← Κύπρος

A. NICOLAOU AND SONS SHOES EMPORIO LTD κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3060/2016, 14/3/2019

A. NICOLAOU AND SONS SHOES EMPORIO LTD κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3060/2016, 14/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A134 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3060/2016 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. A. NICOLAOU AND SONS SHOES EMPORIO LTD
  2. XXX Νικολάου Εναγόντων και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και
  3. A. NICOLAOU AND SONS SHOES EMPORIO LTD
  4. XXX Νικολάου
  5. XXX Νικολάου
  6. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: κα Λ. Χ" Ξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διατάγματος ακύρωσης πλειστηριασμού στη βάση του Μέρους VIA του Ν.9/65 με ημερ. 28.01.2019) Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι (στη συνέχεια «οι αιτητές») με την παρούσα αίτηση τους αιτούνται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην εναγομένη/ εξ' ανταπαιτήσεως ενάγουσα (στη συνέχεια «η καθ' ης η αίτηση») τη συνέχιση της διαδικασίας εκποίησης ή και πλειστηριασμού και ειδικότερα του πλειστηριασμού στη βάση του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965)για τα οποία απεστάλη η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ στις 16.01.2019 και ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 15.03.2019 και να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης τους με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) των ακόλουθων τριών ενυπόθηκων ακινήτων τους όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση τους : i. Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ 58/23,0 Τεμ 1X6, Ασώματος, Λεμεσός, που επιβαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥXXX, ii. Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 5/XXX, Φ/Σχ 54/580204,5, Τεμ. 6X6, Αγία Ζώνη, Λεμεσός που επιβαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥXXX, iii. Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ. 54/41,0 Τεμ. 4X0, Παναγία Ευαγγελίστρια Λεμεσός που επιβαρύνεται με την υποθήκη με αριθμό ΥXXX, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως επιδοθεί καθώς κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε στο στοιχείο του κατεπείγοντος. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, επί τoυ περί Πoλιτικής Δικovoμίας Νόμoυ Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και 9, το άρθρο 44Γτου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. XXX Νικολάου ημερ. 28.01.2019 ο οποίος είναι ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος
  7. Εκτός από την ιδιότητα του και την προσωπική γνώση των γεγονότων που επικαλείται, παραθέτει σειρά γεγονότων τα οποία κατά την άποψη του δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω οποιαδήποτε από αυτά ή να επιχειρήσω κάποια σύνοψη τους σε αυτό το μέρος της απόφασης μου, γεγονότα που αφορούν όλο το φάσμα της μεταξύ των διαδίκων επίδικης διαφοράς και καταλαμβάνουν περί τις 14 πυκνογραμμένες σελίδες, εφόσον όσα αυτά κριθούν ουσιώδη και τα οποία θα είναι αποφασιστικά ως προς την έκβαση της αίτησης, θα παρατεθούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/1960)άρθρα 29-32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-9, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)άρθρα 5, 21, 27, Μέρος VI, Μέρος VIA 44Α - 44ΙΑΑ, στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας άρθρα 23, 25, 26 και 28, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 άρθρα 64 και 65, στη σχετική νομολογία, σύμφυτη εξουσία, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: «
  8. Η Αίτηση είναι παράτυπη και πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη.
  9. Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην έκταση που αφορά την Υποθήκη XXX και το υποθηκευμένο ακίνητο 0/XXX λόγω του ότι έγινε χωρίς τη δέουσα και απαραίτητη εξουσιοδότηση της ενυπόθηκης οφειλέτιδας και/ή χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του ομνύοντα, με αποτέλεσμα η Αίτηση στην έκταση που αφορά την Υποθήκη XXX και το υποθηκευμένο ακίνητο 0/XXX να μην στηρίζεται σε μαρτυρία και/ή να είναι θνησιγενής.
  10. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή δεν αποτελεί ορθό δικονομικό διάβημα και/ή αντίκειται στις ρητές νομοθετικές διατάξεις του Ν.9/1965 που προβλέπουν ότι η ειδοποίηση σκοπούμενης πώλησης μπορεί να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί μόνο με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και/ή η διαδικασία εκποίησης δεν δύναται να τερματισθεί και/ή απαγορευθεί με την έκδοση συντηρητικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Άνευ βλάβης των ανωτέρω:
  11. Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και η νομολογία.
  12. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  13. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
  14. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ότι χωρίς την έκδοση τους θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν έχει αμφισβητηθεί η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η Αίτηση να επιστρέψει ή καταβάλει στους Αιτητές οποιοδήποτε ποσό ενδεχομένως να δικαιούνται.
  15. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος.
  16. Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης περιέχει ψεύδη και ανακρίβειες με σκοπό να παραπλανήσει και/ή εξαπατήσει το Δικαστήριο.
  17. Η καταχώρηση και/ή προώθηση της Αίτησης είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή επιδιώκει μόνο την καθυστέρηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται δια Νόμου και/ή την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της Καθ' ης η Αίτηση να εισπράξει τα χρήματα που της οφείλονται και/ή να εξασφαλίσει το λαβείν της.
  18. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει βλάβη και/ή ζημιογόνα καθυστέρηση στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή θα εξουδετερώσει το συμβατικό της δικαίωμα να προχωρήσει με άμεση εκτέλεση της εμπράγματης εξασφάλισης της και/ή θα της αποστερήσει το δικαίωμα ενάσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της και/ή της εξασφάλισης του λαβείν της.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα XXX Παμπόρη, αντίστοιχη σε έκταση με την ένορκη δήλωση των αιτητών που σκοπεύει στην αντίκρουση τόσο γεγονότων που κατά τη δική της θέση έχουν διαστρεβλωθεί και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όσο και προβαλλόμενων ισχυρισμών. Ούτε και εδώ κρίνω σκόπιμο να τα καταγράψω σ' αυτό το μέρος της απόφασης και ούτε να επιχειρήσω σύνοψη τους, όσα από αυτά κριθούν ουσιώδη θα σχολιαστούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΜΕ ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ: Ο πρώτος λόγος ένστασης ότι η αίτηση είναι παράτυπη και πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη είναι η εισήγηση της πλευράς των καθ' ων η αίτηση όπως αντικριστεί ενόψει της γενικότητας του στο πλαίσιο εξέτασης των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην έκταση που αφορά την Υποθήκη XXX και το υποθηκευμένο ακίνητο 0/XXX λόγω του ότι έγινε χωρίς τη δέουσα και απαραίτητη εξουσιοδότηση της ενυπόθηκης οφειλέτιδας και/ή χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του ομνύοντα, με αποτέλεσμα η Αίτηση στην έκταση που αφορά την Υποθήκη XXX και το υποθηκευμένο ακίνητο 0/XXX να μη στηρίζεται σε μαρτυρία και/ή να είναι θνησιγενής. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης έχει τεθεί από τον κ. Νικολάου ο οποίος δεν είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου 0/XXX που είχε υποθηκευθεί με την Υποθήκη XXX. Μοναδική ιδιοκτήτρια του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου και συνεπώς μοναδική ενυπόθηκη οφειλέτιδα δυνάμει της Υποθήκης XXX είναι η ΧΧΧ Νικολάου (Ενάγουσα 2 και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2) (Τεκμ. 4 της Ε/Δ της Αίτησης) η οποία όμως για άγνωστο λόγο δεν προσφέρει μαρτυρία. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μοναδικό πρόσωπο που θα μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με το ως άνω ενυπόθηκο ακίνητο και την Υποθήκη XXX είναι η ΧΧΧ, πράγμα που δεν έχει γίνει χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Παράλληλα, η XXX Νικολάου δεν φαίνεται να έχει εξουσιοδοτήσει τον ομνύοντα, κ. Νικολάου, να προβεί στην Ε/Δ Αίτησης εκ μέρους της και για λογαριασμό της. Τέτοια εξουσιοδότηση, η οποία είναι απαραίτητη υπό τις περιστάσεις και που όπως φαίνεται από την παράγραφο 1 της Ε/Δ αίτησης, είχε δοθεί από τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 και 4 σε σχέση με τα θέματα που τις αφορούν. Η επιτακτική ανάγκη για εξασφάλιση εξουσιοδότησης επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva

(2010)1A A.A.Δ 82: «Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ' όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοΐζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης.» Για το ίδιο ζήτημα και υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην Rybolovlev, η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Π. Παναγή, στην Υπόθεση Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας με αρ.5762/2013 RUPINDER SINGH ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.11/11/2013 ανέφερε τα ακόλουθα: «Μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Θα πρέπει όμως να αποκαλύπτονται οι πηγές της πληροφόρησης του και η εξουσιοδότηση του (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82). Στην προκείμενη περίπτωση ο ομνύων δεν αναφέρει ότι προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση κατ' εξουσιοδότηση του αιτητή ή οποιουδήποτε αντιπροσώπου του τελευταίου, ενώ τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση μεταφέρονται από τον ομνύοντα, δικηγόρο, χωρίς αυτός να προσδιορίζει την πηγή της πληροφόρησης του. Θεωρώ ότι αυτοί οι λόγοι είναι επαρκείς για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση και, κατ' ακολουθία, να απορριφθεί η αίτηση. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον αιτητή στην αγόρευση του ότι η ένορκη δήλωση έγινε από άτομο που γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης και που ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένο από τον αιτητή να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, δεν μπορεί να συμπληρώσει το πιο πάνω κενό.» Με παρόμοιο τρόπο, ο κ. Ν. Γερολέμου Α.Ε.Δ. στην Πολιτική Αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας με αρ. 3155/09 μεταξύ ALPHA BANK CYPRUS LIMITED και SOMERVILLE PATERSON κ.α., ημερ.7.01.2014 έκρινε ότι η έλλειψη εξουσιοδότησης οδηγεί την ένορκη δήλωση σε απόρριψη: «Όμως η ένορκη δήλωση έχει ακόμη ένα ουσιώδη σφάλμα που από μόνο του καθιστά απορριπτέα την ένορκη δήλωση. Δεν αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή ούτε και το φυσικό πρόσωπο ως διευθυντής ή γραμματέας της εταιρείας που τον εξουσιοδότησε.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν πλήρως και στην απόφαση μου στην Πολιτική Αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 1471/2018 μεταξύ Ilasa Enterprises Company Ltd ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ.17.12.2018. Παρά την απουσία της απαραίτητης εξουσιοδότησης της XXX Νικολάου, ο κ. Νικολάου προωθεί παράτυπα και λανθασμένα ισχυρισμούς με σκοπό να προσβάλει την εγκυρότητα της Υποθήκης XXX και να ζητήσει την αναστολή εκτέλεσης της (π.χ. παραγρ. 49, 50, 53, 59, 63, 65, 66, 67). Ενώ σε σχέση με τους ισχυρισμούς του προσπαθούν να πλήξουν την εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης (βλ. για παράδειγμα παράγρ. 49 «δεν υπήρχε δυνατότητα διαπραγμάτευσης»), δεν αναφέρει καν την πηγή της γνώσης του. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η Ε/Δ της αίτησης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην έκταση που αφορά την Υποθήκη XXX και το υποθηκευμένο με αυτήν ακίνητο 0/XXX κάτι που αναπόφευκτα καθιστά την αίτηση στην έκταση που αφορά τα εν λόγω θέματα [βλ. αιτούμενα διατάγματα Α(iii), Β(iii), Γ(iii)] ανυπόστατη και θνησιγενή, οδηγώντας τα έτσι σε απόρριψη τους. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή δεν αποτελεί ορθό δικονομικό διάβημα και/ή αντίκειται στις ρητές νομοθετικές διατάξεις του Ν. 9/1965 που προβλέπουν ότι η ειδοποίηση σκοπούμενης πώλησης μπορεί να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί μόνο με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και/ή η διαδικασία εκποίησης δεν δύναται να τερματισθεί και/ή απαγορευθεί με την έκδοση συντηρητικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το Άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/65 παρέχει τη δυνατότητα στον εκάστοτε ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ζητήσει την ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού καταχωρώντας έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης τύπου «ΙΑ». Το πιο πάνω αποτελεί συνεπώς ένα ειδικό νομοθέτημα το οποίο καθορίζει με σαφή και εξαντλητικό τρόπο το ένδικο μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ακύρωση μιας σκοπούμενης πώλησης μέσω πλειστηριασμού. Ενώ παράλληλα, καθορίζει το χρονικό περιθώριο εντός του οποίου μπορεί αυτό το ένδικο μέσο να χρησιμοποιηθεί (30 μέρες) και τις προϋποθέσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν για την έγκριση του. Αποτελεί καθιερωμένη ερμηνευτική αρχή η οποία έχει υιοθετηθεί επανειλημμένα από τα Δικαστήρια μας, ότι ο ειδικότερος νόμος υπερισχύει του γενικότερου, σύμφωνα και με το αξίωμα «lex specialis derogat legi generali». Όταν δηλαδή δύο νόμοι διέπουν την ίδια πραγματική περίσταση, ο νόμος που ρυθμίζει ειδικά το αντικείμενο υπερισχύει του νόμου που το ρυθμίζει γενικά. Ως ειδικός νόμος λοιπόν, ο Νόμος 9/65 υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου γενικού νομοθετήματος, και δη του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που παρέχει στα Δικαστήρια μια γενική εξουσία παροχής προσωρινής θεραπείας. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν μπορεί να υποκατασταθεί σε καμία περίπτωση από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου το οποίο δεν μπορεί να παράσχει το απαιτούμενο νομικό υπόβαθρο για απαγόρευση ενός ενυπόθηκου πιστωτή από το να πωλήσει το υποθηκευμένο προς όφελος του ακίνητο. Οι αιτητές όφειλαν αν επιθυμούσαν την ακύρωση της πώλησης, να καταχωρίσουν έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3), το οποίο μάλιστα συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης τους. Μόνο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η οποία καθορίζει και τις προϋποθέσεις έγκρισης ενός τέτοιου αιτήματος, θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδικάσει τις αιτούμενες θεραπείες. Αν ο εκάστοτε ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλος ενδιαφερόμενος δικαιούτο να εξασφαλίζει ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα για απαγόρευση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, τότε η καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ο ίδιος ο νόμος απαιτεί θα ήταν πλέον ανώφελη ενώ οι προϋποθέσεις που με εξαντλητικό τρόπο καθορίζονται στο άρθρο 44Γ
(3)θα έχαναν τη σημασία τους. Το πιο πάνω σκεπτικό αποτυπώνεται και στην ως άνω απόφαση μου Ilasa Enterprises Company Ltd (ανωτέρω), όπου στη σελ. 28 αναφέρονται τα εξής τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας: «Στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη του ειδικού νόμου Ν. 9/1965που παρέχει και ρυθμίζει τη δυνατότητα ακύρωσης του πλειστηριασμού υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της έφεσης να μην μπορεί να υποκατασταθεί από το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι η διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου να μην μπορεί να τερματισθεί ή διακοπεί με την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής». Η επίκληση από τους αιτητές του άρθρου 44Γ
(3)(δ) («έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου») και ο ισχυρισμός ότι ζητούν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος έτσι ώστε να καταχωρίσουν στη συνέχεια έφεση στη βάση αυτού του άρθρου πλέον δεν ενέχει οποιανδήποτε σημασία εφόσον μια τέτοια διαδικασία πλέον έχει καταστεί αδύνατη αφού έχει παρέλθει άπρακτη η ανατρεπτική προθεσμία των 30 ημερών εντός της οποίας οι αιτητές δικαιούνταν να καταχωρίσουν έφεση για ακύρωση της ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης που τους είχε επιδοθεί όπως οι ίδιοι παραδέχονται στις 22/01/2019 (βλ. παράγραφο 3 Ε/Δ Αίτησης). Κρίνω ότι η διαδικασία πώλησης δεν μπορεί πλέον να ακυρωθεί και η έφεση που προβλέπει το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) δεν είναι πλέον διαθέσιμη για τους αιτητές αν και επιδίωξαν όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα στα στενά περιθώρια που υπήρχαν. Η προσπάθεια των αιτητών έχοντας υπόψη ότι η αγωγή τους καταχωρήθηκε ήδη από την 1.11.2017 όταν ήδη είχε ξεκινήσει η διαδικασία στη βάση του Μέρους VIA του N.9/65 να υποκαταστήσουν και να εξουδετερώσουν το ορθό ένδικο μέσο της έφεσης που ο νομοθέτης έχει καθορίσει ως το μοναδικό διαθέσιμο ένδικο μέσο, κάτι που δεν μπορεί να γίνει επιτρεπτό. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, η πιο πάνω διάταξη δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που να επιτρέπει, πριν την καταχώρηση έφεσης, την καταχώριση ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια αγωγής για απαγόρευση του πλειστηριασμού. Αυτό θα ισοδυναμούσε με κατάχρηση της διαδικασίας αφού η έφεση θα επεδίωκε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα είχε ήδη επιτευχθεί και η προώθηση δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα αποτελεί την κλασική μορφή κατάχρησης της διαδικασίας, την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία αλλά και καθήκον να αποτρέπει (βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248). Τα πιο πάνω τα είχα καταγράψει και στην απόφαση μου στην υπόθεση Ilasa Enterprises Company Ltd (ανωτέρω) (σελ.29-31) τα οποία και επαναλαμβάνω υιοθετώντας τα και για τους σκοπούς της παρούσας: «Η υποπαράγραφος 44Γ
(3)(δ) δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που καθιστά την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ προϋπόθεση για την καταχώρηση έφεσης. Και αυτό γιατί, αν πράγματι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν μετά την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΑ να καταχωρείται αίτηση για την εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος που θα απαγορεύει την σκοπούμενη πώληση και στη συνέχεια να καταχωρείται και έφεση για να πετύχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, θα σήμαινε ότι o νομοθέτης επιδιώκει την αύξηση των διαδικασιών σε αντίθεση προς τον σκοπό του Νόμου και παράλληλα επιζητεί την προώθηση παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα νομιμοποιώντας έτσι και ενθαρρύνοντας την κατάχρηση της διαδικασίας. Αποτελεί ερμηνευτική αρχή ότι ο σκοπός για τον οποίο έχει θεσπιστεί ο Νόμος αποτελεί σημαντικό παράγοντα για σκοπούς της ορθής ερμηνείας του (βλ. Κωνσταντίνος Κυριακίδης κ.α. v. Μερόπης Δικηγορόπουλου κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1164 ). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Νομοσχεδίου (Αρ. 225) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 5.11.2014 (βλ. σελ.1259), «Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων.» Ο σκοπός δηλαδή του Νόμου είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας και όχι η καθυστέρηση της με επιπρόσθετες δικαστικές διαδικασίες. Προφανώς η καταχώριση επιπρόσθετης αίτησης στα πλαίσια αγωγής δεν θα μπορούσε να συνάδει με αυτό τον σκοπό. (.) Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, συμφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της καθ' ης η αίτηση ότι δεν είναι ορθή η ερμηνεία του άρθρου 44Γ
(3)(δ) κατά τρόπο που να εννοεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης πριν την καταχώριση έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» και ακύρωση της σκοπούμενης πώλησης δύναται να καταχωρίσει και ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια αγωγής που θα επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα υπό τη μορφή παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος.» Εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και η νομολογία. Ξεκινώ με την εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων ότι δηλαδή (α) δεν έχουν αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) ότι δεν έχουν αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση για ανάγκη ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016)σελ.123 είναι διαφωτιστικό: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου. (.) Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη δήλωση του. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος του, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του». Ενώ για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει ο εκάστοτε αιτητής να αποδείξει ότι έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. Όπως λέχθηκε στην Odysseos v. A Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 CLR 557, «'A probability' in the context of the proviso to s.32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible, chance of success». Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω), αν και το επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό, «αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες». Στις παραγράφους 14 - 45 της Ε/Δ ένστασης, σχολιάζεται εκτεταμένα η προσκομισθείσα μαρτυρία των αιτητών και δίδεται μια διαφορετική διάσταση των γεγονότων από αυτή που δίδεται από τους αιτητές με παραπομπή σε σχετικά έγγραφα - τεκμήρια. Αυτά με οδηγούν στο συμπέρασμα για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια ότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας των αξιώσεων τους. Με τις αξιώσεις 1 και 2 ζητούν την η ακύρωση όλων των συμφωνιών δανείου και κάρτας που είχαν συνάψει οι αιτητές με την καθ' ης η αίτηση. Καμιά όμως μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί με την Ε/Δ Αίτησης που να μπορεί να στοιχειοθετήσει μια τέτοια αξίωση. Αντίθετα οι αιτητές όχι μόνο δεν προσβάλλουν την εγκυρότητα των εν λόγω συμφωνιών, αλλά παραδέχονται ρητά την κατάρτιση τους, ενώ μάλιστα επικαλούνται τους όρους τους έτσι ώστε να καταγγείλουν μεταγενέστερες συμφωνίες, τροποποιήσεις και χρεώσεις. Ούτε οι αιτητές αμφισβητούν τα ποσά που είχαν λάβει από την καθ' ης η αίτηση ως δάνεια δυνάμει αυτών των συμφωνιών, ούτε αμφισβητούν την υποχρέωση τους να αποπληρώσουν τα ποσά που οφείλουν. Αυτό που αμφισβητούν είναι το τελικό υπόλοιπο που έχει καταστεί απαιτητό και πληρωτέο από την καθ' ης η αίτηση, το οποίο θεωρούν ότι θα έπρεπε να ήταν χαμηλότερο (βλ.παρ.70 της Ε/Δ Αίτησης «Ουδέποτε αρνηθήκαμε να πληρώσουμε τι νόμιμα οφείλουμε στην Τράπεζα. Ζητούμε όμως να καθοριστεί το ποσό αυτό από το Δικαστήριο και στη συνέχεια θα το πληρώσουμε.») Τα πιο πάνω καταρρίπτουν οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων 1 και 2 και επιβεβαιώνονται από την παράγραφο 70 της Ε/Δ Αίτησης. Με την αξίωση 3, ζητείται ακύρωση όλων των παρεπόμενων συμφωνιών που υπογράφηκαν, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εγγύησης και υποθήκης. Ούτε και ως προς αυτή την αξίωση έχει προσκομιστεί με την Ε/Δ Αίτησης που να μπορεί να στοιχειοθετήσει μια τέτοια αξίωση. Οι αιτητές περιορίζονται στις παραγράφους 49 και 50 σε αόριστες και γενικές αναφορές σε σχέση με την εγκυρότητα των όρων των εν λόγω συμφωνιών χωρίς όμως συγκεκριμένες, βάσιμες αναφορές ενώ μάλιστα παραλείπουν να παρουσιάσουν τις ίδιες τις συμφωνίες έτσι ώστε να επιτρέψουν στο Δικαστήριο να εξετάσει τους όρους που οι ίδιοι επικαλούνται και να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς τους. Επομένως κρίνω ότι πρόκειται περί αόριστης και ασαφούς μαρτυρίας η οποία δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Όσον αφορά τις αξιώσεις 4, 7, 8, 12, 13, 14, 15, 16 και 17, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για τη στοιχειοθέτηση τους. Το ίδιο και για την αξίωση 5 η οποία εν πάση περιπτώσει είναι τόσο αόριστη και ασαφής που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Οι υπόλοιπες αξιώσεις σχετίζονται με το μοναδικό, όπως φαίνεται, παράπονο των αιτητών, δηλαδή με το ακριβές ποσό που οφείλουν στην καθ' ης η αίτηση. Τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 21 - 42 της Ε/Δ Ένστασης καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς των αιτητών και καταδεικνύουν το νομότυπο και το ορθό των πράξεων της καθ' ης η αίτηση τόσο σε σχέση με τη συνομολόγηση των πιο πάνω συμφωνιών όσο και με τον χειρισμό των αντίστοιχων λογαριασμών, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι τα ποσά που η καθ' ης η αίτηση απαιτεί από τους αιτητές είναι αποτέλεσμα έγκυρων και δεσμευτικών συμφωνιών και νόμιμων και ορθών χρεώσεων. Δεν μπορεί να αγνοηθεί η αρχή ότι στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας, απαιτείται να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης των αιτητών την οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλει με τη μαρτυρία της καθ' ης η αίτηση. Απόλυτα καθοδηγητικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά. v. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, 26/9/2017: «Προκύπτει, έτσι, ρητώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη δεύτερη προϋπόθεση με βάση τις ένορκες δηλώσεις που παρουσίασε η εφεσίβλητη, ενώ το καθήκον του ήταν να κρίνει και να αποφασίσει πάνω ολότητα του ενώπιον του υλικού (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α., ανωτέρω). Ουδεμία αναφορά γίνεται στα στοιχεία που παρουσίασε η άλλη πλευρά. Έχει κατ΄επανάληψη λεχθεί ότι το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Είναι, όμως, εξίσου ορθό ότι, οφείλει, παρά ταύτα, να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία και αυτή είναι η έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, με τον τρόπο που εξηγήθηκε στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557. Σ΄αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017: «.κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο. Εν προκειμένω, τέτοια διεργασία δεν έλαβε χώρα.» Ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία των αιτητών σε σχέση με το ύψος των ποσών που οφείλουν μπορούσε να κριθεί ικανοποιητική για να θεμελιώσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, το καλύτερο που θα μπορούσαν να πετύχουν οι αιτητές με τις αξιώσεις τους θα ήταν να επιδικαστεί εναντίον τους το ποσό των €1.157.845,60 (πλέον τόκων από 31.12.2018 και πλέον τα οφειλόμενα των πιστωτικών καρτών) το οποίο οι ίδιοι παραδέχονται ότι οφείλουν στην Καθ' ης η Αίτηση (βλ. παρ. 38 Ε/Δ Αίτησης). Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση ότι δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παρόλο ότι το Δικαστήριο δεν προχωρά στην εξέταση αυτού του κριτηρίου αν δεν ικανοποιηθεί πρώτα ότι οι δύο προηγούμενες προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Στην προκείμενη περίπτωση έκρινα πιο πάνω ότι αυτές δεν ικανοποιούνται. Αλλά και αν ακόμα ήθελε κριθεί ότι αυτές ικανοποιούνται κρίνω ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρείται για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, ακόμα και αν οι αιτητές πετύχουν στις αξιώσεις τους, θα επιδικαστεί εναντίον τους ένα αρκετά μεγάλο ποσό το οποίο οι ίδιοι αναγνωρίζουν ωστόσο δεν έχουν μέχρι σήμερα καταβάλει. Και σε αυτή την περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση θα δικαιούται να πωλήσει τα Ενυπόθηκα Ακίνητα για είσπραξη του λαβείν της. Ως εκ τούτου, η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων είναι εκ των πραγμάτων αναπόφευκτη και το μόνο που οι αιτητές στην πραγματικότητα επιδιώκουν είναι να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Δεύτερον, ακόμα και αν οι αιτητές πετύχουν στις αξιώσεις τους και το ποσό που θα επιδικαστεί υπέρ της καθ' ης η αίτηση θα είναι μικρότερο από το ποσό που ζητά σήμερα, η διαφορά θα είναι προφανώς αποτιμημένη σε χρήμα και θα μπορεί να αποδοθεί στους αιτητές από την καθ' ης η αίτηση, η οικονομική δυνατότητα της οποίας είναι δεδομένη και δεν αμφισβητείται. (βλ. απόφαση της Π.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 1885/18 Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λτδ v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 2/11/2018: «Έχω εξετάσει τις θέσεις των διαδίκων και συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση ότι σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθέντα Προσωρινά Διατάγματα και προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί των Αιτητών ουσιαστικά εστιάζονται σε καταχρηστικές χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες οι ίδιοι έχουν υπολογίσει στο συνολικό ποσό των €767.464,02 και προς τούτο κατέθεσαν και οικονομική μελέτη (τεκμήριο 5). Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων.» Παρομοίως, όπως είχε αναφέρει και ο κ. Αλ. Παναγιώτου,Π.Ε.Δ. στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 1417/18 F.K.S. Trading Company Ltd v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 11/9/2018: «Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων.» Τρίτον, στην πραγματικότητα και οι ίδιοι οι αιτητές αντιλαμβάνονται και αναγνωρίζουν ότι η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων για εξόφληση των ποσών που οφείλουν είναι η πρόσφορη λύση υπό τις περιστάσεις. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην Ε/Δ Ένστασης, ανέκαθεν οι προσπάθειες των αιτητών επικεντρώνονταν είτε σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων είτε σε μεταβίβαση τους στην καθ' ης η αίτηση έναντι διευθέτησης των οφειλών τους. Η επιδίωξη τους αυτή μπορεί πολύ εύκολα να διαπιστωθεί από τις επιστολές των δικηγόρων τους που οι ίδιοι έχουν παρουσιάσει στην Ε/Δ αίτησης ως Τεκμήρια 19 και 20: Με την επιστολή ημερομηνίας 24/10/2016 (Τεκμήριο 19), οι δικηγόροι τους στην παράγραφο 5 παραπονιούνται ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει εγκρίνει αίτημα μεταβίβασης των ακινήτων 5/ΧΧΧ και 0/ΧΧΧ. Ενώ με την επιστολή ημερομηνίας 18/1/2019 (Τεκμήριο 20), οι δικηγόροι τους προτείνουν εκ νέου τη μεταβίβαση του ακινήτου 5/ΧΧΧ. Όσον αφορά το ακίνητο 0/ΧΧΧ, έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω ότι η μαρτυρία του κ. Νικολάου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού έχει δοθεί χωρίς την εξουσιοδότηση της μοναδικής εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του ακινήτου XXX Νικολάου, η οποία είναι και η μοναδική που μπορεί να προφέρει μαρτυρία για τις όποιες επιπτώσεις θα έχει σε αυτήν ενδεχόμενη πώληση του. Ανεξάρτητα τούτου, η μαρτυρία του αφορά σε δήθεν επηρεασμό τρίτων προσώπων και όχι των αιτητών, κάτι που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ενώ οι ισχυριζόμενες δυσμενείς συνέπειες παραμένουν αόριστες, ασαφείς και ατεκμηρίωτες. Δεν έχει για παράδειγμα παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση των προσώπων αυτών ούτε για τη δυνατότητα τους να εξεύρουν εναλλακτική κατοικία. Απόλυτα σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση αρ. αγωγής 4157/2013 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού του κ. Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Caterline Packaging Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπου ανέφερε τα εξής με τα οποία και συμφωνώ και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Το γεγονός ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μοναδική κατοικία του ενάγοντα 3, της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4 και της οικογένειας τους, δεν είναι ικανά να ικανοποιήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει τις επιπτώσεις σε αυτούς στην περίπτωση που εκποιηθεί η επίδικη υποθήκη». Όσον αφορά το ακίνητο 0/ΧΧΧ, ο ισχυρισμός του κ. Νικολάου ότι η εκποίηση του θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα μπορεί να κτίσει εξοχική κατοικία, αναδεικνύει αδιαφορία των αιτητών για τις υποχρεώσεις τους έναντι της καθ' ης η αίτηση και για το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να εισπράξει τα ποσά που της οφείλονται. Η επιθυμία ενός ενυπόθηκου οφειλέτη να κτίσει εξοχική κατοικία στο ενυπόθηκο του ακίνητο, την στιγμή που παραλείπει να εξοφλήσει τα χρέη του δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, και μάλιστα ότι αυτή η αντίληψη του για τον χειρισμό των υποθέσεων του να υπερτερεί του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να εκτελέσει την εμπράγματη εξασφάλιση του έτσι ώστε να ανακτήσει τα ποσά που του οφείλονται. Πέραν αυτού, οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι παντελώς ανυπόστατοι και καταρρίπτονται από τις προσπάθειες των ίδιων των αιτητών να μεταβιβάσουν το συγκεκριμένο ακίνητο στην καθ' ης η αίτηση για σκοπούς διευθέτησης. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις τους αποσκοπούν μόνο στη συναισθηματική πρόκληση και σε τίποτε πέραν αυτού. Το ίδιο ισχύει και για το ακίνητο 5/ΧΧΧ, το οποίο ο κ. Νικολάου επανειλημμένως ζήτησε να το μεταβιβάσει στην καθ' ης η αίτηση για σκοπούς διευθέτησης των οφειλών των Αιτητών (βλ. Τεκμήριο 20 και παράγραφο 5 Τεκμηρίου 19 στην ΕΔ Αίτησης). Ως εκ τούτου, ο αόριστος και ατεκμηρίωτος ισχυρισμός του ότι αν χαθεί το ενοίκιο από το συγκεκριμένο ακίνητο «δεν θα μπορούμε να βγάλουμε τα προς το ζην» καταρρίπτεται από την ίδια τη μαρτυρία των αιτητών. Βέβαια, η εν λόγω θέση είναι τόσο αόριστη που δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ούτως ή αλλιώς, αφού όφειλαν οι αιτητές να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους. Τέτοια αποδεικτικά στοιχεία έχει προσκομίσει η καθ' ης η Αίτηση, τα οποία αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο: ότι δηλαδή η εταιρεία-Ενάγουσα 1 είναι ιδιοκτήτρια ενός πολύ μεγάλου συγκροτήματος ακινήτων το οποίο της αποφέρει τεράστια έσοδα από ενοίκια (βλ. παράγρ.53 Ε/Δ Ένστασης). Καταληκτικά, η ακόλουθη περικοπή από την πολύ πρόσφατη ενδιάμεση απόφαση στην Αίτηση-Έφεση 47/19 Ε.Δ. Λευκωσίας της κας Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Ροτή Νικολάου Κυλίλη ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με το ζήτημα της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε τέτοιου είδους υποθέσεις, σκεπτικό με το οποίο και συμφωνώ: «Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Αιτητή ότι εάν επιτραπεί η πώληση του επίδικου ακινήτου στον πλειστηριασμό της 20.2.19, αυτός και τα εξαρτώμενα παιδιά του θα απωλέσουν το ακίνητο και την κατοικία τους και συνεπώς θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο γιατί σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και στη συνέχεια επιτυχίας του Αιτητή στην Έφεση του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο, έχει αξία που μπορεί εύκολα να υπολογισθεί και αποτιμηθεί σε χρήμα. Τονίζεται ότι με την Υποθήκη ΥΧΧΧ, ο Αιτητής ως ενυπόθηκος οφειλέτης, αυτόβουλα και ανέκκλητα κατέστησε τον ενυπόθηκο δανειστή, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, δίδοντας του την εξουσία να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. Ήταν δηλαδή γνωστός στον Αιτητή ο κίνδυνος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σε περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. (.) Τονίζεται περαιτέρω ότι δεν έχουν τεθεί από τον Αιτητή τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση, που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστεί από το να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση προς όφελος του ως και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι.» Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι αυτό γέρνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος καθώς η καταχώρηση και/ή η προώθηση της αίτησης κρίθηκε ως άνω ότι είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή επιδιώκει την καθυστέρηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται διά Νόμου και/ή την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της καθ' ης η αίτηση να εισπράξει τα χρήματα που της οφείλονται και/ή να εισπράξει το λαβείν της. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει βλάβη και/ή ζημιογόνα καθυστέρηση στην καθ' ης η αίτηση και/ή θα εξουδετερώσει το συμβατικό της δικαίωμα να προχωρήσει με άμεση εκτέλεση της εμπράγματης εξασφάλισης της και/ή θα της αποστερήσει το δικαίωμα ενάσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της και/ή της εξασφάλισης του λαβείν της. Ακόμη και αν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις μπορούσαν να ικανοποιηθούν, το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Στην παρούσα περίπτωση η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο ή πρόσφορο μέτρο υπό τις περιστάσεις. Και αυτό καθώς όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω ο Νόμος 9/65 έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως με στόχο να επιταχύνει τις διαδικασίες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων κάτι το οποίο αποτέλεσε μνημονιακή προϋπόθεση. Με αυτό τον τρόπο, οι εκάστοτε ενυπόθηκοι πιστωτές θα έχουν τη δυνατότητα να εκτελούν τα συμβατικά τους δικαιώματα για σκοπούς είσπραξης των ποσών που τους οφείλονται. Αυτή η δυνατότητα φυσικά δεν παρέχεται με αυθαίρετο τρόπο, αλλά ελέγχεται και ρυθμίζεται από συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες που σκοπό έχουν να παρέχουν στους ενυπόθηκους οφειλέτες όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες που η πολιτεία θεωρεί αναγκαίες. Στην παρούσα περίπτωση, τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων και απαγόρευση της σκοπούμενης πώλησης, θα αφαιρούσε το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με εκτέλεση της συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης της κατά παράβαση των συμβατικών αλλά και των συνταγματικών δικαιωμάτων της (βλ. Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος) ενώ θα επιβράβευε την καταχρηστική τακτική των ενυπόθηκων οφειλετών να παραλείπουν να τηρούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και παράλληλα να εμποδίζουν τους πιστωτές τους εισπράξουν τα ποσά που τους οφείλονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω πιστεύω ότι απαντώνται και οι σχετικές αιτιάσεις τις οποίες οι αιτητές προέβαλαν προς υποστήριξη της αίτησης τους. Καταλήγω επομένως να απορρίψω την αίτηση με έξοδα σε βάρος των αιτητών και υπέρ της καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του μέρους VIA του N. 9/1965 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.