← Κύπρος

Ηρακλέους ν. Astrobank Ltd, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 328/2018, 6/3/2019

Ηρακλέους ν. Astrobank Ltd, Αίτηση - Έφεση Αρ. : 328/2018, 6/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 328/2018 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, άρθρο 27 και τους τροποποιητικούς Νόμους 142(Ι)/14, 139(I)/15 και 87(Ι)/18, άρθρα 44Α-44IΖ Μεταξύ: . Ηρακλέους Αιτητή - Εφεσείοντος v. Astrobank Ltd Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 6 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή - Εφεσείοντα: κ. Π. Παυλίδης για Karapatakis Pavlides LLC Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής - Εφεσείων ζητά διατάγματα με τα οποία: (
  2. i)να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η ειδοποίηση ΙΑ για τη σκοπούμενη πώληση με πλειστηριασμό του ακινήτου του που βαρύνεται με την υποθήκη Υ./10, (
  3. ii)να κηρύσσεται ως άκυρη και ή αντισυνταγματική και ή στερημένη έννομου αποτελέσματος η εν λόγω ειδοποίηση ΙΑ, (iii) να αναγνωρίζεται πως η εν λόγω ειδοποίηση IA δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, (
  4. iv)να τερματίζεται η διαδικασία του πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση και τελεσιδικία των Αγωγών υπ΄ αρ. 148/14 και 3027/17 ΕΔ Λεμεσού, (
  5. v)να κηρύσσεται ότι η διαδικασία προώθησης του πλειστηριασμού αποτελεί κατάχρηση και ή ότι οι Καθ΄ ων κωλύονται δια συμπεριφοράς και ή λόγω πολλαπλότητας και ή λόγω κατάχρησης διαδικασιών να προωθούν την εν λόγω διαδικασία, (
  6. vi)να κηρύσσεται ως άκυρη και ή αντισυνταγματική και ή στερημένη έννομου αποτελέσματος η ειδοποίηση ΙΒ, (vii) να κηρύσσεται ως άκυρη και ή αντισυνταγματική και ή στερημένη έννομου αποτελέσματος η ειδοποίηση Ι, (viii) να αναγνωρίζεται πως η εν λόγω ειδοποίηση I δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, (
  7. ix)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν το άρθρο 30 του Συντάγματος, (
  8. x)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος, (
  9. xi)να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας, (xii) να κηρύσσονται οι πρόνοιες των άρθρων 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 ως αντισυνταγματικές και ή άκυρες και ή ότι παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση συνοψίζονται ως εξής: (α) Το άρθρο 44Γ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, στερεί και ή παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του Αιτητή για προσφυγή στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος. (β) Η επιβολή της προϋπόθεσης του άρθρου 44Γ

(3)(δ) του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος επηρεάζει και ή ματαιώνει το δικαίωμα του Αιτητή να προσφύγει στο Δικαστήριο, δημιουργεί ανεπίτρεπτο κώλυμα στον Αιτητή να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 30.1 του Συντάγματος, δημιουργεί αθέμιτο πλεονέκτημα προς όφελος των Καθ΄ ων και καταστρατηγεί την αρχή της ισότητας των όπλων όπως αυτή διασφαλίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος. (γ) Το άρθρο 44Γ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, παραβιάζει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης. (δ) Οι πρόνοιες του άρθρου 44Α του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, περί αναδρομικής ισχύος του Μέρους VIA, είναι αντισυνταγματικές καθότι αποστερούν κεκτημένα δικαιώματα του Αιτητή και πλήττουν την αρχή της αναδρομικότητας. (ε) Το Μέρος VIA του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.87(Ι)/18, περί αναδρομικής ισχύος είναι αντισυνταγματικό καθότι παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος. (στ) Η ειδοποίηση ΙΑ είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)(α) του Ν.142(I)/14. (ζ) Η ειδοποίηση ΙΑ είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(I)/14. (η) Δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 44Β του Νόμου. (θ) Δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία ως προς την επίδοση των ειδοποιήσεων. (ι) Η ειδοποίηση ΙΑ στερείται έννομου αποτελέσματος καθότι εκκρεμούν η Αγωγή 3027/17 η οποία καταχωρίστηκε από τον Αιτητή και η Αγωγή 148/14 η οποία καταχωρίστηκε από τους Καθ΄ ων. (ια) Η διαδικασία προώθησης του πλειστηριασμού συνιστά κατάχρηση και ή οι Καθ΄ ων κωλύονται δια της συμπεριφοράς τους και ή λόγω πολλαπλότητας και ή λόγω κατάχρησης διαδικασιών να προωθούν τον πλειστηριασμό. (ιβ) Η ειδοποίηση ΙΒ είναι παράτυπη και ή άκυρη λόγω του ότι εκκρεμεί η ακρόαση των πιο πάνω Αγωγών. (ιγ) Η ειδοποίηση ΙΑ είναι άκυρη και ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και ή θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι έχει εκδοθεί και ή εκκρεμεί η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του Αιτητή στα πλαίσια της Αγωγής 3027/17, με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ΄ ων να προωθούν τη διαδικασία εκποίησης του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου. (ιδ) Η έναρξη της διαδικασίας για διεξαγωγή του πλειστηριασμού είναι άκυρη και ή παράνομη. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή - Εφεσείοντος, στην οποία ισχυρίζεται πως το 2010 υποθήκευσε το υπό κρίση ακίνητο του σύμφωνα με την υποθήκη Υ./10 για το ποσό των €1.650.000 πλέον τόκους, ως εξασφάλιση δανείου και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον ίδιο και τη σύζυγο του. Αναφέρει πως γι΄ αυτές τις πιστωτικές διευκολύνσεις και την υποθήκη, οι Καθ΄ ων καταχώρισαν την Αγωγή 148/14 ΕΔ Λεμεσού εναντίον αυτού και της συζύγου του (εφεξής «η Αγωγή της Τράπεζας»), στην οποία καταχωρίστηκε υπεράσπιση και απάντηση. Ακολούθως ο Αιτητής παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας από τη λήψη ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι, μέχρι και της ειδοποίησης ΙΒ. Αναφέρει πως μετά την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου Θ ο ίδιος και η σύζυγος του καταχώρισαν την Αγωγή 3027/17 ΕΔ Λεμεσού, αποκτώντας δικαίωμα το οποίο με βάση την τότε ισχύουσα Νομοθεσία του παρείχε τη δυνατότητα να ζητά την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Οι Ενάγοντες στην Αγωγή 3027/17 καταχώρισαν αίτηση συνένωσης των δύο Αγωγών. Σύμφωνα με τον Αιτητή, λόγω της τροποποίησης του άρθρου 44Γ
(3)(δ) με τον Ν.87(Ι)/18, δεν υπήρχε άλλο μέσο για να σταματήσει η εκποίηση της υποθήκης παρά μόνο με την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος και έτσι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για καταχώριση αίτησης στα πλαίσια της Αγωγής 3027/
  1. Αυτή καταχωρίστηκε στις 14.11.18, ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης - Έφεσης και, όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Τέλος, επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση - Έφεση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Ο Αιτητής ερμηνεύει λανθασμένα τις διατάξεις του Ν.9/
  2. 3) Η παράλληλη προώθηση της Αγωγής 148/14 και της υπό κρίση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας άλλα άσκηση των νόμιμων και συμβατικών δικαιωμάτων των Καθ΄ ων. 4) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει το δικαίωμα των Καθ΄ ων να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν τους εντός εύλογου χρόνου και αντιστρατεύεται το πνεύμα και τον σκοπό του Νομοθέτη. 5) Δεν έχουν παραβλαφθεί οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα του Αιτητή από την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ και ή την προώθηση της διαδικασίας πώλησης δυνάμει του Νόμου, αντιθέτως με αυτή ο Αιτητής πληροφορήθηκε για τα προβλεπόμενα στον Νόμο δικαιώματα του τα οποία επέλεξε να μην ασκήσει. 6) Δεν πληρούνται οι καθιερωμένες προϋποθέσεις για να δύναται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συνταγματικό έλεγχο των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου και ή τέτοιος έλεγχος θα ήταν μόνο ακαδημαϊκής αξίας. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω διατάξεις συνάδουν πλήρως με το Σύνταγμα και δεν πλήττουν ούτε επηρεάζουν οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή. 7) Η Αίτηση - Έφεση είναι καταχρηστική και έχει μοναδικό σκοπό την αποστέρηση των Καθ΄ ων να εφαρμόσουν τον Νόμο και εισπράξουν το λαβείν τους. 8) Ο Αιτητής δεν προσέβαλε τις ειδοποιήσεις Θ και Ι ως είχε δικαίωμα και ως εκ τούτου κωλύεται να εγείρει ισχυρισμούς και ή αμφισβητεί την επίδοση τους επιζητώντας τον παραμερισμό τους. 9) Οι Καθ΄ ων έχουν ακολουθήσει ορθά και νομότυπα τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου και οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ είναι σε πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Νόμου. 10) Η υποθήκη Υ./10 είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική. 11) Ο Αιτητής δεν δύναται να εγείρει ως λόγο έφεσης την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος καθότι αυτό δεν έχει ακόμα εκδοθεί. Για να ικανοποιείται ο λόγος του άρθρου 44Γ
(3)(δ) θα πρέπει τέτοιο διάταγμα να είχε εκδοθεί πριν την καταχώριση της παρούσας. 12) Η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική καθότι επιζητείται ταυτόχρονα η ίδια θεραπεία στα πλαίσια της Αγωγής 3027/
  1. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΠ (εφεξής «ο ΠΠ»), υπαλλήλου στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Καθ΄ ων. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών παραπέμπει στην έκθεση απαίτησης της Αγωγής 148/14 ως προς τις πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση η υποθήκη Υ./
  2. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας επίδοσης όλων των ειδοποιήσεων, ισχυριζόμενος πως η διαδικασία έγινε προς πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου και πως ο Αιτητής δεν δύναται πλέον να ζητά ακύρωση των ειδοποιήσεων Θ και Ι. Τέλος και αυτός με τη σειρά του επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ενόσω η Αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση, μεσολάβησε η καταχώριση αίτησης από τον Αιτητή για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι Καθ΄ ων δεν έφεραν ένσταση και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, στις 12.2.19 ο Αιτητής καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία βασικά αναφέρει πως κατόπιν ακρόασης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα στην Αγωγή 3027/17, στις 6.2.19 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) με απόφαση του εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η εκποίηση, μεταξύ άλλων, της υπό κρίση υποθήκης Υ./
  3. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες και οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να τεθεί εξαρχής το υπόβαθρο γεγονότων το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο από την αντίθετη πλευρά. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  4. Κατά το 2010 ο Αιτητής συνέστησε υποθήκη Υ./10 αναφορικά με ακίνητο του προς όφελος των Καθ΄ ων για το ποσό των €1.650.000 πλέον τόκους και έξοδα. Η εν λόγω υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση διαφόρων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες παραχωρήθηκαν δυνάμει συμφωνιών δανείου προς τον Αιτητή και τη σύζυγο του.
  5. Αναφορικά με τις εν λόγω διευκολύνσεις οι Καθ΄ ων καταχώρισαν εναντίον του Αιτητή και της συζύγου του την Αγωγή υπ΄ αρ. 148/14, στην οποία οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και οι Καθ΄ ων απάντηση, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του Αιτητή.
  6. Στις 3.10.17 οι Καθ΄ ων επέδωσαν στον Αιτητή ειδοποίηση τύπου Ι συνοδευόμενη από ειδοποίηση τύπου Θ με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού, αναφορικά με το υπό κρίση ενυπόθηκο ακίνητο, Τεκμήριο Δ στην ένορκη του δήλωση. Οι ίδιες ειδοποιήσεις επιδόθηκαν και στη σύζυγο του Αιτητή, έναντι της υπογραφής του ιδίου ως συζύγου και συγκάτοικου. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης και τα σχετικά έγγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση του ΠΠ. Εδώ σημειώνεται πως ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως η επίδοση σε αυτόν έγινε στις 7.10.17, πλην όμως στο Τεκμήριο Δ η ημερομηνία κάτω από την υπογραφή του δεν φαίνεται πολύ καθαρά ενώ στην ένορκη δήλωση ο επιδότης ορκίζεται πως επέδωσε στις 3.10.17, ημερομηνία η οποία φαίνεται ξεκάθαρα στο συνημμένο αντίγραφο της ειδοποίησης, όπου αναγράφεται δίπλα από την υπογραφή του Αιτητή, και αυτή η θέση παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση ή αντίκρουση.
  7. Οι ειδοποιήσεις Θ και Ι επιδόθηκαν επίσης στις 3.10.17 στην . Ιωάννου, εκ μέρους του Τμήματος Φορολογίας και στην . Ζαχαρία, εκ μέρους της Eurobank Cyprus Ltd, και στις 10.10.17 στη . Προκοπίου, εκ μέρους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ως ενδιαφερόμενων προσώπων. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης αποτελούν τα Τεκμήρια 3-5 στην ένορκη δήλωση του ΠΠ.
  8. Στις 26.10.17 καταχωρίστηκε η Αγωγή 3027/17 από τον Αιτητή και τη σύζυγο του εναντίον των Καθ΄ ων οι οποίοι καταχώρισαν υπεράσπιση, Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του Αιτητή.
  9. Καταχωρίστηκε αίτηση από τον Αιτητή και τη σύζυγο του για συνένωση των δύο Αγωγών, Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση του Αιτητή.
  10. Στις 31.10.18 επιδόθηκε στον Αιτητή η ειδοποίηση τύπου ΙΑ ημ. 4.10.18, Τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση. Η ένορκη δήλωση επίδοσης με τα συνημμένα έγγραφα αποτελεί το Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΠΠ.
  11. Στις 14.11.18 ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση - Έφεση.
  12. Στις 14.11.18 οι Ενάγοντες στην Αγωγή 3027/17 καταχώρισαν αίτηση για έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων να προχωρήσουν με τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση του Αιτητή.
  13. Στις 16.11.18 ο Αιτητής παρέλαβε την ειδοποίηση ΙΑ μέσω ταχυδρομείου και την ίδια ημερομηνία του επιδόθηκε και η ειδοποίηση τύπου ΙΒ, Τεκμήριο Β στην ένορκη του δήλωση.
