ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. N.S.M. DEMOCARS κ.α., Αρ. Αγωγής: 1676/14, 12/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1676/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- N.S.M. DEMOCARS (AE 131403)
- xxxxx Δημοσθένους
- xxxxx Δημοσθένους Εναγομένων ----------------- (Αίτηση ημερομηνίας 15/01/19 για τροποποίηση της υπεράσπισης της εναγόμενης 1 και της υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3) Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους 1 - 3 - Αιτητές : κα Ε. Χατζηστερκώτη Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ. Παπή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω αγωγή, την οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 10/01/14, αφορά σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία που η εναγόμενη 1 σύναψε με τους ενάγοντες στις 24/04/08, υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3, για την ενοικιαγορά συγκεκριμένου αυτοκινήτου για ποσό πέραν των €105.000 πλέον τόκους και έξοδα. Είναι η θέση των εναγόντων ότι επειδή οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δεν κατέβαλλαν τις συμφωνηθείσες δόσεις, αναγκάστηκαν να τερματίσουν τη συμφωνία στις 03/09/13 και να αξιώσουν από τον μεν εναγόμενο 1 την επιστροφή του οχήματος, από όλους δε τους εναγόμενους τα ποσά που είχαν ως τότε προκύψει ως οφειλόμενα. Αν και οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στην αγωγή με τον ίδιο δικηγόρο εντούτοις καταχώρησαν μία υπεράσπιση για την εναγόμενη 1 και μία κοινή υπεράσπιση για τους εναγόμενους 2 και
- Παρά το ότι πρόκειται για χωριστές υπερασπίσεις όμως οι οποίες αναφέρονται στις ξεχωριστές ιδιότητες με τις οποίες ο κάθε εναγόμενος ενάγεται, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται και στις δύο είναι στην ουσία οι ίδιοι. Τους συνοψίζω. Ένα μέρος των υπερασπίσεων αφορά σε άρνηση ότι όντως συνάφθηκαν οι επίδικες συμφωνίες. Άλλο μέρος αφορά στον ισχυρισμό ότι αν ήθελε φανεί ότι όντως υπογράφτηκαν κάποιες συμφωνίες ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αυτές, για τους διάφορους λόγους που προβάλλονται, νομικούς και πραγματικούς, είναι άκυρες. Ειδικότερα προβάλλονται ισχυρισμοί ότι επρόκειτο για εικονική συμφωνία ενοικιαγοράς με ανύπαρκτο αντικείμενο, ότι οι ενάγοντες άσκησαν ψυχική πίεση, ότι προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις και εξανάγκασαν τους εναγόμενους να συνομολογηθούν μαζί τους, ότι οι συμφωνίες δεν αφορούν σε νόμιμη αντιπαροχή, ότι δεν επεξηγήθηκαν στους εναγόμενους επαρκώς οι συμβατικοί όροι προτού τους αποδεχτούν, ότι περιέχουν καταχρηστικούς, ετεροβαρείς και επαχθείς όρους και ότι τις περιέβαλλαν άλλες προφορικές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων οι οποίες δημιουργούν νομικά κωλύματα στους ενάγοντες να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή. Προβάλλεται τέλος και ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι έχουν εξοφλήσει τις κατ' ισχυρισμό οφειλές τους. Μετά και την καταχώρηση απάντησης από πλευράς εναγόντων με την οποία οι τελευταίοι απέρριψαν τους ισχυρισμούς των εναγομένων η υπόθεση πέρασε στο στάδιο των οδηγιών όπου αμφότεροι οι διάδικοι προέβησαν σε σχετικές ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες άλλοτε για ακρόαση και άλλοτε για οδηγίες και αυτό κυρίως λόγω του ότι οι διάδικοι ζητούσαν χρόνο να προσπαθήσουν να εξεύρουν κάποια εξώδικη διευθέτηση. Σημειώνω εδώ ότι όπως αμφότερες οι πλευρές δηλώναν στο Δικαστήριο κατά την έγκριση των αιτημάτων τους για αναβολή, η παρούσα υπόθεση συνιστά μέρος ενός μεγαλύτερου αριθμού αγωγών στις οποίες φαίνεται να εμπλέκονται οι ίδιοι διάδικοι και οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον Δικαστών διαφόρων δικαιοδοσιών. Κατά την τελευταία ημερομηνία που η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση, ήτοι στις 26/11/18, η πλευρά των εναγομένων ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης των υπερασπίσεων τους. Το αίτημα εγκρίθηκε και εν τέλει καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 15/01/
- Με την εν λόγω αίτηση ως περιορίστηκε, τόσο η εναγόμενη 1 όσο και οι εναγόμενοι 2 και 3, ζητούν όπως τροποποιήσουν τις αντίστοιχες υπερασπίσεις τους ως εξής: (α) Να προσθέσουν «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η ΕΤΕΡΟΒΑΡΩΝ ΚΑΙ/Η ΕΠΑΧΘΩΝ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΟΡΩΝ» (Βλ. αιτητικά 1.2 και 2.2). (β) Να προσθέσουν ισχυρισμό ότι η οποιαδήποτε οφειλή της εναγομένης 1 προς τους Ενάγοντες, «.αυτή έχει εξοφληθεί βάσει των όρων των εν λόγω προφορικών και/ή εν μέρει προφορικών και εν μέρει γραπτών και/ή εξυπακουόμενων και/ή συμπληρωματικών της επίδικης συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων» καθώς επίσης και «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΓΡΑΠΤΩΝ ΚΑΙ/Ή ΕΞΥΠΑΚΟΥΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ/Ή ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ» (Βλ. αιτητικό 1.4 και 2.4). (γ) Να προσθέσουν ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν τα αρ. 4 - 6 του Ν.103(I)/2007, το αρ. 7 του Ν. 93(I)/1996)και το αρ. 29 του Κεφ. 149 (Βλ. αιτητικό 1.3 και 2.3) (δ) Να εγείρουν ανταπαίτηση με την οποία να ανταξιώνουν από τους ενάγοντες αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη, παράβαση συμφωνίας, αδικαιολόγητο πλουτισμό καθώς και τις συμφωνηθείσες προμήθειες «.για έκαστο συμβόλαιο ενοικιαγοράς κα/ή το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ήτοι €300» (βλ. αιτητικό 1.1, 1.6, 2.1 και 2.6). Στην Ε/Δ του εναγόμενου 3 που υποστηρίζει την αίτηση, επαναλαμβάνονται αυτούσιες οι προτιθέμενες τροποποιήσεις που αναφέρονται στο κυρίως σώμα της αίτησης και αναφέρεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πρόσφατα και συγκεκριμένα μετά που μελετήθηκαν τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος 3 και που έλαβε από τους ενάγοντες οπόταν και διαπιστώθηκε «μετά από προσεκτική εκ νέου μελέτη της υπόθεσης από τους δικηγόρους μου.ότι εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους δεν έχουν τεθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης τα σωστά γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά της παρούσης αγωγής και λεπτομέρειες σε σχέση με αυτά καθώς και δεν έχει τεθεί ανταπαίτηση.». Ισχυρίζεται ο εναγόμενος 3 ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα και θα μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει αποτελεσματικά και με πληρότητα όλα τα θέματα που προκύπτουν μεταξύ των διαδίκων. Με την ένσταση που καταχώρησαν οι ενάγοντες στην αίτηση των εναγομένων, προβάλλονται οχτώ συνολικά λόγοι απόρριψης της αίτησης. Η ένσταση των εναγόντων περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από το κατ' εκείνους αδικαιολόγητο της καθυστέρησης που επιδείχθηκε από πλευράς εναγομένων, το ότι πρόκειται για εκτροχιασμό της υπόθεσης και της διαδικασίας με την προβολή ουσιαστικά νέας υπεράσπισης αλλά και ανταπαίτησης, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογούνται να προβάλλονται τώρα εφόσον τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται ήταν εξ υπ' αρχής γνωστά στους εναγόμενους και ουδέποτε προβλήθηκαν στο παρελθόν. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι την παρέθεσαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Ως προς τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις τροποποίησης στη βάση της Διαταγής 25 όπως είναι και η κυρίως νομική βάση της παρούσας αίτησης, αυτές έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι πάντα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24.) Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως αμφότεροι συνήγοροι ανάφεραν, ασφαλώς η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Σημειώνω εδώ ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Προσεκτική ανάγνωση των υπό κρίση προτιθέμενων τροποποιήσεων καταδεικνύει ότι μπορεί μεν αυτές να συνιστούν εκτενείς τροποποιήσεις όμως δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά εξειδίκευση των υφιστάμενων ισχυρισμών για τους οποίους να σημειωθεί, η πλευρά των εναγόντων κάλεσε τους εναγόμενους σε αυστηρή απόδειξη. Εξηγώ. Με τις προτιθέμενες λεπτομέρειες ως προς τους κατά τους εναγόμενους καταχρηστικούς και ετεροβαρείς όρους της συμφωνίας, ουσιαστικά εξειδικεύεται η μέχρι σήμερα γενική αναφορά που γίνεται στις υφιστάμενες υπερασπίσεις περί ύπαρξης τέτοιων καταχρηστικών και ετεροβαρών όρων στις επίδικες συμφωνίες. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την προτιθέμενη αναφορά σε συγκεκριμένα νομοθετικά άρθρα τα οποία οι εναγόμενοι θεωρούν ότι έχουν παραβιαστεί αλλά και σε σχέση με τις λεπτομέρειες των κατ' εκείνων παράλληλων συμφωνιών που περιβάλλουν την επίδικη συμφωνία και δημιουργούν νομικά κωλύματα στους ενάγοντες, ισχυρισμοί οι οποίοι προς το παρόν αναφέρονται κατά γενικό τρόπο στις υφιστάμενες υπερασπίσεις. Δεν παραγνωρίζω ότι σε μεγάλο βαθμό οι προτιθέμενες τροποποιήσεις και δη αυτές επί των οποίων εδράζονται οι προτιθέμενες ανταπαιτήσεις, έρχονται σε αντίθεση τόσο μεταξύ τους όσο και με κάποιες από τις υφιστάμενες δικογραφημένες θέσεις. Στο στάδιο της δικογραφίας όμως, ένας εναγόμενος δεν εμποδίζεται από του να προβάλει διαζευκτικούς και ίσως αντιφατικούς ισχυρισμούς επί γεγονότων, νοουμένου βέβαια ότι κατά την ακρόαση θα επιλέξει ποια γραμμή τελικά είναι που θα ακολουθήσει οπόταν και θα καθοριστεί αναλόγως και το τι πραγματικά είναι επίδικο. Αν οι εναγόμενοι αποφασίσουν να προωθήσουν κατά την ακρόαση την ανταπαίτηση τους, η οποία προφανώς εδράζεται στην ύπαρξη μιας καθόλα έγκυρης και νομότυπης συμφωνίας από την οποία αμφότερα τα μέρη αντλούν δικαιώματα και υποχρεώσεις, προφανώς και δεν θα μπορούν να προωθήσουν ταυτόχρονα και ισχυρισμούς περί εξ' υπαρχής άκυρης ή εικονικής συμφωνίας των μερών. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι η έγερση ανταπαίτησης στο παρόν στάδιο, θα δημιουργήσει κάποια περαιτέρω καθυστέρηση λόγω των δικονομικών συνεπειών που η έγερση μιας τέτοιας ανταπαίτησης συνεπάγεται. Την ίδια στιγμή όμως, όπως αναφέρουν και οι σχετικές αρχές «...η νομολογία καταδεικνύει ότι δεν θα επιτραπεί η αίτηση, εκτός αν η αλλαγή που επιδιώκεται συνάδει με την απαίτηση ή την υπεράσπιση αναλόγως του αιτητή...» (GEORGHIOU ν. PISTOLIA
(1969)1 CLR 613 και TSIAPPAS ν. REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH THE DISTRICT OFFICER NICOSIA
(1974)1 CLR 167). Οι προτιθέμενες ανταξιώσεις στις οποίες τελικά περιορίστηκε να αφορά η παρούσα αίτηση, αφορούν σε αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας και πληρωμή συγκεκριμένου ποσού που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν παράλληλα με την επίδικη συμφωνία να καταβάλλουν στους εναγόμενους 1 και/ή 3 ως προμήθεια σε σχέση με τις συμφωνίες ενοικιαγοράς που συνάπτονταν μεταξύ τους. Οι εν λόγω ανταξιώσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις προτιθέμενες τροποποιήσεις, σχετίζονται και συνδέονται άμεσα, ως εξήγησα ανωτέρω, με τις υφιστάμενες δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων αναφορικά με την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών και ακόμη και με τον υφιστάμενο ισχυρισμό τους περί εξόφλησης των οφειλών τους (βλ. προτιθέμενες παρ. 17.6 και 15.7). Αν και είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγομένων, λάμβαναν τη μορφή μόνο υπεράσπισης και ποτέ αξίωσης, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα και απόρριψη της αίτησης αφού το ζητούμενο είναι κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, το συμφέρον της δικαιοσύνης δικαιολογεί την έγερση ανταπαίτησης. Δύναται συνεπώς θεωρώ να επιτραπεί και η έγερση ανταπαίτησης από τους εναγόμενους ως αυτή έχει περιοριστεί. Όσον αφορά τις συνέπειες που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τυχόν έγκριση της αίτησης συνεπάγεται για την πορεία της αγωγής, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, και η όποια επομένως ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί στους ενάγοντες από την έγκριση της αίτησης, δεν ανάγεται σε παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και δύναται, θεωρώ, να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Στη βάση όλων όσων αναφέρω ανωτέρω και εν τη απουσία οποιασδήποτε διαπίστωσης περί κακοπιστίας από πλευράς εναγομένων, κρίνω ότι η αίτηση, ως έχει περιοριστεί, θα πρέπει να επιτύχει. Ως εκ τούτου: Α. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης της εναγομένης 1 και της υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3 ως η αίτηση εξαιρουμένων των αιτητικών που έχουν αποσυρθεί με ανάλογη διαγραφή επί της αίτησης κατά την ακρόαση. Β. Τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών και να παραδοθεί αυθημερόν στους ενάγοντες οι οποίοι θα καταχωρήσουν τροποποιημένη απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός 15 ημερών στη συνέχεια. Γ. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 20/03/19 ώστε να ελεχθεί η συμμόρφωση με τα πιο πάνω Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, αν και επρόκειτο για τροποποίηση δύο υπερασπίσεων, εντούτοις, επειδή καταχωρήθηκε μία κοινή αίτηση και μία κοινή ένσταση ένσταση, αυτά περιορίζονται σε ένα σετ και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 - 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης (Υπ). ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο