Αναφορικά με τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. A. S. Pierides Developers Ltd κ.α., Γενική Αίτηση: 1/2018, 29/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 1/2018 Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, και τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 52 και 53, και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, Θεσμό 79 και Αναφορικά με τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και Αναφορικά με τους: 1. A. S. Pierides Developers Ltd 2. . Πιερίδη Αίτηση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ημ. 8.1.18 για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Γ. Α. Δανός Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Π. Κλεοβούλου με κ. Π. Γεωργίου και κα Ε. Χ΄΄ Νεοφύτου για Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον των Καθ΄ ων στις 15.7.14. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΦΒ (εφεξής «ο ΦΒ»), Λειτουργού της Διεύθυνσης Ανάκτησης Χρεών που χειρίζεται δικαστικές υποθέσεις των Αιτητών. Σε αυτή ο ΦΒ αναφέρει το ιστορικό των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης και ισχυρίζεται πως αυτή επιδόθηκε στους Καθ΄ ων οι οποίοι δεν άσκησαν έφεση ή ένσταση εντός της καθορισμένης προθεσμίας των 21 ημερών, πως η απόφαση είναι καθόλα έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική και πως οι Καθ΄ ων δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτής. Στην ένσταση εγείρονται αρχικά οι ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: (α) Οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα Αίτηση λόγω δεδικασμένου καθότι έχει εκδοθεί απόφαση ημ. 16.6.17 στη Γενική Αίτηση 146/16 ΕΔ Λεμεσού με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω Αίτηση για εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. (β) Οι Αιτητές κωλύονται να επαναφέρουν προς εκδίκαση τα ίδια θέματα τα οποία κατέστησαν τελεσίδικα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 146/16 και κωλύονται να ζητούν την ίδια θεραπεία για δεύτερη φορά. (γ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (δ) Οι Αιτητές δεν δύνανται να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία ήταν διαθέσιμη κατά τον χρόνο καταχώρισης της Γενικής Αίτησης 146/16 και η οποία μπορούσε να παρουσιαστεί στα πλαίσια εκείνης. (ε) Η απόρριψη του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην ένσταση προβάλλονται επίσης οι εξής λόγοι: 1) Η υπό κρίση διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και κατά συνέπεια είναι άκυρη και ή παράτυπη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. 2) Δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαιτητική απόφαση έχει γνωστοποιηθεί ή επιδοθεί δεόντως στον Καθ΄ ου. 3) Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκή και δεν δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία. 4) Η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας δεν γνωστοποιήθηκε καθόλου και ή έγκαιρα στον Καθ΄ ου, ούτως ώστε αυτός αποστερήθηκε της ευκαιρίας να εμφανιστεί και αναπτύξει την υπόθεση του. 5) Η διαιτητική διαδικασία δεν διεξήχθη νομότυπα και η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. 6) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ΄ επέκταση η άδεια εκτέλεσης της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης. 7) Στο επιδικασθέν ποσό περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις, τοκισμοί, αυθαίρετοι ανατοκισμοί και καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση του Νόμου και επί αντισυνταγματικής νομοθεσίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου 2, ο οποίος είναι διευθυντής της Καθ΄ ης 1 εταιρείας. Ο Καθ΄ ου 2 επαναλαμβάνει και αναλύει τις προδικαστικές ενστάσεις και τους λόγους ένστασης, αναφέροντας πως οι Αιτητές κακόπιστα και με σκοπό να εξαπατήσουν το Δικαστήριο απέκρυψαν την ύπαρξη της απόφασης ημ. 16.6.17. Ο Καθ΄ ου 2 ισχυρίζεται πως ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε δικόγραφο για την εκδίκαση της υπόθεσης του, πως ουδέποτε κλήθηκε να ακούσει μαρτυρία για το ισχυριζόμενο χρέος του και πως ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε στον Διαιτητή ο οποίος απλώς υιοθέτησε τον ισχυρισμό των Αιτητών και εξέδωσε απόφαση υπέρ τους. Αναφέρει περαιτέρω πως δεν ενημερώθηκε δεόντως για τη διαδικασία της διαιτησίας και δεν του γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση, αποστερώντας του έτσι το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης. Κατόπιν σχετικής αίτησης για αντεξέταση του Καθ΄ ου 2 και με τη σύμφωνη γνώμη εκ μέρους του, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε διάταγμα αντεξέτασης του επί της παρ. 16 της ένορκης του δήλωσης, η οποία περιέχει τον ισχυρισμό περί μη γνωστοποίησης σε αυτόν της διαιτητικής απόφασης. Κατά την αντεξέταση του Καθ΄ ου 2, αυτός αρχικά επέμενε στον ισχυρισμό πως δεν του γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση. Του υποδείχθηκαν οι δύο ένορκες δηλώσεις του επιδότη οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ΦΒ. Σε αυτές ο επιδότης ορκίζεται πως στις 11.10.17 επέδωσε τόσο στην Καθ΄ ης 1 εταιρεία, έναντι της υπογραφής του διευθυντή της, Καθ΄ ου 2, όσο και στον ίδιο τον Καθ΄ ου 2 προσωπικά, έναντι της υπογραφής του, επιστολή του κ. Δανού ημ. 6.10.17 η οποία συνοδεύετο από αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης. Ο Καθ΄ ου 2 τελικώς αναγνώρισε τις υπογραφές του τόσο επί των επιστολών του κ. Δανού όσο και επί των συνημμένων σε αυτές αντιγράφων της διαιτητικής απόφασης, δηλώνοντας πως του επιδόθηκαν αυτά τα έγγραφα. Ισχυρίστηκε πως επειδή αυτά τα έγγραφα δεν ανέφεραν συγκεκριμένη ημερομηνία για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, δεν θεώρησε σκόπιμο να τα έδιδε στον δικηγόρο του. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Η έκδοση της απόφασης ημ. 16.6.17 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 146/16 για εγγραφή και εκτέλεσης της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτή δε επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου 2. Ενόψει της ύπαρξης της προγενέστερης αυτής απόφασης, το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας είναι κατά πόσο οι Αιτητές κωλύονται να καταχωρίσουν και προωθήσουν την παρούσα Αίτηση λόγω δεδικασμένου. Οι Καθ΄ ων θεωρούν πως η προγενέστερη απόφαση συνιστά δεδικασμένο το οποίο εμποδίζει την προώθηση της παρούσας Αίτησης ενώ οι Αιτητές εισηγούνται πως η προγενέστερη απόφαση αφορούσε μόνο θέμα διαδικασίας, ήτοι της επίδοσης, και όχι ουσίας και γι΄ αυτό δεν εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου ούτε και η καταχώριση της παρούσας αποτελεί κατάχρηση. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (
- i)Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (
- ii)Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (iii) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (
- iv)Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ΄ αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Με βάση το περιεχόμενο της υπό κρίση Αίτησης και όπως προκύπτει από την απόφαση ημ. 16.6.17, είναι εμφανές πως και οι δύο αιτήσεις, ήτοι η προηγούμενη Αίτηση (146/16) και η παρούσα, αφορούν στο ίδιο θέμα και αιτητικό και υπάρχει ταυτοσημία διαδίκων. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσο τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Where "res judicata" is alleged, as in the present case, by way of disposing the whole claim, it amounts to a contention that the whole legal rights and obligations of the parties have been concluded by the earlier judgment, (in the case in hand by the Ruling, Exh.1) by which all questions of law and fact have already been determined. The doctrine of "res judicata" applies equally to both questions of fact and law and the same principles apply in regard to the conclusiveness of their determination by the Court. The aim of the doctrine of estoppel is evident and finds expression in the much used legal maxim "interest reipublicae ut sit finis litium" (the public interest requires that litigation should end). Lord Maugham L.C. said the following in New Brunswick Ry. Co. v. British & French Trust Corpn. Ltd.
(1938)4 All E.R.747 at 754. The doctrine of estoppel is founded on considerations of justice and good sense. If an issue has been distinctly raised and decided in an action in which both parties are represented, it is unjust and unreasonable to permit the same issue to be litigated afresh between the same parties or persons claiming under them.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R.897, στην οποία αφού αναφέρονται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου, όπως εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο ερμηνεύει την έννοια της τελικής απόφασης (final judgment) ως εξής: «Finality for this purpose means that the decision: (
- a)is one which does not ex facie, as in the case of an order for an account or enquiry, leave something to be judicially determined or ascertained before the decision can become effective or enforceable; and (
- b)is not subject to subsequent discharge, rescission, modification or any other form of revision by the Court or tribunal making the decision. . No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of a final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of res judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στην ίδια Αγγλική απόφαση, αναφέρεται ότι η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται σε δικαστικές αποφάσεις πάνω σε αμφισβητούμενα θέματα (contested issues) που εγείρονται στη διαδικασία και τα μέρη είχαν την πλήρη ευκαιρία να παρουσιάσουν όλη τη μαρτυρία και τους ισχυρισμούς που επιθυμούσαν. Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Tak Ming Co. v. Yee Sang
(1973)1 W.L.R.300, στην οποία το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην ευρύτερη αρχή (wider principle) «Nemo debet bis vexari» δυνάμει της οποίας ένας διάδικος που είχε την ευκαιρία να αποδείξει ένα γεγονός προς υποστήριξη της απαίτησης ή υπεράσπισης του και επέλεξε να μην στηριχθεί σε αυτό, εμποδίζεται από του να το επικαλεστεί αργότερα ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν τύγχανε εφαρμογής, καθότι το ίδιο το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας αρνήθηκε να ασχοληθεί με το επίδικο θέμα λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το θέμα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εφαρμόζοντας τις αρχές της επιείκειας. Στην υπόθεση Ord v. Ord
(1923)2 K.B. 432, το Δικαστήριο είπε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «The effect of a judgment is thus stated by Sir J. Fitzjames Stephen in his Digest of the Law of Evidence, 10th ed., p.53: "Every judgment is conclusive proof as against parties and privies of facts directly in issue in the case, actually decided by the Court, and appearing from the judgment itself to be the ground on which it was based. . The facts actually decided by an issue in any suit cannot be again litigated between the same parties, and are conclusive evidence between them; so are the material facts alleged by one party which are directly admitted by the opposite party, or indirectly admitted by taking a traverse on some other facts, if the traverse is found against the party making it.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης στην υπόθεση De Mora v. Cunch
(1885)29 C.A. 304 επεξηγήθηκε ότι ένα ζήτημα θεωρείται ότι έχει εκδικαστεί πλήρως μόνο στην περίπτωση που αυτό το ζήτημα αποτελεί το επίκεντρο της αιτιολογίας. Η ίδια αρχή εκφράζεται και στην υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ. 2) (ανωτέρω) στην οποία αναφέρεται ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει, ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης, δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και στην υπόθεση K.S.R. Comercio E Industria De Papel S.A. κ.ά. v. Bluecoral Νavigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου είναι η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό, ήτοι η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος. Όπως αναφέρεται στην απόφαση ημ. 16.6.17, «Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση. Η γνωστοποίηση της Απόφασης και η πάροδος 21 ημερών χωρίς να καταχωριστεί έφεση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να εγγραφεί η Διαιτητική απόφαση στο Δικαστήριο. . Κατά συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται.» Επομένως, είναι προφανές πως η προγενέστερη Αίτηση απορρίφθηκε για καθαρά διαδικαστικό λόγο, ήτοι τη μη επίδοση της διαιτητικής απόφασης στους Καθ΄ ων και είναι σαφές ότι το Δικαστήριο δεν προχώρησε να εξετάσει την Αίτηση επί της ουσίας της. Εξ ου και το Δικαστήριο παρατήρησε πως «Εάν πράγματι δεν γνωστοποιήθηκε η Διαιτητική απόφαση στους Καθ΄ ων η Αίτηση, όταν και εφόσον τους γνωστοποιηθεί, θα έχουν την ευκαιρία να καταχωρίσουν έφεση κατά της Διαιτητικής Απόφασης και να εγείρουν τα περαιτέρω ζητήματα στα οποία έγινε αναφορά στην αγόρευση του δικηγόρου τους». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση το περιεχόμενο της ίδιας της απόφασης, κρίνω ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην προγενέστερη Αίτηση με την οποία αυτή απορρίφθηκε λόγω μη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στους Καθ΄ ων, δεν δημιουργεί δεδικασμένο καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τελική (final). Το Δικαστήριο δεν προχώρησε και δεν ασχολήθηκε καθόλου ούτε και αποφάσισε οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα εγειρόμενα θέματα και η εν λόγω απόφαση του δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογημένη κρίση και κατάληξη επί αυτών. Ο μοναδικός λόγος απόρριψης της ήταν η μη γνωστοποίηση, χωρίς το Δικαστήριο να επιληφθεί της ουσίας της Αίτησης και των υπόλοιπων επίδικων θεμάτων με οποιονδήποτε τρόπο, θέματα τα οποία σαφώς δύνανται να εγερθούν και αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια νέας διαδικασίας. Ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου και από τη στιγμή που οι Αιτητές είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν νέα Αίτηση, αυτή δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ούτε και οι Αιτητές ενήργησαν κακόπιστα και με σκοπό παραπλάνησης του Δικαστηρίου με το να μην αποκαλύψουν την ύπαρξη της προγενέστερης απόφασης. Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν.22/85και ειδικότερα στα άρθρα 52 και
- Σαφώς και αυτός ο Νόμος εξακολουθεί να ισχύει και εφαρμόζεται. Η εισήγηση της δικηγόρου των Καθ΄ ων περί κατάργησης αυτού δεν ευσταθεί, καθότι εκείνη παραπέμπει στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 114, ο οποίος καταργήθηκε από τον Ν.22/
- Σημειώνεται επίσης πως στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται και ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ.4, πλην όμως είναι ο Ν.22/85ο οποίος βασικά αφορά την εγγραφή και εκτέλεση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Στην ένορκη δήλωση του ΦΒ που συνοδεύει την Αίτηση, αυτός ισχυρίζεται πως οι Καθ΄ ων συνήψαν δάνειο με αρ. λογαριασμού .593-5 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και δεν τήρησαν τους όρους αυτού, εξ ου και οι Αιτητές παρέπεμψαν την αξίωση τους σε διαιτησία αφού κλήτευσαν κανονικά τους Καθ΄ ων. Αναφέρει επίσης πως ο Διαιτητής διορίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας και τους όρους του δανείου και επισυνάπτει αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημ. 15.7.14 ως Τεκμήριο Α. Ο ΦΒ ισχυρίζεται πως στις 21.7.17 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού συγχωνεύθηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία με τη σειρά της μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και επισυνάπτει τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια Β και Γ. Αυτοί οι ισχυρισμοί γίνονται πλήρως δεκτοί από τους Καθ΄ ων και επομένως αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Όπως καταγράφεται στην απόφαση, οι Καθ΄ ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν κατάλληλα και «παρουσιάζεται στη Διαιτησία εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας ο Διευθυντής και Εγγυητής της . Πιερίδης ο οποίος παραδέχεται το χρέος του». Σύμφωνα πάντα με την απόφαση, αφού ο Διαιτητής έλαβε υπόψιν τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου και των εγγράφων υποθήκης καθώς επίσης και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που κατατέθηκαν στη διαιτησία από την κα ΘΜ Τμηματάρχη Γ των Αιτητών, εξέδωσε απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €460.216,94 πλέον τόκους προς 9% από τις 15.7.14 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και 30 Δεκεμβρίου, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα διαιτησίας €
- Θεωρώ πως τα όσα καταγράφονται στη διαιτητική απόφαση καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων περί μη ειδοποίησης και ευκαιρίας προβολής των θέσεων τους στα πλαίσια της διαιτησίας. Σαφώς και ο Καθ΄ ου 2 ήταν παρών, τόσο εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας όσο και για τον ίδιο, ως εγγυητής, προσωπικά, και μάλιστα αυτός παραδέχθηκε το χρέος. Πέραν του ότι οι ισχυρισμοί του Καθ΄ ου 2 πως ουδέποτε του επιδόθηκε «δικόγραφο» για την εκδίκαση της υπόθεσης του και πως ουδέποτε κλήθηκε για να αναφέρει οτιδήποτε στον Διαιτητή δεν βρίσκουν έρεισμα στα όσα καταγράφονται στη διαιτητική απόφαση, σαφώς αυτοί τίθενται με γενικότητα και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην ίδια την απόφαση και στην αποδιδόμενη παρουσία του και παραδοχή του χρέους. Προφανώς ο Καθ΄ ου 2 στηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς στη συμπεριφορά των Αιτητών, εφόσον αμέσως μετά την προβολή αυτών ισχυρίζεται πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οι Αιτητές προβαίνουν σε γενική και αόριστη αναφορά περί ειδοποίησης του ως προς την προγραμματισμένη διαδικασία της διαιτησίας, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία και χωρίς να επισυνάπτεται τεκμήριο ειδοποίησης του για να παρευρεθεί σε αυτή. Σαφώς όμως η ίδια η απόφαση υποστηρίζει τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές ως προς τη δέουσα ειδοποίηση των Καθ΄ ων για την επικείμενη τότε διαιτησία, η οποία μάλιστα θέτει παρών τον Καθ΄ ου 2 ο οποίος και συμμετέχει και παραδέχεται το χρέος. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως οι Καθ΄ ων όχι μόνο είχαν ειδοποιηθεί για τη διαδικασία της διαιτησίας αλλά παρέστησαν εκεί, μέσω του Καθ΄ ου 2 ο οποίος και αναγνώρισε το χρέος. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ειδικότερα περί αποδοχής του χρέους, καταρρίπτουν και τον ισχυρισμό περί παράνομων, αυθαίρετων και καταχρηστικών χρεώσεων και ανατοκισμών, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, η διαδικασία για καταχώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης Διαιτητή είναι ασύνδετη με το θέμα υπερχρεώσεων τόκου σε χρηματική οφειλή. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου. Πρόκειται για τον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν. 2/77)οι επιπτώσεις του οποίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο. Πάντως, χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή αυτής καθ' εαυτής, επισημαίνω την παράλειψη εξήγησης του τρόπου με τον οποίο η μεταγενέστερη αξίωση τόκου που φέρεται να υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο, μπορεί να συνδεθεί προς την απόφαση του Διαιτητή.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ίδιο ισχύει και για τον λόγο ένστασης πως η διαιτητική διαδικασία δεν διεξήχθη νομότυπα και πως η έκδοση της διαιτητικής απόφασης στερείται επαρκούς και δέουσας αιτιολογίας. Αυτά τα ζητήματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης κατά της ίδιας της απόφασης και όχι στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης αυτής. Δεχόμενη τα όσα ρητώς αναγνώρισε ο Καθ΄ ου 2 κατά την αντεξέταση του, ικανοποιούμαι πως η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε δεόντως μέσω ιδιώτη επιδότη στις 11.10.17. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του ΦΒ, επιδόθηκαν δύο ξεχωριστές επιστολές του κ. Δανού ημ. 6.10.17 προς την Καθ΄ ης 1 εταιρεία και προς τον Καθ΄ ου 2 με την οποία τους γνωστοποιείτο η απόφαση του Διαιτητή ημ. 15.7.14 και στην οποία αναφέρετο πως αν έχουν ένσταση κατά της εν λόγω απόφασης θα μπορούσαν εντός 21 ημερών από την επίδοση να υποβάλουν έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπως προνοεί το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85. Τις επιστολές συνόδευε και αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης. Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία πως η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους Καθ΄ ων και πως ενημερώθηκαν για το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 21 ημερών, το οποίο και δεν άσκησαν, καθιστώντας έτσι την απόφαση τελεσίδικη (βλ. άρθρο 52
(5)του Ν.22/85). Ο λόγος ένστασης πως η διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης προβάλλεται με πλήρη γενικότητα και δεν εξειδικεύεται περαιτέρω είτε στους λόγους ένστασης είτε στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου 2. Επομένως αυτός δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στη Δ.48 θ.4
(1)και στον Τύπο 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις υποθέσεις Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1(B) A.A.Δ. 825 και Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τον λόγο ένστασης πως τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης. Εκτός του ότι αυτός τίθεται με γενικότητα και αοριστία, σαφώς και δεν βρίσκει έρεισμα σε όσα αναφέρονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημ. 15.7.14 η οποία εκδόθηκε εναντίον των Καθ΄ ων. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο