← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Vicerio Holdings Limited κ.α., Αγωγή αρ.: 4788/2015, 19/3/2019

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Vicerio Holdings Limited κ.α., Αγωγή αρ.: 4788/2015, 19/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4788/2015 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας Και

  1. Vicerio Holdings Limited, από τη Λεμεσό
  2. xxx Αναστασίου, από τη Λεμεσό
  3. xxx Αναστασίου, από τη Λεμεσό
  4. xxx Μιτέλλα, από τη Λεμεσό
  5. xxx Στάθη, από τη Λεμεσό
  6. St. Elisabeth Gold Resort Ltd, από τη Λεμεσό
  7. Ηasterio Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.01.2019 Ημερομηνία: 19.03.2019 Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους-αιτητές: κ. Kυπρίζογλου Για την ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κα Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  8. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7-αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση να εκποιήσει την υποθήκη με αρ. Υxxx/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και η αίτηση ορίστηκε για επίδοση κατόπιν σχετικού αιτήματος του συνηγόρου των αιτητών.
  9. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στη Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 3, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών των εναγομένων 1, 6 και 7 και δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους του αιτητές. H εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται «η τράπεζα») φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  10. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση, όπως εμφαίνονται από την αίτηση αλλά και την ένσταση έχουν ως ακολούθως: (α) Κατά το έτος 2007 συνομολογήθηκε συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της τράπεζας και της εναγομένης 1 ύψους €10.425.000,
  11. Για περαιτέρω εξασφάλιση, η εναγομένη 1 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αρ. Υχχχ/07 (βλ. Τεκ. 1 της ένστασης). Οι δε εναγόμενοι 2,3,4,5,6 και 7 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης
  12. Η τράπεζα προβάλλει ότι η εναγομένη παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα παρέλειψε να αποπληρώσει τα χρεωστικά υπόλοιπα και έτσι η συμφωνία τερματίστηκε. (β) Ακολούθως καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία η τράπεζα αξιώνει από τους εναγομένους το ποσό των €15.240.079,38 πλέον τόκους και περαιτέρω επιζητεί διάταγμα εκποίησης των υποθηκών που παραχωρήθηκαν μεταξύ αυτών και της υποθήκης με αρ. Υ.χχχ/
  13. Οι εναγομένοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7 καταχώρισαν έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης με την οποία αξιώνουν, μεταξύ άλλων, απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου ήταν εξ υπ' αρχής άκυρος, ότι η τράπεζα δεν εκτέλεσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζεται η τράπεζα να αφαιρέσει τα παρανόμως επιβληθέντα ποσά. (γ) Η τράπεζα στις 23.8.2017 επέδωσε στην εναγόμενη 1-αιτήτρια τις ειδοποιήσεις Τύπος Θ και Ι και ακολούθως τους επέδωσε την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ με την οποία τους πληροφορούσε ότι στις 15.4.2019 προτίθεται να προχωρήσει στην πώληση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η πώληση του ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της παρούσας αγωγής αποτελεί παραβίαση του συνταγματικού τους δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης τους ιδιοκτησίας.
  14. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και περαιτέρω επισημαίνεται ότι η τράπεζα διαθέτει επαρκή αποθέματα και δύναται να καταβάλει στους αιτητές αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί ότι υπέστησαν ζημιά.
  15. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση της συνηγόρου της τράπεζας, η οποία, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
  16. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others

(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα, προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του. Έτσι, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  2. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των πιο πάνω κριτηρίων είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται ότι με την σκοπούμενη πώλησης, εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής αποτελεί παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για απόλαυση της ακίνητης τους ιδιοκτησίας και κατ' επέκταση η ανταπαίτηση τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι η ενυπόθηκος οφειλέτης όταν παραχωρούσε την υποθήκη προς όφελος της τράπεζας γνώριζε ότι υφίστατο κίνδυνος να πωληθεί. Με τα έγγραφα υποθήκης η εναγόμενη 1 δήλωνε ότι η τράπεζα από την 08.12.2007, ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να καταβάλει το ποσό των €11.300,000 πλέον τόκους, μπορούσε να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα «είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο.» (βλ. Τεκ. 1, παρ. 4 της ένστασης). Αναμφίβολα η υποθήκη που παραχωρήθηκε προς όφελος της τράπεζας διασυνδέεται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Επισημαίνεται όμως ότι δεν αμφισβητείται το κύρος αυτής καθ' εαυτής της σύμβασης υποθήκης η οποία όπως έχει νομολογηθεί δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1771) Στις 13.07.18 το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65)τροποποιήθηκε με το Ν.87
(1)/18. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικεία αγωγής για την ειδοποίηση τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. To πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου καθορίζεται και στο άρθρο 44Α. Καμία διάταξη του μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA [βλ άρθρο 44 Α
(2)] και αντίστροφα [βλ. άρθρο 44 Α
(3)]. Περαιτέρω καμία διάταξη του μέρους VIA δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου [βλ. άρθρο 44 Α
(4)]. Ο Νομοθέτης δεν αποστέρησε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη αφού ο τελευταίος ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, οι αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν επαρκή στοιχεία υπό μορφή μαρτυρίας από τα οποία να προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 9. Το Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω κατάληξη του, για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσει κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η ανταπαίτηση, οι αιτητές θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η ανταπαίτηση. Και κάτι ακόμη. Δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα δεν συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω. 10. Εν κατακλείδι, η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Έτσι για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΕΧ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα/πλειστηριασμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.