  14. Κατόπιν ακρόασης της αίτησης για απαγορευτικό διάταγμα, στις 6.2.19 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η εκποίηση, μεταξύ άλλων, της υπό κρίση υποθήκης Υ./10, Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή. ΙΙ. Ισχύον Νομικό Καθεστώς Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να απασχολήσει είναι το ποιες πρόνοιες του Ν.9/65 εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Όπως διαφαίνεται μέσα από τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση και τη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση, αποτελεί βασική θέση του Αιτητή πως οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν διάφορες βασικές αρχές ούτως ώστε αυτές (οι πρόνοιες) να μην έχουν νομική ισχύ ούτε και να τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με τον φάκελο της Αίτησης, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 14.11.18, καθ΄ ον χρόνο είχε ήδη τεθεί σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). ΙΙ.Α Πρόνοιες Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18 Πριν την εξέταση του ζητήματος αντισυνταγματικότητας ή παραβίασης βασικών αρχών αναφορικά με τον Ν.87(Ι)/18, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή των προνοιών των δύο Νομοθεσιών, ήτοι των Ν.142(Ι)/14και Ν.87(Ι)/18, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτή και η βάση της θέσης του Αιτητή. O παλαιότερος Ν.142(I)/14, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με οποιαδήποτε ειδοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των ειδοποιήσεων Θ, Ι και ΙΒ, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη η οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Ι, λόγος ο οποίος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14, και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ). Οι άλλοι δύο λόγοι του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), οι οποίοι αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β), εξακολουθούν να παραμένουν και στο νέο άρθρο 44(Γ)
(3)(α) και (β). ΙΙ.Β Αναδρομική Ισχύς Ν.87(Ι)/18 Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητά πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που πηγάζει από δικαίωμα και τα οποία (δικαίωμα ή θεραπεία) προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και αν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ιδίου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του αν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνεται και η παρούσα Αίτηση - Έφεση εφόσον η διαδικασία άρχισε πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, καθότι οι ειδοποιήσεις Θ και Ι είχαν σταλεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. ΙΙ.Γ Εισήγηση για Αντισυνταγματικότητα Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18ως προς την αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου, των άρθρων 44Α-44ΙΖ και επιπλέον του άρθρου 44Γ πάνω σε διάφορες βάσεις εγείρονται τόσο στα πλαίσια της Αίτησης, όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει με σαφήνεια και λεπτομέρεια. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι πως όλες οι σχετικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εγείρονται με την απαιτούμενη ακρίβεια ούτως ώστε αυτές να δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.LR. 640, το Εφετείο υιοθέτησε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνταγματικότητας όπως αυτές ισχύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, και οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως: (I) Μια ασφαλιστική δικλίδα (ή κανών προστατευτικής φύσης) (a rule of precautionary nature) είναι ότι καμιά πρόνοια του Νόμου δεν καθίσταται άκυρη (void) εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις ή εκεί όπου η εν λόγω πρόνοια είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με άλλα λόγια, ένας Νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (ΙΙ) Τα Δικαστήρια ασχολούνται με το θέμα της συνταγματικότητας του Νόμου και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του, ή με το κατά πόσο αυτός συνάδει με τη φυσική δικαιοσύνη, με τις βασικές αρχές της Κυβέρνησης ή με το πνεύμα του Συντάγματος - βλ. Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78, Vrahimis v. The Republic
(1971)3 C.L.R. 104 και Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245. (ΙΙΙ) Είναι βασική αρχή ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν ένα Νόμο κατά τρόπο ώστε να συνάδει κατά το δυνατό με το Σύνταγμα - βλ. Matsis v. The Republic (ανωτέρω). (ΙV) Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στην απόφαση γενικών και αορίστων θεμάτων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει θέματα συνταγματικότητας στις περιπτώσεις όπου είναι απόλυτα αναγκαίο για την απόφαση της υπό εξέταση υπόθεσης - βλ. Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R.
  1. (V) Στις περιπτώσεις οι οποίες αφορούν Νόμους μέρος των οποίων είναι έγκυρο και μέρος άκυρο, τα Δικαστήρια διαχωρίζουν το έγκυρο από το άκυρο και διαγράφουν μόνο το τελευταίο εκτός αν τα δύο είναι πλήρως αλληλένδετα. Η ανάγκη απόδειξης της αντισυνταγματικότητας Νόμου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έγκειται στο ότι αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για να διατηρείται μια υγιής ισορροπία μεταξύ της νομοθετικής κρατικής εξουσίας και της δικαστικής κρατικής εξουσίας και επομένως να διασφαλίζεται η ανωτερότητα (supremacy) της νομοθεσίας στον τομέα αυτό και ο στόχος του Νόμου για το κοινό όφελος όλων (common good) - Papapanou v. The Republic (ανωτέρω). ΙΙ.Δ Αρχή της Αναδρομικότητας - Αποστέρηση Κεκτημένου Δικαιώματος Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Α περί αναδρομικότητας ισχύος του Ν.87(Ι)/18 είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν την αρχή της αναδρομικότητας ως προς τη δημιουργία δικαιώματος προς όφελος των Καθ΄ ων. Αυτή η εισήγηση βασίζεται στο ότι αφενός αφαιρείται κεκτημένο δικαίωμα του Αιτητή και αφετέρου δίδεται δικαίωμα στους Καθ΄ ων. Προφανώς ο Αιτητής αναφέρεται στο δικαίωμα που είχε με βάση τον προγενέστερο Ν.142(Ι)/14να προσβάλει τις ειδοποιήσεις Θ και Ι και να ζητά την ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ επικαλούμενος την εκκρεμότητα αγωγής αναφορικά με την ειδοποίηση Ι. Έχει ήδη διαφανεί η σαφής πρόθεση του Νομοθέτη να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/
  2. Παρόλο που η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την ισχύ του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, εντούτοις θεωρώ πως κατά τον χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι, ήτοι στις 3.10.17, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο Ν.142(Ι)/14, ο Αιτητής είχε κάθε δικαίωμα να λάβει μέτρα για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό οποιασδήποτε ή και των δύο εξ αυτών ειδοποιήσεων με την καταχώριση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του τότε εν ισχύι άρθρου 44ΙΓ, εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας των 30 ημερών. Η προθεσμία των 30 ημερών έληγε στις 3.11.
  3. Επομένως, κατά τον ουσιώδη χρόνο παραλαβής των ειδοποιήσεων Θ και Ι, και σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, ο Αιτητής διατηρούσε κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση εντός 30 ημερών, το οποίο δικαίωμα ο ίδιος επέλεξε να μην ασκήσει. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα απώλειας και ή κατάργησης του εν λόγω δικαιώματος του, από τη στιγμή που αυτό υπήρχε στη διάθεση του κατά τον ουσιώδη χρόνο και ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης τροποποίησης με τον Ν.87(Ι)/
  4. Όσον αφορά την προϋπόθεση της ύπαρξης αγωγής για την ειδοποίηση Ι, σαφώς αυτή πλέον δεν υπάρχει με βάση το νέο άρθρο 44Γ
(3). Είναι εισήγηση του Αιτητή πως με την καταχώριση της Αγωγής 3027/17 αυτός απέκτησε κεκτημένο δικαίωμα ως προς την ύπαρξη λόγου για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για την σκοπούμενη πώληση. Ο δικηγόρος του Αιτητή παρέπεμψε σε νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία του κεκτημένου δικαιώματος. Στην υπόθεση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419 λέχθηκαν τα εξής: «The expression "vested rights" primarily connotes rights that accrued in law. Rights may accrue both in civil and public law. A right may be deemed to vest if the process of the law for its acquisition has been completed. The right crystallizes thereafter and vests in the subject who becomes its beneficiary in law. Certainty in the legal process and respect for the law, require that rights acquired under the law should remain undisturbed. Inevitably, interference with such rights undermines certainty and reduces respect for the laws. The need to sustain vested rights found expression in the Interpretation Law in the form of a presumption that subsequent laws are presumed, but not deemed, to leave unaffected vested rights. Section 10
(2)(c) of the Interpretation Law, Cap. 1, provides that it shall be presumed that the repeal of a law leaves unaffected rights, privileges, obligations or liabilities, that were acquired, accrued or incurred under the repealed law. However, the presumption is a rebuttable one and may be displaced whenever a clear inten­tion to the contrary is evinced by the repealing law. In the face of a clear legislative expression to the contrary, the presum­ption recedes and gives way to the will of the legislature, the supreme arbiters of the law.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Εφετείο ακολούθως ασχολήθηκε με το κατά πόσο τα συμβατικά με το Κράτος δικαιώματα του εφεσείοντος να επιλέξει την αποζημίωση του η οποία δεν υπόκειτο σε φορολογία είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν την τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Αφού κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα, ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθεί με την εισήγηση για παραβίαση του άρθρου 26.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178, το Εφετείο υιοθετώντας την προαναφερόμενη υπόθεση Menelaou, ανέφερε τα εξής: «Ο όρος vested right προσδιορίζεται εννοιολογικά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419. Η επίκλησή του υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου δηλαδή, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Εκτός από τα ιδιωτικά δικαιώματα υπάρχουν και εκείνα που προκύπτουν από κανόνες δημοσίου δικαίου. Γίνεται γενικά δεκτό ότι δεν είναι ανεκτή η εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο. Αυτονόητο είναι ότι η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση κατά τον χρόνο ισχύος του Ν.87(Ι)/18 ο Αιτητής δεν είχε κεκτημένο δικαίωμα με μόνο το γεγονός της έγερσης της Αγωγής εκ μέρους του. Το δικαίωμα του Αιτητή δεν είχε αποκρυσταλλωθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αγωγής, παρά μόνο κάτι τέτοιο θα συνέβαινε με την καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την παραλαβή της, με βάση το παλαιό άρθρο 44Γ
(3). Η καταχώριση της Αγωγής με την πιθανή αναμονή και ενδεχόμενη προοπτική της παραλαβής της ειδοποίησης ΙΑ δεν είναι επ΄ ουδενί λόγο ικανή να προσδώσει κεκτημένο δικαίωμα εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί όλη η σχετική διαδικασία και ειδικότερα όλες οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις, ήτοι η καταχώριση της έφεσης. Ανεξαρτήτως του ότι η ειδοποίηση ΙΑ επιδόθηκε στον Αιτητή μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως ο ίδιος θα μπορούσε να επικαλείται ενδεχομένως κεκτημένο δικαίωμα μόνο στην περίπτωση που κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.87(Ι)18 αυτός είχε ήδη καταχωρίσει έφεση στηριζόμενος στην προϋπόθεση του παλαιού άρθρου 44Γ
(3), ήτοι την ύπαρξη αγωγής. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο συνέβη στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η διαδικασία πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA είχε αρχίσει με την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης Ι στις 3.10.17 πλην όμως ο Αιτητής δεν είχε ακόμα αποκτήσει το δικαίωμα έφεσης εναντίον της ειδοποίησης ΙΑ για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είχε εκδοθεί τέτοια ειδοποίηση ΙΑ πριν τον Ν.87(Ι)/18. Θεσπίζοντας τον Νόμο αυτό ο Νομοθέτης σαφώς και είχε υπόψιν του ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία με την επίδοση των αρχικών ειδοποιήσεων. Όπως επίσης και σαφώς είχε υπόψιν του πως το όποιο δικαίωμα έφεσης κατά της ειδοποίησης ΙΑ θα διατηρείτο και θα ήταν και πάλι εντός των 30 ημερών από την επίδοση της. Ο Νομοθέτης δεν επέλεξε να καταργήσει το δικαίωμα έφεσης αλλά αντιθέτως το διατήρησε για όσες διαδικασίες θα προχωρούσαν μέχρι το στάδιο της ειδοποίησης ΙΑ. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί επίσης πως ο Ν.87(Ι)/18δεν καθόρισε ούτε και έδωσε οποιοδήποτε δικαίωμα στους Καθ΄ ων με την απάλειψη της προϋπόθεσης ύπαρξης αγωγής. Το δικαίωμα των Καθ΄ ων να προχωρήσουν με την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων δια πλειστηριασμού υπήρχε με βάση τον Ν.142(Ι)/14, και επομένως ο Ν.87(Ι)/18δεν δημιούργησε νέο τέτοιο δικαίωμα σε αυτούς. Με άλλα λόγια, οι Καθ΄ ων διατηρούσαν το ίδιο ακριβώς δικαίωμα με βάση τόσο τον παλαιό όσο και τον νέο Νόμο. Αντιθέτως, ο νέος Νόμος παρέχει περισσότερους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής θα μπορούσε να καταχωρίσει έφεση. Συγκεκριμένα, ενώ το παλαιό άρθρο 44Γ
(3)περιλάμβανε τέσσερις μόνο λόγους για τους οποίους ήταν δυνατή η καταχώριση έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, το νέο άρθρο 44Γ
(3)περιλαμβάνει περισσότερους, διευρύνοντας έτσι το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει τους ιδίους πρώτους τρεις με το παλαιό άρθρο και πρόσθεσε ακόμα τρεις, ήτοι την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, την έκδοση προστατευτικού διατάγματος δυνάμει του περί Αφερεγγυότητας Νόμου και τη συμμετοχή στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ. Επομένως, δεν υπάρχει μεταβολή του ήδη υφιστάμενου καθεστώτος αλλά προσθήκη νέου τρόπου-μεθόδου πώλησης και το νέο άρθρο 44Γ
(3)δεν παρέχει νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή αλλά ένα τρόπο άσκησης του ήδη υπάρχοντος δικαιώματος για πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως το άρθρο 44Α
(3)του Ν.87(Ι)/18 δεν παραβιάζει την αρχή της αναδρομικότητας, δεν αφαιρείται οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα του Αιτητή ούτε και δημιουργείται νέο δικαίωμα στους Καθ΄ ων. ΙΙ.Ε Παραβίαση Άρθρου 30.1 Συντάγματος - Αποστέρηση ή Περιορισμός Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη Αποτελεί εισήγηση του Αιτητή πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν.87(Ι)/18, με την οποία εισήχθη η προϋπόθεση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται να απαγορευθεί να προσφύγει στο δικαστήριο οποιοσδήποτε δικαιούται να προσφύγει σε αυτό δυνάμει του Συντάγματος. Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει αυτό το συνταγματικό δικαίωμα το οποίο όμως δεν είναι απόλυτο και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14, τονίστηκε για ακόμα μια φορά η σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος της προσφυγής στο Δικαστήριο και ότι: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, κρίθηκε επιτρεπτή η επιβολή διαδικαστικών διατυπώσεων υπό τον όρο όμως ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο δεν επηρεάζεται ούτε ματαιώνεται (Δέστε: Chakardo v. The Attorney-General
(1961)CLR 231 και Chrysanthos and Another v. Antoniades
(1969)1 CLR 622). Νομοθετικά εμπόδια, όμως, τα οποία καθιστούν την πρόσβαση στο δικαστήριο υπερβολικά δύσκολη ή αδύνατη, συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος (Δέστε: Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κρ. Γ. Τορναρίτου, Έκδοση 1982, σελ. 101-103).» Χρήσιμη ανάλυση αυτού του δικαιώματος περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Λ. Λοΐζου, σελ. 182-183, στο οποίο βασικά αναφέρονται οι πιο πάνω νομικές αρχές. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ πως το άρθρο 44Γ
(3)(δ) δεν στερεί το δικαίωμα του Αιτητή να προσφύγει στη δικαιοσύνη, αλλά αντιθέτως του παρέχει τέτοιο δικαίωμα νοουμένου ότι τηρείται η εκεί προβλεπόμενη προϋπόθεση. Το γεγονός πως προηγουμένως η προϋπόθεση ήταν η έγερση αγωγής ενώ τώρα απαιτείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν οδηγεί αυτομάτως σε στέρηση του δικαιώματος του Αιτητή αλλά αντιθέτως συνεχίζεται η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Επομένως δεν δύναται να γίνεται λόγος για αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Άλλωστε, από την ημερομηνία ισχύος του νέου Νόμου, ο Αιτητής είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα δικαιώματα του βάσει του νέου άρθρου 44Γ
(3), στα πλαίσια εξασφάλισης μιας εκ των προϋποθέσεων για σκοπούς καταχώρισης έφεσης, ειδικότερα εφόσον η ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν του είχε ακόμα επιδοθεί παρά μόνο 3 ½ μήνες αργότερα (31.10.18). Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της εν λόγω διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και κυρίως το γεγονός πως κατά την εξέταση της έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε τελικά συμπεράσματα επί γεγονότων, θεωρώ πως δεν έχουν βάση και έρεισμα οι εισηγήσεις του Αιτητή ότι η επιβολή της προϋπόθεσης για έκδοση τέτοιου διατάγματος δημιουργεί ανεπίτρεπτο κώλυμα, ότι καθιστά υπερβολικά δύσκολο το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο, ότι δεν είναι εύλογη ή ότι στερεί ή περιορίζει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά τρόπο δυσχερή, κατά τρόπο που καταστρατηγεί τις πρόνοιες του άρθρου 30.1 του Συντάγματος. Αντιθέτως, θεωρώ πως αυτή η προϋπόθεση έχει περιληφθεί ακριβώς για να παρέχει τη δυνατότητα ύπαρξης λόγου παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΑ, νοουμένου βεβαίως ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ως αιτητής έχει καταδείξει καλή πιθανότητα στην υπόθεση του (εν αντιθέσει με την παλαιά πρόνοια περί ύπαρξης αγωγής-υπόθεσης δίχως άλλο) και πως είναι ορθό να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, όροι οι οποίοι είναι καθόλα λογικοί και δεν εναποθέτουν τέτοιο βάρος στον αιτητή ούτως ώστε να θεωρηθεί παντελώς αδύνατο να τους ικανοποιήσει. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι πως οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) προσκρούουν στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος. ΙΙ.ΣΤ Παραβίαση Άρθρου 30.2 Συντάγματος - Παραβίαση της Ισότητας των Όπλων Η σχετική εισήγηση του Αιτητή περί παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνίσταται στο ότι το άρθρο 44Γ του Ν.87(Ι)/18 δημιουργεί αθέμιτο πλεονέκτημα προς όφελος των Καθ΄ ων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει μεν δικαίωμα στην Τράπεζα να προχωρήσει με πώληση δια πλειστηριασμού με την προβλεπόμενη εκεί διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα παρέχει και δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην εν λόγω διαδικασία και να λάβει μέτρα για την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Επομένως, δεν θεωρώ πως το άρθρο 44Γ δημιουργεί αυθαίρετη διάκριση προς όφελος της Τράπεζας, η οποία, σημειώνεται πως, ασκεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης καθ΄ ον χρόνο ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει αυτή τη διαδικασία. ΙΙ.Ζ Παραβίαση Άρθρου 26 Συντάγματος - Παραβίαση του Συμβάλλεσθαι Ελεύθερα Αποτελεί λόγο στην Αίτηση πως τα άρθρα 44Α-44ΙΖ του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζουν το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, εφόσον αυτά τα άρθρα παρεμβαίνουν στους όρους της σύμβασης υποθήκης με την παροχή νέου τρόπου πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατ΄ αρχάς και εδώ τονίζεται πως το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ.
  1. Η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, προσφέρει μια διαφωτιστική ανάλυση του όλου ζητήματος. Αφού γίνεται αναφορά στις προαναφερόμενες υποθέσεις, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός.» Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.
  2. Θεωρώ πως ούτε και αυτή η βάση εισήγησης του Αιτητή βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΖ, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο ίδιο το δικαίωμα του Αιτητή να συνάπτει συμφωνίες αναφορικά με την υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας του ως εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων του ιδίου και ή άλλων προσώπων, όπως ο ίδιος ήθελε αποφασίσει. Σύμφωνα με τον Ν.9/65, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης υποθήκης, η Τράπεζα (Καθ΄ ων) είχε δικαίωμα να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο μέσω του Κτηματολογίου χωρίς δικαστική απόφαση, νοουμένου ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης ήταν υπερήμερος. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΠΠ, και η ίδια η σύμβαση υποθήκης περιέχει όρο περί εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση μη αποπληρωμής του ενυπόθηκου χρέους. Συνεπώς, από τη στιγμή που, βάσει της σύμβασης υποθήκης, η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτων του Αιτητή με τον προβλεπόμενο στον Νόμο τρόπο, το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία (διαδικασία πώλησης) μάλιστα δεν είναι άμεση και κατά την απόλυτη κρίση της Τράπεζας, αλλά υπόκειται σε όρους και παρέχοντας τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Επομένως, αυτή η νέα κατάσταση δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι απλώς ρυθμίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία και δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης άλλωστε γνώριζε εξαρχής τη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου του και μέσω του Μέρους VI του Νόμου (Ν.9/65), απλώς προστέθηκε ακόμα ένα τρόπος διαδικασίας για την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Επομένως δεν τίθεται θέμα αλλαγής της συμβατικής σχέσης προς όφελος των Καθ΄ ων θέτοντας τον Αιτητή σε μειονεκτική θέση, ως ο ισχυρισμός του Αιτητή. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση του ως άνω συνταγματικού δικαιώματος του Αιτητή κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. ΙΙ.Η Παραβίαση Άρθρου 23 Συντάγματος - Περιορισμός του Δικαιώματος Ιδιοκτησίας Από τη στιγμή που τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται ρητά στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση, θεωρώ πως δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, και για σκοπούς πληρότητας και μόνο, τέτοιος ισχυρισμός περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή και γι΄ αυτό θα τύχει εξέτασης. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται πως οι πρόνοιες του Ν.87(Ι)/18 περιορίζουν το συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος, εφόσον ο Ν.9/65ουσιαστικά του αποστερεί το δικαίωμα να διαθέσει την περιουσία του, ήτοι το επίδικο ακίνητο, και δη στην πραγματική της αξία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C.
  1. Θεωρώ πως ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/18δεν καταργεί ούτε και περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ή διάθεσης της περιουσίας του Αιτητή. Και τούτο καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο εν λόγω Νόμος δεν αφαιρεί οποιοδήποτε δικαίωμα από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ούτε και δημιουργεί νέο δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή, παρά μόνο καθορίζει ένα νέο τρόπο άσκησης του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος της Τράπεζας (μάλιστα πέραν της υφιστάμενης μεθόδου εκποίησης ενυπόθηκου με αίτηση στο Κτηματολόγιο). Το δικαίωμα πώλησης άλλωστε παραχωρήθηκε στην Τράπεζα δυνάμει της σύμβασης υποθήκης την οποία ο Αιτητής παραδέχεται ότι συνήψε προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν. Επομένως, η ίδια η σύμβαση προνοούσε και προέβλεπε τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του Αιτητή. Το Μέρος VIA ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση υπό την έννοια πως απλώς προσθέτει μια νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού, ρυθμίζοντας ταυτόχρονα και τη διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου και την τελική τιμή πώλησης αυτού - βλ. άρθρα 44Δ-44ΙΑ του Ν.87(Ι)/
  2. Με άλλα λόγια, με τη σύναψη της σύμβασης υποθήκης, ο Αιτητής έδωσε δικαίωμα στην Τράπεζα να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο και ο Ν.87(Ι)/18απλώς ρυθμίζει αυτό το ήδη υπάρχον δικαίωμα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση, και μάλιστα με συγκεκριμένη διαδικασία, παρέχοντας δικαιώματα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και διασφαλίζοντας την τιμή πώλησης. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί παραβίασης του δικαιώματος διάθεσης της περιουσίας του στην πραγματική της αξία είναι πρόωρος, γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, είναι αξιοσημείωτο πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι αυτός άσκησε το δικαίωμα που του παρέχει το εν ισχύι άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, ήτοι εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης ΙΒ, να διορίσει και ο ίδιος εκτιμητή για σκοπούς εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στον Νόμο, δεν αποτελεί στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη ως προς την περιουσία του, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση, η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου δεν αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος. ΙΙ.Θ Παραβίαση Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η εισήγηση του Αιτητή ότι το άρθρο 44Γ του Ν.87(Ι)/18 παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στερείται ερείσματος. Και τούτο, καθότι η Νομοθετική Εξουσία έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νομοθεσίες, οι οποίες βεβαίως υπόκεινται σε έλεγχο από τη Δικαστική Εξουσία. Σχετική είναι η υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/14 (ανωτέρω). Ο δικηγόρος του Αιτητή εισηγήθηκε πως το υπό κρίση άρθρο παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι στερεί και περιορίζει τη δυνατότητα του Αιτητή να ακουστεί και να ενστεί. Το άρθρο 44Γ προνοεί το αντίθετο, ήτοι τη δυνατότητα του Αιτητή να καταχωρίσει έφεση και ζητήσει τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για ένα των εκεί προβλεπόμενων λόγων. Επομένως, δεν θεωρώ πως με τη θέσπιση του άρθρου 44Γ η νομοθετική εξουσία έχει παρέμβει και ρυθμίσει δικαστικό ζήτημα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία ελέγχου της συνταγματικότητας αυτού, διατηρεί επίσης την απόλυτη εξουσία να αποφασίζει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του στην υπό εξέταση περίπτωση και ειδικότερα κατά πόσο τηρούνται οι εκεί προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. ΙΙ.Ι Παραβίαση της Αρχής της Φυσικής Δικαιοσύνης Στην ίδια βάση στηρίζεται και η εισήγηση του Αιτητή πως το άρθρο 44Γ παραβιάζει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, καθότι στερεί και περιορίζει το δικαίωμα του να ακουστεί και ενστεί. Σύμφωνα με την πιο πάνω ανάλυση, θεωρώ πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθότι ο Αιτητής διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση για ένα εκ των λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 44Γ και να αιτείται τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι για σκοπούς της παρούσας Αίτησης ισχύει και εφαρμόζεται ο τροποποιητικός Ν.87(Ι)/
  2. ΙΙΙ. Λόγοι Παραμερισμού Ειδοποίησης ΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το άρθρο 44Γ προνοεί τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ, η οποία (έφεση) στην προκειμένη περίπτωση έχει καταχωριστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί με τις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι, για τις οποίες, όπως λέχθηκε ανωτέρω, ο Αιτητής είχε δικαίωμα να καταχωρίσει έφεση με βάση τον τότε εν ισχύι Ν.142(Ι)/
  3. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να τονιστεί πως κάποιοι εκ των λόγων για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ, όπως αυτοί περιέχονται και αναλύονται στην Αίτηση, βασικά αφορούν στις ειδοποιήσεις Θ και Ι. Οι συναφείς ισχυρισμοί του Αιτητή για τις εν λόγω ειδοποιήσεις Θ και Ι είναι πως δεν στάληκε η ειδοποίηση Θ ή άλλη ειδοποίηση για υπερημερία ή καθυστέρηση πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους, πως στάληκε η ειδοποίηση Ι μαζί με την ειδοποίηση Θ και πως η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση Ι δεν είναι ορθή, και επομένως αυτές (οι ειδοποιήσεις Θ και Ι) κατά την άποψη του πρέπει να παραμεριστούν και συνακόλουθα να συμπαρασύρουν και τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. Τονίζεται ξανά πως ο Αιτητής ουδόλως στερήθηκε του δικαιώματος να προσβάλει την ορθότητα της ειδοποίησης Ι, ως ο ισχυρισμός του, αλλά αντιθέτως είχε κάθε δυνατότητα να προβάλει τα προαναφερθέντα ζητήματα σε προγενέστερο στάδιο, και επιπλέον από τη στιγμή που η Αίτηση κρίνεται με βάση τον Ν.87(Ι)/18, θεωρώ πως όλοι αυτοί οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν μπορούν να τύχουν πλέον εξέτασης από το Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν προβλέπονται τέτοιοι λόγοι ακύρωσης της μεταγενέστερης ειδοποίησης ΙΑ. Επίσης ο Αιτητής επικαλείται την ύπαρξη των Αγωγών, της Τράπεζας και της δικής του, ως λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, λόγος ο οποίος υφίστατο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14 αλλά δεν περιλαμβάνεται στο νέο αντίστοιχο άρθρο του Ν.87(Ι)/18. Επομένως, ούτε και αυτός ο λόγος δύναται να αποτελέσει βάση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. ΙΙΙ.Α Μη Πλήρωση των Απαιτούμενων κατά τον Προβλεπόμενο Τύπο και Περιεχόμενο Προϋποθέσεων Ο πρώτος λόγος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)για καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ αφορά στο ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Αυτός ο λόγος προβάλλεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης με αναφορά στο άρθρο 44Γ
(3)(α) του Ν.142(Ι)/14, ο οποίος δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Βεβαίως, αυτός ο λόγος παραμένει ο ίδιος και με βάση τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18, επομένως εξεταζόμενος και υπό το πρίσμα του νέου Νόμου, σημειώνεται πως αυτός προβάλλεται με πλήρη γενικότητα και αοριστία, χωρίς να παρέχεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του Αιτητή που να τον υποστηρίζει και έτσι υπό κανονικές περιστάσεις υπόκειται σε απόρριψη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω θέσης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αυτόν τον λόγο. Ο τύπος και το περιεχόμενο της ειδοποίησης ΙΑ αναφορικά με την επίδικη υποθήκη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες επισυνάπτουν αυτή στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τους, Τεκμήριο Α και Τεκμήριο 6 αντίστοιχα. Προκύπτει ξεκάθαρα πως η εν λόγω ειδοποίηση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με το Δεύτερο Παράρτημα τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και λεκτικό της, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). Στην ένορκη δήλωση του, ο Αιτητής ισχυρίζεται πως τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην ειδοποίηση ΙΑ είναι λανθασμένα και ή αυθαίρετα και ή είναι αποτέλεσμα παράνομου ανατοκισμού και χρεώσεων και ή στηρίζονται σε όρους των συμφωνιών δανείου και ή πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίοι όροι δεν είναι έγκυροι και ή δεσμευτικοί και πως η ορθότητα των ποσών και η εγκυρότητα των συμφωνιών θα αποφασιστεί στα πλαίσια των Αγωγών, της Τράπεζας και της δικής του. Σαφώς αυτό το ζήτημα δεν εμπίπτει εντός των λόγων του άρθρου 44Γ
(3)του Ν.87(Ι)/18, για τους οποίους δύναται να καταχωριστεί έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Άλλωστε το θέμα του ύψους του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν αφορά στην ειδοποίηση ΙΑ η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), βασικά αποσκοπεί στην ενημέρωση περί της πρόθεσης της Τράπεζας να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό εντός περιόδου όχι μικρότερης από 30 ημερών από την καθορισμένη μέρα και ώρα πώλησης. Με βάση δε το άρθρο 44Γ
(1), κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους πρέπει να συνοδεύει την ειδοποίηση Ι και όχι την ειδοποίηση ΙΑ. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η υπό κρίση ειδοποίηση ΙΑ πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου αναφορικά με τον τύπο και το περιεχόμενο της. ΙΙΙ.Β. Μη Δέουσα Επίδοση Ο λόγος της Αίτησης πως οι ειδοποιήσεις δεν επιδόθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου σαφώς περιλαμβάνει και την ειδοποίηση ΙΑ. Αυτός ο λόγος παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος κατά τρόπο που δεν δύναται να τύχει εξέτασης. Επιπλέον, ουδεμία αναφορά γίνεται γι΄ αυτόν τον λόγο είτε στην ένορκη δήλωση του Αιτητή είτε στην αγόρευση του δικηγόρου του, επομένως θεωρώ πως έχει εγκαταλειφθεί. ΙΙΙ.Γ. Έκδοση Παρεμπίπτοντος Απαγορευτικού Διατάγματος Το άρθρο 44Γ
(3)(δ) προνοεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για τον λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Σημειώνεται και εδώ πως ο αρχικός λόγος της Αίτησης - Έφεσης αναφέρεται στο ότι η ειδοποίηση ΙΑ δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν.142(Ι)/14 ο οποίος δεν περιλάμβανε τέτοια πρόνοια. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, το παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) έθετε ως λόγο ακύρωσης την εκκρεμοδικία αγωγής και αυτό αντικαταστάθηκε με την περίληψη ως λόγου ακύρωσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος με το αντίστοιχο άρθρο του Ν.87(Ι)/
  1. Επομένως, ο συναφής λόγος έφεσης, όπως είναι διατυπωμένος, δεν καλύπτει εξέταση αυτού βάσει του αντίστοιχου άρθρου του Ν.87(Ι)/
  2. Προφανώς ο λόγος περιλήφθηκε λόγω των ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας του νέου Ν.87(Ι)/18και εφαρμογής του παλαιού Ν.142(Ι)/
  3. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως αυτός δεν ισοδυναμεί με λόγο δυνάμει του Ν.87(Ι)/18 και έτσι δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, θα προχωρήσω να εξετάσω αυτόν τον λόγο σε συνάρτηση με τον Ν.87(Ι)/18 σε περίπτωση που θεωρούσα πως αυτός ο λόγος αφορά τον εν λόγω τροποποιητικό Νόμο. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης - Έφεσης εκκρεμούσε η αίτηση του Αιτητή για την έκδοση τέτοιου διατάγματος στα πλαίσια της Αγωγής 3027/17, πλην όμως τέτοιο διάταγμα εκδόθηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 6.2.
  4. Υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών ως προς την ερμηνεία του άρθρου 44Γ
(3)(δ) αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως το άρθρο δεν καθορίζει τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος παρά μόνο τη χρονική προθεσμία καταχώρισης έφεσης για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ ούτως ώστε να καλύπτει διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εκκρεμούσης της έφεσης. Αντίθετη είναι η εισήγηση των Καθ΄ ων, ήτοι πως το ίδιο το άρθρο καθορίζει ως προϋπόθεση την ύπαρξη τέτοιου διατάγματος για να παρέχεται το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης, δηλαδή το διάταγμα να είχε εκδοθεί πριν την καταχώριση αυτής. Έχει ήδη γίνει αναφορά στη νομολογία δυνάμει της οποίας βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Επιπρόσθετα, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Οι λέξεις σε νομοθέτημα ερμηνεύονται κατ' αρχήν με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια τους αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας υπόψη το αντικείμενο και τον σκοπό του Νόμου. Σύμφωνα με την υπόθεση Τροκκούδης v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 683, όπου η γραμματική ερμηνεία νομοθετικής διάταξης, οδηγεί σε καταφανώς άτοπα αποτελέσματα και το λάθος στη διάρθρωση της νομοθεσίας είναι πασίδηλο, παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της ερμηνείας που θα οδηγούσε σε τέτοια αποτελέσματα. Τέλος, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Το λεκτικό του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν.87(Ι)/18 έχει ως εξής: «
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: . (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.» Θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία στην ερμηνεία του εν λόγω άρθρου. Αυτό παρέχει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για τον λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό το λεκτικό δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο συγκεκριμένος λόγος θα πρέπει να συντρέχει, δηλαδή να υφίσταται, ούτως ώστε να παρέχεται το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης. Το εν λόγω άρθρο είναι δικαιοδοτικό υπό την έννοια ότι δίδει το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης στη βάση των εκεί αναφερόμενων λόγων, ένας εκ των οποίων είναι και η έκδοση του διατάγματος. Σαφώς τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να έχει ήδη εκδοθεί πριν την καταχώριση της έφεσης, καθότι αυτό ακριβώς το δεδομένο αποτελεί τον λόγο βάσει του οποίου ο αιτητής αποκτά δικαίωμα καταχώρισης έφεσης και στηρίζει την έφεση. Τέτοια ερμηνεία προκύπτει σαφώς από το ίδιο το λεκτικό του Νόμου αλλά και εξάγεται από την πρόθεση του Νομοθέτη. Ο Νομοθέτης καθόρισε εξαντλητικά όλες τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να υφίστανται κατά τον χρόνο καταχώρισης της έφεσης, θέτοντας ταυτόχρονα και χρονική προθεσμία καταχώρισης αυτής ούτως ώστε αυτό το δικαίωμα να μην είναι αόριστο και διαρκές εφόσον η διαδικασία πώλησης συνεχίζεται και προχωρά σε διάφορα άλλα στάδια μέχρι και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Επομένως, το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για την ειδοποίηση ΙΑ δεν θα μπορούσε να μένει επ΄ αόριστο. Θεωρώ πως η ερμηνεία που δίδει ο Αιτητής οδηγεί σε παράδοξα και παράλογα αποτελέσματα, τα οποία δεν συνάδουν ούτε με το λεκτικό αλλά ούτε και με την πρόθεση του Νομοθέτη. Κατ΄ αρχάς δεν νοείται η καταχώριση έφεσης βασιζόμενη σε λόγο ο οποίος κατά τον χρόνο καταχώρισης δεν υφίσταται, και συνακόλουθα σε ανύπαρκτο λόγο. Μια τέτοια εισήγηση (θα μπορούσε να) ισοδυναμεί με τη θέση ότι ακόμα και αν δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης και πάλι ο ενδιαφερόμενος δύναται να καταχωρίσει την έφεση του με την ελπίδα ότι μέχρι την εκδίκαση της θα έχει εξασφαλίσει το κατά τα άλλα προαπαιτούμενο διάταγμα. Δεν είναι λογικό να καταχωρείται η έφεση βασιζόμενη σε λόγο μη υφιστάμενο αλλά με την προσδοκία και αναμονή πως αυτός θα δημιουργηθεί στο μεταξύ. Προφανώς ο Νομοθέτης θεσπίζοντας την εν λόγω προϋπόθεση (ύπαρξης διατάγματος) ως λόγο ακύρωσης είχε υπόψιν του ότι η διαδικασία εκποίησης βάσει του Μέρους VIA θα έχει ήδη αρχίσει πριν κάποιο χρόνο (με τις ειδοποιήσεις Θ και Ι) πράγμα το οποίο παρέχει την απαραίτητη γνώση και ικανό χρόνο στον αιτητή για την εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Ακόμα και για την παρούσα περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως η Αγωγή 3027/17 εκκρεμούσε ήδη από το 2017, δηλαδή κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.87(Ι)/18 στις 13.7.18, και συνεπώς υπήρχε χρόνος για τη συντομότερη καταχώριση της αίτησης για διάταγμα, η οποία εν τέλει καταχωρίστηκε πολύ αργότερα στις 14.11.18 και μάλιστα την ίδια μέρα με την έφεση της οποίας το διάταγμα θα αποτελούσε υπόβαθρο. Κάτι τέτοιο δημιουργεί αβεβαιότητα και οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα εφόσον με την καταχώριση της έφεσης ο αιτητής θα επιδιώξει την εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος, για τον μοναδικό σκοπό απόκτησης λόγου για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ, κάτι το οποίο οδηγεί σε κατάχρηση της διαδικασίας αλλά κυρίως σε ένα σύμπλεγμα προθεσμιών ολοκλήρωσης και σε ένα «αγώνα ταχυτήτων» των δύο διαδικασιών, υπό την έννοια πως θα πρέπει η διαδικασία της αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος να έχει ολοκληρωθεί πριν τη διαδικασία εκδίκασης της έφεσης. Είναι ξεκάθαρο πως αυτή δεν ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη. Ως εκ τούτου θεωρώ πως το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει να έχει ήδη εκδοθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης έφεσης ούτως ώστε να παρέχεται λόγος καταχώρισης αυτής στον οποίο και θα βασίζεται. Ούτε θεωρώ πως αυτή η ερμηνεία απολήγει σε στέρηση ή παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος του Αιτητή να προσφύγει στη δικαιοσύνη γι΄ αυτόν τον λόγο εφόσον του παρέχεται τέτοιο δικαίωμα νοουμένου όμως πως το διάταγμα εκδόθηκε πριν την καταχώριση της έφεσης. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου η ύπαρξη του διατάγματος. Δεν τέθηκε από οποιαδήποτε πλευρά πως η έκδοση αυτού, έστω και μεταγενέστερα της καταχώρισης της παρούσας, καθιστά την παρούσα διαδικασία άνευ αντικειμένου. Άλλωστε οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετικό αντικείμενο και αποφασίζονται με εντελώς διαφορετικά κριτήρια. Στα πλαίσια της παρούσας το μόνο ζητούμενο είναι ο παραμερισμός ή μη της ειδοποίησης ΙΑ, ενώ το διάταγμα ρητά απαγορεύει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης δύο αντιφατικών μεταξύ τους αποφάσεων, ως η εισήγηση του Αιτητή. Η ύπαρξη του διατάγματος, ανεξαρτήτως της κατάληξης της παρούσας διαδικασίας, δεν είναι θέμα το οποίο απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας. Επομένως, θεωρώ την εισήγηση του Αιτητή πως η έγκριση της παρούσας Αίτησης είναι απαραίτητη ως υποβοηθητική της απόφασης με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα και πως τυχόν απόρριψη της Αίτησης πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και κατά συνέπεια στην παρακοή του διατάγματος ημ. 6.2.19 δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας και σαφώς η όποια κατάληξη στην παρούσα ουδόλως επηρεάζει την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Ούτε βέβαια θα ήταν λογικό για το Δικαστήριο να ενεργήσει βασιζόμενο στην εικασία ή εκτίμηση ότι οποιοσδήποτε δανειστής θα παρακούσει σχετικό απαγορευτικό διάταγμα. Άλλωστε, εκ του περισσού αναφέρω πως υπάρχει και η δυνατότητα καταχώρισης έφεσης εναντίον της εν λόγω απόφασης με την οποία εκδόθηκε το διάταγμα, η οποία εάν πετύχει ανοίγει ενδεχομένως τον δρόμο για τη συνέχιση της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως σε περίπτωση που ο λόγος ένστασης αφορούσε τον Ν.87(Ι)/18, τότε αυτός δεν δύναται να πετύχει καθότι το διάταγμα δεν είχε εκδοθεί και δεν υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας. IV. Παραμερισμός Ειδοποίησης ΙΒ Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εκ νέου πως ο Ν.87(Ι)/18δεν προβλέπει διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης ΙΒ. Βεβαίως, κάποια από τα αιτητικά για τον παραμερισμό αυτής συνδέονταν ως απότοκο του ενδεχόμενου παραμερισμού των προγενέστερων ειδοποιήσεων, Ι, Θ και ή ΙΑ, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. V. Κατάχρηση Διαδικασίας - Κώλυμα Δια Συμπεριφοράς Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή περί κατάχρησης της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου ενώ ταυτόχρονα εκκρεμεί και Αγωγή εκ μέρους των Καθ΄ ων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδεμία διάταξη υπάρχει στον Νόμο η οποία να υποστηρίζει πως η ύπαρξη αγωγής εμποδίζει την άσκηση από τον ενυπόθηκο δανειστή των δικαιωμάτων σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Νόμου. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω ούτε και τίθεται ζήτημα κωλύματος δια συμπεριφοράς εκ μέρους των Καθ΄ ων ενόψει της ύπαρξης της Αγωγής της Τράπεζας. VI. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσιβλήτων και εναντίον του Αιτητή - Εφεσείοντος, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.