A. Nearchou Developers Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 334/2018, 14/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 334/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Ν.87(Ι)/18 Μεταξύ: A. Nearchou Developers Ltd Αιτήτριας - Εφεσείουσας v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Μ. Σοφοκλέους για Μ.Π. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κα A. Δημητρίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια - Εφεσείουσα ζητά διατάγματα με τα οποία: (
- i)να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ ημ. 8.10.18, (
- ii)να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται και ή αναστέλλονται οι ειδοποιήσεις Θ και Ι ημ. 15.11.16, (iii) να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται και ή κηρύσσεται αντισυνταγματική, άκυρη και άνευ νομικής ισχύος η διαδικασία ως αναφέρεται στις ως άνω ειδοποιήσεις, (
- iv)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ, καθώς επίσης και ο ορισμός «επίδοση» στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.87(Ι)/18 αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος. (
- v)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ, καθώς επίσης και ο ορισμός «επίδοση» στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.87(Ι)/18 αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση συνοψίζονται ως εξής: (α) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι άκυρη και ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Ν.9/65, και ειδικότερα των άρθρων 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ, καθώς επίσης και στον ορισμό «επίδοση» στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.87(Ι)/18, οι οποίες είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. (β) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι αδικαιολόγητη και ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια και ή παραβιάζει το περιουσιακό της δικαίωμα. (γ) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι άκυρη και ή λανθασμένη καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας εφόσον με την ειδοποίηση ΙΑ ημ. 8.10.18 παραβιάζεται η αναδρομική ισότητα των δυνάμεων που ίσχυε ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας κατά τον χρόνο σύνταξης των εγγράφων της υποθήκης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. (δ) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι λανθασμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ, καθώς επίσης και στον ορισμό «επίδοση» στο άρθρο 44ΙΕ του Ν.87(Ι)/18, οι οποίες είναι άκυρες και αντισυνταγματικές και εν πάση περιπτώσει άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (ε) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι λανθασμένη και ή νομικά άκυρη και ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Καθ΄ ων να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια και παραβιάζει τις πρόνοιες των εγγράφων υποθήκης. (στ) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι λανθασμένη και ή νομικά άκυρη και ή αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα της πρόσβασης της Αιτήτριας στο Δικαστήριο εφόσον εκκρεμεί η Αγωγή 3750/14 ΕΔ Λεμεσού (σαφώς ο αριθμός της Αγωγής καταγράφεται λανθασμένα στην Αίτηση) εκ μέρους της Αιτήτριας εναντίον των Καθ΄ ων με την οποία η Αιτήτρια αξιώνει, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της υποθήκης και της κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο και εν πάση περιπτώσει αφορά θέματα που άπτονται της προσβληθείσας ειδοποίησης Ι επί της οποίας βασίστηκε η ειδοποίηση ΙΑ. (ζ) Η απόφαση και ή ειδοποίηση των Καθ΄ ων είναι λανθασμένη και νομικά αβάσιμη καθότι οι Καθ΄ ων δεν εξάσκησαν ορθά και ή καθόλου τη σύμφυτη διακριτική ευχέρεια που τους παρέχεται από τον Ν.9/65. (η) Η ειδοποίηση ΙΑ δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. (θ) Η ειδοποίηση ΙΑ είναι πρόωρη, παράνομη και στερείται αντικειμένου εφόσον η ειδοποίηση Ι επί της οποίας βασίστηκε, αποτέλεσε αντικείμενο της Αίτησης - Έφεσης 472/16 ΕΔ Λεμεσού (σαφώς ο αριθμός της Αίτησης καταγράφεται λανθασμένα) και εναντίον της πρωτόδικης απόφασης εκκρεμεί η έφεση 272/17. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΣΝ (εφεξής «ο ΣΝ»), αντιπροσώπου της Αιτήτριας στην οποία ισχυρίζεται πως στις 19.1.07 η Αιτήτρια υποθήκευσε προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, το όλο και το ½ μερίδιο της επί δύο ακινήτων της σύμφωνα με την υποθήκη Υ./07 για το ποσό των Λ.Κ.500.000 πλέον τόκους, ως εξασφάλιση για την παραχώρηση δανείου σε αυτή. Αναφέρει πως ενώ η Αιτήτρια πλήρωνε κανονικά τις δόσεις της μέχρι και το 2008 όταν η υπό κρίση υποθήκη βρισκόταν υπό εξάλειψη, λόγω της παράνομης τακτικής της Τράπεζας για απονομή χάριτος και αλλαγής στην τιμολόγηση των υφιστάμενων τραπεζικών διευκολύνσεων μέχρι και το 2013 η Τράπεζα ισχυρίζεται πως εξακολουθεί να υφίσταται χρέος. Έτσι το 2014 η Αιτήτρια καταχώρισε την Αγωγή υπ΄ αρ. 3750/14 ΕΔ Λεμεσού με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της υπό κρίση υποθήκης. Σε αυτή οι Καθ΄ ων καταχώρισαν υπεράσπιση. Το 2016 οι Καθ΄ ων ήγειραν την Αγωγή υπ΄ αρ. 2647/16 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Αιτήτριας με την οποία αξιώνουν την εκποίηση της υποθήκης και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης έναντι του ισχυριζόμενου χρέους πέραν των €3.5εκ. Σε αυτή η Αιτήτρια καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Ακολούθως ο ΣΝ παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας από τη λήψη ειδοποιήσεων Θ και Ι, μέχρι και της ειδοποίησης ΙΒ. Αναφέρει πως μετά την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου Ι η Αιτήτρια καταχώρισε την Αίτηση - Έφεση υπ΄ αρ. 472/16 με την οποία πρόσβαλε την εν λόγω ειδοποίηση. Κατόπιν εκδίκασης της Αίτησης βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας, στις 7.7.17 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την Αίτηση. Σύμφωνα πάντα με τον ΣΝ, η Αιτήτρια καταχώρισε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης με αρ. 272/17 η οποία και εκκρεμεί. Ο ΣΝ επισυνάπτει ανασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε εκ μέρους της Αιτήτριας αδειούχος εγκεκριμένος λογιστής. Η εν λόγω κατάσταση αφορά μέχρι και το έτος 2014 όταν λάμβαναν ακόμα καταστάσεις λογαριασμού, δηλαδή πριν τον τερματισμό αυτού, και καταδεικνύει μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δύο πλευρών όσον αφορά το ύψους του οφειλόμενου ποσού, το οποίο αποτελεί ένα εκ των ζητημάτων που θα επιλυθούν στα πλαίσια της Αγωγής 3750/14. Ο ΣΝ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση ως προς το ότι μέσω της διαδικασίας πώλησης δια πλειστηριασμού η αξία της ενυπόθηκης περιουσίας μειώνεται δραματικά ή παντελώς, η Τράπεζα καθορίζει μονόπλευρα το οφειλόμενο ποσό, ενόσω όλα τα μέχρι στιγμής διαβήματα της Αιτήτριας έχουν καταστρατηγηθεί, και η αποξένωση της περιουσίας γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας και χωρίς οποιαδήποτε ή εύλογη αποζημίωση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. 2) Η Αιτήτρια κωλύεται από του να ενίσταται στην πώληση εφόσον έχει ενόρκως παραδεχθεί ότι οφείλει στους Καθ΄ ων ποσό πέραν των €4εκ. 3) Η Αίτηση είναι καταχρηστική εφόσον η Αιτήτρια επιχείρησε την αναστολή και ή ακύρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού μέσω καταχώρισης αίτησης για προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της Αγωγής 3750/14. 4) Δεν συντρέχουν οι λόγοι για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. 5) Οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ έχουν δεόντως επιδοθεί, είναι σύμφωνες με τον νενομισμένο τύπο και περιεχόμενο, και η διαδικασία ακολουθείται ορθά και νομότυπα. 6) Το περιεχόμενο και ο τύπος των ειδοποιήσεων Θ και Ι δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. 7) Η Αιτήτρια δεν θα υποστεί ζημιές αλλά αντίθετα θα έχει όφελος από τη διαδικασία του πλειστηριασμού. 8) Η Αιτήτρια κωλύεται να αμφισβητεί τη συνταγματικότητα του Ν.87(Ι)/18 από τη στιγμή που η ίδια επιχείρησε να εκμεταλλευτεί τις πρόνοιες του και ενήργησε δυνάμει αυτών. 9) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έλεγχο της συνταγματικότητας του Ν.87(Ι)/18 και τέτοιος έλεγχος δεν είναι απαραίτητος για τη διεκπεραίωση της Αίτησης. 10) Δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος και ή της αρχής της αναδρομικότητας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΚ (εφεξής «ο ΜΚ»), λειτουργός των Καθ΄ ων. Σε αυτή ο ΜΚ αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων, από την έναρξη της χρηματοδότησης της Αιτήτριας το 1990, την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για τις οποίες δόθηκε ως εξασφάλιση η επίδικη σύμβαση υποθήκης, τη μη εξυπηρέτηση των διευκολύνσεων από το 2008 και τη συνεχή αναδιάρθρωση αυτών, κατόπιν απαίτησης και με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας, μέχρι και το 2015 όταν τελικώς επήλθε ο τερματισμός αυτών και το οφειλόμενο ποσό ανήλθε πέραν των €4.5εκ. Σύμφωνα με τον ΜΚ, από το 2013 οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις προς διευθέτηση των υποχρεώσεων τους οι οποίες δεν τελεσφόρησαν με αποτέλεσμα την καταχώριση της Αγωγής 3750/14 από την Αιτήτρια. Ο ΜΚ αναφέρει πως στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων η Τράπεζα ουδέποτε δήλωσε ότι αποποιήθηκε των δικαιωμάτων της και έτσι προχώρησε στην επίδοση των ειδοποιήσεων Θ και Ι. Ο ΜΚ επιβεβαιώνει τη διαδικασία στα πλαίσια της Αίτησης - Έφεσης 472/16 και δηλώνει πως στάληκαν ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ αναφορικά τόσο με την υπό κρίση υποθήκη για σκοπούμενη πώληση μέσω πλειστηριασμού στις 18.3.19 όσο και με αρκετές άλλες για σκοπούμενη πώληση στις 15.1.19 και στις 13.2.19. Ο ΜΚ αναφέρει επίσης πως η Αιτήτρια προέβη σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής όλων των προαναφερόμενων πλειστηριασμών, και επισυνάπτει την απόφαση ημ. 11.1.19 του παρόντος Δικαστηρίου επί αυτής με την οποία η αίτηση απερρίφθη. Ο ΜΚ επισημαίνει την παραδοχή της Αιτήτριας περί οφειλής ποσού €3.464.201,5 κατά τον Δεκέμβριο του 2013 και επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης περί της ορθότητας της διαδικασίας και της ειδοποίησης ΙΑ η οποία μόνο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας και περί της συνταγματικότητας του Ν.87(Ι)/18. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες και οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να τεθεί εξαρχής το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Στις 19.1.07 η Αιτήτρια συνέστησε υποθήκη Υ./07 αναφορικά με το όλο και το ½ μερίδιο της επί δύο ακινήτων της προς όφελος των Καθ΄ ων για το ποσό των Λ.Κ.500.000 πλέον τόκους και έξοδα - Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. Η εν λόγω υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν δυνάμει διαφόρων συμφωνιών προς την Αιτήτρια, προς άλλες εταιρείες του ιδίου ομίλου και προς φυσικά πρόσωπα. 2. Στις 5.9.14 η Αιτήτρια και άλλα πρόσωπα καταχώρισαν εναντίον των Καθ΄ ων την Αγωγή υπ΄ αρ. 3750/14 ΕΔ Λεμεσού, με την οποία απαιτούν την ακύρωση, μεταξύ άλλων, της επίδικης υποθήκης. Οι Καθ΄ ων καταχώρισαν υπεράσπιση και οι εκεί Ενάγοντες απάντηση. Τα δικόγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. 3. Στις 14.9.16 οι Καθ΄ ων καταχώρισαν την Αγωγή υπ΄ αρ. 2647/16 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Αιτήτριας και άλλων προσώπων, νομικών και φυσικών, με την οποία ζητούν μεταξύ άλλων διάφορα ποσά και την εκποίηση της υπό κρίση υποθήκης. Οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Τα δικόγραφα αποτελούν το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. 4. Στις 15.11.16 η Αιτήτρια παρέλαβε ειδοποίηση Ι συνοδευόμενη από ειδοποίηση τύπου Θ με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού, αναφορικά με τα υπό κρίση ενυπόθηκα ακίνητα, Παράρτημα Β στην Αίτηση. 5. Η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή ημ. 7.12.16 στους Καθ΄ ων απορρίπτοντας το περιεχόμενο της ειδοποίησης Ι, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. 6. Στις 12.12.16 η Αιτήτρια και άλλα πρόσωπα καταχώρισαν την Αίτηση - Έφεση υπ΄ αρ. 472/16 ΕΔ Λεμεσού, με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό και ή την ακύρωση της ειδοποίησης Ι, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. 7. Κατόπιν ακρόασης της Αίτησης και με βάση την απόφαση ημ. 7.7.17 του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) η Αίτηση απερρίφθη. Η απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. 8. Η Αιτήτρια καταχώρισε έφεση υπ΄ αρ. 272/17 εναντίον της απόφασης ημ. 7.7.17, η οποία και εκκρεμεί, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ. 9. Η Αιτήτρια παρέλαβε ειδοποιήσεις ΙΑ αναφορικά με την σκοπούμενη πώληση δια πλειστηριασμού άλλων ενυπόθηκων ακινήτων της στις 15.1.19 και στις 13.2.19. 10. Στις 9.10.18, στα πλαίσια της Αγωγής 3750/14 οι εκεί Ενάγοντες 1, 3 και 4 (η Αιτήτρια είναι η Ενάγουσα 1) καταχώρισαν δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητούσαν διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων (εκεί Εναγόμενους) να προχωρήσουν σε πώληση με τη διαδικασία πλειστηριασμού τόσο των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων όσο και αυτών της επίδικης υποθήκης. 11. Στις 26.10.18 η Αιτήτρια παρέλαβε με επιστολή τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ ημ. 8.10.18, Παράρτημα Α στην Αίτηση. 12. Στις 22.11.18 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα Αίτηση - Έφεση. 13. Κατόπιν ακρόασης της αίτησης και με βάση την απόφαση του ημ. 11.1.19 το παρόν Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Η αίτηση, η ένσταση και η απόφαση επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-3 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του ΜΚ. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να απασχολήσει είναι το ποιες πρόνοιες του Ν.9/65 εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Όπως διαφαίνεται μέσα από τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και τη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση, αποτελεί βασική θέση της Αιτήτριας πως οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν διάφορες βασικές αρχές ούτως ώστε αυτές (οι πρόνοιες) να μην έχουν νομική ισχύ ούτε και να τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 22.11.18, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Πριν την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης βασικών αρχών αναφορικά με τον Ν.87(Ι)/18, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή των προνοιών των δύο Νομοθεσιών, ήτοι των Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτή και η βάση της θέσης της Αιτήτριας. O παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη η οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητά πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που πηγάζει από δικαίωμα και τα οποία (δικαίωμα ή θεραπεία) προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ιδίου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνεται και η παρούσα Αίτηση - Έφεση εφόσον η διαδικασία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, καθότι οι ειδοποιήσεις Θ και Ι είχαν σταλεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18ως προς την αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου καθώς επίσης και διαφόρων άλλων διατάξεων αυτού πάνω σε διάφορες βάσεις εγείρονται τόσο στα πλαίσια της Αίτησης, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει με λεπτομέρεια. Ο λόγος ένστασης περί κωλύματος της Αιτήτριας να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Ν.87(Ι)/18 δεν κρίνεται βάσιμος. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οποία παρατίθεται κατωτέρω, κάθε νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός μέχρι αποφάσεως περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια δύναται να ασκεί κάθε δικαίωμα το οποίο της παρέχεται με βάση την εκάστοτε εν ισχύι νομοθεσία, ενόσω αυτή δεν έχει κηρυχθεί αντισυνταγματική, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η Αιτήτρια επιθυμεί να εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας αυτής. Άλλωστε η Αιτήτρια μπορεί να εγείρει αυτό το ζήτημα μόνο στα πλαίσια της κατάλληλης διαδικασίας και σαφώς δεν μπορεί να προβλέψει την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει περί της συνταγματικότητας της νομοθεσίας, τότε η Αιτήτρια δεν θα έχει απωλέσει το δικαίωμα της να ακουστεί και να εξεταστεί η θέση της και επί της ουσίας της διαδικασίας, κάτι το οποίο αναπόφευκτα η Αιτήτρια θα στερείτο σε περίπτωση που δεν λάμβανε μέτρα και απλώς παρέμενε με την προσδοκία επιτυχίας της εισήγησης της περί αντισυνταγματικότητας. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του ΜΚ πως η Αιτήτρια κωλύεται να ενίσταται στην εκποίηση των ακινήτων της εφόσον η ίδια πρότεινε την πώληση τους μέσω της διαδικασίας ανταλλαγής χρέους-περιουσίας (DFAS) προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς τους Καθ΄ ων. Σύμφωνα με τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, θεωρώ αβάσιμο τέτοιο ισχυρισμό καθότι αυτή η πρόταση φαίνεται να είχε προβληθεί στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων και συζητήσεων μεταξύ των πλευρών, χωρίς αυτή να αποτελεί ανέκκλητη και δεσμευτική θέση ούτως ώστε να εμποδίζει την προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με την απαιτούμενη ακρίβεια ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Εδώ σημειώνεται πως οι εισηγήσεις, τόσο στα πλαίσια της Αίτησης όσο και της αγόρευσης της δικηγόρου της Αιτήτριας, δεν γίνονται ξεχωριστά με αναφορά στο αντίστοιχο άρθρο του Συντάγματος, αλλά αυτές συμπλέκονται σε διάφορα σημεία. Θεωρώ ορθότερο να προβώ στην εξέταση των εισηγήσεων με παραπομπή σε κάθε άρθρο του Συντάγματος ξεχωριστά, καλύπτοντας βεβαίως όλες τις εισηγήσεις της Αιτήτριας αλλά με διαφορετική ταξινόμηση. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
- (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας - Αποστέρηση Δίκαιης Δίκης και Κεκτημένου Δικαιώματος Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Α περί αναδρομικότητας ισχύος του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας, αποστερώντας έτσι το δικαίωμα της Αιτήτριας σε δίκαιη δίκη. Αυτή η εισήγηση βασίζεται στο ότι αφενός αφαιρείται το δικαίωμα της Αιτήτριας να ζητά την ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ επικαλούμενη την εκκρεμοδικία αγωγής αναφορικά με την ειδοποίηση Ι και αφετέρου στο ότι με την απάλειψη της εκκρεμοδικίας αγωγής ως λόγου παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ και με τη συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης δια πλειστηριασμού η Αγωγή 3750/14, με την οποία ζητείται να αποφασιστεί η εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης υποθήκης, καθίσταται άνευ αντικειμένου και συνεπώς η Αιτήτρια στερείται του δικαιώματος της να ακουστεί στα πλαίσια της Αγωγής 3750/14 (και της ανταπαίτησης της στην Αγωγή 2647/16) εφόσον θα έχει ήδη απωλέσει την περιουσία της. Έχει ήδη διαφανεί η σαφής πρόθεση του Νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
- Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την ισχύ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η Αιτήτρια, κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι, ήτοι στις 15.11.16, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.142(Ι)/14, αυτή είχε κάθε δικαίωμα να λάβει μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε ή και των δύο εξ αυτών ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Μάλιστα η Αιτήτρια άσκησε αυτό το δικαίωμα με την καταχώριση της Αίτησης - Έφεσης 472/16 με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό και ή την ακύρωση της ειδοποίησης Ι και η οποία προχώρησε σε εκδίκαση από το Δικαστήριο. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του εν λόγω δικαιώματος της, από τη στιγμή που αυτή το άσκησε κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/
- Η καταχώριση και η εκκρεμότητα της έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης επί της Αίτησης - Έφεσης δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής λόγο για την αναστολή της παρούσας διαδικασίας, όπως άλλωστε ούτε και έγινε εισήγηση για κάτι τέτοιο. Όσον αφορά την προϋπόθεση της ύπαρξης αγωγής για την ειδοποίηση Ι, σαφώς αυτή πλέον δεν υπάρχει με βάση το νέο άρθρο 44Γ
(3). Είναι εισήγηση της Αιτήτριας πως με την καταχώριση της Αγωγής 3750/14 αυτή απέκτησε δικαίωμα ως προς την ύπαρξη λόγου για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για την σκοπούμενη πώληση. Αυτή η εισήγηση επιβάλλει την εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια απέκτησε κεκτημένο δικαίωμα για την ύπαρξη τέτοιου λόγου για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Στην υπόθεση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419 λέχθηκαν τα εξής: «The expression "vested rights" primarily connotes rights that accrued in law. Rights may accrue both in civil and public law. A right may be deemed to vest if the process of the law for its acquisition has been completed. The right crystallizes thereafter and vests in the subject who becomes its beneficiary in law. Certainty in the legal process and respect for the law, require that rights acquired under the law should remain undisturbed. Inevitably, interference with such rights undermines certainty and reduces respect for the laws. The need to sustain vested rights found expression in the Interpretation Law in the form of a presumption that subsequent laws are presumed, but not deemed, to leave unaffected vested rights. Section 10
(2)(c) of the Interpretation Law, Cap. 1, provides that it shall be presumed that the repeal of a law leaves unaffected rights, privileges, obligations or liabilities, that were acquired, accrued or incurred under the repealed law. However, the presumption is a rebuttable one and may be displaced whenever a clear intention to the contrary is evinced by the repealing law. In the face of a clear legislative expression to the contrary, the presumption recedes and gives way to the will of the legislature, the supreme arbiters of the law.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Εφετείο ακολούθως ασχολήθηκε με το κατά πόσο τα συμβατικά με το Κράτος δικαιώματα του εφεσείοντος να επιλέξει την αποζημίωση του η οποία δεν υπόκειτο σε φορολογία είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν την τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Αφού κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα, ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθεί με την εισήγηση για παραβίαση του άρθρου 26.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178, το Εφετείο υιοθετώντας την προαναφερόμενη υπόθεση Menelaou, ανέφερε τα εξής: «Ο όρος vested right προσδιορίζεται εννοιολογικά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419. Η επίκλησή του υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου δηλαδή, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Εκτός από τα ιδιωτικά δικαιώματα υπάρχουν και εκείνα που προκύπτουν από κανόνες δημοσίου δικαίου. Γίνεται γενικά δεκτό ότι δεν είναι ανεκτή η εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο. Αυτονόητο είναι ότι η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο ισχύος του Ν.87(Ι)/18 η Αιτήτρια δεν είχε κεκτημένο δικαίωμα με μόνο το γεγονός της έγερσης της Αγωγής εκ μέρους της. Το δικαίωμα της Αιτήτριας δεν είχε αποκρυσταλλωθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, παρά μόνο κάτι τέτοιο θα συνέβαινε με την καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της, με βάση το παλαιό άρθρο 44Γ
(3). Η καταχώριση της Αγωγής με την πιθανή αναμονή και ενδεχόμενη προοπτική της παραλαβής της ειδοποίησης ΙΑ δεν είναι επ΄ ουδενί λόγο ικανή να προσδώσει κεκτημένο δικαίωμα εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί όλη η σχετική διαδικασία και ειδικότερα όλες οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, ήτοι η καταχώριση της έφεσης. Ανεξαρτήτως του ότι η ειδοποίηση ΙΑ επιδόθηκε στην Αιτήτρια μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως η ίδια θα μπορούσε να επικαλείται ενδεχομένως κεκτημένο δικαίωμα μόνο στην περίπτωση που κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.87(Ι)18 αυτή είχε ήδη καταχωρίσει έφεση στηριζόμενη στην προϋπόθεση του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), ήτοι την ύπαρξη αγωγής. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο συνέβη στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η διαδικασία πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA είχε αρχίσει με την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης Ι στις 15.11.16 πλην όμως η Αιτήτρια δεν είχε ακόμα αποκτήσει το δικαίωμα έφεσης εναντίον της ειδοποίησης ΙΑ για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε εκδοθεί τέτοια ειδοποίηση ΙΑ πριν τον Ν.87(Ι)/18. Θεσπίζοντας τον Νόμο αυτό ο Νομοθέτης σαφώς και είχε υπόψιν του ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία με την επίδοση των αρχικών ειδοποιήσεων. Όπως επίσης και σαφώς είχε υπόψιν του πως το όποιο δικαίωμα έφεσης κατά της ειδοποίησης ΙΑ θα διατηρείτο και θα ήταν και πάλι εντός των 30 ημερών από την επίδοση της. Ο Νομοθέτης δεν επέλεξε να καταργήσει το δικαίωμα έφεσης αλλά αντιθέτως το διατήρησε για όσες διαδικασίες θα προχωρούσαν μέχρι το στάδιο της ειδοποίησης ΙΑ, προβλέποντας όμως νέους λόγους, οι οποίοι από την άλλη πλευρά, δεν ήταν δύσκολο να διασφαλιστούν και για διαδικασίες που είχαν ήδη αρχίσει. Η Αιτήτρια βασίζεται στο απόσπασμα από τη σελ. 5 της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 7.7.17, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ, όπου αναφέρεται πως το ζήτημα της εκκρεμοδικίας της αγωγής δεν εγείρεται ως λόγος παραμερισμού της ειδοποίησης Ι αλλά πως θα μπορεί να εγερθεί από την Αιτήτρια όταν και εφόσον της επιδοθεί η ειδοποίηση ΙΑ. Η Αιτήτρια εισηγείται πως αυτή η απόφαση διασφαλίζει το δικαίωμα της να εγείρει το ζήτημα της εκκρεμοδικίας στο κατάλληλο στάδιο, το οποίο τώρα έχει απωλέσει. Σαφώς το Δικαστήριο είχε υπόψιν και αναφέρετο στο τότε εν ισχύι νομικό καθεστώς, το οποίο έκτοτε έχει διαφοροποιηθεί. Αυτή η θέση της Αιτήτριας κρίνεται παντελώς αβάσιμη ενόψει της ανωτέρω διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως προς τη μη ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος για την προβολή αυτού του λόγου για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια δεν είχε αποκτήσει κεκτημένο δικαίωμα ως προς την έγερση του λόγου της εκκρεμοδικίας της αγωγής, τότε δεν εγείρεται ζήτημα αποστέρησης του δικαιώματος της να ακουστεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης - Έφεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, με τον νέο Ν.87(Ι)/18ο λόγος της εκκρεμοδικίας αγωγής αντικαταστάθηκε με τον λόγο της έκδοσης παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Θεωρώ πως η προϋπόθεση έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος έχει περιληφθεί ακριβώς για να παρέχει τη δυνατότητα ύπαρξης λόγου παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ, νοουμένου βεβαίως ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ως αιτητής έχει καταδείξει καλή πιθανότητα στην υπόθεση του (εν αντιθέσει με την παλαιά πρόνοια περί ύπαρξης αγωγής-υπόθεσης δίχως άλλο) και πως είναι ορθό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, όροι οι οποίοι είναι καθόλα λογικοί. Με τη συμπερίληψη αυτής της προϋπόθεσης, ο Νομοθέτης ουδόλως παραγνωρίζει ή εξουδετερώνει την αγωγή την οποία ο οφειλέτης ενδεχομένως έχει εγείρει, αλλά αντιθέτως λαμβάνει υπόψιν και διασφαλίζει τόσο το δικαίωμα καταχώρισης αγωγής όσο και την παροχή, σε περίπτωση εξασφάλισης απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια αυτής, λόγου για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Επίσης, είναι ξεκάθαρο πως το νέο 44Γ
(3)(δ) ουδόλως κατάργησε το δικαίωμα της Αιτήτριας να ακουστεί στα πλαίσια των Αγωγών το οποίο και διατηρεί, ανεξαρτήτως της έκβασης της παρούσας διαδικασίας πώλησης. Ακόμα και στην περίπτωση που στα πλαίσια της παρούσας το Δικαστήριο δεν παραμερίσει την ειδοποίηση ΙΑ και η διαδικασία πλειστηριασμού προχωρήσει και ολοκληρωθεί μέχρι και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, σαφώς και αυτό δεν επηρεάζει ούτε και προδιαγράφει την πορεία της Αγωγής της Αιτήτριας. Όπως άλλωστε αναγνωρίζουν και οι Καθ΄ ων, το αντικείμενο της Αγωγής, ήτοι η εγκυρότητα της υπό κρίση σύμβασης υποθήκης, εξακολουθεί να παραμένει προς εκδίκαση και απόφαση από το Δικαστήριο, το οποίο αν ήθελε εκδώσει απόφαση περί της ακυρότητας της σύμβασης, τότε η Αιτήτρια διατηρεί κάθε δικαίωμα να ζητά αποζημιώσεις λόγω της απώλειας και αποστέρησης της περιουσίας στη βάση του ότι αυτή (η απώλεια και αποστέρηση) προκλήθηκε από τις ενέργειες των Καθ΄ ων να προχωρήσουν με την εκποίηση της υποθήκης. Επομένως, η θέση της Αιτήτριας πως με την κατάργηση της προϋπόθεσης της εκκρεμοδικίας της αγωγής, η Αγωγή της έχει καταστεί άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Ούτε και η θέση της πως και η έφεση καθίσταται άνευ αντικειμένου κρίνεται βάσιμη καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, η έφεση δεν αποτελεί λόγο αναστολής της διαδικασίας και η Αιτήτρια δεν ζήτησε ούτε και εξασφάλισε τέτοιο διάταγμα αναστολής της προώθησης της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση, είναι σημαντικό να λεχθεί πως η Αιτήτρια όχι μόνο είχε το δικαίωμα να καταχωρίσει αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της Αγωγής 3750/14, αλλά μάλιστα το άσκησε, ούτως ώστε τυχόν έκδοση του θα της έδιδε το δικαίωμα να το επικαλεστεί ως λόγο στην Αίτηση - Έφεση, πλην όμως δεν κατάφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την έκδοση αυτού. Όπως δε αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΜΚ, το Δικαστήριο κατέληξε πως οι εκεί Αιτητές «δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους αναφορικά με τις αξιώσεις τους» (σελ.17). Επομένως, η Αιτήτρια είχε και άσκησε όλα τα ένδικα μέσα στη διάθεση της, τόσο βάσει του παλαιού Ν.142(Ι)/14όσο και βάσει του νέου τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, ήτοι την καταχώριση έφεσης εναντίον της ειδοποίησης Ι, την καταχώριση αίτησης για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και την καταχώριση της παρούσας. Το γεγονός πως οι δύο πρώτες διαδικασίες δεν ήταν επιτυχείς δεν σημαίνει αποστέρηση και καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας, ως η ίδια ισχυρίζεται, αλλά αντιθέτως καταδεικνύουν τη μη δυνατότητα ικανοποίησης εκ μέρους της των απαραίτητων προϋποθέσεων για την έγκριση αυτών. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν δύναται να επικαλείται το ατελέσφορο των προγενέστερων διαβημάτων της ως ισοδύναμο με αποστέρηση των δικαιωμάτων της. Επομένως, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας, δεν αφαιρείται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα της Αιτήτριας ούτε και επηρεάζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης της Αιτήτριας. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 30.1 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Αποτελεί λόγο στον οποίο βασίζεται η Αίτηση πως η ειδοποίηση ΙΑ είναι αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα της πρόσβασης της Αιτήτριας στο Δικαστήριο, καθότι εκκρεμεί η Αγωγή 3750/14. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί να προσφύγει στο δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό δυνάμει του Συντάγματος. Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14, τονίστηκε για ακόμα μια φορά η σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της προσφυγής στο Δικαστήριο και ότι: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Χρήσιμη ανάλυση αυτού του δικαιώματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Λ. Λοΐζου, σελ. 182-183, στο οποίο βασικά αναφέρονται οι πιο πάνω νομικές αρχές. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η ειδοποίηση ΙΑ αλλά και η προβλεπόμενη στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18διαδικασία ουδόλως στερεί το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει στη δικαιοσύνη, να προωθεί την Αγωγή της και να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματα της σε περίπτωση επιτυχίας αυτής. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως η ειδοποίηση ΙΑ προσκρούει στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος. ΙΙ.ΣΤ Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18 περιορίζουν το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος, εφόσον ο Ν.9/65δίδει δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρεί μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας σε πλειστηριασμό και στη μεταβίβαση και αποξένωση της περιουσίας της τελευταίας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο και ειδικότερα στο άρθρο 23.3. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. Η εισήγηση της δικηγόρου της Αιτήτριας πως η αποστέρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας είναι επιτρεπτή μόνο μέσω της διαδικασίας απαλλοτρίωσης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τέτοια αρχή δεν προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος. Ούτε και η υπόθεση Καναρά v. Πρωτοπαπά
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 801 υποστηρίζει τη θέση της Αιτήτριας εφόσον η εν λόγω υπόθεση αναφέρεται ειδικά στο άρθρο 23.4 του Συντάγματος το οποίο αφορά σε απαλλοτρίωση. Θεωρώ πως ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18δεν καταργεί ούτε και περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ή διάθεσης της περιουσίας της Αιτήτριας. Και τούτο καθότι ο εν λόγω Νόμος δεν αφαιρεί οποιοδήποτε δικαίωμα από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ούτε και δημιουργεί νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, παρά μόνο καθορίζει ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος της Τράπεζας (πέραν της υφιστάμενης μεθόδου εκποίησης ενυπόθηκου με αίτηση στο Κτηματολόγιο). Μάλιστα, στα πλαίσια της νέας διαδικασίας πώλησης βάσει του Μέρους VIA του Ν.87(Ι)/18, η Τράπεζα δεν δύναται να προχωρεί μονομερώς και αυθαίρετα στην πώληση, αλλά αντίθετα ο Νόμος ρυθμίζει και καθορίζει το κάθε στάδιο της διαδικασίας, δίδοντας δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να ενημερώνεται για κάθε στάδιο και να αιτηθεί τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ ρυθμίζοντας ταυτόχρονα τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, την τελική τιμή πώλησης αυτού και την όλη διαδικασία ακόμα μέχρι και τη διανομή του προϊόντος πώλησης. Όπως έχει ήδη επεξηγηθεί ανωτέρω, το νέο άρθρο 44Γ λαμβάνει υπόψιν και διασφαλίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη στην απόλαυση της περιουσίας του, εφόσον ένας εκ των λόγων παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ είναι η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια αγωγής. Το εν λόγω άρθρο δεν εμποδίζει ούτε την έγερση αλλά ούτε και την προώθηση της αγωγής εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη, αλλά ακριβώς θέτει ως λόγο παραμερισμού την εξασφάλιση εκ μέρους του απαγορευτικού διατάγματος νοουμένου πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης - αιτητής καταδείξει πως έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του. Αυτή η πρόνοια ακριβώς διασφαλίζει πως από τη στιγμή που ο οφειλέτης ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής αναφορικά με σύμβαση υποθήκης, τότε αυτομάτως το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του παρέχει λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ και τη σκοπούμενη πώληση. Με την προσθήκη αυτού του λόγου, ο Νομοθέτης προνόησε περί της διατήρησης της περιουσίας θέτοντας όρους ως προς την ικανοποίηση των προϋποθέσεων για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, οι οποίοι κρίνονται καθόλα λογικοί και δεν θέτουν δυσανάλογο βάρος απόδειξης στον οφειλέτη εφόσον στα πλαίσια εξέτασης τους το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε και σε οποιεσδήποτε τελικές διαπιστώσεις. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αποστέρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας ή έστω για περιορισμό αυτού σε βαθμό που να ισοδυναμεί με αποστέρηση. Υπενθυμίζεται πως σε περίπτωση αποτυχίας του οφειλέτη στην εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος και προώθησης της διαδικασίας πώλησης, και πάλι αυτός δεν χάνει το δικαίωμα να ακουστεί στην αγωγή και να αιτηθεί και λάβει αποζημιώσεις σε περίπτωση που η σύμβαση υποθήκης ήθελε κριθεί χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, δεν θεωρώ βάσιμη την εισήγηση πως η διαδικασία πώλησης αποστερεί δίχως άλλο το δικαίωμα ιδιοκτησίας της περιουσίας χωρίς πρόνοια για εύλογη αποζημίωση, εφόσον αυτή δύναται να καθοριστεί στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να παραγνωρίζεται πως και ο Ν.9/65, και ειδικότερα το Μέρος VI αυτού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης υποθήκης, παρείχε το δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει σε πώληση χωρίς καν δικαστική απόφαση μέσω του Κτηματολογίου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αγωγής εκ μέρους του οφειλέτη. Επομένως, θεωρώ πως η προσθήκη της νέας διαδικασίας με το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, η οποία (διαδικασία) δεν διαφοροποιεί το δικαίωμα της Τράπεζας να προχωρεί σε πώληση παρά μόνο τη διαδικασία, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη, ρυθμίζοντας τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου και διασφαλίζοντας την τιμή πώλησης, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποστερεί από την Αιτήτρια το δικαίωμα ιδιοκτησίας της περιουσίας της. Δεν μου διαφεύγει πως το δικαίωμα πώλησης απορρέει από τη σύμβαση υποθήκης την οποία η Αιτήτρια παραδέχεται ότι συνήψε προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν, την εγκυρότητα της οποίας βεβαίως αμφισβητεί με την Αγωγή της. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ αβάσιμη την εισήγηση της Αιτήτριας πως το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18 επιβάλλει αδικαιολόγητη αποστέρηση ή περιορισμό στο δικαίωμα της επί της περιουσίας της. Η δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως ούτε στην αιτιολογική έκθεση ούτε και στις διατάξεις του Ν.87(Ι)/18 περιέχεται επαρκής αναφορά στους λόγους οι οποίοι υπαγορεύουν σύμφωνα με το άρθρο 23 του Συντάγματος τον περιορισμό του εκεί κατοχυρωμένου δικαιώματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Αρ. Υποθ. 740/11 κ.ά., ημ. 7.10.14, στην απόφαση της έντιμης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Μιχαηλίδου η οποία συμφώνησε με την απόφαση της πλειοψηφίας με διαφορετικό σκεπτικό, «Ο δικαιολογητικός λόγος που καθιστά αναγκαία την επιβολή περιορισμών πρέπει να προκύπτει, είτε από τις διατάξεις του ιδίου του Νόμου, είτε από την εισηγητική του έκθεση.». Στην Αιτιολογική Έκθεση για το νομοσχέδιο αναφέρεται ότι ο σκοπός της τροποποίησης του Μέρους VIA είναι, μεταξύ άλλων, να: «• Διαφοροποιείται η διαδικασία πώλησης του ακινήτου σε πιο σαφείς περιόδους χρήσης της επιφυλασσόμενης τιμής, • Περιορίζεται χρονικά το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να αγοράσει το ακίνητο, • Διασφαλίζεται ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης επιτρέπει την είσοδο του ενυπόθηκου δανειστή στο ακίνητο για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας του ακινήτου, • Εισάγεται διάταξη η οποία επιτρέπει τη διεξαγωγή ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.» Τόσο από την Αιτιολογική Έκθεση όσο και από τις πρόνοιες του Μέρους VIA, διαφαίνεται πως οι όροι που τίθενται με τη νέα μέθοδο στη διαδικασία εκποίησης ακινήτου αποβλέπουν στην προστασία των δικαιωμάτων των τρίτων προσώπων, και δη του ενυπόθηκου δανειστή, οι οποίοι όμως δεν είναι ετεροβαρείς και επαχθείς εις βάρος του οφειλέτη, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί ανωτέρω. Αυτή η νέα διαδικασία δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή αλλά ταυτόχρονα και στην προστασία και διασφάλιση των δικαιωμάτων και του ενυπόθηκου οφειλέτη, εξισορροπώντας τα με την παροχή ασφαλιστικών δικλίδων στην όλη διαδικασία και δικαιωμάτων προς στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Έτσι ούτε και ο λόγος της Αίτησης πως αυτή η διαδικασία είναι άδικη προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας κρίνεται βάσιμος. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ενώ η Αιτήτρια εγείρει ζήτημα για τη μη συμπερίληψη στον νέο Νόμο πρόνοιας για εύλογη αποζημίωση, είναι αξιοσημείωτο πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι αυτή άσκησε το δικαίωμα που της παρέχει το εν ισχύι άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου και αναφέρεται ρητώς στην ειδοποίηση ΙΒ, ήτοι, όπως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΒ, διορίσει και η ίδια εκτιμητή για σκοπούς εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν αποτελεί στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη ως προς την περιουσία του, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου δεν αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος. ΙΙ.Ζ Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως τα άρθρα 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18 παραβιάζουν το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον αυτά τα άρθρα παρεμβαίνουν στους όρους της σύμβασης υποθήκης και στα συμβατικά δικαιώματα των μερών που απορρέουν από αυτή. Κατ΄ αρχάς και εδώ τονίζεται πως το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
- Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
- Θεωρώ πως ούτε και αυτή η εισήγηση της Αιτήτριας βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Το Μέρος VIA του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΖ, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ίδιο το δικαίωμα της Αιτήτριας να συνάπτει συμφωνίες αναφορικά με την υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας της ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων της ιδίας και ή άλλων προσώπων, όπως αυτή ήθελε αποφασίσει. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, Υ./07, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΣΝ, για την οποία αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως υπεγράφη από την Αιτήτρια, περιλαμβάνεται ο όρος 5, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ων) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα». Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Αιτήτριας με ένα εκ των προαναφερομένων τρόπων. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας (ως η προβλεπόμενη στη σύμβαση πώληση από την Τράπεζα απ΄ ευθείας και χωρίς προειδοποίηση), αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Επομένως, αυτή η νέα κατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης άλλωστε γνώριζε εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου του και μέσω του Μέρους VI του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένα τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Η δικηγόρος της Αιτήτριας προέβη σε μια αντιπαραβολή της διαδικασίας πώλησης μέσω του Κτηματολογίου και της νέας διαδικασίας πώλησης βάσει του Μέρους VIA του Ν.9/65 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, εισηγούμενη πως με τη νέα διαδικασία ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει τα ίδια δικαιώματα όπως με την παλαιά διαδικασία. Εδώ επισημαίνω πως η νέα διαδικασία δεν έχει καταργήσει την παλαιά απλώς αποτελεί προσθήκη ακόμα ενός τρόπου πώλησης η οποία (νέα διαδικασία) ρυθμίζει διεξοδικά το κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιβάλλει τη γνωστοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη του κάθε σταδίου, του παρέχει δικαίωμα παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ για τη σκοπούμενη πώληση, και διασφαλίζει τη διαδικασία εκτίμησης της αξίας του ακινήτου και την τιμή πώλησης. Ως εκ τούτου, η σύγκριση από μόνη της δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε διαπίστωση περί απώλειας του δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη που είχε δυνάμει των όρων της σύμβασης υποθήκης, εφόσον και με τη νέα διαδικασία διατηρεί τέτοιο δικαίωμα υπό τους εκεί τεθέντες όρους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται τόσο σε αυτό το κεφάλαιο όσο και ανωτέρω, δεν θεωρώ βάσιμη την εισήγηση εκ μέρους της Αιτήτριας πως ο Ν.87(Ι)/17παρεμβαίνει και αποδυναμώνει τα αποκρυσταλλωμένα συμβατικά δικαιώματα της Αιτήτριας να προσφύγει στο Δικαστήριο για τον καθορισμό της νομιμότητας και εγκυρότητας της σύμβασης υποθήκης, παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση του ως άνω συνταγματικού δικαιώματος της Αιτήτριας κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΙΙ.Η Παραβίαση Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η εισήγηση της Αιτήτριας ότι τα άρθρα 44Α-44Ε, 44Ζ-44ΙΒ και 44ΙΔ του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στερείται ερείσματος. Και τούτο, καθότι η Νομοθετική Εξουσία έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νομοθεσίες, οι οποίες βεβαίως υπόκεινται σε έλεγχο από τη Δικαστική Εξουσία. Σχετική είναι η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14 (ανωτέρω). Η δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως τα υπό κρίση άρθρα παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι καταργούν το δικαίωμα της Αιτήτριας να αμφισβητεί την απόφαση των Καθ΄ ων. Το άρθρο 44Γ προνοεί το αντίθετο, ήτοι τη δυνατότητα της Αιτήτριας να καταχωρίσει έφεση και ζητήσει τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για ένα των εκεί προβλεπόμενων λόγων. Επομένως, δεν θεωρώ πως με τη θέσπιση του άρθρου 44Γ και των υπόλοιπων ως άνω αναφερομένων άρθρων η νομοθετική εξουσία έχει παρέμβει και ρυθμίσει δικαστικό ζήτημα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ελέγχου της συνταγματικότητας αυτών, διατηρεί επίσης την απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους στην υπό εξέταση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τηρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 71. Επομένως η εισήγηση της Αιτήτριας πως η Τράπεζα αποφασίζει επί της περιουσιακής διαφοράς μεταξύ των μερών, καθίσταται σε δικαστική αρχή και μάλιστα ασκώντας έργο δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας, λειτουργώντας ως Εφετείο του πρωτόδικου Δικαστηρίου εφόσον η ειδοποίηση ΙΑ δεν δύναται να παραμεριστεί για τον λόγο της εκκρεμοδικίας αγωγής και η πώληση δύναται να προχωρήσει χωρίς δικαστική απόφαση, κρίνεται ανεδαφική και αβάσιμη. Σαφώς η υπό κρίση διαδικασία διαχωρίζεται από την υπόθεση Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσιών v. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1137, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος της Αιτήτριας. Σε εκείνη την υπόθεση, στα πλαίσια αίτησης για εκποίησης υποθηκών, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου κλήθηκε να προβεί σε ακύρωση εμπράγματων βαρών, και ορθώς εκεί το Εφετείο ανέφερε πως «.οι κτηματολογικές αρχές είναι αναρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου και ότι τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.». Θεωρώ πως με τη νέα διαδικασία πώλησης ουδόλως η Τράπεζα καλείται να ερμηνεύσει και καθορίσει τα δικαιώματα που απορρέουν είτε από τη σύμβαση υποθήκης είτε από την ίδια τη διαδικασία, εφόσον αυτό παραμένει εντός της αποκλειστικής αρμοδιότητας και εξουσίας του Δικαστηρίου. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι. Όπως λέχθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια άσκησε τα δικαιώματα της αναφορικά με την ειδοποίηση Ι με βάση τον τότε εν ισχύι Ν.142(Ι)/14. Επαναλαμβάνεται πως η επίκληση της ύπαρξης της Αγωγής της Αιτήτριας ως λόγος για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, λόγος ο οποίος υφίστατο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14 δεν περιλαμβάνεται στο νέο αντίστοιχο άρθρο το οποίο εισήχθη με τον Ν.87(Ι)/18. Επομένως, αυτός ο λόγος δεν δύναται να αποτελέσει βάση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. ΙΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ αφορά στο ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Αυτός είναι και ο μοναδικός εκ των λόγων του άρθρου 44Γ που περιλαμβάνεται στην Αίτηση. Αυτός ο λόγος προβάλλεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να παρέχεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του ΣΝ που να τον υποστηρίζει και έτσι υπό κανονικές περιστάσεις υπόκειται σε απόρριψη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αυτόν τον λόγο. Ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ αναφορικά με την επίδικη υποθήκη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, Παράρτημα Α στην Αίτηση. Προκύπτει ξεκάθαρα πως η εν λόγω ειδοποίηση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με το Δεύτερο Παράρτημα τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και λεκτικό της, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). Στην ένορκη δήλωση του, ο ΣΝ αμφισβητεί την ορθότητα των ποσών που καταγράφονται στην ειδοποίηση ΙΑ και ισχυρίζεται πως αυτή καθώς επίσης και η εγκυρότητα των συμφωνιών θα αποφασιστεί στα πλαίσια των Αγωγών, της δικής της και της Τράπεζας. Σαφώς αυτό το ζήτημα δεν εμπίπτει εντός των λόγων του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τους οποίους δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην ειδοποίηση ΙΑ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης από 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι και όχι την ειδοποίηση ΙΑ. Εκ του περισσού εδώ αναφέρεται πως αυτό το ζήτημα θα μπορούσε να εγερθεί στα πλαίσια της Αίτησης - ΄Εφεσης εναντίον της ειδοποίησης Ι την οποία καταχώρισε η Αιτήτρια. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η υπό κρίση ειδοποίηση ΙΑ πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου αναφορικά με τον τύπο και το περιεχόμενο της. IV. Παραμερισμός Ειδοποίησης ΙΒ Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εκ νέου πως ο Ν.87(Ι)/18δεν προβλέπει διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΒ. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων και εναντίον της Αιτήτριας - Εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο