Αναφορικά με την αίτηση της C & S Smart Move Developers Ltd ν. Σαρρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 5301/10, 27/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5301/10 C & S Smart Move Developers Ltd (ΑΕ237625) Ενάγοντες και xxxx Σαρρή (ΑΤxxxxx), από Μουταγιάκα Λ/σος Εναγόμενος Αναφορικά με τον Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ.62 Αναφορικά με την αίτηση της C & S Smart Move Developers Ltd (ΑΕ237625) από Περβόλια Αιτητές και
- xxxx Σαρρή (ΑΤxxxxx)
- xxxxxxx Σαρρή, από Αγ. Φύλα Λεμεσός Καθ' ων η Αίτηση (Αίτηση ημερ. 01/09/17 για ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων) Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Δαμιανού Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου Για Κτηματολόγιο: κα. Ε. Μαρκαντώνη ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες / Αιτητές (εφ' εξής οι Αιτητές), είναι εξ αποφάσεως πιστωτές του Εναγόμενου / Καθ' ου η αίτηση 1 (εφ' εξής ο Καθ' ου η αίτηση 1), δυνάμει απόφασης η οποία εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο στις 31/03/2017 και με την οποία απόφαση ο Καθ' ου η αίτηση 1 διατάχθηκε να πληρώσει στους Αιτητές, τα ποσά (α) των €10.906 (β) €2.740 (γ) €29.081,50, πλέον τόκους από 02/11/10 πλέον έξοδα. Αυτό που προκύπτει να συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο γεγονός είναι ότι πριν την καταχώρηση της προαναφερόμενης αγωγής και συγκεκριμένα περί τις 17/07/01, ο Καθ' ου η αίτηση 1 και η σύζυγος του, έλαβαν, στα πλαίσια κρατικής οικονομικής βοήθειας μέσω σχεδίου αυτοστέγασης, άδεια από τον Έπαρχο Λεμεσού όπως χρησιμοποιήσουν το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/8XX3, τεμ. Αρ.79, Φ/Σχ. 1-XXXX-3440 (εφ' εξής το ακίνητο), το οποίο τότε ήταν κρατική γη, ώστε να ανεγείρουν διώροφη οικοδομή δύο υπνοδωματίων, με ρητό όρο όπως την χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά ως κατοικία (βλ. Τεκ.Β και Γ Ε/Δ αιτητών). Στην πορεία και συγκεκριμένα στις 03/02/10, το εν λόγω ακίνητο ενεγράφη στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση 1 και της συζύγου του κατά ½ ως συνιδιοκτήτες (βλ. Τεκ.Δ Ε/Δ αιτητών) . Όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας οι Αιτητές εξασφάλισαν απόφαση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1, καταχωρήθηκε στις 02/11/2010, ήτοι μετά την απόκτηση του ½ του ακινήτου από τον Καθ' ου η αίτηση 1 και εδράζετο σε κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο που ο τελευταίος όφειλε στους Αιτητές για εργασίες που αυτοί ισχυρίστηκαν ότι εκτέλεσαν προς όφελος του για σκοπούς ανέγερσης της προαναφερόμενης κατοικίας στο ακίνητο. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 είχε καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή των Αιτητών καθώς επίσης και ανταπαίτηση πλην όμως αμφότερες απορρίφθηκαν με την απόφαση της 31/03/
- Εναντίον της εν λόγω απόφασης, ο Καθ' ου η αίτηση 1 έχει καταχωρήσει έφεση η οποία εκκρεμεί ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει διαταχθεί οποιαδήποτε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών. Στις 19/04/17, ήτοι είκοσι περίπου μέρες μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης της 31/03/17, ο Καθ' ου η αίτηση 1 μεταβίβασε δια δωρεάς το μερίδιο του επί του ακινήτου στον Καθ' ου η αίτηση 2 υιό του, με την όλη μεταβίβαση να ολοκληρώνεται στις 21/06/17 όταν το μερίδιο ενεγράφη στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
- Το εν λόγω μερίδιο ήταν και η μόνη ακίνητη περιουσία που είχε στο όνομα του ο Καθ' ου η αίτηση
- Με την παρούσα αίτηση, την οποία οι Αιτητές καταχώρησαν την 01/09/2017 στη βάση των προνοιών των αρ. 2, 3, 4 και 5 του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ.62 και των αρ. 2, 91Α - 91 Γ του Κεφ.6, ζητούν όπως η μεταβίβαση που έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση 1 προς τον Καθ' ου η αίτηση 2 στις 19/04/17 με τη Δήλωση Διάθεσης/Δωρεά 5/Δ/891/2017 ακυρωθεί και το σχετικό ½ μερίδιο του ακινήτου επανεγγραφεί στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
- Ζητούν επίσης όπως εκδοθεί διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει και/ή επιτρέπει την εγγραφή της δικαστικής απόφασης της 31/03/17 ως επιβάρυνση επί του εν λόγω μεριδίου (ΜΕΜΟ). Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του xxxx Ευσταθίου, ενός εκ των διευθυντών των Αιτητών, ο οποίος παραθέτει τα όσα έλαβαν χώρα, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή ως αυτά συνοψίζονται ανωτέρω. Θέση του ομνύοντα είναι ότι, «.ο χρόνος στον οποίο έγινε η μεταβίβαση και οι πιο πάνω συνθήκες σε σχέση με τον καθ' ου η αίτηση 1 και τη σύζυγο του φανερώνουν ότι η αποξένωση του ακινήτου έγινε προς αποφυγή της εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του . όντας συνταξιούχος (ο Καθ' ου η αίτηση 1) έσπευσε να αποξενωθεί το μοναδικό ακίνητο που είχε για να αποφύγει το χρέος του μεταβιβάζοντας το μερίδιο του σε συγγενικό του πρόσωπο για το σκοπό αυτό. δόλια με σκοπό την καταδολίευση των αιτητών ως πιστωτών του.» Στην αίτηση αυτή των Αιτητών, οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν μία κοινή ένσταση, με την οποία προβάλλουν έξι
(6)συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Από πλευράς Κτηματολογίου στο οποίο επίσης επιδόθηκε η αίτηση, δηλώθηκε ότι δεν υπήρχε πρόθεση καταχώρησης ένστασης και ότι θα επιδειχθεί ουσιαστικά συμμόρφωση με την όποια απόφαση ήθελε εκδώσει το Δικαστήριο. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον υιό του Καθ' ου η αίτηση 2 να υποστηρίξει με τα λεγόμενα του, την από μέρους και των δύο, καταχωρηθείσα κοινή ένσταση. Εν συντομία, ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν αμφισβητεί τα όσα γεγονότα αναφέρονται ότι προηγήθηκαν της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή, ούτε ότι κατέληξε να οφείλει, ένεκα της απόφασης της 30/03/2017, το εξ' αποφάσεως χρέος προς τους Αιτητές αν και επικαλείται προς αμφισβήτηση τούτου την έφεση που καταχώρησε εναντίον της εν λόγω απόφασης. Δεν αμφισβητεί επίσης ο καθ' ου η αίτηση 1 ότι προέβη στην επίδικη μεταβίβαση του Καθ' ου η αίτηση 2. Ισχυρίζεται όμως ότι: « η μεταβίβαση και/ή η διάθεση του μεριδίου μου επί του ακινήτου που έγινε στον καθ' ου η αίτηση αρ.2 ο οποίος τυγχάνει υιός μου, έγινε δυνάμει δωρεάς, χωρίς να αποκομίσω οιονδήποτε όφελος, κι' επιπλέον ούτε είχα οιανδήποτε πρόθεση αποφυγής της εκτέλεσης της απόφασης εναντίον μου. η μεταβίβαση . ήτο προγραμματισμένη κι' έγινε ως είναι ο ισχυρισμός μου σε χρόνο που έπρεπε να γίνει . επειδή εγώ ως πατέρας και συνταξιούχος δεν είχα την οικονομική ευχέρεια να αναγείρω την επίδικη προκατασκευασμένη οικία διά ταύτα ο υιός μου και καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος είναι ηλικίας 48 ετών και ασχολείται με οικοδομικές εργασίες και/ή είναι εργολάβος κατ' ουσία είχε χρηματοδοτήσει ο ίδιος για το κτίσιμο της επίδικης οικίας κι' έτσι εγώ είχα νομική και ηθική υποχρέωση να του μεταβιβάσω το ½ μερίδιο μου επί της προκατασκευασμένης οικίας». Είναι περαιτέρω η θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι, το επίδικο μερίδιο που μεταβιβάστηκε στον καθ' ου η αίτηση 2 δεν είχε ούτε και έχει οποιαδήποτε αγοραστική δύναμη και/ή αξία ενώ ακόμη και ολόκληρο το ακίνητο έχει αξία πολύ χαμηλότερη από τις €254.000 που ισχυρίζονται οι αιτητές. Σημειώνω εδώ ότι στη βάση των παραστάσεων των μερών η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη αποκλειστικά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν προς υποστήριξη αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Δεν θεωρώ ότι η επιλογή των μερών να εκδικάσουν την υπόθεση στη βάση των όσων αναφέρονται στις Ε/Δ που αμφότεροι καταχώρησαν προσκρούει σε οποιοδήποτε διαδικαστικό ή δικονομικό κανόνα. Αν και ούτε οι συνήγοροι υποστήριξαν οτιδήποτε το αντίθετο, θεωρώ ορθό όπως, για σκοπούς πληρότητας, σημειώσω τα πιο κάτω. ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62, ως είναι νομολογημένο, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα και συνιστά αυτόνομη διαδικασία έστω και αν δικονομικά δύναται να ενταχθεί στο πλαίσιο αγωγής (βλ. Άντρη Ιωακείμ και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, (Αρ. 1)
(2003)1 ΑΑΔ 198). Δεν είναι όμως ο χαρακτήρας ή η φύση μιας διαδικασίας που καθορίζει τη μορφή που θα λάβει η προσκομισθείσα μαρτυρία αφού η έννοια «πρωτογενής χαρακτήρας», σημαίνει απλά ότι για να μπορέσει να δώσει λύση το Δικαστήριο στη διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ των μερών και να ασκήσει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα που εγείρονται, χρειάζεται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα. Αυτό ήταν άλλωστε και το επιχείρημα που πέτυχε στην Ιωακείμ. Το πώς όμως θα παρουσιαστεί η σχετική μαρτυρία, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Στην Ιωακείμ, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει την εκεί αίτηση δυνάμει του Κεφ.62 ενδιάμεση και εφάρμοσε ανάλογη προσέγγιση κατά την εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το επίδικο θέμα της έφεσης ήταν κατά πόσο η εκδοθείσα απόφαση ήταν τελική ή ενδιάμεση και αυτό για σκοπούς μέτρησης της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού παραλλήλισε τη φύση της διαδικασίας του Κεφ.62 με αυτή της αίτησης για κατάσχεση χρημάτων (garnishee order), η οποία να σημειωθεί δικάζεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, ανέφερε ότι όπως και σε εκείνη τη διαδικασία έτσι και στη διαδικασία του Κεφ.62, ακολουθείται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα, για να δώσει λύση το Δικαστήριο στην εγειρόμενη διαφορά, διάβημα όμως που δεν περιορίζεται σε «αγωγή». Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Σπηταλιώτης, ... Γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτή ήταν ενδιάμεση ή τελική απόφαση. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση που δίνει το βάρος στη φύση της αίτησης (application approach), το Δικαστήριο θεώρησε την απόφαση τελικής μορφής και την έφεση εμπρόθεσμη. Με την ίδια ευκαιρία υπογράμμισε - και αναφέρθηκε σε προηγούμενο - ότι η πρωτογενής αίτηση, για τους σκοπούς της Διαταγής 35, θεσμός 2, «ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών». Ας λεχθεί εδώ ότι ο όρος «αγωγή» δεν περιορίζεται στη διαδικασία που ξεκινά με κλητήριο ένταλμα. Η έννοια έχει ευρύτερο νοηματικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της Διαταγής 1, Θεσμός 2: «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως μπορεί να καθορίζεται από οποιοδήποτε νόμο ή διαδικαστικούς κανονισμούς.» Η υπόθεση Μιχαλάκης Κιταλίδης, είναι ακόμη πιο κοντά στην κρινόμενη. Από τη σκοπιά που θα εξηγήσουμε. Επρόκειτο για αίτηση σε αγωγή από εξ αποφάσεως δανειστή. Ζήτησε διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων κατατεθειμένων στην εφεσίβλητη Τράπεζα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η αίτηση ήταν ενδιάμεση και για τους λόγους που έδωσε την απέρριψε. Το ερώτημα, όπως το έθεσε ο Γαβριηλίδης Δ, που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, ήταν: «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων (σημ. των δικαιοδοτικών διατάξεων του άρθρ. 22 του ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι [(άρθρ. 22
(4)(β)]. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια.»» (έμφαση δική μου). Επισημαίνω εδώ ότι, ακόμα και αυτές καθ' αυτές οι εναρκτήριες κλήσεις που αναφέρονται ρητά ως τέτοιες στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αφορούν σε διαδικασία με προφορική μαρτυρία, μάλιστα δε, δεν αφορούν καν σε διαδικασία που διεξάγεται με μάρτυρες. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα.Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. ... Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Κοντολογίς, ο χαρακτήρας μιας διαδικασίας δεν καθορίζει τη μορφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά τον τρόπο που θα προσεγγιστεί και θα εξεταστεί η εν λόγω μαρτυρία από το Δικαστήριο. Δηλαδή, αν θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει σε βάθος την προσαχθείσα μαρτυρία, να εξάγει συμπεράσματα αξιοπιστίας και να καταλήξει σε ευρήματα ή αν θα περιοριστεί σε μια αντικειμενική θεώρηση των ενόρκων δηλώσεων, περιορίζοντας την σχετική διεργασία, στο είδος και τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αίτησης, ανάλογα και με την περίπτωση (βλ. μεταξύ άλλων Τσιαντή Χριστίνα και Άλλη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 773, Λευκίδου Mαρία Γεώργαινα ν. Άριστου Kανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248) Η πρόσφατη δε τροποποίηση της Δ.30 για εκδίκαση αγωγών στη βάση γραπτής μαρτυρίας, είτε λόγω του ύψους της διαφοράς είτε κατόπιν συμφωνίας των μερών, συνιστά τρανή ένδειξη ότι, ακόμη και μια συνηθισμένη «αγωγή», δύναται να εκδικαστεί στη βάση γραπτής, αντί προφορικής μαρτυρίας και όλα τα δικαιώματα των μερών και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εξακολουθούν να διασφαλίζονται με τον ίδιο τρόπο και στο ακέραιο. Σ' αυτό συμβάλλει και η δυνατότητα που παρέχεται για αντεξέταση των μαρτύρων, αν βέβαια τα μέρη επιθυμούν να προβούν σε τέτοια αντεξέταση. Η απουσία όμως προφορικής μαρτυρίας από τη διαδικασία, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση ή τον «πρωτογενή χαρακτήρα» της, αφού το κριτήριο παραμένει το ίδιο, ήτοι, κατά πόσο στη βάση της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα ως προς το αν έχει ικανοποιηθεί το ανάλογο βάρος απόδειξης που φέρουν οι διάδικοι. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καθορίζεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι είναι «...επίσης, καλά νομολογημένο ότι το δικαστήριο, σε θέματα διαδικασίας και πρακτικής, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία. Στην Eleftheriades a.ο. v. Mavrellis a.ο.
(1985)1 C.L.R. 436, ... αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 445) "It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case." Προκύπτει από το πιο πάνω ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να δίδει οδηγίες, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, χωρίς βέβαια το θεσμοθετημένο πλαίσιο διαδικασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει, να καταργείται, κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου. (βλ. Coward Martin
(2013)1 ΑΑΔ 1070). Στη βάση των πιο πάνω και εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι είχαν κοινή και συμφωνημένη θέση ότι με το να κατατεθούν εκατέρωθεν γραπτές ένορκες δηλώσεις, μορφή αποδεκτής μαρτυρίας, οι θέσεις των πελατών τους προβάλλονταν στον καλύτερο δυνατό βαθμό, ουδείς λόγος υπήρχε γιατί να θέσει εμπόδιο το Δικαστήριο και να ακολουθηθεί διαφορετική διαδικασία, μόνο διότι πρόκειται για διαδικασία με «πρωτογενή χαρακτήρα». Άλλωστε, στη σύγχρονη εποχή, με όλα τα δικαστικά προβλήματα που ο τεράστιος όγκος των υποθέσεων συνεπάγεται, η εκδίκαση υποθέσεων στη βάση γραπτών παραστάσεων, όχι μόνο βοηθά τα μέγιστα τη διαδικασία αλλά εξυπηρετεί και καλύτερα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού αν μη τι άλλο, με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός αλλά και δικηγορικός χρόνος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θα πρέπει να σημειώσω εδώ ότι αν και αρχικά ζητήθηκε και δόθηκε άδεια για αντεξέταση του ομνύοντα της αίτησης από τους καθ' ων η αίτηση εντούτοις τελικά οι τελευταίοι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν πλέον να προβούν σε τέτοια αντεξέταση οπόταν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν απευθείας με την επιχειρηματολογία τους, αναφορά στην οποία κάνω πιο κάτω. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι, στη βάση των όσων είχαν λεχθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η θέση που προβάλλει σήμερα ο καθ' ου η αίτηση 1 για δήθεν νομική και ηθική υποχρέωση του να μεταβιβάσει το μερίδιο του στον καθ' ου η αίτηση 2, είναι όχι μόνο παράλογη και εκ των υστέρων σκέψη αλλά και φανερά αναλυθείς λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που ο καθ' ου η αίτηση 1 επέλεξε να «εκπληρώσει» την εν λόγω υποχρέωση του ήτοι αμέσως μετά που εκδόθηκε απόφαση εναντίον του, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα, αν αυτά που ισχυρίζεται ευσταθούν, να προβεί στην επίδικη μεταβίβαση από τις πρώτες μέρες που κατέστη ιδιοκτήτης του ακινήτου και η χρηματοδότηση είχε «εκπληρωθεί». Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη, υποστήριξε ο συνήγορος ότι υπό τις περιστάσεις το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια, είναι στους ώμους των καθ' ων η αίτηση, οι αβάσιμες δικαιολογίες που αυτοί προβάλλουν δεν μπορούν να κριθούν ως επαρκείς ώστε να μην ακυρωθεί η μεταβίβαση. Υποστήριξε τέλος ο συνήγορος ότι, υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταβίβασης, αυτή έγινε δόλια με σκοπό να παρεμποδιστούν οι Αιτητές να ικανοποιηθούν. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη μεταβίβαση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Κεφ.62 εφόσον έγινε μετά την έκδοση απόφασης και όχι πριν από ή μετά την έναρξη της αγωγής και ότι σε κάθε περίπτωση οι περιστάσεις κατά τις οποίες αυτή έγινε, δεν δικαιολογούν την ακύρωση της ως δόλια. Θεωρώ ορθό όπως προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, παραθέσω συνοπτικά τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις δυνάμει του Κεφ.62, όπως η εν λόγω πτυχή έχει αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Κεφ. 62 ή όπως ήταν αρχικά Κεφ. 95, το οποίο πριν την νομοθετική του 1949, συνιστούσε το Ν. 7/1886όπως τροποποιήθηκε από το αρ.2 του Ν.10/1927 (βλ. APHRODITE N. VASSILIADES ν. ARTEMIS N. VASSILIADES AND ANOTHER (V18) 1 CLR 10 1941 July 9 και ημερομηνία θέσπισης Κεφ.62 και σχετικό πλαγιότιτλο «24 Απριλίου 1886 - 1949 Cap.95») παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου (βλ. επίσης αρ.4). Το Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών. Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο.
(1957)Vol. 22 C.L.R., 184, η οποία υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Pampos Zenios Trading Ltd a.ο. v. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322), αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62, μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης. (Για τα πιο πάνω βλ. μεταξύ άλλων, Τζιέπρα Σταυρούλλα ν. Χαράλαμπου Σάββα και Άλλης
(2013)1 ΑΑΔ 2410 και Zenios Pambos Trading Ltd και Άλλη ν. Μιχάλης Χατζηπαύλου Υιός Λτδ και Άλλου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2322). Το ουσιώδες στοιχείο επομένως για να χαρακτηριστεί ως «δόλια» μια μεταβίβαση, είναι η πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει νομολογηθεί όμως, αυτό το στοιχείο του «δόλου» για σκοπούς του Κεφ.62, δεν συνίσταται σε «ηθικό δόλο», αλλά αφορά μόνο το κατά πόσο ο μεταβιβάζων είχε πρόθεση, να καθυστερήσει ή να δυσκολέψει τους πιστωτές του. (βλ. VASSILIADES ανωτέρω). Αναφέρω εδώ τον όρο «δυσκολέψει» αντί του όρου «παρεμποδίσει» που αναφέρεται στο ελληνικό κείμενο του αρ.3
(1), διότι στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Νόμου, το οποίο παρέμεινε αναλλοίωτο από το 1886 και το οποίο για σκοπούς ερμηνείας νομοθετικών προνοιών, συνιστά τον ορθό ερμηνευτικό οδηγό (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69), στο αρ.3
(1)(πρώην αρ.2
(1)), χρησιμοποιείται η φράση «hinder», ήτοι το να καταστήσεις δύσκολο για κάποιον να κάνει κάτι ή για να γίνει κάτι (make it difficult for (someone) to do something or for (something) to happen)» και όχι η φράση «prevent» ήτοι «να εμποδίσεις». Μάλιστα δε, στη VASSILIADES ανωτέρω, η οποία να σημειωθεί ήταν απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) σε έφεση από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και επομένως δεσμευτική για την κυπριακή νομολογία, τονίστηκε ότι για να καταδειχθεί η απαιτούμενη για το Κεφ.62 πρόθεση, αυτό που απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι λιγότερο από «παρεμπόδιση» των πιστωτών: «The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is not what has been called "moral" fraud; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" (that is something less than "prevent") his creditors.» (έμφαση δική μου) Σύμφωνα με το αρ.3
(2)(πρώην αρ.2
(2)) όμως, όταν η μεταβίβαση έγινε, μεταξύ άλλων, σε σύζυγο ή παιδί και «...όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή...», δημιουργείται τεκμήριο (presumption) ότι η μεταβίβαση ήταν «δόλια» και τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή έγιvε καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση vα δυσκολευτούν ή να καθυστερήσουν οι πιστωτές αυτού που μεταβιβάζει, είναι στους ώμους του τελευταίου καθώς και τoυ προσώπου στo οπoίo έγιvε η μεταβίβαση. Σημειώνω εδώ ότι, η φυσική αγάπη και στοργή, δεν συνιστούν «καλή αντιπαροχή» για σκοπούς του Νόμου (βλ. Vassiliades ανωτέρω). Το εν λόγω τεκμήριο είναι βέβαια μαχητό (rebuttable presumption) και δύναται, όπως όλα τα μαχητά τεκμήρια, να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, νοουμένου ότι προσκομιστεί επαρκής αποδεκτή μαρτυρία προς τούτο. Σημειώνεται τέλος ότι τόσο η απαιτούμενη πρόθεση, εκεί όπου τέτοια πρόθεση χρειάζεται να αποδειχθεί, όσο και η καλή πίστη, είναι στοιχεία που θα πρέπει να συναχθούν από το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και κατά την εξέταση αυτή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης καθώς επίσης, εκεί όπου παρέχεται η δυνατότητα, την ιδιομορφία της κυπριακής κοινωνίας που περιβάλλει την ειδική σχέση των μερών που αναφέρονται στο αρ.3
(2). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Vassiliades ανωτέρω: «Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case.. The decision that the first respondent had satisfied this onus, which was arrived at by the Courts in Cyprus, the Judges of which have a knowledge of local conditions and habits which their Lordships do not pretend to possess, is not one which they would lightly interfere with. But they feel satisfied on a consideration of all the evidence and documents that it is a right conclusion, and that the judgment should be affirmed.» (έμφαση δική μου) Παρόμοιες με τις ανωτέρω πρόνοιες του Κεφ.62 είναι και οι πρόνοιες του αρ.91(Α) του Κεφ.6 για τις οποίες τυγχάνουν εφαρμογής οι ίδιες αρχές: «91A.-
(1)Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη- (α) Οποιαδήποτε δωρέα, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ή (β) οποιαδήποτε μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη,εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη.
(2)Οι ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1)τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής.» Προχωρώ τώρα να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Υπενθυμίζω επίσης ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής καταφέρει να το αποσείσει στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων τότε το ερώτημα είναι αν ο αντίδικος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησαν επίδικα, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον πρώτο να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665) Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Εκεί βέβαια που τίθεται θέμα μαχητού τεκμηρίου (rebuttable presumption), το βάρος απόδειξης των γεγονότων που ενεργοποιούν το τεκμήριο το φέρει πάντα ο διάδικος που το επικαλείται, αφού για να δημιουργηθεί το τεκμήριο, θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ένα συγκεκριμένο γεγονός οπόταν και η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος εξάγεται φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916) ΚΟΙΝΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Όπως ανέφερα πιο πάνω αλλά και προκύπτει από την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, συνιστά κοινό και αδιαμφησβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδικης μεταβίβασης, ήτοι μεταξύ 19/04/17 και 21/06/17, οι Αιτητές ήταν εξ' αποφάσεως πιστωτές του Καθ' ου η αίτηση 1, ως ο όρος αυτός συναντάται και στο αρ.2 του Κεφ.62[1] και στο Κεφ.6, για τα ποσά που αναφέρονται ανωτέρω. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις, έγιναν από τον Καθ' ου η αίτηση 1 προς τον καθ' ου η αίτηση 2 υιό του δια δωρεάς, ήτοι χωρίς oπoιoδήπoτε χρηματικό αvτάλλαγμα ή άλλη καλή αvτιπαρoχή. Η νομική «υποχρέωση» που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία και σε κάθε περίπτωση όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην παρ.6β της Ε/Δ του «η μεταβίβαση . έγινε δυνάμει δωρεάς, χωρίς να αποκομίσω οποιοδήποτε όφελος». Όσον αφορά θέματα φυσικής αγάπης και στοργής, έστω και αν αυτά δεν προβάλλονται ευθέως ως στοιχείο καλής αντιπαροχής, δεν δύναται να θεωρηθούν ως τέτοια αντιπαροχή (βλ. Vassiliades ανωτέρω). Προκύπτει επίσης να συνιστά μη αμφισβητούμενο γεγονός και το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Καθ' ου η αίτηση 1, δεν είχε στην ιδιοκτησία του, πέραν του επίδικου μεριδίου που μεταβιβάστηκε, άλλη ακίνητη περιουσία. Στη βάση των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών γεγονότων, τα οποία συνιστούν και ευρήματα μου, οι Αιτητές έχουν καταφέρει με τη μαρτυρία τους να ενεργοποιήσουν δεόντως το μαχητό τεκμήριο του αρ.3
(2)Κεφ. 62 καθώς και του αρ.91(Α) του Κεφ.6 και επομένως οι επίδικες μεταβιβάσεις θα πρέπει να ακυρωθούν ως «δόλιες», εκτός αν η μαρτυρία από πλευράς Καθ' ων η αίτηση, καταδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι στην πραγματικότητα, οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση vα δυσκολευτούν ή να καθυστερήσουν οι πιστωτές του Καθ' ου η αίτηση
- Προς απόσειση αυτού του βάρους τους, οι Καθ'ων η αίτηση επέλεξαν να κρατήσουν κοινή γραμμή και να βασιστούν μόνο στη μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση 1 την οποία προχωρώ να αξολογήσω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Διεξήλθα τη μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση 1 και παρατηρώ τα εξής. Ως ανέφερα πιο πάνω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι προέβη στην επίδικη μεταβίβαση διότι αυτή ήταν προ πολλού προγραμματισμένη και διότι ένοιωθε ότι είχε ηθική και νομική υποχρέωση να το πράξει απέναντι στον Καθ' ου η αίτηση 2 που τον βοήθησε οικονομικά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αν και είχε πλήρη επίγνωση του εξ' αποφάσεως χρέους, εντούτοις το αμφισβητεί με την έφεση που έχει καταχωρήσει και επομένως καμιά πρόθεση υπήρχε για «καταδολίευση» των Αιτητών. Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, κρίνω ότι η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση 1, δεν αρκεί για να αποσείσει το βάρος που φέρει ένας έκαστος των Καθ' ων η Αίτηση. Κατά πρώτο, το χρονικό στάδιο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση, ήτοι 20 σχεδόν μέρες μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1, δεν μπορεί παρά να εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το καλόπιστο του ισχυρισμού του τελευταίου ότι επρόκειτο για μεταβίβαση που είχε προ πολλού προγραμματιστεί να γίνει. Θα συμφωνήσω εδώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών ότι αν όντως ευσταθούσε η θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι πρόθεση του ήταν να μεταβιβάσει στο υιό του το επίδικο μερίδιο λόγω της οικονομικής βοήθειας που ο τελευταίος δήθεν του παρείχε κατά την ανέγερση της κατοικίας τότε γιατί για επτά τουλάχιστον χρόνια, από το 2010 δηλαδή που ο Καθ' ου η αίτηση 1 κατέστη ιδιοκτήτης του ακινήτου δεν έγινε τέτοια μεταβίβαση και έμεινε να γίνει αμέσως μόλις εκδόθηκε απόφαση εναντίον του τελευταίου. Κατά δεύτερο, ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση από τη μία ότι κανένα όφελος έλαβε από αυτήν την μεταβίβαση και αφετέρου ότι αυτή έγινε λόγω νομικής υποχρέωσης, ήτοι ως αντάλλαγμα για την οικονομική βοήθεια που ο τελευταίος έλαβε από τον Καθ' ου η αίτηση 2 είναι έκδηλα αντιφατικός, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι στο τέλος της ημέρας, η μεταβίβαση έγινε διά δωρεάς. Κατά τρίτο, ακόμη και να ήταν από πάντα η πρόθεση του Καθ' ου η αίτηση 1 να μεταβιβάσει το μερίδιο στον Καθ' ου η αίτηση 2 στα πλαίσια της σχέσης γονέα - παιδιού, αυτό δεν συνεπάγεται και δικαίωμα αποξένωσης περιουσίας κατά τρόπο που καθιστά την ικανοποίηση των χρεών του πρώτου δύσκολη ή αδύνατη. Υπενθυμίζω ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν έχει επ' ονόματι του άλλη ακίνητη περιουσία η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση των χρεών του και επομένως, αν ήθελε να «φροντίσει» και το παιδί του, χωρίς να δυσκολέψει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του, όφειλε να προβεί σε τέτοιες ενέργειες που να διασφάλιζαν και τα δύο. Θα μπορούσε άλλωστε να επιχειρήσει να λάβει αναστολή εκτέλεσης της εναντίον του απόφασης ένεκα της έφεσης που έχει καταχωρήσει, οπόταν σε τέτοια περίπτωση, αν ήθελε εγκριθεί η αναστολή, οι πιστωτές του και πάλι θα διασφαλίζονταν με κάποιο άλλο τρόπο, όπως π.χ με την χορήγηση ανάλογης εγγύησης. Καμία τέτοια ενέργεια όμως έπραξε ο Καθ' ου η αίτηση 1 ο οποίος ουσιαστικά, με το που εκδόθηκε εναντίον του η απόφαση, αποξένωσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που είχε καθιστώντας έτσι σχεδόν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης. Υπενθυμίζω ότι το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης δηλαδή, του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσο καταδείχθηκε με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του, είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω την εκδοχή των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτή προβλήθηκε μέσω του Καθ' ου η αίτηση 1, άνευ αξιόπιστου και βάσιμου ερείσματος και κατ' επέκταση κρίνω ότι αυτοί δεν κατάφεραν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης που είχαν στη διαδικασία. Ως αποτέλεσμα, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να επιτύχει, η επίδικη μεταβίβαση να ακυρωθεί και το επίδικο μερίδιο επί του ακινήτου να επανεγγραφεί ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους Αιτητές να επιχειρήσουν εκτέλεση της προς όφελος τους απόφασης. Τούτου λεχθέντος όμως, το αίτημα των Αιτητών που αφορά σε έκδοση επιπρόσθετου διατάγματος εγγραφής memo επί του επίδικου ακινήτου, εκφεύγει θεωρώ της παρούσας διαδικασίας και εξουσίας του Δικαστηρίου. Επί αυτής της πτυχής συνεπώς, η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της επίδικης μεταβίβασης, ως αυτή αναφέρεται στην παράγραφο Α της αίτησης και διάταγμα επανεγγραφής του επίδικου μεριδίου στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 5 Κεφ.62 και αρ.92 Κεφ.6, ο αρμόδιος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού στον οποίο θα επιδοθεί το διάταγμα, vα πρoβεί ή να μεριμvήσει ώστε vα γίvoυv όλες oι εγγραφές στα βιβλία τoυ Επαρχιακoύ Κτηματoλoγικoύ Γραφείoυ oι oπoίες είvαι αvαγκαίες για να υπάρξει συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ, εφόσον όλοι οι Καθ' ων η αίτηση, έτυχαν κοινής εκπροσώπησης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ [1] "από δικαστική απόφαση χρέoς" σημαίvει όχι μόvo χρέoς για τηv πληρωμή τoυ oπoίoυ έχει εκδoθεί απόφαση από αρμόδιo Δικαστήριo, αλλά επίσης κάθε χρέoς σε σχέση με τo oπoίo τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo oφείλεται έχει δεόvτως απoδείξει τo δικαίωμα τoυ vα κατατάσσεται ως πιστωτής τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo oφείλεται τo χρέoς κατά τη διαvoμή της περιoυσίας τoυ αμέσως πιo πάvω αvαφερόμεvoυ πρoσώπoυ βάσει oπoιoυδήπoτε vόμoυ πoυ πρovoεί για τη διαvoμή της περιoυσίας πρoσώπωv πoυ πτώχευσαv ή αφερέγγυωv πρoσώπωv μεταξύ τωv πιστωτώv τoυς. "πιστωτές oφειλέτη" σημαίvει όχι μόvo τα πρόσωπα στα oπoία αυτός πράγματι oφείλει, αλλά επίσης κάθε επιτετραμμέvo επί της εκτέλεσης τωv δικαστικώv απoφάσεωv, και κάθε πρόσωπo πoυ εvεργεί στo όvoμα αυτoύ, o oπoίoς vόμιμα πρoβαίvει σε εκτέλεση oπoιασδήπoτε δικαστικής απόφασης πoυ εκδόθηκε εvαvτίov τoυ oφειλέτη, και επίσης κάθε πρόσωπo (αv υπάρχει) στo oπoίo η περιoυσία τoυ oφειλέτη ή τo δικαίωμα vα πωλήσει και διαθέσει αυτή, περιέρχεται, είτε με πράξη τoυ ιδίoυ είτε με εφαρμoγή vόμoυ για τo κoιvό όφελoς όλωv τωv πρoσώπωv στα oπoία αυτός oφείλει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο