Vianova Holdings Ltd ν. Brassolis Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3568/2010, 27/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3568/2010 Μεταξύ: Vianova Holdings Ltd Εναγόντων v. 1. Brassolis Holdings Ltd 2. Bloczek Ltd 3. Immoeast Projekt Despina Holding GMBH 4. Polus Investments Ltd 5. Mogul Consulting Co. Ltd 6. . Γεωργιάδη 7. . Χαραλάμπους Εναγομένων Αίτηση Εναγoμένων 2 και 3 ημ. 13.7.18 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2 και 3 - Αιτητές: κα Σ. Χρίστου με κα Μ. Χειμωνή για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Θ. Φιλίππου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ και κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 2 και 3 - Αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία: (
- i)οι Ενάγοντες να διατάζονται όπως καταβάλουν το ποσό των €92,048 δια πληρωμής στο Δικαστήριο (Payment into Court) ως εγγύηση και ή ασφάλεια εξόδων της παρούσας Αγωγής εντός 30 ημερών ή οποιουδήποτε άλλου χρόνου ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο (
- ii)να αναστέλλεται κάθε περαιτέρω διαδικασία μέχρις ότου παρασχεθεί η ως άνω ασφάλεια εξόδων (iii) να απορρίπτεται η Αγωγή σε περίπτωση που τέτοια ασφάλεια δεν δοθεί εντός 30 ημερών από την έκδοση του ως άνω διατάγματος ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρόνου ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΧ (εφεξής «η ΜΧ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 2 και 3 - Αιτητές. Η ενόρκως δηλούσα αρχικά προβαίνει σε μια περιγραφή όλων των διαδίκων και αναφέρει πως οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ο μέτοχος μειοψηφίας των Εναγομένων 1, η δε παρούσα Αγωγή αποτελεί παράγωγη Αγωγή. Η ΜΧ επισημαίνει πως η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η βασική της θέση είναι πως οι Αιτητές έχουν αμφιβολία, ανησυχία και ερωτήματα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση, αξιοπιστία και φερεγγυότητα των Καθ΄ ων, η οποία προκύπτει από · τη μαρτυρία, και δη την αντεξέταση του πρώτου μάρτυρος για τους Ενάγοντες, κ. P · την ύπαρξη δικαστικής απόφασης εναντίον των Καθ΄ ων την οποία αυτοί θα κληθούν να ικανοποιήσουν και η οποία επηρεάζει σημαντικά την οικονομική τους κατάσταση · πληροφόρηση πως Αγωγή καταχωρισθείσα από τους Καθ΄ ων στη Ρουμανία έχει απορριφθεί λόγω της αδυναμίας τους να πληρώσουν τα τέλη χαρτοσήμων για την προώθηση της εν λόγω διαδικασίας · παράλειψη καταχώρισης οικονομικών καταστάσεων στον Έφορο Εταιρειών για σειρά ετών · ποινικές κατηγορίες εναντίον του κ. P για φοροδιαφυγή και υπεξαίρεση μέσω εικονικών εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των Καθ΄ ων. Η ΜΧ επισυνάπτει πρόχειρο κατάλογο εξόδων, σύμφωνα με τον οποίο το υπολογιζόμενο ποσό ανέρχεται στις €92,048 και καταλήγει πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 2. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή καταπιεστική και αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης με σκοπό την καθυστέρηση της ακροαματικής διαδικασίας. 3. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης όπως διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. 4. Δεν έχει παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία πως οι Καθ΄ ων είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα έξοδα των Αιτητών σε περίπτωση επιτυχίας των τελευταίων στην υπεράσπιση τους ούτε και υπάρχει ισχυρισμός για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. 5. Τα συμπεράσματα των Αιτητών είναι αυθαίρετα και δεν προκύπτουν από όσα λέχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. 6. Οι Καθ΄ ων είναι αξιόχρεη εταιρεία και έχει περιουσιακά στοιχεία για να καλύψει τα έξοδα των Αιτητών αν αυτά επιδικαστούν υπέρ τους. 7. Η Αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. 8. Το ποσό που διεκδικείται είναι υπέρογκο και αδικαιολόγητο. 9. Δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΚΠ (εφεξής «η ΚΠ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Ν. Αναστασιάδη που εκπροσωπεί τους Καθ΄ ων. Η ΚΠ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Επισημαίνει πως ο κ. P δεν είναι διευθυντής ούτε και τελικός δικαιούχος των Καθ΄ ων και πως ο διευθυντής τους κ. S αναφέρει ότι οι Καθ΄ ων είναι αξιόχρεοι και κατέχουν περιουσιακά στοιχεία υπό μορφή μετοχών σε άλλες εταιρείες. Η ΚΠ αναφέρει επίσης πως οι Καθ΄ ων εξακολουθούν να είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, γεγονός το οποίο καταδεικνύει την καταβολή των ετήσιων τελών διατήρησης της εγγραφής της, και πως καταβάλλουν ανελλιπώς την αμοιβή για τις διοικητικές υπηρεσίες που τους παρέχει δικηγορικό γραφείο. Η ΚΠ σημειώνει πως η απόφαση τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και πως σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ των Καθ΄ ων στην παρούσα θα γίνει συμψηφισμός, πως η Αγωγή στη Ρουμανία δεν προωθήθηκε κατ΄ επιλογή των Καθ΄ ων και κατόπιν νομικής συμβουλής των δικηγόρων τους, πως ο κ. P δεν αντιμετωπίζει ποινικές κατηγορίες και πως η παράλειψη καταχώρισης οικονομικών καταστάσεων ουδόλως επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς την οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων. Η ΚΠ επισυνάπτει ενδεικτικό κατάλογο εξόδων, σύμφωνα με τον οποίο το ποσό ανέρχεται στις €29,853,61. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβηκαν σε κάποιες επιπρόσθετες προφορικές εισηγήσεις. Όπως αναφέρεται ρητώς στην ένορκη δήλωση της ΜΧ, η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και προνοεί ως ακολούθως: «382. Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται µε αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγοµένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής του άρθρου 382 του Κεφ. 113 παρέχει η υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ. Έφ. 66/13, ημ. 30.1.15. Στην εν λόγω υπόθεση, αφού το Εφετείο τόνισε πως το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ακολούθως καθόρισε τους παράγοντες οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στα πλαίσια άσκησης αυτής. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. . Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, όπου λέχθηκε ότι «Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια». Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μέσω της εξισορρόπησης διαφόρων παραγόντων αναφέρεται με σαφήνεια και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1446: «Υπενθυμίζουμε κατ' αρχάς την Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. . Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία.» Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 απασχόλησε επίσης στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Stirup Investments Ltd v. Μιχαήλ κ.ά., Πολ. Έφ. 308/12, ημ. 28.6.18, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 382 υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LIMITED v. SIMON GEORGE PENNEY κ.ά., Πολ. Έφ. 354/10, ημερ. 14/2/14, όπου αναφέρθηκαν τα εξής ως προς την εμβέλεια του συγκεκριμένου άρθρου. «Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με το οποίο παραχωρείται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ενάγουσα ή εφεσείουσα εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν ή που θα επιδικαστούν να την διατάξει να παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα. Όμως το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση του άρθρου 382, διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει την αίτηση ακόμη και όταν αποδειχθεί η αδυναμία μιας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου (βλ. σχετικά Sir LindsayParkinson and Co Ltd v. Triplan Ltd [1973] 2 All ER 273, στη σελ. 283, Annual Practice 1958, στη σελ. 395 και Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 304). Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του.» Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της Αίτησης είναι κατά πόσο η μαρτυρία του κ. AZP (εφεξής «ο AP») είναι αποδεκτή και δύναται να ληφθεί υπόψιν. Αποτελεί κοινό έδαφος, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου, πως η μαρτυρία του AP, ως πρώτου μάρτυρος για τους Ενάγοντες, δόθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, και ενόσω είχε προγραμματιστεί για συνέχιση η ακρόαση αυτής, στις 11.1.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για επιθεώρηση και παράδοση εγγράφων από τους Εναγόμενους 1 και 4-7, η οποία ορίστηκε στις 16.1.18. Εκείνη την ημερομηνία, το Δικαστήριο έθεσε ζήτημα εξαίρεσης του και αφού άκουσε όλες τις πλευρές επί τούτου, με απόφαση του ημ. 2.2.18 αποφάσισε την αυτοεξαίρεση του. Έτσι η υπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλου αρμόδιου Δικαστή και εν τω μεταξύ μεσολάβησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Όταν τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση πριν δοθούν οδηγίες για τον ορισμό της Αγωγής σε ακρόαση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο δικηγόρος των Καθ΄ ων εισηγήθηκε προφορικά πως από τη στιγμή που η Αγωγή έχει οδηγηθεί σε επανεκδίκαση, τότε η μαρτυρία του AP δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν και πως κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο για τους Καθ΄ ων τους οποίους θέτει σε δυσμενή θέση. Αντίθετη ήταν η θέση της δικηγόρου των Αιτητών η οποία ανέφερε πως πρόκειται για ένορκη μαρτυρία η οποία ως τέτοια δύναται να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας. Αυτό το οποίο γίνεται αντιληπτό είναι ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης οι Αιτητές επιθυμούν και επιχειρούν να παρουσιάσουν κάποια αποσπάσματα από τη μαρτυρία, και δη συγκεκριμένες δηλώσεις του ΑΡ στις οποίες είχε προβεί ενόρκως, κατά την αντεξέταση του στα πλαίσια της προηγηθείσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) για την αλήθεια του περιεχόμενου τους. Στην πραγματικότητα σε μια ενδιάμεση αίτηση, όπως η παρούσα, επιχειρείται η χρήση δηλώσεων ενός τρίτου προσώπου από την ενόρκως δηλούσα υπέρ των Αιτητών κάτι το οποίο είναι επιτρεπτό σε ένορκη δήλωση δυνάμει της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση δεν επιδιώκεται η χρήση του συνόλου της εν λόγω μαρτυρίας ως μαρτυρίας για σκοπούς ακρόασης της ουσίας, χωρίς την εκ νέου κλήση του μάρτυρος, στα πλαίσια της νέας ακροαματικής διαδικασίας της Αγωγής, πράγμα το οποίο ούτως ή άλλως θα ήταν αδύνατο αφού βεβαίως δεν έχει ακόμα αρχίσει ενόψει της εκκρεμότητας και μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. Κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε και δεν έγινε δεκτό στις υποθέσεις C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd
(2012)1(B) Α.Α.Δ.
- Ανεξαρτήτως της κατάληξης στις δύο αυτές αποφάσεις, είναι σαφές πως μια τέτοια μαρτυρία δεν εξαφανίζεται ούτε και διαγράφεται αλλά παραμένει ως μαρτυρία η οποία δόθηκε στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας και η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της νέας δίκης, σε περίπτωση που η μαρτυρία του ιδίου μάρτυρος στη νέα δίκη παρουσιάζει αντιφάσεις με τη μαρτυρία του στην προηγούμενη δίκη. Με άλλα λόγια, τέτοια μαρτυρία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί π.χ. για αντεξέταση επί προηγούμενων αντιφατικών δηλώσεων του μάρτυρος - άρθρο 23 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Τέτοια διαπίστωση προκύπτει και από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd (ανωτέρω) με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Bolton v. Bolton
(1949)2 All E.R. 908. Κατ΄ αντίστοιχο τρόπο θεωρώ πως συγκεκριμένες δηλώσεις από αυτή τη μαρτυρία δύνανται να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Θεωρώ δε πως τέτοια μαρτυρία είναι αποδεκτή και δεν παραβιάζει το δικαίωμα των Καθ΄ ων σε δίκαιη δίκη ούτε και επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα τους, εφόσον αυτή η μαρτυρία δεν επιχειρείται να κατατεθεί δίχως άλλο αλλά αντιθέτως οι Καθ΄ ων έχουν κάθε δικαίωμα να τοποθετηθούν επί αυτής μέσω της προσκόμισης της δικής τους μαρτυρίας που συνοδεύει την ένσταση ή ενδεχομένως και με αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας η οποία τις παρουσιάζει, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου θεωρώ πως αυτή η μαρτυρία είναι δεκτή, ενώ η αξιολόγηση και βαρύτητα αυτής αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η ΜΧ, στην ένορκη της δήλωση, παραπέμπει σε κάποιες απαντήσεις του μάρτυρος κατά την αντεξέταση του τόσο από τον δικηγόρο των Εναγομένων 1 και 4-7, κ. Δ. Αραούζου, όσο και από τον δικηγόρο των Εναγομένων 2 και 3, κ. Π. Κούρτελλο. Η ΜΧ αναφέρει πως αυτές οι παραπομπές προέρχονται από τα πρακτικά που διατηρούνταν από υπαλλήλους του δικηγορικού τους γραφείου κατά την ακρόαση της υπόθεσης και εκφράζει την πεποίθηση της πως αυτά αποτελούν πιστά πρακτικά των όσων λέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραθέτει τις σχετικές περικοπές στην ένορκη της δήλωση ενώ επισυνάπτει τα εν λόγω πρακτικά ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη της δήλωση. Σημειώνεται πως οι Καθ΄ ων, στην ένσταση τους, δεν αρνούνται ούτε αμφισβητούν ότι έγιναν οι συγκεκριμένες δηλώσεις και απλώς παραπέμπουν στα ίδια τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Αποτελεί πάγια καθιερωμένη αρχή πως τα πρακτικά του Δικαστηρίου αποτελούν τον αυθεντικό και αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη, όπως έχει αναγνωρισθεί στις υποθέσεις Shacolas v. Universal Life
(1984)1 C.L.R. 47, Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους
(1998)1 Α.Α.Δ. 1372, Σωτηριάδης ν. Βασιλείου κ.ά. (Aρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 801 και Ματθαίου ν. Νικολάου κ.ά. (Aρ.1)
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Μια σύγκριση των πρακτικών του Δικαστηρίου με τις σχετικές περικοπές στην ένορκη δήλωση της ΜΧ καταδεικνύει πως αυτές αναφέρονται σε λανθασμένες ημερομηνίες και παρουσιάζουν πολύ μικρές διαφορές με τα πρακτικά, πλην όμως αποδίδουν ακριβώς το ίδιο νόημα. Ως εκ τούτου θεωρώ πως το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει στα πρακτικά για τις εν λόγω δηλώσεις, τα οποία έχουν ως εξής: «Ε. Κύριε μάρτυρα, εσείς είσαστε ο μέτοχος της VIANOVA; A. Για την ακρίβεια ήμουν μέτοχος της VIANOVA. E. Τώρα δεν είσαι; A. Δεν είμαι μέτοχος αλλά συνεχίζω να έχω συμφέροντα σε αυτήν την εταιρεία. E. Θέλεις να πεις ότι υπήρξες κάποτε ο εγγεγραμμένος μέτοχος αλλά τώρα είσαι μέτοχος μέσω κάποιου άλλου ανθρώπου που κρατά τις μετοχές για εσάς; A. Ναι, φυσικά, είναι μέλος της οικογένειας μου. E. Και πότε έγινε αυτή η αλλαγή; Εκκρεμούσης της δίκης; A. Αν θυμάμαι καλά αυτή η αλλαγή νομίζω έχει καταγραφεί το
- (Πρακτικά ημ. 9.6.17)» «Ε. Η VIANOVA έχει περιουσιακά στοιχεία εκτός από την BRASSOLIS, στην PRIME PROGRESS INVESTMENTS LTD και UNIFAITH INVESTMENTS LTD; A. Μετά το 2011 είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία. E. Σε κυπριακές εταιρείες, είναι μέτοχος σε άλλες κυπριακές εταιρείες; A. Δεν ξέρω αν είναι μέτοχος σε άλλες κυπριακές εταιρείες. E. Μέχρι το '11, κύριε μάρτυρα, ήταν μέτοχος σε άλλες εταιρείες; A. Για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, δεν ξέρω. Ήταν μέτοχος της BRASSOLIS. Δεν ξέρω για άλλες κατοχές μετοχών σε άλλες κυπριακές εταιρείες. E. Κύριε μάρτυρα, με βάση την απόφαση 28/02/12 στην αγωγή 1415/11 εναντίον της VIANOVA, που είναι το Τεκμήριο ΣΤ προς Αναγνώριση, πρέπει η VIANOVA να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδα. Έχει cash να πληρώσει; A. Δεν ξέρω. Εγώ μέχρι το 2011 είχα δει αυτήν την εταιρεία. Μετά από αυτό, δεν ξέρω. E. Άρα δεν ξέρεις αν έχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία σήμερα; A. Όχι, δεν ξέρω. (Πρακτικά ημ. 23.6.17)» «Ε. Κύριε μάρτυρα, μπορείτε να μας πείτε ποιος σας εξουσιοδότησε προκειμένου να δώσετε μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων; A. Η εταιρεία η Vianova. E. Πώς το έκανε αυτό; A. Οι διοικητικοί σύμβουλοι και οι συνέταιροι με εξουσιοδότησαν. . Ε. Σήμερα ποιοι είναι ιδιοκτήτες δηλαδή των Εναγόντων; Δικαστήριο: Εννοείτε οι μετόχοι; κ. Π. Κούρτελλος: Μάλιστα. Ο μάρτυρας συνεχίζει: A. Συγγενείς μου, από την οικογένεια μου. E. Είναι και οι απώτεροι τελικοί δικαιούχοι; A. Ναι. . Ε. Κύριε μάρτυρα, οι Ενάγοντες, η εταιρεία Vianova έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα σήμερα; Ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα; A. Ναι, είναι ενεργή εταιρεία. E. Σε τι δραστηριοποιείται; A. Η Vianova είναι εταιρεία όχημα, η οποία κατέχει μετοχές σε διάφορες άλλες εταιρείες. (Πρακτικά ημ. 2.11.17)» Είναι σημαντικό να λεχθεί πως βασιζόμενη στις πιο πάνω δηλώσεις του AP, η ΜΧ, εκ μέρους των Αιτητών, δεν ισχυρίζεται πως αυτές (οι δηλώσεις) αποκαλύπτουν ή έστω καταδεικνύουν την οικονομική αδυναμία των Καθ΄ ων αλλά πως «. δεν προκύπτει ξεκάθαρα κατά πόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση ασκούν οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα κατά το παρόν στάδιο και κατά πόσο έχουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία» (παρ. 17), πως «. δεν δίνεται ξεκάθαρη απάντηση και σαφής μαρτυρία ως προς τούτο», αναφερόμενη στην οικονομική δραστηριότητα των Καθ΄ ων (παρ. 18) και πως «. ενώ κατά την αντεξέταση του από τον κ. Αραούζο ο κ. P φαίνεται να μην γνωρίζει εάν οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατέχουν μέχρι σήμερα μετοχές σε άλλες εταιρείες και δεν διευκρινίζει εάν οι Καθ΄ ων η Αίτηση διατηρούν οποιαδήποτε και τι περιουσιακά στοιχεία, στην ερώτηση του κ. Κούρτελλου φαίνεται να δίνει διαφορετική απάντηση στην ερώτηση κατά πόσον οι Καθ΄ ων η Αίτηση ασκούν οποιαδήποτε δραστηριότητα σήμερα απαντώντας ότι αποτελεί εταιρεία όχημα που κατέχει μετοχές σε άλλες εταιρείες» (παρ. 19). Η ΜΧ καταλήγει πως «. από την αντεξέταση του μάρτυρα, δημιουργούνται ερωτήματα κατά πόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν κάποια περιουσιακά στοιχεία πέρα των μετοχών που κατέχονται στους Εναγόμενους
- Δημιουργούνται επίσης ερωτήματα από το γεγονός ότι δεν δίνεται ξεκάθαρη και σαφής μαρτυρία δημιουργώντας έτσι έντονη ανησυχία στους Αιτητές για την οικονομική αξιοπιστία των Καθ΄ ων η Αίτηση» (παρ. 21). Πέραν και ανεξαρτήτως των θέσεων των Αιτητών, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως από τις πιο πάνω απαντήσεις - δηλώσεις του AP δεν διαφαίνεται η οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων και ειδικότερα πως αυτοί δεν είναι οικονομικά αξιόπιστοι και φερέγγυοι. Μέσα από την εν λόγω μαρτυρία, ο AP δηλώνει πως έχει παύσει να είναι μέτοχος των Καθ΄ ων από το 2011 και, παρόλο που μέτοχοι και τελικοί δικαιούχοι των Καθ΄ ων τώρα είναι μέλη της οικογένειας του, ο ίδιος δεν γνωρίζει την παρούσα οικονομική κατάσταση της εταιρείας και δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτή έχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία, πλην του ότι αυτή κατέχει μετοχές στους Εναγόμενους 1 και ότι αποτελεί εταιρεία όχημα η οποία κατέχει μετοχές σε άλλες εταιρείες. Θεωρώ πως οι πιο πάνω δηλώσεις του AP καταδεικνύουν πως αυτός διατηρεί κάποιο συμφέρον στην εν λόγω εταιρεία, πλην όμως από το 2011 έπαυσε να είναι μέτοχος και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και να αναφέρει κατά πόσο η εταιρεία έχει περιουσιακά στοιχεία πλην των μετοχών σε άλλες εταιρείες συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων
- Ο ισχυρισμός της ΜΧ περί διαφοροποίησης των θέσεων του AP ως προς κατά πόσο οι Καθ΄ ων έχουν περιουσιακά στοιχεία δεν βρίσκει έρεισμα στις ίδιες τις απαντήσεις του μάρτυρος ο οποίος απαντούσε σε διαφορετικά ερωτήματα και είναι σε αυτό το πλαίσιο που θα πρέπει να ιδωθούν οι απαντήσεις του. Μάλιστα δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων, μέσω της ΚΠ, πως ο AP δεν είναι διευθυντής ούτε και ο τελικός δικαιούχος των μετοχών των Καθ΄ ων, κάτι το οποίο τείνει να υποστηρίξει τη θέση του πως δεν μπορούσε να γνωρίζει και αναφερθεί επί της οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης των Καθ΄ ων. Με βάση όλα τα ανωτέρω, θεωρώ πως οι απαντήσεις του AP, όπως αυτές δόθηκαν στα πλαίσια των συγκεκριμένων ερωτήσεων, δεν προσφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη ως προς την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση και αξιοπιστία των Καθ΄ ων, ούτως ώστε να δύναται να συναχθεί ως εύλογη πιθανότητα η αδυναμία αυτών να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Θεωρώ πως η αδυναμία του AP να τοποθετηθεί επί της κατάστασης της εταιρείας δεν δύναται να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο συμπέρασμα ή έστω βάσιμη πιθανολόγηση περί της κατάστασης της εταιρείας. Το μόνο που δύναται να συναχθεί είναι πως οι Καθ΄ ων κατέχουν μετοχές σε άλλες εταιρείες, μεταξύ άλλων στους Εναγόμενους 1, χωρίς όμως να διευκρινιστεί η αξία αυτών, με αποτέλεσμα να δίδεται μια αποσπασματική εικόνα η οποία δεν μπορεί να οδηγεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Θεωρώ πως αυτές οι απαντήσεις - δηλώσεις του AP δεν είναι ικανές να καταδείξουν την περιουσιακή και οικονομική εικόνα της εταιρείας, καθιστώντας έτσι αδύνατη την όποια τοποθέτηση ή έστω πιθανολόγηση επί της κατάστασης αυτής. Ως εκ τούτου θεωρώ πως ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας δυνάμει της οποίας οι Αιτητές θα μπορούσαν να στηρίξουν την όποια θέση ή έστω εύλογη πιθανολόγηση περί οικονομικής αδυναμίας των Καθ΄ ων. Τα ερωτήματα και η ανησυχία που εκφράζουν παραμένουν στο επίπεδο απλών εικασιών οι οποίες δεν υποστηρίζονται από την αναγκαία μαρτυρία, ακριβώς λόγω του ότι δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο το οποίο να επέτρεπε την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Επομένως, θεωρώ πως οι Αιτητές επικαλούνται ανησυχίες και αμφιβολίες λόγω του ότι ακριβώς δεν έλαβαν οποιεσδήποτε απαντήσεις από τον AP, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να τις δώσει, και όχι στηριζόμενοι σε θετική μαρτυρία και στοιχεία τα οποία εύλογα να οδηγούσαν σε ένδειξη περί αφερεγγυότητας της εταιρείας και συνακόλουθα σε πιθανή οικονομική της αδυναμία να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον της. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως οι Αιτητές δεν προσκόμισαν ούτε και στηρίχθηκαν σε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει, έστω εκ πρώτης όψεως, οικονομική αδυναμία των Καθ΄ ων και επομένως δεν έχουν καταφέρει να αποσείσουν το βάρος των ισχυρισμών περί αφερεγγύοτητας των Καθ΄ ων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (ανωτέρω), ο αιτητής θα πρέπει να αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία, και στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 1377, «η αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός», κριτήρια τα οποία σαφώς δεν ικανοποιούνται με την πιο πάνω μαρτυρία. Εδώ πρόκειται για απλά ερωτήματα και ανησυχίες βασιζόμενα σε δηλώσεις οι οποίες όμως δεν αποκαλύπτουν ούτε τείνουν να καταδείξουν την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Οι Αιτητές βασίζονται επίσης στην ύπαρξη και άλλων υποχρεώσεων των Καθ΄ ων δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης ημ. 28.2.12 εναντίον των τελευταίων στην Αγωγή υπ΄ αρ. 1415/11 ΕΔ Λευκωσίας για το ποσό των €644.515,364 πλέον τόκους και έξοδα, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ΜΧ. Η ΜΧ παραπέμπει στα πρακτικά ημ. 23.6.17 (και όχι 23.9.17 όπως αναφέρεται στην ένορκη της δήλωση) και συγκεκριμένα στις απαντήσεις του AP πως δεν γνωρίζει για την έκδοση της εν λόγω απόφασης ούτε και πως η εκτέλεση της αναστάληκε μέχρι την εκδίκαση της παρούσας, όπως επιβεβαιώνεται από αυτούσια τα πρακτικά: «Ε. ... Κύριε μάρτυρα, δεν είναι αλήθεια ότι αυτή η κοινοπραξία που είχατε σε αυτές τις δύο εταιρείες μέσω της VIANOVA, της PRIME PROGRESS INVESTMENTS LTD και της UNIFAITH INVESTMENTS LTD εκδόθηκε απόφαση εναντίον της VIANOVA από το Δικαστήριο της Λευκωσίας στις 28/02/12 για περίπου €782.000 εναντίον της VIANOVA; A. Όχι, δεν ξέρω. . Ο κος Δ. Αραούζος συνεχίζει: E. Είναι στα ελληνικά, κύριε Πρόεδρε. Κύριε μάρτυρα, δεν σε ενημέρωσε το γραφείο Γεωργιάδης και Πελίδης ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου, συγγνώμη, δεν είναι εκ συμφώνου, ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της VIANOVA και υπέρ της POLUS για €644.515,364 πλέον τόκο 5,5% τον χρόνο από 24/02/11 μέχρι εξοφλήσεως; Δεν σε ενημέρωσε; A. Αυτό το ακούω για πρώτη φορά. E. Ούτε επίσης σε ενημέρωσε ότι εκδόθηκε από την MOGUL και εναντίον της εταιρείας σου VIANOVA απόφαση για €138.277,00 πλέον τόκο 5,5% τον χρόνο από 24/02/11 μέχρι εξοφλήσεως; A. Όχι. E. Ούτε σε ενημέρωσε ότι η εκτέλεση αυτής της απόφασης ανεστάλην μέχρι να εκδικαστεί η παρούσα αγωγή; A. Όχι.» Η έκδοση της εν λόγω απόφασης και η αναστολή εκτέλεσης της μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Η παράλειψη ενημέρωσης του AP περί της εν λόγω απόφασης αφ΄ εαυτής δεν είναι ικανή να καταδείξει οτιδήποτε ως προς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψιν ότι σύμφωνα με τον ίδιο, αυτός έχει αποχωρήσει από την εταιρεία το 2011, ήτοι πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Είναι η θέση των Αιτητών, μέσω της ΜΧ, πως η ύπαρξη εκείνης της απόφασης, έστω και με αναστολή εκτέλεσης, καταδεικνύει μια σημαντική υποχρέωση των Καθ΄ ων «που πιθανόν να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν» και η οποία μάλιστα προηγείται της τυχόν απόφασης που ενδέχεται να προκύψει στην παρούσα Αγωγή και «επηρεάζει σημαντικά την οικονομική κατάσταση» των Καθ΄ ων. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων θεωρώ πως δεν μπορεί να γίνεται λόγος από τους Αιτητές για πιθανότητα μη ικανοποίησης της εν λόγω απόφασης ή σημαντικό επηρεασμό της οικονομικής κατάστασης αυτών, θέση η οποία δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Η δε αναφορά της ΜΧ πως «δεν είναι απίθανο να υπάρχουν και άλλες υποχρεώσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση τις οποίες να αγνοούν παντελώς όπως και την πιο πάνω αναφερόμενη υποχρέωση» αποτελεί μια παντελώς αυθαίρετη πιθανολόγηση η οποία δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε στοιχείο. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται πως η απλή ύπαρξη της εν λόγω παλαιότερης απόφασης, χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας, είναι ικανή να οδηγήσει σε βάσιμη πιθανολόγηση περί αδυναμίας εκπλήρωσης αυτής της υποχρέωσης και ειδικότερα δυσμενούς αντίκτυπου στην οικονομική ευρωστία αυτής. Σημειώνεται επίσης η θέση των Καθ΄ ων πως σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και επιδίκασης των εξόδων υπέρ τους στην παρούσα Αγωγή, τότε θα γίνει συμψηφισμός μεταξύ των ποσών των αποφάσεων και των εξόδων. Αυτό δηλώνεται ρητώς στην απόφαση στην Αγωγή 1415/11 όπου αναφέρεται επίσης πως μόνο τυχόν εναπομείναν υπόλοιπο, μετά τον συμψηφισμό, θα υπόκειται προς εκτέλεση. Εκείνο το οποίο απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν είναι μόνο η ενδεχόμενη ύπαρξη υποχρέωσης αλλά και η εύλογη πιθανότητα, στηριζόμενη σε μαρτυρία, περί ανικανότητας ή αδυναμίας ικανοποίησης αυτής και οποιωνδήποτε άλλων ήθελαν προκύψει, κάτι το οποίο δεν διαπιστώνεται στην υπό κρίση περίπτωση. Εξ ου και στην υπόθεση Stirup Investments Ltd v. Μιχαήλ κ.ά. (ανωτέρω), κρίθηκε πως το γεγονός της μη εξόφλησης από μέρους της εφεσείουσας εταιρείας των εξόδων των εφεσίβλητων-αιτητών της πρωτόδικης διαδικασίας, σε συνάρτηση με το γεγονός της καταχώρησης αίτησης διάλυσης της εφεσείουσας από μέρους τους, η οποία σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε λόγω μη επίδοσης, από μόνα τους δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα είναι αφερέγγυα εταιρεία. Περαιτέρω οι Αιτητές αναφέρονται σε πληροφόρηση από τους αλλοδαπούς δικηγόρους τους πως οι Καθ΄ ων παραλείπουν να πληρώσουν τα τέλη χαρτοσήμων σε παράλληλες διαδικασίες στη Ρουμανία, οι οποίες σχετίζονται με την παρούσα. Σημειώνεται πως παρά τη γενική αναφορά σε διαδικασίες, ακολούθως η ΜΧ αναφέρεται μόνο σε μια Αγωγή 988/15 η οποία καταχωρίστηκε από τους Καθ΄ ων εναντίον, μεταξύ άλλων των Εναγομένων 1 και 2, η οποία απορρίφθηκε λόγω του ότι οι Καθ΄ ων δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν τα τέλη χαρτοσήμων για την προώθηση της διαδικασίας. Προβάλλει δε τη θέση πως αυτό από μόνο του αποτελεί ικανοποιητική ένδειξη της οικονομικής κατάστασης των Καθ΄ ων. Αυτός όμως ο ισχυρισμός αντικρούεται επαρκώς από τους Καθ΄ ων οι οποίοι αρνούνται τους πιο πάνω ισχυρισμούς και αναφέρουν πως, βάσει πληροφόρησης από τον AP, η εν λόγω διαδικασία αφορούσε αίτηση εκκαθάρισης εναντίον εταιρείας, ιδιοκτήτριας του έργου που αφορά την παρούσα Αγωγή, και η οποία δεν ανανεώθηκε κατόπιν συμβουλής από τους δικηγόρους των Καθ΄ ων στη Ρουμανία πως θα ήταν ορθότερο να εκδοθεί η απόφαση στην παρούσα και μετά να προχωρήσει εκείνη η διαδικασία εκκαθάρισης, εννοώντας με τη θέση τους αυτή ότι ουσιαστικά αφέθηκε να απορριφθεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αντικρούστηκε από πλευράς Αιτητών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να στηριχθεί στο γεγονός της απόρριψης της Αγωγής στη Ρουμανία ως ένδειξη για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Οι Αιτητές προβάλλουν την παράλειψη των Καθ΄ ων να υποβάλουν στον Έφορο Εταιρειών ετήσιες οικονομικές καταστάσεις για σειρά ετών και επισυνάπτουν απόσπασμα από ηλεκτρονική έρευνα στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΜΧ. Σύμφωνα με τη ΜΧ, αυτή η παράλειψη συμμόρφωσης με νομική υποχρέωση δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολία και ανησυχία στους Αιτητές ως προς την οικονομική κατάσταση και ή ικανότητα και ή φερεγγυότητα των Καθ΄ ων. Οι Καθ΄ ων με τη σειρά τους ισχυρίζονται πως αυτή η παράλειψη δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς την οικονομική κατάσταση τους και πως, σύμφωνα με πληροφόρηση από τον διευθυντή κ. S, έχει διοριστεί νέος ελεγκτής ο οποίος θα ετοιμάσει τις οικονομικές καταστάσεις εφόσον οι προηγούμενοι ελεγκτές τους δεν τις ετοίμασαν παρά την παρέλευση αρκετών χρόνων. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, δεν υπάρχει καταχώριση οικονομικών καταστάσεων κατά τα έτη 2007-2017 ενώ φαίνεται η υποβολή ετήσιας έκθεσης και λογαριασμών την 1.6.18 και στις 8.6.18, στα οποία προφανώς παρουσιάζεται η σημερινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας πλην όμως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο αυτών. Επιπλέον, είναι ορθή και βάσιμη η θέση των Καθ΄ ων πως η παράλειψη από μόνη της δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ως προς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας η οποία βασικά παραμένει άγνωστη και φυσικά για όσα έτη δεν υποβλήθηκαν οι ετήσιες οικονομικές εκθέσεις, μη περιλαμβανομένου του 2018 κατά το οποίο καταχωρίστηκε η παρούσα. Επομένως, θεωρώ πως αυτή η παράλειψη δεν αποτελεί μαρτυρία και δη αξιόπιστη από την οποία να είναι δυνατή η εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος περί της οικονομικής κατάστασης των Καθ΄ ων. Τέλος, η ΜΧ ισχυρίζεται πως, σύμφωνα με πληροφόρηση από τους αλλοδαπούς δικηγόρους των Αιτητών, ο AP αντιμετωπίζει ποινικές κατηγορίες για φοροδιαφυγή και υπεξαίρεση μέσω εικονικών εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των Καθ΄ ων, και ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να διασφαλιστούν τα έξοδα των Αιτητών καθότι υπάρχει σοβαρή περίπτωση οι Καθ΄ ων, μέχρι το τέλος της διαδικασίας, να βρίσκονται υπό διάφορους περιορισμούς με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν υποχρεώσεις προς τους Αιτητές. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται επαρκώς από τους Καθ΄ ων οι οποίοι επικαλούνται πληροφόρηση από τον AP, σύμφωνα με τον οποίο δεν αντιμετωπίζει ποινικές κατηγορίες. Εδώ σημειώνω πως οι θέσεις στην αγόρευση των δικηγόρων των Καθ΄ ων περί μιας μόνο έρευνας από τον Μάιο του 2016 εναντίον του AP αναφορικά με ποδοσφαιρική ομάδα η οποία του ανήκε και έχει πωληθεί, δεν αποτελούν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας και δεν λαμβάνονται υπόψιν. Επιπλέον, δεν θεωρώ πως ο ισχυρισμός περί ύπαρξης ποινικών υποθέσεων εναντίον του AP αποτελεί μαρτυρία δυνάμει της οποίας συνάγεται η όποια οικονομική αδυναμία των Καθ΄ ων, ενώ η πιθανολόγηση για μελλοντικούς περιορισμούς παραμένει μια απλή αόριστη εικασία η οποία δεν βρίσκει έρεισμα σε αξιόπιστη μαρτυρία. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η αναφορά της ΜΧ στην ένορκη της δήλωση πως βάσει πληροφόρησης από τους αλλοδαπούς δικηγόρους των Αιτητών αυτοί δεν έχουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Αυτή η αναφορά δεν συνάδει με τη θέση του AP πως οι Καθ΄ ων κατέχουν μετοχές σε άλλες εταιρείες, θέση η οποία φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τους Καθ΄ ων μέσω της προσκόμισης των Τεκμηρίων 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της ΚΠ. Αυτά τα Τεκμήρια αποτελούν αποτελέσματα ηλεκτρονικής έρευνας στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, στα οποία φαίνεται πως οι Καθ΄ ων κατέχουν μετοχές δύο εταιρειών εγγεγραμμένων στην Κύπρο, ήτοι των Unifaith Investments Ltd και Prime Progress Investments Ltd. Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί για κάθε σκέλος των ισχυρισμών των Αιτητών, θεωρώ πως και σωρευτικά ιδωμένοι, αυτοί δεν πηγάζουν ούτε υποστηρίζονται από τέτοια μαρτυρία η οποία να κρίνεται αξιόπιστη και να δημιουργεί βάσιμη και λογική διαπίστωση περί της οικονομικής δυσκολίας των Καθ΄ ων. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως το βάρος βρίσκεται αρχικά στους ώμους των Αιτητών να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως την αφερεγγυότητα των Καθ΄ ων, πριν το Δικαστήριο ανατρέξει στις θέσεις των ιδίων των Καθ΄ ων καθότι, μόνο σε περίπτωση απόσεισης του δικού τους βάρους το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει τις θέσεις της άλλης πλευράς και να αξιολογήσει κατά πόσο αυτή έχει καταφέρει να αντικρούσει τις εν λόγω θέσεις. Διαφορετική προσέγγιση θα απέληγε ενδεχομένως στη μετατόπιση του βάρους απόδειξης. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στις υποθέσεις Λεωνίδας Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ (ανωτέρω) και Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd (ανωτέρω), στις οποίες, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τονίστηκε η υποχρέωση του αιτητή να αποσείσει το βάρος απόδειξης για την απόδειξη των ισχυρισμών του ως προς την αφερεγγυόητα της εταιρείας. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση: «Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. v. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500). Το βάρος επομένως απόδειξης ότι η εφεσείουσα εταιρεία έχει τη δυνατότητα να καταβάλει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης μετήλθε σ΄ αυτή και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, στη βάση των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το έχει αποσείσει.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Υπό αυτές τις συνθήκες, από τη στιγμή που οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποσείσουν το δικό τους βάρος, δεν θεωρώ πως οι Καθ΄ ων είχαν υποχρέωση ή καθήκον να παρουσιάσουν στοιχεία που να υποστηρίζουν την καλή οικονομική κατάσταση της εταιρείας και τη δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους, όπως επιχείρησαν π.χ. μέσω της παρουσίασης τιμολογίων για την πληρωμή των υπηρεσιών διοίκησης της εταιρείας, Τεκμήριο 5. Τέτοια μαρτυρία θα υπόκειτο σε αξιολόγηση νοουμένου ότι οι Αιτητές ικανοποιούσαν το δικό τους βάρος απόδειξης και επομένως θα εναπόκειτο πλέον στους Καθ΄ ων να αντικρούσουν αυτό με την προσκόμιση της ανάλογης μαρτυρίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναπόφευκτα οδηγούν την Αίτηση σε απόρριψη, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης ή τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν την παρούσα. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο