← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 5557/11, 28/3/2019

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 5557/11, 28/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5557/11 Μεταξύ: XXX XXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγοντα Και XXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενου Ημερομηνία: 28 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Αδάμου Για τον Εναγόμενο: κ. Χ"Γιάγκου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά τροχαίο δυστύχημα που έλαβε χώρα στις 05.10.10. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων κατά την πιο πάνω ημέρα οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του επί της οδού Γεωργίου Α' στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της οδού Στυμφαλίδων στη Λεμεσό με κατεύθυνση προς την οδό Γεωργίου Α'. Φθάνοντας στη συμβολή των προαναφερόμενων δρόμων, ο Εναγόμενος παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα ΑΛΤ που υπήρχε στην πορεία του και/ή παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να εισέλθει στην οδό Γεωργίου Α' και/ή δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα, εισήλθε στην οδό Γεωργίου Α' επιχειρώντας στροφή δεξιά σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα ο οποίος στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση απώλεσε τον έλεγχο της και ανατράπηκε στην άσφαλτο. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων και υποχρεώσεων του Εναγόμενου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ο τελευταίος υπέστη σωματικές βλάβες, απώλειες και έξοδα και ως εκ τούτου αξιώνει γενικές αποζημιώσεις, ως επίσης ειδικές αποζημιώσεις εκ ποσού €10.662,93, τόκους επί των αποζημιώσεων και δικηγορικά έξοδα. Ο Εναγόμενος από την άλλη, αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Στο δικόγραφο της Υπεράσπισης παραδέχεται ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά τον ουσιώδη χρόνο επί της οδού Στυμφαλίδων, ισχυρίζεται όμως ότι σταμάτησε στο ΑΛΤ της πορείας του. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι έλεγξε την τροχαία κίνηση στα δεξιά του, σύμφωνα με την πορεία του, ακολούθως εισήλθε στην οδό Γεωργίου Α' και σταμάτησε στη διαχωριστική νησίδα των δύο κατευθύνσεων για να ελέγξει την τροχαία κίνηση και στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του. Τέλος, αρνείται τις σωματικές βλάβες και/ή άλλες ζημιές και έξοδα που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά και κατά την διάρκεια αυτής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ειδικές ζημιές που υπέστη ο Ενάγων ανέρχονται στο ποσό των €5.712,93 και οι γενικές αποζημιώσεις στο ποσό των €4.500 επί πλήρους ευθύνης. Δράττομαι της ευκαιρίας να εκφράσω την ευαρέσκεια του Δικαστηρίου προς τους ευπαίδευτους συνήγορους για τον ουσιαστικό περιορισμό των επίδικων θεμάτων, πράγμα το οποίο συνέτεινε στη σημαντική μείωση του χρόνου ακρόασης της αγωγής. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Προτού προχωρήσω στην παράθεση της μαρτυρίας σημειώνω ότι δεν θα αναφερθώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ενόψει του ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας που κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που αφορά τις σωματικές βλάβες και την ταλαιπωρία που υπέστη ο Ενάγων. Τα προαναφερόμενα ζητήματα αποτέλεσαν ακριβώς το αντικείμενο της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  1. Ως εκ τούτου θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση της μαρτυρίας που αφορά τα εναπομείναντα επίδικα θέματα ξεκινώντας από αυτήν της Μ.Ε.
  2. H M.E.2 ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και στα καθήκοντα της περιλαμβανόταν και η διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων που λάμβαναν χώρα στην περιοχή που ελεγχόταν από τον προαναφερόμενο σταθμό. Το επίδικο δυστύχημα έγινε στη συμβολή των οδών Γεωργίου Α' και Στυμφαλίδων. Η οδός Στυμφαλίδων είναι πάροδος και κύριος δρόμος είναι η οδός Γεωργίου Α'. Όταν έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος εντόπισε τα ενεχόμενα οχήματα, ήτοι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος και τη μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα, στις τελικές τους θέσεις. Παρών στη σκηνή ήταν μόνο ο Εναγόμενος. Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της μέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό και δεν υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο είναι 50km. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε καταθέσεις από τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα) και ετοίμασε σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Τόσο ο Ενάγων, όσο και ο Εναγόμενος συμφώνησαν με το Τεκμήριο 2 και το υπέγραψαν ως ορθό. Η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ενάγων κινείτο στην οδό Γεωργίου Α' με ανατολική κατεύθυνση και βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Το συνολικό πλάτος των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της ανατολικής κατεύθυνσης είναι 6μ. με την αριστερή λωρίδα να έχει πλάτος 3,10μ. και τη δεξιά λωρίδα 2,90μ. Η οδός Στυμφαλίδων στη συμβολή της με την οδό Γεωργίου Α' ελέγχεται με σήμα ΑΛΤ. Η ορατότητα από την οδό Στυμφαλίδων προς δυτικά, από όπου δηλαδή ερχόταν η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα, είναι ικανοποιητική. Επεξηγώντας τις μετρήσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2 η Μ.Ε.2 είπε ότι το σημείο «Χ» υποδηλοί το σημείο από το οποίο ξεκίνησε η τριβή της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα με την άσφαλτο. Από το εν λόγω σημείο ξεκινά και η βασική γραμμή μέτρησης, η οποία σημειώνεται με τον αριθμό «0» και φθάνει μέχρι τον αριθμό «115,50». Ο τελευταίος αριθμός αντιστοιχεί στην τελική θέση του μπροστινού μέρους της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα. Η απόσταση από την έναρξη της βασικής γραμμής μέτρησης «0» μέχρι την αρχή της γραμμής του ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων είναι 38,5μ. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα η Μ.Ε.2 απάντησε ότι σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ για να διασταυρώσει ένα όχημα έναν κύριο δρόμο εξερχόμενο από πάροδο, πρέπει ο κύριος δρόμος να είναι ελεύθερος και από τις δύο κατευθύνσεις. Δεν μπορεί να διασταυρώσει τη μία κατεύθυνση και να σταματήσει στη μέση του κύριου δρόμου για να ελέγξει αν είναι ελεύθερη η άλλη κατεύθυνση. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ορατότητα που είχε ο Ενάγων προς την οδό Στυμφαλίδων ήταν καλή, δεν μπορούσε ωστόσο να την προσδιορίσει σε μέτρα. Η απόσταση ανάμεσα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, όπως αυτό εντοπίστηκε στην τελική του θέση, και του σημείου «Χ» ήταν 29,20μ. Από τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος προέκυψε ότι, πέραν των διαδίκων, δεν υπήρχε άλλος μάρτυρας που να είδε πως επεσυνέβη αυτό. Αναφορικά με την ταχύτητα που οδηγούσε ο Ενάγων, η μάρτυρας είπε ότι δεν έγιναν έρευνες προς διαπίστωση της. Στην επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι τα 115,50μ. που κάλυψε η μοτοσυκλέτα συρόμενη στην άσφαλτο είναι μεγάλη απόσταση, η Μ.Ε.2 επανέλαβε ότι δεν κρίθηκε απαραίτητη η διαπίστωση της ταχύτητας με την οποία οδηγούσε ο Ενάγων. Επίσης διευκρίνισε ότι δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο η μοτοσυκλέτα οδηγούνταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας. Τέλος, δήλωσε ότι δεν σχηματίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου. Η Μ.Ε.2 θεωρώ ότι μετέφερε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα τα ευρήματα της από τη σκηνή του δυστυχήματος. Απάντησε με ευθύτητα και αμεσότητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν, ενώ οι ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση του δυστυχήματος δεν αμφισβητήθηκαν. Επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης το Τεκμήριο 2 και ειδικότερα η αποτύπωση επ' αυτού της σκηνής του δυστυχήματος και η ορθότητα των καταγεγραμμένων μετρήσεων. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση της μάρτυρος δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου επί το πλείστον περιορίστηκε σε υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Ανέδειξε ωστόσο μέσα από την αντεξέταση το γεγονός της μη διενέργειας ελέγχου προκειμένου να διακριβωθεί η ταχύτητα με την οποία κινούνταν η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα. Επ' αυτού του σημείου η Μ.Ε.2 περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν κρίθηκε σκόπιμο ή απαραίτητο να γίνει ο σχετικός έλεγχος. Αν και η απάντηση της δεν ήταν ικανοποιητική, αφού η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν θεωρήθηκε απαραίτητη η διενέργεια τέτοιου ελέγχου, εντούτοις το εν λόγω γεγονός δεν ανατρέπει την καλή εικόνα που άφησε η μάρτυρας στο Δικαστήριο. Άλλωστε δεν τέθηκε στη μάρτυρα, ούτε και προωθήθηκε η θέση, ότι η παράλειψη διενέργειας ελέγχου για την εξακρίβωση της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας ήταν εσκεμμένη προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Ενάγων υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 09.10.10 (Τεκμήριο 3). Αναφέρει στο Τεκμήριο 3 ότι στις 05.10.10 και περί ώρα 15:45 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην οδό Γεωργίου Α' με ανατολική κατεύθυνση. Όταν προσέγγισε τον δρόμο πριν τα Mc Donald's (προφανώς εννοεί την οδό Στυμφαλίδων) είδε ένα αυτοκίνητο να εξέρχεται από τον εν λόγω δρόμο και να διασταυρώνει την οδό Γεωργίου Α'. Για να αποφύγει το εν λόγω αυτοκίνητο εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, οι τροχοί της «κλείδωσαν» και έχασε τον έλεγχο της με αποτέλεσμα να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ήταν γύρω στα 50km. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος ήταν όταν εξήλθε από την οδό Στυμφαλίδων σε απόσταση περί τα 20 - 30μ. Αμέσως εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του πολύ δυνατά διότι φοβήθηκε ότι θα συγκρουστεί με το αυτοκίνητο. Οι τροχοί της μοτοσυκλέτας του «κλείδωσαν», η μοτοσυκλέτα σύρθηκε στο οδόστρωμα και ο ίδιος προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο που ήταν ακριβώς μπροστά του. Σημείωσε ότι το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε στο ΑΛΤ προτού εισέλθει στην οδό Γεωργίου Α'. Μπροστά από τη μοτοσυκλέτα του δεν υπήρχαν άλλα οχήματα, ούτε και στην πορεία που ακολουθούσε. Τα μόνο οχήματα που βρίσκονταν στο δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σταθμευμένα στην άκρη του δρόμου. Επίσης, ανέφερε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε στην πορεία του που να εμπόδιζε την ορατότητα του. Ο λόγος που απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του ήταν διότι είναι βαριά μοτοσυκλέτα και δεν διαθέτει σύστημα ABS. Όταν εφάρμοσε τα φρένα, «κλείδωσαν» οι τροχοί και η μοτοσυκλέτα γλίστρησε στο οδόστρωμα. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων ανέφερε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει την ακριβή απόσταση από την οποία είδε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου να εξέρχεται από την οδό Στυμφαλίδων καθώς όλα έγιναν πολύ γρήγορα, ωστόσο υπολογίζει ότι ήταν περί τα 30 - 35μ. Εφάρμοσε άμεσα τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, δεν ήταν σε θέση όμως να πει αν οι τροχοί «κλείδωσαν» μόλις εφάρμοσε τα φρένα. Ο Ενάγων διαφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι η απόσταση από την οποία είδε το αυτοκίνητο του τελευταίου ήταν μεγαλύτερη. Αρνήθηκε επίσης την υποβληθείσα θέση ότι οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 50km, εμμένοντας στον ισχυρισμό ότι η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 50km. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση του κ. Χ¨Γιάγκου ότι εάν οδηγούσε με την ταχύτητα που ισχυρίζεται, τότε θα μπορούσε να ακινητοποιήσει τη μοτοσυκλέτα του. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι η οδός Γεωργίου Α' είναι κύριος δρόμος σε σχέση με την οδό Στυμφαλίδων, ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου εξήλθε από την οδό Στυμφαλίδων, καθώς και ότι η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα σύρθηκε στην άσφαλτο αποτελούν κοινά αποδεκτά γεγονότα. Το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του έγκειται, κατά την άποψη μου, στις συνθήκες τέλεσης του επίδικου δυστυχήματος. Σε σχέση με αυτές προέβαλε δύο βασικούς ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά την απόσταση που τον χώριζε από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου όταν το είδε για πρώτη φορά. Στη δια ζώσης μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ήταν γύρω στα 20 - 30μ. ενώ κατά την αντεξέταση του είπε ότι η απόσταση ήταν περί τα 30 - 35μ. Ο δεύτερος βασικός ισχυρισμός του ήταν ότι ο Εναγόμενος δεν σταμάτησε στο σήμα ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων προτού εισέλθει στην οδό Γεωργίου Α'. Η πραγματική μαρτυρία ωστόσο διαψεύδει και τους δύο προαναφερόμενους βασικούς ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Ξεκινώ από το ζήτημα της απόστασης που τον χώριζε από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 2, καταδεικνύει ότι η απόσταση μεταξύ του σημείου από το οποίο ξεκίνησε η τριβή της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο μέχρι την έναρξη της γραμμής του ΑΛΤ είναι 38,5μ. Αυτό το γεγονός οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απόσταση από την οποία είδε ο Ενάγων για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν πέραν των 38,5μ. Αυτό διότι, ως η κοινή λογική και πείρα υπαγορεύει, μεσολάβησε κάποιος χρόνος από την εφαρμογή των φρένων μέχρι την απώλεια ελέγχου της μοτοσυκλέτας. Σε αυτόν το χρόνο θα πρέπει να προστεθεί και η απόσταση σκέψης μέχρι την εφαρμογή των φρένων. Η μαρτυρία του Ενάγοντα επομένως επί του βασικού αυτού σημείου συγκρούεται με το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτο. Σε σειρά αποφάσεων τονίστηκε ότι η πραγματική μαρτυρία συνιστά σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα και γνώμονα για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας τους (βλ. μεταξύ άλλων Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 51, Καραλούκας ν. Πάρπα
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 767 και Φιντανάκης ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 98/13 ημερ. 30.09.14). Δεν παραβλέπω ότι ο Ενάγων δήλωσε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς την απόσταση, ωστόσο και στις δύο κατά προσέγγιση μετρήσεις του ανέφερε απόσταση μικρότερη από αυτήν που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 2 σε μία εμφανή προσπάθεια να καταδείξει ότι η είσοδος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου στην οδό Γεωργίου του Α' έγινε όταν τους χώριζε μικρή απόσταση. Έρχομαι τώρα στην άλλη βασική θέση του Ενάγοντα σε σχέση με την παράλειψη του Εναγόμενου να σταματήσει στο σημείο ΑΛΤ. Η εν λόγω θέση αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος όμως δεν περιλαμβάνεται στην κατάθεση που έδωσε ο Ενάγων στην αστυνομία (Τεκμήριο 3). Ενόψει του ότι πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό το αναμενόμενο ήταν να συμπεριληφθεί στην κατάθεση που έδωσε ο Ενάγων τέσσερις μέρες μετά το επίδικο δυστύχημα, σε χρόνο δηλαδή που τα γεγονότα ήταν νωπά. Επισημαίνω ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη του Ενάγοντα να καταγράψει τον εν λόγω ισχυρισμό στην κατάθεση του. Εν πάση περιπτώσει ο υπό αναφορά ισχυρισμός του αναιρείται από την αναφορά του ότι η πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν όταν εξήλθε της οδού Στυμφαλίδων. Εφόσον το χρονικό σημείο που είδε για πρώτη φορά το όχημα του Ενάγοντα ήταν αυτό, τότε πως είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο Εναγόμενος σταμάτησε στο ΑΛΤ. Ως εκ των ανωτέρω ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Ενάγοντα. O Εναγόμενος κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του (Τεκμήριο 4). Σε αυτήν αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της οδού Στυμφαλίδων και κατευθυνόταν νότια προς την κεντρική παραλιακή οδό. Φθάνοντας στην συμβολή της οδού Στυμφαλίδων με την οδό Γεωργίου Α' σταμάτησε στο σήμα ΑΛΤ. Κοίταξε προς τα δεξιά του και είδε ότι στην οδό Γεωργίου Α', σε απόσταση περί τα 60 - 70 μέτρα, κινείτο ένα αυτοκίνητο τύπου jeep (στο εξής το «jeep») στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ενώ στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και λίγο πιο πίσω από το προαναφερόμενο όχημα κινείτο μία μοτοσυκλέτα. Ενόψει της μεγάλης απόστασης που τον χώριζε από τα πιο πάνω αναφερόμενα οχήματα, θεώρησε ότι θα προλάβαινε να εισέλθει στο δρόμο και να κατευθυνθεί προς τη διαχωριστική νησίδα. Όντως εισήλθε στον δρόμο και αφού διασταύρωσε τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της ανατολικής κατεύθυνσης και έφθασε στη διαχωριστική νησίδα σταμάτησε για να ελέγξει την κίνηση στα αριστερά του σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Δεν υπήρχε κανένα όχημα και την στιγμή που ετοιμαζόταν να ξαναεκκινήσει γύρισε προς τα δεξιά του και είδε την μοτοσυκλέτα να τρίβεται στην άσφαλτο και από πίσω της επίσης να σύρεται στην άσφαλτο ο Ενάγων. Η μοτοσυκλέτα ακινητοποιήθηκε σε μεγάλη απόσταση από το σημείο στο οποίο βρισκόταν. Παρέμεινε στον χώρο όπου έγινε η σύγκρουση μέχρι και την άφιξη της αστυνομίας η οποία στην παρουσία του ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Στη διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι ήταν εμφανές ότι η μοτοσυκλέτα βρισκόταν πίσω από το jeep και υπολογίζει ότι η ελάχιστη απόσταση που χώριζε την μοτοσυκλέτα από το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν περίπου 15 - 20 μέτρα. Όταν σταμάτησε στη διαχωριστική νησίδα, όλο το μήκος του αυτοκινήτου του βρισκόταν εντός αυτής. Αντιλήφθηκε την μοτοσυκλέτα να σύρεται στην άσφαλτο όταν άκουσε τον ήχο της τριβής της με την άσφαλτο. Ο Εναγόμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που ετοιμάστηκε στην παρουσία του και αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου
  1. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και διευκρίνισε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ του αυτοκινήτου που οδηγούσε και της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα ότι δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και του jeep. Το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα τους δεν τον εμπόδιζε όμως να διασταυρώσει με ασφάλεια τον δρόμο, διότι υπολόγισε οπτικά ότι προλάβαινε με ασφάλεια να εισέλθει στην οδό Γεωργίου Α' και να στρίψει δεξιά. Άλλωστε, αυτή είναι μια διεργασία που κάνει καθημερινά ως οδηγός. Συμφώνησε επίσης με τον κ. Αδάμου ότι στο Τεκμήριο 4 δεν κατέγραψε την απόσταση που χώριζε την μοτοσυκλέτα από το jeep. Ο λόγος ήταν διότι, σε αντίθεση με το jeep, δεν του ζητήθηκε να προσδιορίσει την απόσταση που τον χώριζε από την μοτοσυκλέτα. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι από το σημείο ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων δεν κοίταξε και προς τα αριστερά του για να ελέγξει την τροχαία κίνηση που ακολουθούσε δυτική κατεύθυνση. Αυτό το έπραξε όταν έφθασε στη διαχωριστική νησίδα. Στην απορία του κ. Αδάμου για ποιο λόγο όταν έφθασε στη διαχωριστική νησίδα κοίταξε και προς τα δεξιά, ο Εναγόμενος απάντησε ότι άκουσε τον ήχο της τριβής της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι λόγω της θέσης στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο του έπρεπε να γυρίσει και προς τα δεξιά καθώς το αυτοκίνητο του θα ακολουθούσε δεξιά πορεία προκειμένου να εισέλθει στις λωρίδες κυκλοφορίας της οδού Γεωργίου Α' που ακολουθούσαν δυτική κατεύθυνση. Στην υποβληθείσα θέση ότι όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο του στη διαχωριστική νησίδα, το τελευταίο δεν ήταν στο μέσο της νησίδας αλλά ήδη βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα της δυτικής κατεύθυνσης της οδού Γεωργίου Α', ο Εναγόμενος απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ακινητοποίησε το όχημα του στη διαχωριστική νησίδα και αφού κοίταξε αριστερά και είδε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος τότε εκκίνησε ξανά προκειμένου να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν εισήλθε πλήρως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας διότι άκουσε τον ήχο από την τριβή της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο και σταμάτησε το όχημα του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα υπέδειξε στον Εναγόμενο ότι στο Τεκμήριο 4 αναφέρει ότι το αυτοκίνητο του ήταν σταματημένο και ότι δεν είχε ξανά εκκινήσει. Ο Εναγόμενος διευκρίνισε ότι ετοιμαζόταν να εκκινήσει το αυτοκίνητο του το οποίο κινήθηκε περί το ένα μέτρο. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε τη θέση του κ. Αδάμου ότι απέκοψε την ελεύθερη πορεία της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Ενάγων στην οδό Γεωργίου Α' εξερχόμενος από την οδό Στυμφαλίδων χωρίς να σταματήσει στο σήμα ΑΛΤ. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ενάγων ανατράπηκε στην άσφαλτο την ώρα που εισήλθε στην οδό Γεωργίου Α' και πριν φθάσει στη διαχωριστική νησίδα. Ο Εναγόμενος επανέλαβε ότι είδε την μοτοσυκλέτα να σύρεται στην άσφαλτο όταν ήταν ήδη σταματημένος στη διαχωριστική νησίδα και η μοτοσυκλέτα πέρασε από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Τέλος, στην υποβληθείσα θέση ότι δεν ήταν ασφαλές να διασταυρώσει την οδό Γεωργίου Α' ενόψει του ότι είδε δύο οχήματα να κινούνται σε αυτήν και δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα τους, ο Εναγόμενος απάντησε ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει στη διασταύρωση. Ο Εναγόμενος θεωρώ ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια μεταφέροντας στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από λογική συνοχή και τελούν σε αρμονία με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του - Τεκμήριο
  2. Ενδεικτική της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε ο Εναγόμενος είναι, κατά την άποψη μου, η δήλωση του ότι κατά τον χρόνο που ήταν σταματημένος στο σημείο ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων δεν έλεγξε την τροχαία κίνηση από τα αριστερά, καθώς και η δήλωση του ότι δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία κινούνταν το jeep και η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ευρισκόμενος στο σημείο ΑΛΤ επί της οδού Στυμφαλίδων και κοιτάζοντας προς τα δεξιά του είδε σε απόσταση πέραν των 60 - 70 μέτρων την μοτοσυκλέτα του Εναγόμενου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Υπενθυμίζω ότι η Μ.Ε.2 δήλωσε ότι υπάρχει ικανοποιητική ορατότητα από την οδό Στυμφαλίδων προς τα δεξιά επί της οδού Γεωργίου Α', ενώ το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας πέραν του ότι επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία είναι αποδεκτό και από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Το γεγονός τώρα ότι τα ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα με την άσφαλτο ξεκίνησαν σε απόσταση 38,5 μ. από την έναρξη της γραμμής του ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων, ενισχύει τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι υπήρχε ικανοποιητική απόσταση από τη μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα, εάν κάποιος αναλογιστεί ότι ο Ενάγων εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του όταν πλέον το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ξεκίνησε να εισέρχεται στην οδό Γεωργίου Α'. Κατά την αντεξέταση του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του, ούτε και περιέπεσε σε αντιφάσεις οι οποίες να πλήττουν τον πυρήνα της μαρτυρίας του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα επικεντρώθηκε στο ότι ο Εναγόμενος φθάνοντας στη διαχωριστική νησίδα γύρισε προς τα δεξιά του. Ανέδειξε το εν λόγω ζήτημα ο κ. Αδάμου σε μία προφανή προσπάθεια να δείξει ότι ο λόγος για τον οποίο γύρισε προς τα δεξιά ο Εναγόμενος ήταν διότι αγωνιούσε για την πορεία της μοτοσυκλέτας, θέλοντας κατ' επέκταση να υποδείξει ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε με ασφάλεια να εισέλθει στην οδό Γεωργίου Α'. Το όλο εγχείρημα θεωρώ ότι παρέμεινε μετέωρο για τον εξής λόγο. Καταρχάς οι απαντήσεις που έδωσε ο Εναγόμενος δικαιολογώντας την ενέργεια του να γυρίσει προς τα δεξιά κρίνονται ως απόλυτα λογικές. Όπως καταμαρτυρεί η τελική θέση του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, αυτό είχε κλίση προς τα δεξιά και με δεδομένο ότι θα έπρεπε να στρίψει προς τα δεξιά για να εισέλθει στις λωρίδες κυκλοφορίας της οδού Γεωργίου Α' με δυτική κατεύθυνση είναι απολύτως φυσικό να γυρίσει και ο ίδιος ο Εναγόμενος προς τα δεξιά. Από την άλλη το γεγονός ότι δεν υπήρξε σύγκρουση μεταξύ της μοτοσυκλέτας του Ενάγοντα και του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα σύρθηκε πίσω από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου όταν αυτό βρισκόταν ήδη στην διαχωριστική νησίδα καταδεικνύει, κατά την άποψη μου, ότι δεν υπήρχε λόγος για να ανησυχεί ο Εναγόμενος για την πορεία της μοτοσυκλέτας. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος δήλωσε, κοίταξε προς τα δεξιά και διότι άκουσε τον ήχο της τριβής της μοτοσυκλέτας με την άσφαλτο. Θεωρώ επίσης λογική την προαναφερόμενη δήλωση του μάρτυρα έχοντας κατά νου ότι η μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα, όπως ο ίδιος την περιέγραψε, ήταν μεγάλη και «βαριά», οπότε είναι λογικά αναμενόμενο από την πτώση και την τριβή της να προκληθεί θόρυβος. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 4 ο Εναγόμενος όντως δεν ανέφερε ότι άκουσε τον θόρυβο από την πτώση και την τριβή της μοτοσυκλέτας, αλλά περιορίζεται να αναφέρει ότι γύρισε προς τα δεξιά του και είδε τη μοτοσυκλέτα να τρίβεται στην άσφαλτο. Θεωρώ επουσιώδους σημασίας την εν λόγω παράλειψη, η οποία δεν είναι ικανή να προκαλέσει ρήγμα στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Μετέωρη παρέμεινε επίσης και η θέση ότι ο Εναγόμενος εισήλθε στην οδό Γεωργίου Α' χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων. Η σχετική επί του θέματος μαρτυρία του Ενάγοντα, για τον λόγο που επεξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, δεν έγινε αποδεκτή με αποτέλεσμα η σχετική θέση να παραμείνει χωρίς υπόβαθρο. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Εναγόμενου κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν και έχοντας ταυτόχρονα υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 05.10.10 ο Ενάγων οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του επί της οδού Γεωργίου Α' ακολουθώντας ανατολική κατεύθυνση. Η οδός Γεωργίου Α' είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως και η κάθε κατεύθυνση διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Ο Ενάγων κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Στυμφαλίδων, η οποία είναι πάροδος της Γεωργίου Α'. Φθάνοντας στη συμβολή των οδών Στυμφαλίδων και Γεωργίου Α' ο Εναγόμενος σταμάτησε στο σήμα ΑΛΤ επί της οδού Στυμφαλίδων για να ελέγξει την τροχαία κίνηση στα δεξιά του. Παρατηρώντας τον δρόμο είδε σε απόσταση 60 - 70μ. ένα αυτοκίνητο τύπου jeep στην αριστερή λωρίδα και λίγο πιο πίσω στη δεξιά λωρίδα τη μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα. Λόγω της απόστασης που τον χώριζε από τα προαναφερόμενα οχήματα, εκκίνησε το αυτοκίνητο του και εισήλθε στη Γεωργίου Α' με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί δυτικά. Διασταύρωσε τις δύο λωρίδες της ανατολικής κατεύθυνσης διανύοντας απόσταση 6 μ. και έφθασε στο μέσο του δρόμου, ήτοι στη διαχωριστική νησίδα εντός της οποίας σταμάτησε ολόκληρο το αυτοκίνητο του για να ελέγξει την τροχαία κίνηση στα αριστερά του. Τότε άκουσε τον θόρυβο από την τριβή της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο και είδε στα δεξιά του τη μοτοσυκλέτα και τον Ενάγοντα να σέρνονται στην άσφαλτο και να διέρχονται με αυτόν τον τρόπο πίσω από το αυτοκίνητο του. Το επίδικο δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της μέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό. Η ορατότητα από την οδό Στυμφαλίδων προς τα δυτικά είναι ικανοποιητική. Τα ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας στην άσφαλτο μέχρι την τελική της θέση καλύπτουν απόσταση 115,5μ., ενώ η απόσταση από το σημείο που ξεκινούν τα ίχνη τριβής μέχρι την έναρξη της γραμμής του ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων είναι 38,5μ. Ο Ενάγων από την πτώση του στην άσφαλτο τραυματίστηκε και υπέστη ζημιές οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.712,
  3. Νομική πτυχή Το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το ζήτημα της αμέλειας, της συντρέχουσας αμέλειας και του καταμερισμού της ευθύνης περιέχεται στα άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  4. Στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. .....» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ 178 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τον καταμερισμό ευθύνης: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. » Η έννοια της αμέλειας είναι κοινή στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου. Ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως επίσης προκύπτει από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouris a.o
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Συμπεράσματα Είναι σταθερά επαναλαμβανόμενη η θέση της νομολογίας ότι οι οδηγοί επί του κυρίου δρόμου έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο (Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ 980, Καραλούκας ν. Πάρπα
(1998)1Β Α.Α.Δ 767 και Meemanage v. Αναστασίου κ.α
(2008)1Α Α.Α.Δ 59). Η προαναφερόμενη ωστόσο γενική αρχή θα πρέπει να συσχετίζεται κάθε φορά με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 18). Στην προκείμενη περίπτωση και με βάση τα ευρήματα που έχουν καταγραφεί πιο πάνω, θεωρώ ότι ο Εναγόμενος δεν παρέβη το καθήκον επιμέλειας που όφειλε προς τον Ενάγοντα. Ως οδηγός που βρισκόταν σε πάροδο σταμάτησε στο σήμα ΑΛΤ της πορείας του προκειμένου να ελέγξει την τροχαία κίνηση στον κύριο δρόμο. Ήταν σε θέση να προβεί στον εν λόγω έλεγχο εφόσον, όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.2, υπάρχει ικανοποιητική ορατότητα από το ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων προς τα δυτικά. Η απόσταση που χώριζε τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ενάγων από το σημείο του ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων που βρισκόταν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν τέτοια που επέτρεπε στον Εναγόμενο με ασφάλεια να εισέλθει και να διασταυρώσει την οδό Γεωργίου Α' μέχρι τη διαχωριστική νησίδα της. Το ότι υπήρχε ικανοποιητική απόσταση μεταξύ των δύο ενεχόμενων οδηγών τεκμηριώνεται από την απόσταση που καλύπτουν τα ίχνη τριβής της μοτοσυκλέτας με την άσφαλτο μέχρι την έναρξη της γραμμής του ΑΛΤ της οδού Στυμφαλίδων. Η εν λόγω απόσταση, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, είναι 38,5μ. Επομένως, η απόσταση που χώριζε τους δύο οδηγούς όταν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ξεκίνησε να εισέρχεται στην οδό Γεωργίου Α' ήταν τουλάχιστον 38,5μ. Τα προαναφερόμενα σε συνδυασμό με το ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου έφθασε στη διαχωριστική νησίδα χωρίς να επέλθει σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα του Ενάγοντα επιβεβαιώνουν, κατά την άποψη μου, ότι ο Εναγόμενος ενήργησε υπό τις περιστάσεις επιμελώς. Στη βάση επομένως της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η απώλεια του ελέγχου της μοτοσυκλέτας από τον Ενάγοντα. Όπως ήδη αναφέρθηκε η απόσταση από την οποία είδε ο Ενάγων το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ήταν τουλάχιστον 38,5μ. Η εν λόγω απόσταση επέτρεπε, κατά την κρίση μου, στον Ενάγοντα να εφαρμόσει ομαλά τα φρένα της μοτοσυκλέτας του με δεδομένο ότι δεν προπορευόταν άλλο όχημα, αλλά και να προβεί σε κίνηση αποφυγής του αυτοκινήτου του Εναγόμενου εφόσον στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δεν υπήρχε άλλο όχημα και επομένως είχε στη διάθεση του 3,10μ. Στην υπόθεση Αριστείδου και Πολυδώρου Πολ. Έφεση αρ.346/2010 ημερ. 15.01.10, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση με την οποία αποφασίσθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος που εξήλθε από πάροδο σε κύριο δρόμο δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εφεσίβλητος σταμάτησε εντελώς το όχημά του και παρέμεινε ακινητοποιημένος μέσα στον κύριο δρόμο σε απόσταση μόλις 40 εκατοστών από το σημείο από το οποίο είχε κάποια, μικρή, ορατότητα προς τα δεξιά, παρέχοντας κάθε ευκαιρία στον Εφεσείοντα να αποφύγει τη σύγκρουση φρενάροντας ή κάνοντας κίνηση αποφυγής του σταματημένου αυτοκινήτου του Εφεσίβλητου. Προς τούτο είχε υπόλοιπο δρόμου 3,10 μ. πλέον χωμάτινο «παγκέτο» και εξ αντιθέτου κατευθύνσεως δεν ερχόταν οποιοσδήποτε. Η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος, στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν η είσοδος και ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του Εφεσίβλητου στον κύριο δρόμο, αλλά το γεγονός ότι ο Εφεσείων έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Εφεσίβλητου, ενώ, άνετα, θα μπορούσε να το αποφύγει, δεδομένου ότι το αυτοκίνητο ήταν εντελώς ακινητοποιημένο, το είχε δει από απόσταση σχεδόν 20 μέτρων και είχε επαρκές υπόλοιπο δρόμου διαθέσιμο.» Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παραβίασε τον Κ.Ο.Κ, με το να σταματήσει στη διαχωριστική νησίδα των δυο κατευθύνσεων της οδού Γεωργίου Α' ενώ θα έπρεπε να είχε ελέγξει εκ των προτέρων την κίνηση και στις δύο κατευθύνσεις για να προχωρήσει στη διασταύρωση του δρόμου χωρίς να κάνει στάση στη διαχωριστική νησίδα. Η προαναφερόμενη ενέργεια δεν οδηγεί ωστόσο σε διαπίστωση παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλε στον Ενάγοντα. Αυτό διότι η εν λόγω ενέργεια του δεν συσχετίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο με το επίδικο δυστύχημα. Η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παραβίασης κάποιου κανόνα οδικής κυκλοφορίας και του δυστυχήματος αποτελεί, κατά την κρίση μου, απαραίτητη προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας. Αν και από τη μελέτη της νομολογίας δεν έχω εντοπίσει απόφαση που να ασχολείται με την υπό αναφορά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, εντούτοις θεωρώ ότι εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι αρχές της νομολογίας που αφορούν την παράβαση κάποιου άλλου κανόνα οδικής συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα της ταχύτητας. Σύμφωνα με πάγια νομολογία η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια εκτός αν η υπέρβαση αυτή, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα και/ή περιστάσεις, οδηγεί σε τέτοια κατάληξη (Κυριάκος Τσολάκης ως διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Τσολάκη ν. Ανδρέου κ.α
(2007)1 Α Α.Α.Δ 129). Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν τεθεί τέτοια γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι η ενέργεια του Εναγόμενου να σταματήσει στη διαχωριστική νησίδα συνέτεινε στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Με βάση τη μαρτυρία που κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη το αυτοκίνητο του Εναγόμενου βρισκόταν εξ ολοκλήρου εντός της διαχωριστικής νησίδας. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα απόφραξης ή παρεμβολής εμποδίου στην πορεία του Ενάγοντα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα αναφερθώ στη συνέχεια στο ζήτημα των αποζημιώσεων, έτσι ώστε να υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος στην περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η κατάληξη μου για απόρριψη της αγωγής. Όπως καταγράφηκε και πιο πάνω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που θα δικαιούτο ο Ενάγων επί πλήρους ευθύνης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Υπενθυμίζω ότι δηλώθηκε το ποσό των €5.712,93 ως ειδικές αποζημιώσεις και το ποσό των €4.500 ως γενικές αποζημιώσεις. Το μοναδικό επομένως ζήτημα που παρέμεινε σε εκκρεμότητα είναι το χρονικό σημείο από το οποίο θα προσμετρηθούν οι τόκοι. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ 475 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδης, ανέφερε, ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί, ότι ο Ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο Ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, που δεν θα κατέτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (βλ. Birkett v. Hayes and Another
(1982)2 All E.R. 710 (C.A.). Στην προκείμενη περίπτωση το επίδικο δυστύχημα συνέβη στις 05.10.10 και η αγωγή καταχωρήθηκε ένα και πλέον έτος αργότερα και συγκεκριμένα στις 22.11.11. Η δε Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 05.12.12 και αφού προηγήθηκε η καταχώρηση αίτησης εκ μέρους του Εναγόμενου στις 28.05.12 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. Συνεπώς υπήρξε καθυστέρηση από τον Ενάγοντα στην προώθηση της αγωγής. Στην υπόθεση Daria v. Βλαβή
(2012)1B A.A.Δ 111 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την επιδίκαση τόκου: «Επομένως εκεί όπου παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, ο Ενάγων θα πρέπει να στερείται των χρημάτων στα οποία δικαιούται, από την άποψη βέβαια τις επιδίκασης τόκου επ' αυτών, εφόσον η καθυστέρηση προέρχεται από δικό του σφάλμα.» Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις έχει επικρατήσει η άποψη της επιδίκασης τόκου επί του συνόλου των ειδικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την απόφαση μειωμένου όμως κατά το ήμισυ, χωρίς να αποκλείεται διαφορετική προσέγγιση όταν τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης το δικαιολογούν (Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α ανωτέρω). Εν προκειμένω θεωρώ ότι δικαιολογείται διαφορετική προσέγγιση εφόσον ένα σημαντικό μέρος αυτών εκ ποσού €1.625 (Τεκμήριο 8) ξεκαθάρισε στις 09.07.13 μετά δηλαδή και την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι θα ήταν ορθό όπως στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων εκ ποσού €4.500 επιδικαστεί νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι από τις 05.12.12. Η ίδια πορεία θεωρώ ότι θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να ακολουθηθεί και για τις ειδικές αποζημιώσεις. Επομένως και για το ποσό των €5.712,93 ο νόμιμος τόκος θα υπολογίζεται από τις 05.12.12. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Τροχαίο - αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.