VLADIMIR ν. IVANUSKINA, Αρ. Αγωγής: 3174/2017, 20/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3174/2017 Μεταξύ: XXXXXX VLADIMIR, από τη ΧΧΧΧΧΧ Ενάγοντας Και XXXXXX IVANUSKINA, από τη ΛΧΧΧΧΧ, οδός ΕXXXXXX, Πολυκατοικία XXXXXX XXXXXX, No. 1, διαμέρισμα αρ. XXX 3ος όροφος ΠXXXXX ΓXXXXXX στη ΓΧΧΧΧΧΧ Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13.11.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.03.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Ελευθερίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα E. Μιχαηλίδου για PHC Tsangarides LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13.11.17 ο ενάγοντας - αιτητής καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ποσό των €43.701,09 δυνάμει δανείου ημερομηνίας 2.9.2010. Ταυτόχρονα με τη καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία απαιτεί ενδιάμεσο Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη/ Καθ' ης Αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες της ή οποιουσδήποτε από αυτούς, από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν με καθ' οιονδήποτε τρόπο, του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου του διαμερίσματος με υπ' αριθμό εγγραφής 0/2XXX6, Φυλ/Σχέδιο 0-2-2X7-3X0, Τεμάχιο ΕΠΙ 1X6, που βρίσκεται στο ΠXXXXX ΓXXXXX στον Δήμο ΓXXXXX ΛΧΧΧΧΧ το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48.1,2,3 και 8 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4,5,7 και 9
(1),
(2),
(3), στο Περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ. 149 και, άρθρα 78, 79 και 80 στο κοινοδίκαιο, στους κανόνες της επιείκειας και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα στην οποία εκθέτει το ιστορικό της υπόθεσης από το οποίο συνοπτικά καταγράφονται τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας/Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος ΡΧΧΧΧΧ. Τα τελευταία 30 χρόνια επισκέπτεται την Κύπρο για διακοπές, είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης έπαυλης στον ΆXXXX ΤXXXXX ΛΧΧΧΧΧ (αντίγραφο του σχετικού τίτλου Τεκμήριο 1) και ιδιοκτήτης της κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία Varizma Holdings Ltd. Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση είναι επίσης ΡΧΧΧΧΧ υπήκοος, με την οποία από το 2002 μέχρι το 2008 διατηρούσε δεσμό και μετά τον χωρισμό τους, εξακολουθούσαν να διατηρούμε φιλικές σχέσεις. Κατά τον Αύγουστο του 2010 η Καθ' ης η Αίτηση είχε αποφασίσει να αγοράσει διαμέρισμα στην ΑXXXX ΝXXXXX ΑΧΧΧΧΧ, από την εταιρεία Zavos Napa Blue Ltd, και λόγω των φιλικών σχέσεων τους τον παρακάλεσε αν μπορούσε να την βοηθήσει οικονομικά με την παραχώρηση σε αυτή δανείου. Κατά/ή περί τις 02/09/10 ο ενάγοντας, ως διευθυντής της Varizma Holdings Ltd, είχε αποφασίσει όπως ακυρώσει τη συμφωνία ημερομηνίας 14/02/2006 για την αγορά από την εταιρεία D. ZAVOS GROUP (LIMASSOL) LTD, και EX-K AND L ESTATES LTD, ενός διαμερίσματος στο ΠXXXXX ΓXXXXX στην ΛΧΧΧΧΧ. Ένεκα της ως άνω παράκλησης της Εναγόμενης, όταν έγινε η ακυρωτική συμφωνία, συμφώνησε όπως το ποσό των €43.701,09 να μην επιστραφεί στην εταιρεία του αλλά να πιστωθεί για λογαριασμό της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση έναντι της αγοράς του διαμερίσματος υπ' αριθμό XXX στο κτιριακό συγκρότημα XXXXXX XXXXXX στην ΑXXXX ΝXXXX ποσό το οποίο και πιστώθηκε. Προς τούτο καταθέτει ως Τεκμήριο 4 απόδειξη είσπραξης με αριθμό 44 που φαίνεται η πληρωμή του ποσού των €43.701,09 από την εταιρεία του για λογαριασμό της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτηση για την αγορά του διαμερίσματος στην ΑXXXX ΝXXXX ΑXXXXX. Δυνάμει της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση συμφώνησε και αποδέχθηκε ότι δεν θα επέστρεφε το ποσό του δανείου των €43.701,09 στην εταιρεία Varizma της οποία μέχρι σήμερα ο ενάγοντας είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος αλλά στον ίδιο προσωπικά καθότι είχε διευθετήσει με την εταιρεία του και του εκχώρησε την ρηθείσα οφειλή. Προς τούτο καταθέτει ως Τεκμήριο 5 τη σχετική δήλωση εκχώρησης της οφειλής. Περαιτέρω η Εναγόμενη συμφώνησε ότι θα πληρώσει το ρηθέν ποσό στον Ενάγοντα πλέον τόκους προς 3% ετησίως από 02/09/10 το αργότερο μέχρι το τέλος του 2016. Αρχές του 2017 η Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση ανάφερε στον Ενάγοντα-Αιτητή ότι δεν μπορεί να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, αλλά τον καθησύχασε ότι δεν πρόκειται να χάσει τα χρήματα του, λέγοντας του ότι είχε πωλήσει το διαμέρισμα που αγόρασε στην ΑXXXXX ΝΧΧΧΧΧ και τον Ιούλιο του 2015 αγόρασε και έχει επ' ονόματι της εγγεγραμμένο το ½ εξ' αδιαιρέτου μερίδιο του πιο πάνω αναφερόμενου διαμερίσματος υπ' αριθμό εγγραφής 0/2XXX6, στην ΓXXXXXX. Επίσης του ανάφερε ότι το αργότερο μέχρι τις 30/09/17 θα του κατέβαλλε το οφειλόμενο ποσό μαζί με τους τόκους. Η Εναγόμενη- Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε να καταβάλει στον Ενάγοντα-Αιτητή το οφειλόμενο ποσό και παρά τις προσπάθειες του τελευταίου τον Οκτώβριο 2017 να επικοινωνήσει μαζί της αυτή δεν ανταποκρινόταν. Αφού επισκέφθηκε την Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές στις 07/11/17 μετέβηκε στην πολυκατοικία που είναι το διαμέρισμα της Εναγόμενης και εκεί διαπίστωσε ότι η τελευταία βρίσκεται στην Κύπρο. Είναι η θέση του Ενάγοντα-Αιτητή ότι η Εναγόμενη- Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και υπάρχει ο κίνδυνος να αποξενώσει το ρηθέν μερίδιο της στο προαναφερόμενο ακίνητο με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να εκτελέσει την τυχόν προς όφελος μου εκδοθείσα απόφαση εναντίον της. Το δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε πως το αιτούμενο διάταγμα δεν πρέπει να εκδοθεί μονομερώς και ως εκ τούτου ζητήθηκε εκ μέρους του αιτητή χρόνος για την επίδοση της αίτησης μετά την πραγματοποίηση της οποίας η εναγόμενη καταχώρισε ένσταση. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι ο ενάγοντας με την ένορκη του δήλωση δεν έχει αποκαλύψει τα πραγματικά γεγονότα. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης-Καθ΄ης η Αίτηση από την οποία καταγράφονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Η εναγόμενη αναφέρει ότι διατηρούσε σχέση με τον ενάγοντα από το 2002 μέχρι και το 2010 ενώ κατά/ή περί την περίοδο 2008 - 2010 υπήρχαν κάποιες διαφωνίες μεταξύ τους. Δεν αρνείται ότι συνέχισε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Ενάγοντα και ότι αυτός μέσω της εταιρείας του κατέβαλε προς όφελος της το ποσό €43.701, 09 προς την εταιρεία ZAVOS NAPA BLUE LTD όπως περιγράφεται πιο πάνω. Πλην όμως ισχυρίζεται ότι τούτο έγινε από τον Ενάγοντα δια της εταιρείας του ως δωρεά προς την ίδια ως ένδειξη της αγάπης και της σχέσης που είχαν μέχρι τότε και όχι ως δάνειο όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η καταβολή του ποσού έγινε από την εταιρεία VARIZMA HOLDINGS LTD η οποία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και όχι από τον Ενάγοντα προσωπικά, συνακόλουθα ο ίδιος δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή ενώ ο ισχυρισμός του περί εκχώρησης του ποσού της απαίτησης από την εταιρεία του προς τον ίδιο, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις. Αναφέρει επίσης ότι η εταιρεία VARIZMA HOLDINGS LTD, είχε διαγράφει και μετέπειτα επανεγγράφηκε κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, εντούτοις όμως λόγω του ότι δεν φαίνεται να έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις καταβολής τελών προς τον Έφορο Εταιρειών, δύναται να διαγράφει εντός των επόμενων μηνών. Τέλος η ενάγουσα ισχυρίζεται πως ο ενάγοντας δεν διατρέχει κίνδυνο να μην ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση ήθελε πετύχει εναντίον της , για τον λόγο ότι είναι άτομο αξιόχρεο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς( Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης, βεβαίως, της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμανουήλ Σεβαστού (πιο πάνω). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)A.Α.Δ 1460). Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου έχει ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα με σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. BP Holdings Ltd κ.α v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694 και Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 4 δεν εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στη προκειμένη όμως περίπτωση το ακίνητο που με βάση το αιτούμενο Διάταγμα ζητείται όπως η καθ΄ ης η αίτηση εμποδίζεται να αποξενώσει δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αντικείμενο της αγωγής είναι η αξίωση του ενάγοντα για την καταβολής του ποσού των €43.701,09 δυνάμει δανείου όπως περιγράφεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση. Σχετική επί του ζητήματος είναι η απόφαση LARTICON CO.v.DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD.,
(2004)1Β Α.Α.Δ 1121 όπου έχει λεχθεί ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο το Διάταγμα στην υπό εξέταση περίπτωση. Εξέταση των τριών προϋποθέσεων Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Α. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Στην παρούσα υπόθεση η βάση της αγωγής στηρίζεται σε συμφωνία δανείου την οποία επικαλείται ο ενάγοντας και απαιτεί την πληρωμή του ποσού των €43.701,09. Από τα σχετικά τεκμήρια που ο Ενάγοντας επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση προκύπτει ότι η εταιρεία του πράγματι πλήρωσε το εν λόγω ποσό προς όφελος της εναγόμενης και ακολούθως διευθετήθηκε η εκχώρηση της ισχυριζόμενης οφειλής στον ίδιο. Με βάση συνεπώς τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σε σχέση με την αξίωση καταβολής του αναφερόμενου ποσού και ως εκ τούτου ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Β. Πιθανότητα επιτυχίας Εξετάζοντας την δεύτερη προϋπόθεση κατά πόσο δηλαδή υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. υπ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Thinking Steel International BV v. Garamondani Bros Public Co. Ltd, (πιο πάνω), έχει αναφερθεί πως στην περίπτωση αιτήσεων βασιζόμενων σε ένορκες δηλώσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται, στο βαθμό και στην έκταση που το βάρος απόδειξης επιβάλλει. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου διαπιστώνεται πως στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό ικανοποιείται η πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης του Ενάγοντα-Αιτητή για την καταβολή του αξιούμενου χρηματικού ποσού και δεν αποδυναμώνεται από τις θέσεις που έθεσε η Εναγόμενη-Καθ΄ης η Αίτηση στο δικαστήριο η οποία αφενός δεν αρνείται ότι έγινε η πληρωμή του εν λόγω ποσού προς όφελος της με το τρόπο που περιγράφει ο Ενάγοντας αλλά αφετέρου ισχυρίζεται πως δεν οφείλει να του πληρώσει οποιονδήποτε ποσό καθότι η εν λόγω πληρωμή προς όφελος της έγινε ως δωρεά προς την ίδια. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225 όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της. Ενώ στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Γ. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αφερεγγυότητα (ή η δυσκολία εκτέλεσης), από μόνη της δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο όμως το οποίο, ενόψει των δεδομένων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη (βλ. Pastella Marin Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd,
(1987)1 A.A.Δ. 583,) εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία (βλ. επίσης Barley Johnson v. Yuill,
(1980)1 A.E.E.R 190 και Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301). Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία ή εκεί που σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί η απόφαση. Η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην κρινόμενη περίπτωση, η εναγόμενη η οποία είναι ΡXXXXX υπήκοος δεν ισχυρίζεται ότι έχει οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο πλην του μεριδίου της στο προαναφερόμενο διαμέρισμα στην ΓXXXXX. Η ίδια μάλιστα αναφέρει ότι το διαμέρισμα που αγόρασε στην ΑXXXXX ΝXXXXXX πωλήθηκε και δηλώνει μάλιστα ότι από την εν λόγω πώληση δεν αποκόμισε κανένα απολύτως όφελος αντιθέτως είχε υποστεί ζημιές. Όπως αναφέρθηκε στην C.Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Με τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ ότι στη προκειμένη περίπτωση η απλή αναφορά της εναγόμενης στην ένορκη της δήλωση ότι είναι αξιόχρεο άτομο δεν αποδυναμώνει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της στην περίπτωση αποξένωσης και ή επιβάρυνσης της αναφερόμενης περιουσίας. Κρίνεται συνεπώς ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Σε ότι δε αφορά τον λόγο ένστασης ότι με το αιτούμενο διάταγμα ζητείται η δέσμευση περιουσίας πολλαπλάσιας αξίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρέμεινε ατεκμηρίωτος εφόσον στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με την αξία του μεριδίου της επί της εν λόγω περιουσίας. Ως εκ τούτου θεωρώ με βάση τα πιο πάνω, ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Το γεγονός ότι η αίτηση ξεκίνησε ως μονομερής και στη συνέχεια διατάχθηκε η επίδοση της προτού το Δικαστήριο της επιληφθεί, δεν ατονεί την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή εγγύησης από πλευράς του Αιτητή (βλ. Αίτηση Αρ. 173/13, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2013)1Γ Α.Α.Δ 2441). Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω εκδίδεται συνεπώς διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης υπό τον όρο ότι ο Ενάγοντας- Αιτητής θα υπογράψει εγγύηση ύψους €30.000 για τυχόν αποζημίωση της Εναγόμενης- Καθ' ης η αίτηση. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόντα-Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από το πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο