← Κύπρος

Αίτηση Πτώχευσης από Αιτητές BANQUE SBA S.A. ν. Soboh, Aρ. Αίτησης: 14/2016, 20/3/2019

Αίτηση Πτώχευσης από Αιτητές BANQUE SBA S.A. ν. Soboh, Aρ. Αίτησης: 14/2016, 20/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Aρ. Αίτησης: 14/2016 Σε Πτώχευση: . Soboh Σε ό,τι αφορά τον . Soboh, από . (Αρ. Ταυτότητας .) Αίτηση Πτώχευσης από Αιτητές BANQUE SBA S.A., από τη Γαλλία Αίτηση ημ. 29.9.16 για έκδοση διατάγματος πτώχευσης του ως άνω οφειλέτη Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Πιστωτές - Αιτητές: κ. Α. Γιωρκάτζης με κα Φ. Χριστοδουλίδου για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για τον Οφειλέτη - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Aίτηση οι Aιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης του . Soboh (εφεξής «ο Καθ΄ ου»). Στην Aίτηση αναφέρεται ότι ο Καθ΄ ου για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου ενός έτους πριν από την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης διέμενε και εργαζόταν στη Λεμεσό και ότι ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της εκ συμφώνου απόφασης ημ. 10.11.11 η οποία εκδόθηκε εναντίον του στην Αγωγή 1998/11, εξακολουθώντας έτσι να οφείλει το ποσό των US$1.216.123,36 ή το ισόποσο σε ευρώ με τόκο 7% ετησίως από 30.6.11 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και 30 Δεκεμβρίου, μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης, στην εν λόγω Αίτηση αναφέρεται ότι ούτε οι Αιτητές ούτε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους τους κατέχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του Καθ΄ ου ή επί οποιουδήποτε μέρους της, για την πληρωμή των εν λόγω ποσών, και ότι ο Καθ΄ ου εντός 6 μηνών πριν την παρούσα Αίτηση διέπραξε την ακόλουθη πράξη πτώχευσης, δηλαδή στις 7.4.15 του επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης 35/15, στις 14.4.15 αιτήθηκε τον παραμερισμό της και το αίτημα του απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 23.6.16. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. AN, από τον Λίβανο, στην οποία αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, στην οποία επιβεβαιώνει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην Αίτηση. Σε αυτή επισυνάπτει αντίγραφο της απόφασης ημ. 10.11.11 στην Αγωγή 1998/11, αντίγραφο της απόφασης ημ. 23.6.16 στην ειδοποίηση πτώχευσης 35/15, Πιστοποιητικό ημ. 10.8.16 της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας με το οποίο βεβαιώνεται πως αναφορικά με τον Καθ΄ ου δεν έχει υποβληθεί αίτηση ούτε και βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής ή Προστατευτικό Διάταγμα, και πως επομένως πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4

(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, για έκδοση διατάγματος πτώχευσης εναντίον του, και απόδειξη ημ. 15.9.16 για την καταβολή του τέλους των €
  1. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. Προδικαστικά, η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι οι Αιτητές καταχρηστικά και ή παράτυπα και ή αντικανονικά επέλεξαν το παρόν μέτρο εκτέλεσης χωρίς προηγουμένως να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Νόμου.
  3. Η παρούσα διαδικασία είναι παράτυπη και ή ανεπίτρεπτη και ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ή τον σχετικό Νόμο και ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
  4. Δεν αποκαλύπτονται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο και τους Κανονισμούς για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  5. Οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές και δεν νομιμοποιούνται να καταχωρούν την παρούσα Αίτηση.
  6. Η παρούσα διαδικασία είναι κακόπιστη και ή εκδικητική και ή καταπιεστική και ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ή μέσω αυτής επιχειρείται ο εκβιασμός του Καθ΄ ου για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και ή αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και ή μοχλό πίεσης προς τον Καθ΄ ου.
  7. Η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί σε αθέμιτο σκοπό και ή αθέμιτη εξασφάλιση χρημάτων και ή άλλων πλεονεκτημάτων εις βάρος του Καθ΄ ου και η καταχώριση της παρούσας Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και ή κατάχρησης της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου στην οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Επιπλέον ισχυρίζεται πως οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές λόγω της ύπαρξης δύο υποθηκών με αρ. ΑΥ./10 ημ. 21.10.10 και ΑΥ./10 ημ. 12.11.10, αντίγραφα των οποίων και επισυνάπτει. Αναφέρει ακόμα πως οι Αιτητές είχαν παλαιότερα καταχωρίσει την ειδοποίηση 47/14 και εκκρεμεί η έφεση 387/14 εκ μέρους του, και πως είναι ορθό όπως οι Αιτητές αναμένουν την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της έφεσης πριν προχωρήσουν με άλλα μέτρα, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έλαβαν από την έκδοση της απόφασης ημ. 10.11.11, παρά μόνο επέλεξαν να προωθήσουν εκ νέου διαδικασία πτώχευσης, προκαλώντας σε αυτόν ταλαιπωρία και έξοδα. Ο Καθ΄ ου ισχυρίζεται ακόμα πως οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε συνεχείς διαβουλεύσεις, τόσο γραπτές όσο και προφορικές, τηλεφωνικές συζητήσεις και κατ΄ ιδίαν συναντήσεις, προς εξεύρεση συμβιβασμού και παρά τις διαβεβαιώσεις των Αιτητών πως κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για εξεύρεση λύσης, εντούτοις με έκπληξη του έλαβε την παρούσα Αίτηση. Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης κατέθεσαν προφορικά τρεις μάρτυρες εκ μέρους των Αιτητών ενώ δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία για τον Καθ΄ ου. Ο πρώτος μάρτυρας για τους Αιτητές ήταν ο Πρωτοκολλητής Πολιτικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κ. ΧΧ, Μ.Α.1, ο οποίος βασικά κατέθεσε τον φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης 35/
  8. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο κ. AN, Μ.Α.2, διευθυντής του παραρτήματος των Αιτητών στη Λεμεσό. Ο Μ.Α.2 αναφέρθηκε στο ιστορικό των γεγονότων, από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την καταχώριση της παρούσας. Αναφέρθηκε επίσης και στην προηγούμενη ειδοποίηση πτώχευσης και στις συνθήκες μη προώθησης της διαδικασίας, στις υποθήκες και στο ότι αυτές δεν αποτελούν εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους και κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού με το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο. Η αντεξέταση του περιστράφηκε βασικά γύρω από τις εξασφαλίσεις, την κατάσταση λογαριασμού και τα κίνητρα των Αιτητών αναφορικά με την παρούσα διαδικασία. Η τελευταία μάρτυρας ήταν η κα XM, Μ.Α.3, λειτουργός στο Τμήμα Δανειακών Παροχών του παραρτήματος των Αιτητών στη Λεμεσό. Αυτή η μάρτυρας παρουσίασε αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της απόφασης ημ. 10.11.11 και κατέθεσε σχετικά με τη μη παροχή εξασφάλισης αναφορικά με το υπό κρίση εξ αποφάσεως χρέος, αναφερόμενη τόσο σε υποθήκες που αφορούν άλλη δικαστική απόφαση όσο και στην ακίνητη περιουσία του Καθ΄ ου καταθέτοντας και τα αποτελέσματα έρευνας από το Κτηματολόγιο. Και η αντεξέταση αυτής της μάρτυρος εστιάστηκε στην ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμών, στις εξασφαλίσεις και στην αξία των ακινήτων του Καθ΄ ου καθώς επίσης και στον σκοπό καταχώρισης της παρούσας διαδικασίας. Κατά την αγόρευση της η δικηγόρος των Αιτητών εισηγήθηκε πως όλοι οι μάρτυρες που κατέθεσαν για τους Αιτητές ήταν αξιόπιστοι και πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετη ήταν η θέση του δικηγόρου του Καθ΄ ου ο οποίος εστιάστηκε κυρίως στο ότι οι Μ.Α.2 και 3 δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να δώσουν μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές και δεν κατάφεραν να καταδείξουν το οφειλόμενο ποσό και ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας αρχικά επισημαίνω πως ο Μ.Α.1 ήταν τυπικός μάρτυρας καθότι περιορίστηκε στην κατάθεση του φακέλου της ειδοποίησης πτώχευσης 35/15 και αναφέρθηκε σε στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τον φάκελο. Πέραν του ότι η μαρτυρία του δεν έτυχε αμφισβήτησης και η αντεξέταση περιορίστηκε σε κάποιες επιπρόσθετες διευκρινίσεις, θεωρώ πως αυτός κατέθεσε με αντικειμενικότητα και ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Όσον αφορά τη μαρτυρία των Μ.Α.2 και 3, στον βαθμό που αυτοί αναφέρθηκαν σε γεγονότα τα οποία είτε υποστηρίζονται από έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας τους γίνεται πλήρως δεκτό από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το υπόλοιπο σκέλος της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων, αυτό θα αποτελέσει μετέπειτα αντικείμενο αξιολόγησης και κατάληξης σε ξεχωριστά ευρήματα. Ως εκ τούτου, με βάση το σύνολο της ως άνω αποδεκτής και της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας, το Δικαστήριο προβαίνει αρχικά στα ακόλουθα ευρήματα: 1) Στις 10.11.11 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Αιτητών (εκεί Εναγόντων) και εναντίον των Εναγομένων 1-4, ήτοι των εταιρειών Crystal Tanker Chartering Ltd (εφεξής «η Crystal Tanker»), Soboh Holdings Ltd (εφεξής «η Soboh Holdings»), G.D.F. Gulf Deep Foundation Ltd (εφεξής «η G.D.F. Gulf») και του Καθ΄ ου στην παρούσα, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Μ.Α.2 και κατατέθηκε από τον ίδιο κατά τη μαρτυρία του ως Τεκμήριο 3, ως ακολούθως: «
  9. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2, 3 και 4 να πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως στους Ενάγοντες το ποσό 1.216.123,36 Δολάρια Αμερικής ή το ισόποσο σε Ευρώ με τόκο προς 7% ετησίως από 30/06/2011 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30 Ιουνίου και 30 Δεκεμβρίου μέχρι εξοφλήσεως.
  10. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο διατάττει την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων που φέρουν τους χαρακτηριστικούς αριθμούς δηλώσεων Υποθήκης Α/Υ./2010 ημερομηνίας 21/10/2010 και Α/Υ./2010 ημερομηνίας 12/11/
  11. Δίδεται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και των διαταγμάτων για 24 μήνες από σήμερα (10/11/2011). Διαρκούσης της αναστολής εκτέλεσης οι Ενάγοντες θα δικαιούνται να καταχωρήσουν memo επί των ενυπόθηκων ακινήτων των Εναγομένων.
  12. Τα πιο κάτω καθίστανται κανόνας του Δικαστηρίου: «Οι δηλώσεις των μερών σε σχέση με ενέργειες ή αιτήσεις κατά τη διάρκεια της αναστολής έχουν καταγραφεί».
  13. Κάθε διάδικος θα επιβαρυνθεί τα έξοδα του.» 2) Σύμφωνα με την εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου και το πρακτικό του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της απόφασης, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές ως Τεκμήρια 17 και 18, τα ακόλουθα έχουν καταγραφεί ως κανόνας Δικαστηρίου: «Οι Ενάγοντες εις αντάλλαγμα της εκ συμφώνου έκδοσης απόφασης από τους Εναγομένους αναλαμβάνουν για περίοδο 2 ετών από σήμερα ότι δεν θα καταχωρήσουν αίτηση εκκαθάρισης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 και αίτηση πτώχευσης εναντίον του Εναγομένου
  14. Νοείται ότι σε περίπτωση αίτησης τρίτου προσώπου ή πιστωτή για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον οποιασδήποτε εναγομένης εταιρείας ή διάταγμα παραλαβής εναντίον του εναγομένου 4 δεν περιορίζει τους ενάγοντες από του να παραστούν και διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους σε τέτοια διαδικασία. Διευκρινίζεται ότι η αναστολή θα παύσει αυτόματα σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον οποιασδήποτε εναγομένης εταιρείας ή διάταγμα παραλαβής εναντίον του εναγομένου 4 ή διάταγμα που να διατάσσει την εκποίηση οποιουδήποτε ακινήτου.» 3) Η ως άνω Αγωγή αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν από τους Αιτητές προς την Εναγομένη 1 Crystal Tanker, με εξασφαλίσεις την προσωπική εγγύηση του Καθ΄ ου και την παραχώρηση δύο υποθηκών εκ μέρους της Εναγομένης 3, G.D.F. Gulf, υπ΄ αρ. Α/Υ./10 ημ. 21.10.10 για ποσό €300.000 πλέον τόκους και Α/Υ./10 ημ. 12.11.10 για ποσό €700.000 πλέον τόκους, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου. 4) Στις 4.7.14 οι Αιτητές καταχώρισαν την ειδοποίηση πτώχευσης 47/14 ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου. Ο Καθ΄ ου καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης η οποία απερρίφθη με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 14.11.14, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της ειδοποίησης πτώχευσης 35/15, Τεκμήριο
  15. Εναντίον της εν λόγω απόφασης ο Καθ΄ ου καταχώρισε την έφεση 387/14 η οποία εκκρεμεί, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου. 5) Τόσο περί τον Δεκέμβριο του 2010 όσο και περί τον Ιανουάριο του 2015 οι δύο πλευρές συζητούσαν με σκοπό την εξεύρεση συμβιβασμού. Ειδικότερα, όπως καταγράφεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 20.1.15 του Καθ΄ ου προς τους Αιτητές, το οποίο γίνεται «άνευ βλάβης», κατόπιν της συνάντησης των μερών στις 15.1.15 ο Καθ΄ ου σημειώνει πως βρίσκεται στο στάδιο ετοιμασίας - υποβολής μιας επιχειρηματικής πρότασης προς τους Αιτητές προς διευθέτηση των υποθέσεων, δικαστικών αποφάσεων και οποιωνδήποτε άλλων οφειλών των εταιρειών Crystal Tanker, Soboh Holdings, G.D.F. Gulf και του Καθ΄ ου, με την παράκληση όπως οι Αιτητές αναθεωρήσουν τις χρεώσεις τους ούτως ώστε αυτές να περιληφθούν στην πρόταση του Καθ΄ ου, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου. 6) Στις 10.3.15 οι Αιτητές καταχώρισαν την ειδοποίηση πτώχευσης 35/
  16. Σύμφωνα με τον φάκελο της εν λόγω ειδοποίησης, Τεκμήριο 1, και όπως επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Α.1, η εν λόγω ειδοποίηση επιδόθηκε στον Καθ΄ ου προσωπικά στις 7.4.
  17. Σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης βρίσκεται στον φάκελο της ειδοποίησης και αντίγραφο αυτής κατατέθηκε από τον Μ.Α.2 ως Τεκμήριο
  18. Στις 14.4.15 ο Καθ΄ ου καταχώρισε αίτηση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης η οποία απερρίφθη με την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 23.6.
  19. Η εν λόγω απόφαση επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Μ.Α.2 και αποτελεί το Τεκμήριο
  20. 7) Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό ημ. 10.8.16 της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας του Κλάδου Πτωχεύσεων και Εκκαθαρίσεων Εταιρειών του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Μ.Α.2 και αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, βεβαιώνεται πως αναφορικά με τον Καθ΄ ου δεν έχει υποβληθεί αίτηση ούτε και βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής ή Προστατευτικό Διάταγμα, και πως επομένως πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, για έκδοση διατάγματος πτώχευσης εναντίον του. 8) Σύμφωνα με την απόδειξη ημ. 15.9.16, η οποία επίσης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Μ.Α.2 και αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8, έχει καταβληθεί το ποσό των €500 ως δικαιώματα πτωχεύσεων. 9) Στις 29.9.16 οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση. 10) Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, η Αίτηση επιδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών, στο Κτηματολόγιο, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στις 30.9.16 και στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας στις 3.10.
  1. 11) Σύμφωνα με τον φάκελο της παρούσας Αίτησης, κατόπιν σχετικής αίτησης το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ημ. 20.2.17 για την υποκατάστατη επίδοση της Αίτησης με επίδοση δια θυροκόλλησης στην είσοδο της εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd (εφεξής «η Soboh Petroleum»), χώρο εργασίας του Καθ΄ ου και με επίδοση στον κ. ΜX, υπεύθυνο παραλαβής εγγράφων στον χώρο εργασίας του Καθ΄ ου. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, που βρίσκονται στον φάκελο, στις 7.3.17 η Αίτηση επιδόθηκε δια θυροκόλλησης και με επίδοση στον κ. Χ ως το διάταγμα του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Μ.Α.2 κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο
  2. Η θέση του πως είναι διευθυντής του παραρτήματος των Αιτητών στη Λεμεσό γίνεται δεκτή εφόσον ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Ο ισχυρισμός του πως οι Αιτητές είναι τραπεζικό ίδρυμα με άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στη Γαλλία και δραστηριοποιείται στην Κύπρο υπό μορφή υποκαταστήματος από χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεξάγοντας εργασίες ως αλλοδαπή εταιρεία με αρ. εγγραφής ΑΕ465 και με διεύθυνση άσκησης εργασιών την . , παρέμεινε αναντίλεκτος και έτσι επίσης γίνεται δεκτός ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την Αίτηση ο Μ.Α.2 δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα. Τέτοιος ισχυρισμός δεν αντικρούεται με οποιονδήποτε τρόπο στην ένσταση. Παρόλο που ο Μ.Α.2 δεν επανέλαβε αυτόν στα πλαίσια της μαρτυρίας του, εντούτοις δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα ούτε αμφισβήτηση ως προς την εξουσιοδότηση του να δώσει μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών αναφορικά με την παρούσα Αίτηση. Η εισήγηση του δικηγόρου του Καθ΄ ου πως η εξουσιοδότηση του Μ.Α.2 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρος δεν βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά. Ως εκ τούτου δέχομαι πως ο Μ.Α.2 ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και να δώσει προφορική μαρτυρία προς υποστήριξη και στα πλαίσια αυτής. Ο Μ.Α.2 ανέφερε πως έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε πως αυτός ήταν διευθυντής των Αιτητών από τον χρόνο χορήγησης του δανείου στην εταιρεία Crystal Tanker και έκτοτε έχει τον χειρισμό του δανείου. Παρόλο που ανέφερε πως καταλαβαίνει αλλά δεν μιλά Ελληνικά και πως έχει γνώση όλων των εγγράφων στα Ελληνικά από πληροφόρηση των δικηγόρων του, εντούτοις ικανοποιούμαι πως πράγματι ο Μ.Α.2 έχει πλήρη γνώση όλων των γεγονότων, εφόσον αυτός ήταν σε θέση να αναφερθεί με λεπτομέρεια σε όλο το ιστορικό των γεγονότων, μέρος των οποίων επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελούν κοινό έδαφος, και δίδοντας με αμεσότητα και πληρότητα κάθε επεξήγηση που του ζητείτο όπως θα διαφανεί και κατωτέρω. Η γενική εντύπωση που προκάλεσε ο μάρτυρας ήταν πως αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια καθότι έδιδε τις απαντήσεις του για όσα γνώριζε ή μπορούσε να τοποθετηθεί, με ευθύτητα και συνοχή, ενώ με προθυμία δεν αμφισβητούσε κάποιες θέσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ακόμα η παραπομπή στους δικηγόρους των Αιτητών για κάποια ζητήματα, όπως π.χ. η καταχώριση memo, κρίνεται λογική εφόσον είναι φυσιολογικό κάποιοι χειρισμοί και ενέργειες να γίνονται κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων οι οποίοι είναι σε καλύτερη θέση να αναφερθούν σε αυτά τα ζητήματα. Παρέμεινε αναντίλεκτος και ο ισχυρισμός του Μ.Α.2 πως ο Καθ΄ ου για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου ενός έτους πριν την ημερομηνία υποβολής της Αίτησης κατοικεί στη Λεμεσό, και συγκεκριμένα ., ενώ εργάζεται στην εταιρεία Soboh Petroleum στην οποία είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου και διευθυντής, της οποίας το εγγεγραμμένο γραφείο βρίσκεται στην ., σύμφωνα με αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο
  3. Δεν θεωρώ πως οι απαντήσεις του μάρτυρος επί τούτου κατά την αντεξέταση του πλήττουν την αξιοπιστία του ή διαφοροποιούν την αρχική του τοποθέτηση. Πράγματι σε κάποια ερώτηση στην αντεξέταση του ο Μ.Α.2 ανέφερε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο στην οδό . βρίσκεται η κατοικία ή το γραφείο του Καθ΄ ου, πλην όμως μέσα από τις ερωτήσεις και απαντήσεις που ακολούθησαν ήταν σαφές πως υπήρξε κάποια σύγχυση ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου και τη διεύθυνση κατοικίας και εργασίας του Καθ΄ ου, με αποτέλεσμα τελικώς ο μάρτυρας να παραπέμψει στο πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών για τη διεύθυνση εργασίας του. Ως εκ τούτου και αυτός ο ισχυρισμός του Μ.Α.2 γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. Αφού ο Μ.Α.2 αναφέρθηκε στην απόφαση ημ. 10.11.11, ισχυρίστηκε πως μετά την πάροδο αναστολής εκτέλεσης, ουδέν ποσό κατεβλήθη έναντι της εν λόγω απόφασης και κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο ποσό κατά την 1.7.18 είναι US$2.008.578,56 πλέον τόκους. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Α.2 αναγνώρισε πως η κατάσταση εκτυπώθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο και του δόθηκε. Θεωρώ πως κατά την αντεξέταση του ο Μ.Α.2 ήταν σαφής πως η εν λόγω κατάσταση είναι μια απλή κατάσταση στην οποία δεν φαίνεται αναλυτικά η χρέωση του τόκου, θέση την οποία επιβεβαίωσε και επεξήγησε πλήρως η Μ.Α.3, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Επιπλέον ο Μ.Α.2 ήταν σε θέση να εξηγήσει πως ο τόκος ήταν προς 7% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο και πως παρόλο που η ημερομηνία καταχώρισης φαίνεται δύο φορές, ανά εξάμηνο, εντούτοις ο υπολογισμός και η χρέωση τόκου γίνεται μόνο μια φορά ετησίως. Σημειώνεται και εδώ πως η ίδια θέση εκφράστηκε με περαιτέρω λεπτομέρεια και από τη Μ.Α.
  4. Η αδυναμία του Μ.Α.2 να αναφερθεί στο ακριβές οφειλόμενο ποσό σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, όπως του ζητήθηκε από τον δικηγόρο του Καθ΄ ου, ουδόλως υποδηλώνει πως υπήρχε κάποιο λάθος στην κατάσταση αλλά αντιθέτως οφείλεται στην καθόλα λογική τοποθέτηση του μάρτυρος πως αυτή ήταν μια απλή κατάσταση και πως θα έπρεπε να προβεί σε διάφορους υπολογισμούς τους οποίους δεν μπορούσε να κάνει με ακρίβεια εκείνη τη στιγμή παρά μόνο αναφέρετο στα ποσά καθ΄ υπολογισμό. Ήταν χαρακτηριστική η επιμονή του πως αν του παρείχετο χρόνος για να κάνει τους υπολογισμούς, θα μπορούσε να αποδείξει κάθε σεντ που οφείλεται, πλην όμως σημειώνεται ότι δεν του ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, η αδυναμία του μάρτυρος να αναφερθεί σε ακριβείς υπολογισμούς δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία εφόσον μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του διεφάνη πως αυτός δεν ήταν ο βασικός μάρτυρας επί των καταστάσεων λογαριασμών, εξ ου και προσφέρθηκε η μαρτυρία της Μ.Α.3 η οποία, λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων της, ήταν σε θέση να δώσει πληρέστερη εικόνα και κατέθεσε αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες και επεξήγησε και συμφωνούν με το Τεκμήριο
  5. Όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, βασικά η μαρτυρία του Μ.Α.2 αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού συμπληρώθηκε από τη μαρτυρία της Μ.Α.
  6. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου εξηγεί και τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων αναφορικά με το θέμα άλλων χρεώσεων. Ο Μ.Α.2 ανέφερε πως η αναφορά σε «net interest and charges» βασικά αφορά μόνο τόκους και δεν υπήρχαν άλλες χρεώσεις ενώ η Μ.Α.3 δήλωσε πως υπήρχαν και χρεώσεις «statement fees», ποσού €5 ή €15 ετησίως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Τέτοια διαφοροποίηση μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων δεν αφορά σε ουσιώδες ζήτημα και εν πάση περιπτώσει, όπως φαίνεται και από τις δύο καταστάσεις, το ποσό των χρεώσεων σε σύγκριση με τον τόκο είναι μηδαμινό ούτως ώστε βασικά η ανάλογη χρέωση να αφορά σχεδόν εξ ολοκλήρου τόκο και όχι άλλες χρεώσεις. Χαρακτηριστική επίσης ήταν η επιμονή του μάρτυρος πως ουδέν ποσό κατεβλήθη έναντι της απόφασης. Ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναγνωρίσει την επιστολή ημ. 7.6.12, Τεκμήριο 13, των Αιτητών προς τον Καθ΄ ου η οποία αφορά τις Αγωγές 1998/11 και 1929/11 εναντίον των Crystal Tanker, Soboh Petroleum, Soboh Holdings, G.D.F. Gulf και του Καθ΄ ου και σε πληρωμή ποσού €10.000 στις 20.2.12, λέγοντας με κάθε βεβαιότητα πως αυτό το ποσό φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού που αφορά την εταιρεία Soboh Petroleum, θέση η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη Μ.Α.3 και τελικώς παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Α.2 ανέφερε πως οι Αιτητές έχουν εγγράψει Β υποθήκες αναφορικά με την ακίνητη περιουσία της εταιρείας G.D.F. Gulf, ισχυρισμός ο οποίος επαναλήφθηκε και από τη Μ.Α.3 και δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ως εκ τούτου αυτός γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. Στη Γραπτή του Δήλωση ο Μ.Α.2 ανέφερε ακόμα πως έχουν δρομολογηθεί οι διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης από πιστωτές της εταιρείας οι οποίοι έχουν εγγράψει Α υποθήκη και πως αυτές δεν είναι ικανές να εξασφαλίσουν το εξ αποφάσεως χρέος. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Α.2 ανέφερε πως η μια υποθήκη αφορά ποσό €700.000 ενώ η δεύτερη €800.000 δηλώνοντας ευθαρσώς πως δεν ήταν βέβαιος για τα ποσά. Σύμφωνα με τα έγγραφα υποθήκης, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου, η πρώτη υποθήκη αφορά ποσό €300.000 και η δεύτερη ποσό €700.
  7. Όπως ανέφερε ο Μ.Α.2, αναφορικά με την πρώτη υποθήκη που αφορούσε 11 συνολικά ακίνητα, η Ελληνική Τράπεζα που είχε εγγράψει Α υποθήκη επί αυτών προχώρησε σε πώληση πριν από ένα έτος, έναντι ποσού €150.000 με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην λάβουν οποιοδήποτε ποσό. Σε ερωτήσεις του δικηγόρου του Καθ΄ ου κατά πόσο οι Αιτητές έδωσαν τη συγκατάθεση τους στην πώληση και αν αυτοί προέβησαν σε ενέργειες να αγοράσουν οι ίδιοι τα ακίνητα, ο Μ.Α.2 έδωσε τις καθόλα βάσιμες και λογικές απαντήσεις πως οι Αιτητές όφειλαν να σεβαστούν τη διαδικασία και να ακολουθηθεί η πώληση δια πλειστηριασμού βάσει της Α υποθήκης της Ελληνικής και πως οι ίδιοι, ως Τράπεζα, δεν μπορούν να αγοράσουν τα ακίνητα ούτε και να πλειοδοτούν, σεβόμενοι πλήρως τις διαδικασίες και τους Νόμους. Αναφορικά με τη δεύτερη υποθήκη, ήταν σαφές πως ο Μ.Α.2 δήλωσε ότι αυτή αφορά (και όχι καλύπτει) το ποσό των €2εκ. το οποίο οφείλεται βάσει της κατάστασης λογαριασμού και ήταν επίσης κάθετος ότι ενημερώθηκαν επίσημα πως η Τράπεζα Κύπρου η οποία έχει Α υποθήκη ξεκίνησε πριν από τρεις μήνες τη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό και πως αναμένεται οι Αιτητές να μην λάβουν οτιδήποτε και πάλι. Δήλωσε πως βάσει εκτίμησης περί τις αρχές του 2018 η αξία της ενυπόθηκης περιουσίας υπολογίζεται στις €700.000, όμως επέμενε πως οι Αιτητές δεν θα εισπράξουν οτιδήποτε από το προϊόν πώλησης. Δεν θεωρώ πως η παράλειψη του μάρτυρος να παρουσιάσει την εν λόγω εκτίμηση πλήττει την αξιοπιστία του καθότι, αφενός σαφώς ακόμα και αυτό το ποσό δεν καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος και, αφετέρου δεν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να την προσκομίσει. Σε ερώτηση κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταχωρίσει memo το οποίο καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος, ο Μ.Α.2 παρέπεμψε στους δικηγόρους του, θέση την οποία κρίνω βάσιμη και λογική αλλά ταυτόχρονα επέμενε πως το εξ αποφάσεως χρέος δεν πρόκειται να καλυφθεί από τις εξασφαλίσεις που έχουν για το εξ αποφάσεως χρέος, ήτοι τις δύο υποθήκες και την προσωπική εγγύηση του Καθ΄ ου. Είναι δε αξιοσημείωτο πως ο Μ.Α.2 συμφώνησε με την υποβολή πως, μετά την έκδοση της απόφασης ημ. 10.11.11, έχουν εγγράψει memo επί των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορούν την Αγωγή. Παρόλο που τελικώς ο Μ.Α.2 αναγνώρισε πως ο Καθ΄ ου κατέχει και άλλη ακίνητη περιουσία για την οποία οι Αιτητές έχουν ως εξασφάλιση την υποθήκη Υ./10 και επί της οποίας οι Αιτητές έχουν εγγράψει memo, ακολούθως δήλωσε πως αυτή η υποθήκη αφορά χρέος ύψους €3εκ. της Soboh Petroleum, οι Αιτητές έχουν Δ υποθήκη και πως δεν έχουν εκτίμηση για την αξία αυτής. Δήλωσε χωρίς ενδοιασμό πως ο Καθ΄ ου είναι εγγυητής για το εξ αποφάσεως χρέος στην Αγωγή 1998/11 και η μόνη περιουσία που παρείχε στους Αιτητές ήταν η τέταρτη υποθήκη επί της οικίας του. Αυτές οι θέσεις του μάρτυρος επιβεβαιώθηκαν και από τη Μ.Α.3 η οποία μάλιστα έδωσε περαιτέρω στοιχεία δίδοντας την πλήρη εικόνα επί αυτών των θεμάτων. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως στα πλαίσια της αντεξέτασης του ήταν προφανές ότι με τις αναφορές του Μ.Α.2 πως οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές αυτός αναφερέτο στην ύπαρξη της προσωπικής εγγύησης του Καθ΄ ου και των δύο υποθηκών, εξ και επέμενε σταθερά καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του πως αυτές οι εξασφαλίσεις δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος. Ο Μ.Α.2 δεν γνώριζε αλλά ούτε και αμφισβήτησε ότι ο Καθ΄ ου είναι ιδιοκτήτης των τεμαχίων ., ως φαίνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας Τεκμήρια 10 και 11, και ιδιοκτήτης ακόμα ενός ακινήτου και ότι η εταιρεία G.D.F. Gulf είναι ιδιοκτήτρια και άλλων τεμαχίων πέραν του ακινήτου . που είναι υποθηκευμένο προς όφελος των Αιτητών (Υ./10), όπως φαίνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας Τεκμήριο
  8. Εδώ επισημαίνεται πως ενώ ο δικηγόρος αναφέρθηκε σε ακόμα έξι ακίνητα, ιδιοκτησίας της G.D.F. Gulf, στο Τεκμήριο 12 περιλαμβάνονται πιστοποιητικά εγγραφής μόνο για τρία ακίνητα στο όνομα της και ένα στο όνομα του Καθ΄ ου. Ο Μ.Α.2 δήλωσε επίσης πως δεν γνωρίζει κατά πόσο οι Εναγόμενες εταιρείες στην Αγωγή 1998/11 εξακολουθούν να είναι ενεργές ενώ δεν αμφισβήτησε τη σχετική υποβολή ως προς τούτο εκ μέρους του δικηγόρου του Καθ΄ ου. Κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Α.2 ανέφερε πως η ειδοποίηση πτώχευσης 47/14 δεν προωθήθηκε για τον λόγο ότι ο Καθ΄ ου μέσω του γιου του, Omar Soboh, προσέγγισε τους Αιτητές και ειδικότερα τον ίδιο ζητώντας χρόνο για να υποβάλει πρόταση αποπληρωμής, παραπέμποντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 20.2.15, Τεκμήριο
  9. Είναι γεγονός πως το εν λόγω μήνυμα επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του μάρτυρος. Ο Μ.Α.2 ανέφερε πως μετά την αποστολή του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος, ο ίδιος είχε 3-4 συναντήσεις στα γραφεία του Καθ΄ ου σε μια προσπάθεια εξεύρεσης διευθέτησης, πλην όμως παρά τις συζητήσεις, ουδεμία πρόταση υποβλήθηκε ούτε διεφάνη πρόθεση του Καθ΄ ου να προβεί σε τέτοια πρόταση παρά μόνο επρόκειτο για μια παρελκυστική τακτική και επομένως ο Μ.Α.2 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρίσουν αίτηση πτώχευσης, όμως ενημερώθηκε πως έπρεπε να καταχωριστεί νέα ειδοποίηση λόγω της λήξης της προθεσμίας, όπως και έγινε. Ο Μ.Α.2 επανέλαβε με σταθερότητα και συνέπεια τις ίδιες ακριβώς θέσεις και κατά την αντεξέταση του, θέσεις οι οποίες κρίνονται λογικές και βάσιμες και ως εκ τούτου αξιόπιστες. Η εισήγηση του δικηγόρου του Καθ΄ ου πως δεν είναι λογικό ο Καθ΄ ου να καταχωρεί αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης 47/14 και ακολούθως έφεση, ενώ ταυτόχρονα οι Αιτητές να μην προωθούν τη διαδικασία λόγω συζητήσεων μεταξύ των μερών δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα. Επισημαίνεται πως η διαδικασία της ειδοποίησης είχε ολοκληρωθεί εντός του 2014, ενώ μέσω του ηλεκτρονικού μηνύματος, Τεκμήριο 4, προκύπτει πως οι όποιες επαφές μεταξύ των μερών (εκτός από το 2010) έγιναν αρχές του 2015, προφανώς στη μετέπειτα προσπάθεια του Καθ΄ ου να εμποδίσει τους Αιτητές στην περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας, όπως άλλωστε ήταν και η θέση του Μ.Α.
  10. Επομένως, αυτή η εισήγηση δεν καθιστά με οποιονδήποτε τρόπο τρωτή και μη πειστική την τοποθέτηση του μάρτυρος επί τούτου. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Α.2 αρνήθηκε την υποβολή πως μετά την έκδοση της απόφασης οι Αιτητές δεν έλαβαν μέτρα είσπραξης, λέγοντας πως είχαν αρκετή αλληλογραφία και αιτήματα για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, χωρίς αυτό να υλοποιηθεί. Επέμενε επίσης πως ο λόγος για την προώθηση της παρούσας διαδικασίας εκ μέρους των Αιτητών είναι ότι ακολουθούν τις νόμιμες διαδικασίες κατόπιν της αποτυχίας των Αιτητών να εισπράξουν το λαβείν τους και εφόσον ο Καθ΄ ου είναι αναξιόχρεος και ανίκανος να πληρώσει το χρέος. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Α.2 κρίνεται αξιόπιστη και ως εκ τούτου γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο. Και η Μ.Α.3 με τη σειρά της άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως αντικειμενική και ειλικρινής μάρτυρας. Το σύνολο της μαρτυρίας της χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και συνέπεια και λόγω της ιδιότητας και των καθηκόντων της ήταν σε θέση να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις επί όλων των υπό κρίση ζητημάτων. Έκπληξη προκάλεσε η θέση της πως προσήλθε να δώσει μαρτυρία κατόπιν παράκλησης και αντί του διευθυντή Μ.Α.2, κάτι το οποίο θεωρώ πως αποκαλύπτει τόσο την άγνοια της ως προς το ότι και ο Μ.Α.2 έδωσε μαρτυρία όσο και την έλλειψη οποιασδήποτε προσυνεννόησης μεταξύ τους. Στη Γραπτή της Δήλωση, Έγγραφο 2, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, η Μ.Α.3 αναφέρθηκε στην ιδιότητα της και στην προσωπική της γνώση για τα γεγονότα. Γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη θέση της κατά την αντεξέταση της πως εργάζεται στους Αιτητές από το 1991, εκτός από ένα εξάμηνο κατά το 2000, και στο Τμήμα Δανείων τα τελευταία δέκα έτη. Ήταν σαφές πως η μάρτυρας είχε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης αντλώντας γνώση από τον φάκελο που τηρείται στην Τράπεζα ενώ δεν δίστασε να δηλώσει πως η ίδια δεν είχε προσωπική επικοινωνία με τον Καθ΄ ου για την υπόθεση. Παρέμεινε δε σταθερή στο ότι κατά τον χρόνο παραχώρησης του υπό κρίση δανείου, η ίδια εργαζόταν στο Τμήμα Δανείων όπου συνάδελφος της χειριζόταν την εν λόγω υπόθεση. Δήλωσε πως λόγω της ιδιότητας της έχει στην κατοχή και φύλαξη της τον φάκελο του ομίλου εταιρειών Soboh, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων εταιρειών στην Αγωγή 1998/11 και του Καθ΄ ου. Στην αντεξέταση της διευκρίνισε πως οι φάκελοι βρίσκονται σε ειδικό δωμάτιο στο οποίο έχουν πρόσβαση μόνο ορισμένοι λειτουργοί από το Τμήμα της. Επομένως, γίνεται δεκτό το γεγονός πως η ίδια έχει κατοχή και πρόσβαση στους φακέλους των πελατών της Τράπεζας. Στη Γραπτή της Δήλωση η Μ.Α.3 ανέφερε πως λόγω της θέσης και των καθηκόντων της γνωρίζει πως η Τράπεζα τηρεί τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή όπου φυλάσσονται και όλες οι πληροφορίες και πράξεις αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών της, συμπεριλαμβανομένου και του ομίλου των εταιρειών Soboh. Επιβεβαίωσε πως το τραπεζικό βιβλίο αποτελεί ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας, κάτι το οποίο ίσχυε και κατά τον χρόνο καταχώρισης όλων των πράξεων σχετικά με τον λογαριασμό της Crystal Tanker. Η Μ.Α.3 ανέφερε πως το τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Αιτητών και πως οι καταστάσεις που εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις και διαπίστωσε την ορθότητα τους. Η θέση της Μ.Α.3 κατά την αντεξέταση της πως απλώς έφερε τις καταστάσεις τις οποίες εκτύπωσε άλλη υπάλληλος, δεν αντιφάσκει με τις προγενέστερες θέσεις της ως προς τον έλεγχο αυτών εφόσον σε άλλα σημεία της αντεξέτασης της η ίδια αναφέρθηκε σε έλεγχο των καταστάσεων και επαλήθευση των στοιχείων μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ως εκ τούτου δέχομαι πως αυτή έλεγξε την ορθότητα των όσων καταγράφονται στην κατάσταση, Τεκμήριο 14, με το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου που τηρείται ηλεκτρονικά στην Τράπεζα και στο οποίο έχει πρόσβαση. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της ικανοποιεί πλήρως τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ούτως ώστε οι καταστάσεις, Τεκμήριο 14, να είναι αποδεκτές ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Μ.Α.3 έδωσε πλήρεις εξηγήσεις ως προς τη φύση και ανάλυση των καταστάσεων, Τεκμήριο 4 και Τεκμήριο
  11. Είπε ότι το Τεκμήριο 4 είναι οι απλές καταστάσεις που αποστέλλονται στον πελάτη και έδωσε την καθόλα πειστική απάντηση πως αυτές αποστέλλοντο κάθε μήνα στον Καθ΄ ου εφόσον έχουν διεύθυνση αποστολής όπως φαίνεται στο σύστημα. Το Τεκμήριο 14 αποτελεί τις αναλυτικές καταστάσεις τις οποίες η μάρτυρας ήταν σε θέση να εξηγήσει με αναφορά στη χρέωση τόκου, χρεώσεων και στον καθορισμό του οφειλόμενου υπολοίπου σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, εμμένοντας πως οι δύο καταστάσεις συμφωνούν ως προς τα ποσά και πως απλώς εκτυπώθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες. Δήλωσε πως το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την 1.7.18 ανέρχεται στις US$2.008.578,
  12. Έχει ήδη λεχθεί πως και η ίδια εξήγησε πως η χρέωση του τόκου είναι προς 7% σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση και πως η κεφαλαιοποίηση γίνεται μόνο δύο φορές τον χρόνο. Θεωρώ πως ο Μ.Α.2 αλλά και η Μ.Α.3 αναφέρθηκαν με πλήρη επάρκεια και σαφήνεια στον τρόπο χρέωσης του τόκου, με ειδική αναφορά στον τρόπο παρουσίασης του τόκου στις καταστάσεις αλλά με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. Ως εκ τούτου οι θέσεις στην αγόρευση του Καθ΄ ου αναφορικά με την ανακεφαλαιοποίηση του τόκου ανά τριμηνία, πέραν του ότι δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες, κρίνονται αβάσιμες και αυθαίρετες. Η Μ.Α.2 αναφέρθηκε επίσης στο θέμα των άλλων χρεώσεων. Πέραν της επιμονής της περί της ορθότητας των καταστάσεων, τις οποίες έλεγξε, η μάρτυρας ανέφερε πως δεν φαίνεται στο αρχείο της Τράπεζας να υπήρξε οποτεδήποτε αμφισβήτηση είτε από τη Crystal Tanker είτε από τον Καθ΄ ου για τις καταστάσεις που τους αποστέλλονταν. Αυτές οι θέσεις της μάρτυρος βασίζονταν τόσο στην εμπειρία της, στην πρακτική που ακολουθείται από την Τράπεζα και στα στοιχεία του φακέλου. Θεωρώ πως η Μ.Α.3 κατέθεσε με ευθύτητα, πληρότητα και βεβαιότητα και επομένως αυτή η μαρτυρία της γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Τόσο για το οφειλόμενο υπόλοιπο όσο και για τις εξασφαλίσεις των Καθ΄ ων η μαρτυρία της Μ.Α.3 συνάδει με αυτή του Μ.Α.2, πλην όμως η Μ.Α.3 έδωσε πολύ περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες οι οποίες ενισχύουν και υποστηρίζουν τις θέσεις των δύο αυτών μαρτύρων οι οποίοι στην ουσία συμφωνούν. Έτσι και η Μ.Α.3 με τη σειρά της δήλωσε πως οι Αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της ακίνητης περιουσίας του Καθ΄ ου αναφορικά με την υπό κρίση διευκόλυνση. Πρόσθεσε πως βάσει εκτίμησης η οποία διενεργήθηκε στις 17.10.16 αναφορικά με την περιουσία της Υ./10 , η τιμή αγοράς είναι €970.000 ενώ η τιμή καταναγκαστικής πώλησης είναι €825.
  13. Και εδώ θεωρώ πως η παράλειψη παρουσίασης της εκτίμησης δεν πλήττει την αξιοπιστία της μάρτυρος από την οποία σημειώνεται δεν ζητήθηκε η παρουσίαση της και επιπλέον η ειλικρίνεια της μάρτυρος διεφάνη μέσα από την αυθόρμητη της απάντηση πως η Τράπεζα έχει ζητήσει νέα εκτίμηση κατά τον τρέχοντα μήνα που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η Μ.Α.3 επανέλαβε τις εξασφαλίσεις που οι Αιτητές κατέχουν αναφορικά με το εξ αποφάσεως χρέος, προσθέτοντας πως το χρέος προς την Ελληνική Τράπεζα (βάσει της Α υποθήκης) ανέρχετο στις €1.663.36,46 με τόκο 13% επί ποσού €1.575.964,43 από την 1.12.16 και έξοδα €4.517,50, ενώ η Δ υποθήκη επί της οικίας του Καθ΄ ου βάσει της Υ./10 ημ. 30.9.10 αφορά ποσό €1.250.000 πλέον τόκους. Ανέφερε πως βάσει εκτίμησης του 2013 η αξία αυτής είναι €1.598.000 ενώ οι υποθήκες που η Τράπεζα Κύπρου διατηρεί επί αυτής και προηγούνται της παρούσας ξεπερνούν τα €2.500.000 πλέον τόκους. Η Μ.Α.3 κατέθεσε και την απόφαση στην Αγωγή 1929/11, Τεκμήριο 15, η οποία αφορά στην εν λόγω υποθήκη, επιβεβαιώνοντας και την πληρωμή των 10.000 έναντι αυτής. Η Μ.Α.3 κατέθεσε και έρευνα του Κτηματολογίου ημ. 12.11.18 αναφορικά με τα ακίνητα που βρίσκονται εγγεγραμμένα στο όνομα του Καθ΄ου με την εκτιμημένη αξία τους κατά το 2013 επισημαίνοντας πως αυτά βαρύνονται με πληθώρα εμπράγματων βαρών, όπως φαίνεται στο ίδιο το Τεκμήριο
  14. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως στο Τεκμήριο 16 περιλαμβάνονται και τα τρία ακίνητα του Καθ΄ ου που περιγράφονται στα Τεκμήρια 10, 11 και
  15. Η μάρτυρας δεν δίστασε να απαντήσει πως οι τιμές του 2013 πρέπει να έχουν αυξηθεί λίγο από τότε, επιδεικνύοντας για ακόμα μια φορά την επιθυμία της να αποκαλύψει την αλήθεια, δίδοντας βεβαίως τη δική της εκτίμηση χωρίς όμως συγκεκριμένα στοιχεία. Στα ίδια ακριβώς πλαίσια κρίνεται και η τοποθέτηση της πως οι αξίες των ενυπόθηκων ακινήτων στην Αγωγή 1998/11 είναι μεγαλύτερες από αυτές που αναφέρει στη Γραπτή της Δήλωση. Τέλος, στη Γραπτή της Δήλωση η Μ.Α.3 ανέφερε πως η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε προς τον σκοπό δίκαιης διανομής στους πιστωτές των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ ου και όχι για σκοπούς είσπραξης και πίεσης του Καθ΄ ου. Γνωρίζει την καλή τραπεζική πρακτική πως αν ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής του είναι αναξιόχρεος και υπάρχουν πέραν του ενός πιστωτών, τότε η Τράπεζα προχωρά σε διαδικασία πτώχευσης για προστασία των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη τα οποία θα διαμοιραστούν στους πιστωτές σύμφωνα με τον Νόμο. Αυτές οι θέσεις επαναλήφθηκαν με την ίδια συνέπεια και σαφήνεια και κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, δίδοντας τη βάσιμη απάντηση πως γνωρίζει για τα πιο πάνω λόγω της ιδιότητας της, τα οποία της έχουν εξηγήσει και οι δικηγόροι της Τράπεζας και αποτελεί πρακτική της Τράπεζας. Αναφορικά με την προκειμένη περίπτωση, η Μ.Α.3 ανέφερε πως οι αποφάσεις για καταχώριση διαδικασίας πτώχευσης λαμβάνονται από ειδική επιτροπή των Αιτητών στη Γαλλία και πως αυτή γίνεται για σκοπούς προστασίας της τράπεζας και των άλλων πιστωτών. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι πως η μαρτυρία της Μ.Α.3 ήταν καθόλα αξιόπιστη και γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων, το Δικαστήριο κατ΄ αρχάς αποδέχεται πως τόσο η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, όσο και οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 14, έχουν ελεγχθεί από τη Μ.Α.3 και συγκριθεί με τα βιβλία της Τράπεζας στα οποία έχει πρόσβαση και είναι ορθές. Επομένως, ικανοποιούμαι πως αυτές παρουσιάζουν το ορθό οφειλόμενο ποσό με τον καθορισμένο στην απόφαση τόκο προς 7% και κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, το οποίο την 1.7.18 ανέρχεται στις US$2.008.578,
  16. Γίνεται επίσης δεκτό πως για το εν λόγω χρέος οι Αιτητές είχαν ως εξασφάλιση την προσωπική εγγύηση του Καθ΄ ου και τις δύο Β υποθήκες ακίνητης περιουσίας της G.D.F. Gulf. Αναφορικά με την Υ./10 η Ελληνική Τράπεζα κατείχε Α υποθήκη για χρέος ύψους €1.663.36,46 με τόκο 13% επί ποσού €1.575.964,43 από την 1.12.16 και έξοδα €4.517,50, και πριν ένα έτος προχώρησε σε πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας δια πλειστηριασμού έναντι ποσού €150.000, και οι Αιτητές δεν εισέπραξαν οτιδήποτε από το προϊόν πώλησης. Αναφορικά με την Υ./10, πριν από τρεις μήνες η Τράπεζα Κύπρου, η οποία έχει Α υποθήκη, έχει ξεκινήσει διαδικασία για πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας και αναμένεται πως οι Αιτητές δεν θα καταφέρουν πάλι να εισπράξουν οτιδήποτε από το προϊόν πώλησης. Σύμφωνα με εκτίμηση ημ. 17.10.16 η τιμή αγοράς της ενυπόθηκης περιουσίας είναι €970.000 ενώ η τιμή καταναγκαστικής πώλησης είναι €825.
  17. Οι Αιτητές έχουν ζητήσει νέα εκτίμηση. Οι Αιτητές έχουν και τη Δ Υ./10 επί της οικίας του Καθ΄ ου για το ποσό των €1.250.000 πλέον τόκους και αφορά την απόφαση στην Αγωγή 1929/11, Τεκμήριο 15, για ποσό US$2.278,620,76 ή το ισόποσο σε ευρώ πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με εκτίμηση του Κτηματολογίου του 2013 η αξία αυτής είναι €1.598.000 ενώ οι υποθήκες που διατηρεί η Τράπεζα Κύπρου επί αυτής και προηγούνται της υποθήκης προς όφελος των Αιτητών ξεπερνούν τα €2.500.000 πλέον τόκους. Τέλος, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως ο Καθ΄ ου έχει και άλλη ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του, για την οποία υπάρχουν άλλα εμπράγματα βάρη, προς όφελος άλλων τραπεζών, του Φόρου κ.λπ., όπως επιμαρτυρεί το Τεκμήριο
  18. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου πως η G.D.F. Gulf είναι ιδιοκτήτρια και άλλων τριών τεμαχίων πέραν του ακινήτου . το οποίο είναι υποθηκευμένο προς όφελος των Αιτητών (Υ./10), Τεκμήριο
  19. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 3(η), 4-6, 87 και 88 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως έχει τροποποιηθεί, και στους Κανονισμούς 7, 16, 44, 46 και 50 των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο λόγος ένστασης πως η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς εγείρεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω είτε στους λόγους ένστασης είτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και επομένως θεωρώ πως αυτός δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης. Σχετικά παραπέμπω στη Δ.48 θ.4
(1)και στον Τύπο 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις υποθέσεις Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1(B) A.A.Δ. 825 και Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92. Μόνο στην αγόρευση του Καθ΄ ου εγείρεται πως ο Μ.Α.2 δεν δύναται να επιβεβαιώσει τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και πως δεν υπάρχει πιστοποιημένη εξουσιοδότηση από τους Αιτητές προς τον Μ.Α.2 για να επαληθεύσει τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση, όπως απαιτείται από τον Κανονισμό 46
(2)των περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών, ούτως ώστε η Αίτηση να υπόκειται σε απόρριψη. Παρόλο που θεωρώ πως τέτοιοι λόγοι έπρεπε να περιλαμβάνονταν με σαφήνεια στους λόγους ένστασης ή στην ένορκη δήλωση αυτής, εντούτοις μόνο για σκοπούς πληρότητας αναφέρω πως όσον αφορά την ικανότητα του Μ.Α.2 να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της Αίτησης, σχετικό είναι το άρθρο 6
(1)του Κεφ. 5 και οι Κανονισμοί 16 και 50. Ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ. 5 προνοεί πως «Αίτηση πιστωτή θα βεβαιώνεται από ένορκο δήλωση του πιστωτή, ή από πρόσωπο για λογαριασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα.». Σύμφωνα με τον Καν. 16 «Every application to the Court shall . be supported by affidavit verifying the facts relied upon.» ενώ στον Καν. 50 αναφέρονται τα εξής: «
(1)Every creditor's petition shall be verified by affidavit .
(2)Any affidavit filed in support of the petition must be made by a person who can swear from his own knowledge to the truth of the facts to which he deposes.» Ο Μ.Α.2 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ρητά αναφέρει την ιδιότητα του σε σχέση με τους Αιτητές, δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην παρούσα και επιβεβαιώνει την αλήθεια των όσων αναφέρονται στην Αίτηση, λέγοντας πως είτε έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα ενώ για εκείνα για τα οποία αναφέρει άλλη πηγή γνώσης είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει. Θεωρώ πως αυτές οι θέσεις του, ενόψει και της αξιολόγησης της μαρτυρίας του αναφορικά με την πηγή των γνώσεων του για τα γεγονότα, τον καθιστούν ικανό να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση εντός της έννοιας του Κανονισμού 50 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και η οποία βρίσκεται σε συμμόρφωση με όλες τις πιο πάνω πρόνοιες. Αναφορικά με το ζήτημα του νομότυπου της εξουσιοδότησης του Μ.Α.2 να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο δικηγόρος του Καθ΄ ου παρέπεμψε στον Καν. 46
(2), σύμφωνα με τον οποίο: «Όταν το πρόσωπο που επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση δεν ευρίσκεται στη Δημοκρατία, το πρόσωπο αυτό μπορεί να εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο που ευρίσκεται στη Δημοκρατία να επαληθεύσει με ένορκη δήλωση τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό δεν θα ενεργεί και ως δικηγόρος του. Νοείται ότι τέτοια εξουσιοδότηση θα πρέπει να πιστοποιείται από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή της χώρας κατοικίας του αιτητή, η πιστοποίηση της οποίας αναγνωρίζεται ως κανονική από τις αρχές της Δημοκρατίας.» Σύμφωνα με την αναντίλεκτη και αποδεκτή θέση του Μ.Α.2, οι Αιτητές είναι τραπεζικό ίδρυμα με άδεια λειτουργίας στη Γαλλία το οποίο δραστηριοποιείται στην Κύπρο υπό μορφή υποκαταστήματος τράπεζας από χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεξάγοντας τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΑΕ465 και διεύθυνση άσκησης εργασιών στη Λεμεσό. Η εγγραφή αλλοδαπής εταιρείας ρυθμίζεται από το Μέρος VIII, ήτοι τα άρθρα 347-353, του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Σαφώς δε αυτή έχει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Ν.66(Ι)/97, όπως έχει τροποποιηθεί. Ο δικηγόρος του Καθ΄ ου παρέπεμψε στην πρωτόδικη υπόθεση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Πετρή v. FBME Bank Ltd κ.ά., Αρ. Υπ. 47/15, ημ. 17.3.15, στην οποία αποφασίστηκε πως τα υποκαταστήματα τραπεζών που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα δεν αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες. Σημειώνεται ακόμα πως εκεί επρόκειτο για τράπεζα με έδρα τρίτη χώρα ενώ οι Αιτητές έχουν την έδρα τους σε χώρα κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρόλο που το αντικείμενο της εν λόγω απόφασης ήταν το νομικό ζήτημα της εκπροσώπησης της Τράπεζας, ήτοι κατά πόσο η Τράπεζα ή ο ειδικός διαχειριστής του υποκαταστήματος αυτής στην Κύπρο δικαιούται να διορίσει δικηγόρο, το Δικαστήριο προβαίνει σε μια διαφωτιστική ανάλυση στον ορισμό της έννοιας «υποκατάστημα» με αναφορά στην Οδηγία 2006/48/EC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης ημ. 14.6.14 και στον Καν. 575/13 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και καταλήγει πως τα υποκαταστήματα τραπεζών, δεν διαθέτουν ξεχωριστή μεν οντότητα, όμως πρόκειται για «έδρα εκμετάλλευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, νομικώς εξαρτωμένης από το ίδρυμα, της οποίας οι πράξεις που διενεργεί αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο ανήκει». Ακόμα και σε περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο ήθελε υιοθετήσει την πιο πάνω προσέγγιση, θεωρώ πως από τη στιγμή που οι Αιτητές είναι εγγεγραμμένη ως αλλοδαπή εταιρεία στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και λειτουργούν στην Κύπρο, έχουν παρουσία και ασκούν δραστηριότητες με διεύθυνση εργασίας στην Κύπρο, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του Καν. 46
(2). Με άλλα λόγια θεωρώ πως ο Κανονισμός αυτός αφορά σε νομικά πρόσωπα τα οποία βρίσκονται εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό, ενώ από τη στιγμή που οι Αιτητές βρίσκονται και λειτουργούν στην Κύπρο τότε σαφώς αυτοί δύνανται να εκπροσωπηθούν από τα πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία τους εδώ. Και πάλι μόνο κατά το στάδιο της αγόρευσης του Καθ΄ ου προβλήθηκε ισχυρισμός πως η επίδοση της Αίτησης δεν έγινε κανονικά. Από τη στιγμή που τέτοιος ισχυρισμός δεν εξειδικεύεται στους λόγους ένστασης ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, αυτός δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, θεωρώ πως από τη στιγμή που το Δικαστήριο διέταξε την υποκατάστατη επίδοση της Αίτησης, με βάση την εξουσία που του παρέχεται από τον Καν. 51
(2), με τους δύο εκεί αναφερόμενους τρόπους, και η επίδοση έγινε προς πλήρη συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα, τότε δεν τίθεται ζήτημα μη καλής επίδοσης. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 5, για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 και δεν εκδίδεται διάταγμα εκτός αν προσκομιστεί πιστοποιητικό ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση ή δεν βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής ή προστατευτικό διάταγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. Το άρθρο 5 προνοεί τα ακόλουθα: «5.-
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη, εκτός αν- (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούται σε δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), και, (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά, ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι ή μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή, και (ε) ο πιστωτής ή οι πιστωτές που υποβάλλουν από κοινού την αίτηση δηλώσουν στην αίτηση τόσο το πλήρες όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, το επάγγελμα και τη διεύθυνσή τους, όσο και εκείνα του οφειλέτη, και (στ) ο πιστωτής καταβάλλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500): Νοείται ότι, σε περίπτωση απόσυρσης ή απόρριψης της σχετικής αίτησης από το Δικαστήριο, το εν λόγω τέλος δεν επιστρέφεται στον αιτητή, και (ζ) ο αιτητής, θα πρέπει να παραδώσει αντίγραφο της αίτησης και του διατάγματος πτώχευσης όταν εκδοθεί, στον Επίσημο Παραλήπτη, στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, στον Γενικό Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και στον Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών.
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώση εκτίμηση της εξασφάλισής του του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής.» Επιπλέον το άρθρο 6
(2)προνοεί ως εξής: «Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης, και της πράξης πτώχευσης, ή, αν στην αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός για τέλεση περισσότερων από μιας πράξεις πτώχευσης, μιας από τις ισχυριζόμενες πράξεις πτώχευσης και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα πτώχευσης σύμφωνα με την αίτηση.» Σαφώς η πρόνοια για την παρουσίαση του Πιστοποιητικού και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 (γ)-(ζ) έχουν ικανοποιηθεί στην προκειμένη περίπτωση. Αναφορικά με την προϋπόθεση του άρθρου 5(γ) αναφέρω πως, όπως αναφέρεται ρητά στην απόφαση στην αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης 35/15, η πράξη πτώχευσης επεσυνέβη στις 23.6.16 με την έκδοση της εν λόγω απόφασης και η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε εντός των 6 μηνών, ήτοι στις 29.9.16 - βλ. και άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ.
  1. Περαιτέρω ικανοποιούμαι πως το ύψος του οφειλόμενου ποσού είναι αυτό που περιέχεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 4 και 14, την ορθότητα των οποίων το Δικαστήριο αποδέχθηκε πλήρως. Το γεγονός πως το ποσό σε αυτές καταγράφεται σε US$ δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα για τον υπολογισμό του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ, αφού άλλωστε η ίδια η απόφαση εκδόθηκε σε US$ ή το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ και ουδέν ποσό πληρώθηκε έναντι αυτής. Παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως η οφειλή σαφώς υπερβαίνει το νομοθετικό όριο των €15.
  2. Σύμφωνα με τους όρους της απόφασης, μετά την πάροδο της 24μήνης αναστολής, η απόφαση κατέστη άμεσα εκτελεστή και επομένως και το οφειλόμενο ποσό είναι άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Ως εκ τούτου συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5(α) και (β). Αποτελεί ισχυρισμό του Καθ΄ ου στην ένορκη του δήλωση πως οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές λόγω της ύπαρξης των δύο υποθηκών. Θεωρώ πως αυτός είναι και ο μοναδικός ισχυρισμός τον οποίο δικαιούται να επικαλείται προς υποστήριξη αυτής της θέσης του, λόγω του ότι είναι ο μοναδικός που προβάλλεται στα πλαίσια της ένστασης. Ο όρος «εξασφαλισμένος πιστωτής» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 5 ως ακολούθως:- «"ασφαλισμένος πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη.» «Χρεώστης» δυνάμει του ιδίου άρθρου σημαίνει «σημαίνει οφειλέτη, για τον οποίο έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο, από τον ίδιο ή από πιστωτή του, αίτηση για κήρυξή του σε πτώχευση.» Το λεκτικό της πιο πάνω πρόνοιας είναι ξεκάθαρο και σαφώς αφορά μόνο την όποια υποθήκη ή επιβάρυνση επί της περιουσίας του χρεώστη, εναντίον του οποίου αφορά η αίτηση πτώχευσης και όχι οποιουδήποτε άλλου συνοφειλέτη. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255, στην οποία είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας και άλλων εναγομένων αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα και υπήρχε παράλληλα εξασφάλιση των εναγόντων με υποθήκη σε ακίνητο της εναγομένης 1 εταιρείας μόνο. Ζητήθηκε έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 2, ο οποίος εισηγήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες-αιτητές ήταν εξασφαλισμένοι πιστωτές στην έννοια των άρθρων 2 και 5
(2)του Νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αυτή την εισήγηση και αποφάσισε ότι την ασφάλεια είχε δώσει ο συνοφειλέτης ενώ ο καθ' ου η αίτηση-οφειλέτης δεν είχε δώσει ασφάλεια σε δική του περιουσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο κατέληξε στο εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ένστασης. Έκρινε ότι ο χρεώστης (εφεσείων) δεν είχε δώσει οποιαδήποτε εξασφάλιση. Την εξασφάλιση «την είχε ο συνοφειλέτης του χρέους» - η εναγόμενη εταιρεία
  1. Για την κατάληξή του αυτή το πρωτόδικο δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από το πιο κάτω απόσπασμα του Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 525: "Section 167 defines a 'secured creditor' as a person holding security over the property of the debtor, accordingly this rule would appear only to apply to such creditors, and not to creditors holding security over the property of third parties." Σε ελληνική μετάφραση: «Το άρθρο 167 δίνει τον ορισμό του 'ασφαλισμένου πιστωτή' σαν του προσώπου το οποίο κατέχει ασφάλεια επί της περιουσίας του χρεώστη. Συνακόλουθα φαίνεται ότι αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται στην περίπτωση τέτοιων πιστωτών και όχι σε πιστωτές οι οποίοι κατέχουν ασφάλεια επί της περιουσίας τρίτων.» Με τον πρώτο λόγο της έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε περαιτέρω ότι το γεγονός ότι ο εφεσείων είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας 1 ουσιαστικά σημαίνει ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι 'ασφαλισμένος πιστωτής'. Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η κατάληξη στην οποία έχει αχθεί ήταν η μόνη δυνατή λαμβανομένου υπόψη του λεκτικού των πιο πάνω άρθρων του Κεφ.
  2. Η ασφάλεια που κατείχε ο πιστωτής ήταν ασφάλεια επί της περιουσίας της εναγομένης εταιρείας 1 και δεν μπορεί να καλύψει με κανένα τρόπο την περίπτωση του εφεσείοντος.» (Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 167 του Αγγλικού Bankruptcy Act 1974 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 2 του Κεφ. 5.) Επομένως, η ύπαρξη των δύο υποθηκών επί ακίνητης περιουσίας άλλου συνοφειλέτη, και ειδικότερα της G.D.F. Gulf, δεν καθιστά τους Αιτητές εξασφαλισμένους πιστωτές εν τη εννοία του Νόμου. Άλλωστε η πρώτη υποθήκη έχει ήδη προχωρήσει σε εκτέλεση με πώληση των ακινήτων από την Ελληνική Τράπεζα με αποτέλεσμα τη μη είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τους Αιτητές, ενώ το ίδιο αποτέλεσμα αναμένεται και από την πώληση των ακινήτων της δεύτερης υποθήκης από την Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η μοναδική επιβάρυνση επί περιουσίας του Καθ΄ ου είναι η εγγραφή της υποθήκης Υ./10 επί της οικίας του, για ποσό €1.250.000 πλέον τόκους, η οποία αφορά την απόφαση σε άλλη Αγωγή (1929/11) για ποσό US$2.278,620,76 ή το ισόποσο σε ευρώ πλέον τόκους και έξοδα, με εκτιμημένη αξία το 2013 στις €1.598.
  3. Τα ποσά και το γεγονός πως οι Αιτητές έχουν Δ υποθήκη επί του εν λόγω ακινήτου οδηγούν χωρίς δυσκολία στο συμπέρασμα πως ενδεχόμενη πώληση της οικίας δεν θα αποφέρει τέτοιο ποσό προς ικανοποίηση του υπό κρίση εξ αποφάσεως χρέους. Παρόλο που δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση των Αιτητών για εγγραφή memo επί όλης της περιουσίας του Καθ΄ ου, εκ του περισσού αναφέρω πως αυτή εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται να είναι διαθέσιμη αλλά αντιθέτως πως είναι δεσμευμένη προς όφελος άλλων προσώπων, όπως Τράπεζας και Φόρου, Τεκμήριο
  4. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές δεν είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές σε σχέση με περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Άλλωστε, κάτι τέτοιο ρητά αναφέρεται στην Αίτηση και επιβεβαιώνεται από τον Μ.Α.2 στην ένορκη του δήλωση, κατά τη μαρτυρία του και από τη Μ.Α.3 στη δική της μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως πλήρως αξιόπιστη. Επομένως καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές έναντι του Καθ΄ ου η αίτηση, και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Νόμου. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(2). Ο τελευταίος ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση είναι ότι η παρούσα αίτηση είναι καταπιεστική, εκδικητική και καταχρηστική, για τον λόγο ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιαδήποτε άλλα μέτρα προς είσπραξη του λαβείν τους και ότι η απόσυρση της προηγούμενης ειδοποίησης και η παρούσα διαδικασία αποσκοπούν στον εκβιασμό του Καθ΄ ου για πληρωμή του χρέους και ή αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Κατ΄ αρχάς επισημαίνω πως οι μέθοδοι εκτέλεσης που προδιαγράφονται στο άρθρο 14 του Κεφ. 6, δεν περιλαμβάνουν τη διαδικασία πτώχευσης, και ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών, και ακόμα την εκτέλεση της απόφασης με την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας (κάτι βέβαια για το οποίο δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία) και ταυτόχρονα να κινήσει διαδικασία πτώχευσης εναντίον του Καθ΄ ου. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Πετρίδης v. Alpha Bank Ltd
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 517, Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), Αρέστη v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Α.Δ. 1258. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Re a Debtor
(1955)2 All E.R., αποτελεί κατάχρηση η χρήση ή απειλή χρήσης της διαδικασίας πτώχευσης για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, και αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται και στις διαδικασίες πτώχευσης. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Re A Judgement Summons
(1953)1 All E.R. 424, στην οποία αναφέρθηκε πως δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης όπου αυτή θα αποτελούσε καταπιεστικό μέτρο ως προς τα δικαιώματα του οφειλέτη. Υπήρξε εισήγηση του δικηγόρου του Καθ΄ ου πως η έκδοση της απόφασης με αντάλλαγμα τη μη καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης ή πτώχευσης για δύο έτη καταδεικνύει ότι οι Αιτητές εξασφάλισαν την έκδοση απόφασης κατόπιν πιέσεων προς τον Καθ΄ ου ούτως ώστε να αποφευχθεί η άμεση καταχώριση αίτησης πτώχευσης. Θεωρώ πως οι συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ παντελώς αβάσιμο τέτοιο ισχυρισμό από τη στιγμή που η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και ενώ όλοι οι διάδικοι εκπροσωπούντο από δικηγόρο. Από τη στιγμή που η μαρτυρία των Μ.Α.2 και 3 έγινε πλήρως αποδεκτή, τότε δέχομαι πως μετά την έκδοση της απόφασης, το 2011, οι Αιτητές προέβησαν σε διαβήματα προς τον Καθ΄ ου απαιτώντας πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η πρώτη ειδοποίηση πτώχευσης καταχωρίστηκε τρία έτη αργότερα, το 2014. Ο λόγος μη προώθησης αυτής από πλευράς Αιτητών ήταν η παράκληση του ίδιου του Καθ΄ ου, μέσω του γιου του, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εις βάρος του Καθ΄ ου προς εξεύρεση λύσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποδοχή από τους Αιτητές του αιτήματος του Καθ΄ ου και συζήτησης μεταξύ των μερών δεν ισοδυναμεί από μόνη της σε πρόθεση τους να χρησιμοποιήσουν αυτή τη διαδικασία με μοναδικό σκοπό την είσπραξη του λαβείν τους. Εξ ου και, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, όταν ο Μ.Α.2 αντιλήφθηκε πως δεν υπήρχε στην ουσία πρόθεση συνεργασίας του Καθ΄ ου και πως αυτός απλώς αποσκοπούσε στην καθυστέρηση της όλης διαδικασίας, τότε έδωσε οδηγίες για τη συνέχιση της διαδικασίας, η οποία πλέον έπρεπε να άρχιζε με την καταχώριση νέας ειδοποίησης. Το Δικαστήριο έκρινε πλήρως αξιόπιστη και δέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Α.2 και 3 πως σκοπός των Αιτητών, με την καταχώριση της παρούσας, είναι η άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους εφόσον ο Καθ΄ ου είναι ανίκανος να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος, βάσει της πολιτικής της Τράπεζας, για την προστασία των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη τα οποία θα διαμοιραστούν στους πιστωτές σύμφωνα με τον Νόμο. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση London Clubs Ltd. και Ritz Casino Ltd. v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας δεν είναι ο εξαναγκασμός του χρεώστη να ξοφλήσει το χρέος του, αλλά η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ ισονομία όλων των πιστωτών. Η εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πετράκης v. Κίμωνος
(2006)1(B) A.A.Δ. 1311, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν είναι καταχρηστική και δεν πάσχει με οποιοδήποτε τρόπο για τους λόγους που επικαλείται ο Καθ΄ ου η αίτηση. Τέλος, η καταχώριση και εκκρεμότητα της έφεσης εναντίον της απόφασης ημ. 14.11.14 αναφορικά με την ειδοποίηση πτώχευσης 387/14, δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής λόγο για την αναστολή της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα πτώχευσης του Καθ΄ ου, . Soboh, . (Αρ. Ταυτότητας .). Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντος. Αντίγραφο του παρόντος διατάγματος να διαβιβασθεί στον Επίσημο Παραλήπτη. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ ου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.