση 2 θεωρείται μόνο ο μισθός της, ήτοι τα €
- Όσον αφορά τα διάφορα «περιττά» έξοδα που της υποδείχτηκαν από την κατάσταση λογαριασμού, βρίσκω ότι όντως αυτά αφορούσαν μεμονωμένα έξοδα που δεν καταδεικνύουν κάποιο συγκεκριμένο «σπάταλο» τρόπο ζωής και δεν θεωρώ ότι η εικόνα του λογαριασμού της δύναται να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα ως προς τα εισοδήματα της από αυτή που παρουσίασε η ίδια στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και γι' αυτού του είδους τα έξοδα, η νομολογία επιβάλλει όπως αφήνεται στο χρεώστη και κάποιο περιθώριο εξόδων για την κοινωνική διακίνηση και ψυχαγωγία του. Στρέφομαι τώρα στα μηνιαία έξοδα της καθ' ης αίτηση 2 επισημαίνοντας κατ' αρχή ότι το συνολικό ποσό των €260 που λαμβάνει προς το παρόν ως επιδόματα λόγω του τρίτου γιου της ο οποίος είναι ακόμη μαθητής, αν και μπορεί να συναρτηθεί με κάποια συγκεκριμένα έξοδα του εν λόγω τέκνου (€200 - €210), δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα άλλα κοινά έξοδα όπως είναι τα έξοδα διατροφής, διακίνησης, ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου κλπ. Θεωρώ ασφαλές συνεπώς να θεωρήσω ότι ολόκληρο το ποσό του επιδόματος χρησιμοποιείται για τις ανάγκες που αυτό χορηγείται και επομένως θα πρέπει να αφαιρεθεί από το σύνολο των αναγκών της καθ' ης η αίτηση 2 έτσι ώστε να μην ληφθεί υπόψη στο σύνολο των εσόδων και εξόδων της. Θεωρώ ότι η καθ' ης η αίτηση ήταν ειλικρινής όταν ανέφερε ότι καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €1000 - €1100 για την ίδια και την οικογένεια της. Από το εν λόγω ποσό όμως θα πρέπει να αφαιρεθεί, ως ανέφερα ανωτέρω, το ποσό των €260 που λαμβάνεται ως επίδομα, οπόταν παραμένουν έξοδα ύψους €740 - €
- Αν και η ανάλυση των εν λόγω εξόδων από την καθ' ης η αίτηση 2 προβάλλει λογική, την ίδια στιγμή όμως παρατηρώ ότι μέρος των ποσών αυτών χρησιμοποιείται για την κάλυψη και των αναγκών των δύο ενήλικων υιών της, με τον ένα όμως να εργάζεται στην Εθνική Φρουρά και να λαμβάνει σταθερό μηνιαίο μισθό €900 και τον άλλο να είναι μεν άνεργος αλλά να μπορεί να εργαστεί. Σίγουρα δεν αγνοώ την ιδιομορφία της κυπριακής κοινωνίας και πραγματικότητας που φέρει τα παιδιά να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους γονείς τους ακόμη και μετά την ενηλικίωση τους αλλά και μετά την εξεύρεση εργασίας και ούτε βέβαια αγνοώ και την επιθυμία των γονέων να στηρίζουν τα παιδιά τους για όσο το δυνατό περισσότερο. Ούτε αγνοώ ότι ως ενήλικες πλέον, οι δύο γιοι της καθ' ης αίτηση σίγουρα επιθυμούν να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία και άνεση ώστε να μπορέσουν με τη σειρά τους να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια πλην όμως με τα σημερινά κυπριακά οικονομικά δεδομένα, ακόμη νιώθουν εξαρτημένοι από τη μητέρα τους εφόσον ακόμη και ο μισθός της τάξης των €900 που λαμβάνει ο ένας γιος της καθ' ης η αίτηση 2 δυστυχώς, δεν έχει μεγάλη αξία. Η επιθυμία όμως της καθ' ης η αίτηση 2 να βοηθήσει όλα τα παιδιά της ανεξαρτήτως ηλικίας και επαγγελματικής κατάρτισης δεν δικαιολογεί και την πλήρη «εξάρτηση» των δύο μεγαλύτερων γιων της από αυτή και δη κατά τρόπο που να απαιτεί την χρήση όλου του μισθού της για τις ανάγκες τους. Άλλωστε, όπως και η ίδια η καθ' ης η αίτηση 2 ανέφερε, ο μεγαλύτερος της γιος κάποτε συνεισφέρει στα κοινά έξοδα οπόταν και τότε αυτή επωμίζεται λιγότερα ποσά. Κάποιο επομένως ποσό μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι διαθέσιμο για σκοπούς διατάγματος. Συνεπώς, στη βάση όλων των πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες που αφορούν την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση 2, όπως αυτές αναφέρθησαν και διευκρινίστηκαν κατά τη διαδικασία από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και την ίδια και χωρίς να παραγνωρίζω ότι με την λήξη των επιδομάτων όταν θα στρατολογηθεί ο τρίτος γιος της, κάποιο μέρος των εξόδων του θα καλύπτεται πλέον από τα «καθαρά» εισοδήματα της, κρίνω ότι η καθ' ης η αίτηση 2 είναι σε θέση τώρα να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος της με δόσεις, κατά τρόπο που αφ' ενός δεν θα διαταραχθεί η αξιοπρεπής διαβίωση της ιδίας και της οικογένειας της και αφ' ετέρου θα επιτραπεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή της να ανακτήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Το εν λόγω ποσό, λαμβανομένου υπόψη και του ύψους του εξ' αποφάσεως χρέους, κρίνω ως ορθό και δίκαιο, όπως καθοριστεί στο ποσό των €80 ανά διμηνία, αρχής γενομένης της 15/03/19 ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην καθ' ης η αίτηση 2 και την οικογένεια της να διαμορφώσουν ανάλογα τον οικονομικό τους προγραμματισμό. Νοείται όμως πάντοτε ότι, σε περίπτωση που στο μέλλον ήθελε προκύψουν τέτοια ικανοποιητικά στοιχεία που να δικαιολογούν είτε αύξηση είτε μείωση του εν λόγω ποσού ή της συχνότητας καταβολής του, τότε αυτό δύναται να αναθεωρηθεί, με την υποβολή ανάλογης αίτησης. Στη βάση η αίτηση εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 απορρίπτεται ενώ εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2, όπως πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της καθώς και τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, τα οποία επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία όμως θα είναι περιορισμένα κατά το ήμισυ εφόσον η αίτηση απορρίφθηκε σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση 1 της οποίας η εκπροσώπηση ήταν κοινή με την καθ' ης η αίτηση 2, διά δόσεων ύψους €80 ανά διμηνία, από 15/3/2019 και κάθε 15η μέρα έκαστου μεθεπόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Στις πιο πάνω προθεσμίες θα υπάρχει περίοδος χάριτος πέντε
(5)ημερών. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση Έρευνας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο