← Κύπρος

M.M.H. SYSTEMS DEVELOPMENT LTD ν. C & C LONDOU BROS LTD, Αρ. Αγωγής; 2667/17, 19/4/2019

M.M.H. SYSTEMS DEVELOPMENT LTD ν. C & C LONDOU BROS LTD, Αρ. Αγωγής; 2667/17, 19/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής; 2667/17 Μεταξύ: M.M.H. SYSTEMS DEVELOPMENT LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και C & C LONDOU BROS LTD, από τη Λεμεσό Εναγομένων ---- Ημερομηνία: 19 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κα Αργυρού με κα Ιωάννου για κ.κ. N. Pirilides & Associates LLC (για ν' ακούσει Απόφαση κος Θεοφάνους). Για τους Εναγόμενους: κα Σκεπαρνίδου για κ.κ. E. Neophytou & Partners LLC (για ν' ακούσει Απόφαση κα Γεωργίου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €2.800 το οποίο αντιπροσωπεύει μέρος συμφωνηθείσας αμοιβής, διαζευκτικά αξιώνουν το πιο πάνω ποσό ως εύλογη αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης μετά από αρκετές συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων και παρουσιάσεων ως προς τις υπηρεσίες που θα μπορούσαν οι ενάγοντες να προσφέρουν στους εναγόμενους οι ενάγοντες κατέληξαν σε προφορική συμφωνία και/ή μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική συμφωνία με τους εναγόμενους δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η παροχή υπηρεσιών προς τους εναγόμενους για το ποσό των €3.500 πλέον ΦΠΑ ενώ το ποσό των €1.000 πλέον ΦΠΑ θα καταβαλλόταν από τους εναγόμενους προκαταβολικά με την έκδοση τιμολογίου. Δυνάμει της συμφωνίας οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως προβούν στις υπηρεσίες που περιγράφονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης με σκοπό να παρασχεθεί η δυνατότητα στους εναγόμενους να δέχονται ηλεκτρονικά παραγγελίες από τους πελάτες τους. Ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, την 1.3.17 εξέδωσαν το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 17900 για το ποσό των €3.500 πλέον ΦΠΑ το οποίο υπογράφηκε από τους εναγόμενους, ενώ έκτοτε ουδέν ποσό πληρώθηκε έναντι του τιμολογίου. Κατά ή περί την 3.3.17 μέχρι την 10.3.17 στα πλαίσια της συμφωνίας οι ενάγοντες προέβηκαν δεόντως στις υπηρεσίες που αφορούσαν μέρος της συμφωνίας με αποτέλεσμα να έχουν προσφέρει στους εναγόμενους το 80% των συμφωνηθεισών υπηρεσιών. Την 10.3.17 οι εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας δήλωσαν στους ενάγοντες όπως μην προβούν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια γιατί είχαν αμφιβολίες ως προς τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Παρά τις προσφερθείσες υπηρεσίες προς τους εναγόμενους αυτοί ουδέν ποσό πλήρωσαν προς τους ενάγοντες. Τέλος οι ενάγοντες προβάλλουν τον διαζευκτικό ισχυρισμό ότι προσέφεραν τις πιο πάνω υπηρεσίες προς τους εναγόμενους στη βάση της αρχής quantum meruit. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έχει καταρτιστεί νόμιμη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ τους, αποδεχόμενοι το γεγονός ότι υπήρξε ακολουθία συναντήσεων μεταξύ των διαδίκων διότι οι εναγόμενοι εξέταζαν το ενδεχόμενο να προχωρήσουν στη δημιουργία δικής τους ηλεκτρονικής πλατφόρμας και είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο συνεργασίας χωρίς όμως να καταλήξουν οριστικά σε συμφωνία. Πέραν των πιο πάνω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρά το ότι γνώριζαν ότι ο υφιστάμενος server δεν ήταν δυνατό να υποστηρίξει την πιο πάνω πλατφόρμα δεν το είχαν αναφέρει και δεν ήταν εις γνώση των εναγομένων όταν υπέγραφαν το τιμολόγιο. Ισχυρίζονται τέλος ότι ενημέρωσαν στις 10.3.17 τους ενάγοντες για να μην προχωρήσουν στη δημιουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και ουδέν ποσόν οφείλουν στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Η παρούσα αγωγή εμπίπτει στις πρόνοιες τις Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτή έχει τροποποιηθεί και υπάγεται στην κατηγορία των υποθέσεων ταχείας εκδίκασης. Ενόψει τούτου προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων κατατέθηκε η γραπτή μαρτυρία του ΧΧΧ Χατζηττοφή, ενός εκ των διευθυντών των εναγόντων και από πλευράς εναγομένων η ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ Σταυρινού διευθύνοντος συμβούλου των εναγομένων. Ο μάρτυρας των εναγόντων όπως φαίνεται στην ένορκη του δήλωση είχε προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και υποστήριξε την εκδοχή ότι μετά από τις συναντήσεις και συζητήσεις αλλά και παρουσιάσεις που έγιναν με τους εναγόμενους από τον Νοέμβριο του 16 μέχρι και τον Μάρτη του 17 οι εναγόμενοι επέλεξαν να προχωρήσουν με την παροχή υπηρεσιών από τους ενάγοντες και συμφώνησαν το ποσό των €3.500 πλέον ΦΠΑ (Τεκμήρια 1 και 2). Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι στο Τεκμήριο 2 ο διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων επιβεβαίωσε την προφορική συμφωνία και συμφώνησε στον τρόπο πληρωμής. Αναφέρει επίσης στην παράγραφο 6 τις λεπτομέρειες των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Σύμφωνα με το μάρτυρα μετά την παραλαβή του Τεκμηρίου 2 εκδόθηκε και παραδόθηκε στους εναγόμενους το τιμολόγιο Τεκμήριο 3 το οποίο υπογράφηκε από τους εναγόμενους. Λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν δείξει στους εναγόμενους προτού καν πληρωθεί το ποσό της προκαταβολής οι ενάγοντες προχώρησαν στις υπηρεσίες που περιγράφει ο μάρτυρας στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης από τις 3.3.17 μέχρι 10.3.

  1. Στο μεταξύ και ενώ οι ενάγοντες προχωρούσαν κανονικά με την υλοποίηση της συμφωνίας, στις 3.3.17 οι εναγόμενοι κάλεσαν τους ενάγοντες σε συνάντηση μαζί με τους τεχνικούς τους η οποία έγινε την 8.3.17 (Τεκμήριο 4). Στα πλαίσια της πιο πάνω συνάντησης οι τεχνικοί των εναγομένων για πρώτη φορά εξέφρασαν την ανησυχία τους κατά πόσο ο υφιστάμενος server μπορούσε να υποστηρίξει το συμφωνηθέν λογισμικό, οι οποίοι όμως έδωσαν το πράσινο φως στους ενάγοντες για να προχωρήσουν με την εγκατάσταση του συμφωνηθέντος λογισμικού. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι είχε εισηγηθεί όπως η εγκατάσταση του λογισμικού γίνει σε ένα απλό desk top pc εφόσον η εγκατάσταση του στον εν λόγω server ή σε άλλο δεν ήταν η μοναδική επιλογή. Παρά τα πιο πάνω την 10.3.17 οι εναγόμενοι έστειλαν επιστολή στους ενάγοντες ζητώντας τους να μην προχωρήσουν, οι εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή τους 13.3.17 (Τεκμήρια 6 και 7). Με την επιστολή τους οι εναγόμενοι ζητούσαν διευκρινίσεις αναφορικά με τις αμφιβολίες των εναγομένων ενημερώνοντας τους ότι ήδη είχαν επενδύσει 30 ώρες εργασίας χωρίς να λάβουν απάντηση από τους εναγόμενους. Αποτελεί επίσης θέση του ότι είχε ήδη εκτελεστεί το 80% της συμφωνηθείσης αμοιβής το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των €2.800 πλέον ΦΠΑ και παρά τις οχλήσεις του προς τους εναγόμενους ουδέν ποσό έχει πληρωθεί. Αναφέρεται τέλος στις επιστολές οι οποίες έχουν ανταλλαγεί μεταξύ εναγόντων και εναγομένων Τεκμήρια 8 -
  2. Ο Μ.Υ. με την ένορκη του δήλωση δεν φαίνεται να αμφισβητεί τα γεγονότα όπως αυτά εκτέθηκαν από πλευράς εναγόντων ούτε τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε ο ΜΕ. Υποστηρίζει όμως ότι με το ηλεκτρονική μήνυμα ημερ. 1.3.17 εξέφρασε απλώς την επιθυμία για ενδεχόμενη συνεργασία χωρίς να είχαν καταλήξει σε τελική συμφωνία. Υποστηρίζει επίσης ότι κατά τη συνάντηση που έγινε με τους τεχνικούς των εναγομένων διαφάνηκε ότι επιβάλλετο η αγορά καινούργιου server κάτι το οποίο απαιτούσε επιπρόσθετες δαπάνες και οι ενάγοντες παρά το ότι γνώριζαν και όφειλαν να γνωρίζουν ότι για την ασφάλεια και την απόδοση του συστήματος χρειαζόταν εγκατάσταση καινούργιου server παρέλειψαν να το αναφέρουν στους εναγόμενους, οι οποίοι αγνοώντας το γεγονός αυτό υπέγραψαν το τιμολόγιο. Στη συνέχεια και ενώ ενημέρωσαν τους ενάγοντες με τις επιστολές 10.3.17 και 28.6.17 για την απόφαση τους να μην προχωρήσουν με το νέο σύστημα, προς μεγάλη τους έκπληξη έλαβαν την επιστολή ημερ. 1.8.17 με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την πληρωμή τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφότερες πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται κατεγραμμένο στις ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων και έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο της, σε συνάρτηση πάντοτε με το περιεχόμενο των τεκμηρίων. Αμέσως πιο κάτω θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σύμφωνα με τις πάγιες αρχές της νομολογίας. Η μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων, κρίνεται πειστική και την αποδέχομαι για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρει και αφορούν τις συναντήσεις μεταξύ εναγόντων και εναγομένων που προηγήθηκαν της ισχυριζόμενης συμφωνίας, πέραν του ότι δεν αμφισβητούνται, υποστηρίζονται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία τεκμήριο
  3. Η πεποίθηση του μάρτυρα ότι η πρόταση τους έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους, οι οποίοι συμφώνησαν στην παροχή των υπηρεσιών αυτών, αυτή υποστηρίζεται από το τεκμήριο 2, την επιστολή ημερ. 1.3.17 η οποία στάληκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τους εναγόμενους στους ενάγοντες, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Όσον αφορά το νέο σύστημα Β2Β που θα μας ετοιμάσετε επιβεβαιώνουμε τα πιο κάτω. Τελική τιμή 3.500 πλέον Φ.Π.Α. Προκαταβολή 1000 με την έκδοση τιμολογίου από σας. Θεωρούμε λογικό και δεδομένο ότι για τον πρώτο χρόνο μετά την εφαρμογή του πιο πάνω λογισμικού συστήματος μας παρέχετε δωρεάν όποια υποστήριξη χρειαστούμε μέχρι να «τελειοποιηθεί» το εν λόγω λογισμικό σύστημα. Με εκτίμηση και προβλέποντας σε μια άψογη από κάθε πλευράς συνεργασία» Τα πιο πάνω αποτελούν συνέχεια της προσφοράς η οποία στάληκε στις 17.11.16 στους εναγόμενους (τεκμήριο 1) κατά τρόπο που επιβεβαιώνουν την όλη εκδοχή του μάρτυρα, εφόσον φαίνεται ότι από πλευράς εναγομένων πέραν των όσων είχαν συμφωνηθεί για τις λεπτομέρειες και προδιαγραφές του λογισμικού συστήματος ως λεπτομερώς καταγράφεται στην προσφορά ημερ. 17.11.16, είχε συζητηθεί και το θέμα της τιμής εφόσον η προσφορά των εναγόντων σύμφωνα με το τεκμήριο 1 εις το οποίο περιλαμβάνεται η προσφορά η οποία στάληκε στους ενάγοντες για ποσό €3.800, αυτό μειώθηκε στο ποσό των €3.500 το οποίο αποδέχτηκαν οι εναγόμενοι με την πιο πάνω επιστολή τεκμήριο
  4. Οι υπηρεσίες οι οποίες θα προσφέρονταν σύμφωνα με τη συμφωνία και καταγράφονται στην παρ. 6 της δήλωσης του μάρτυρα δεν αμφισβητούνται. Όπως επίσης δεν αμφισβητούνται οι εργασίες οι οποίες έγιναν από μέρους των εναγόντων από την 3.3.17 μέχρι την 10.3.17 όπως περιγράφονται στην παρ. 8 της δήλωσης του μάρτυρα των εναγόντων. Η αξιοπιστία του μάρτυρα υποστηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι αποδέχεται ότι έλαβε επιστολή από τους εναγόμενους να μην προχωρήσουν λόγω αμφιβολιών που είχαν, ο ίδιος του όμως φαίνεται να αντέδρασε άμεσα, ζητώντας διευκρινήσεις και ενημερώνοντας τους εναγόμενους ότι ήδη είχαν επενδύσει πέραν των 30 ωρών ενεργώντας στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας. Η αμφισβήτηση των εναγομένων στηρίζεται ουσιαστικά στη θέση τους ότι ναι μεν τα γεγονότα έχουν εξελιχθεί ως αυτά περιγράφονται από το μάρτυρα των εναγόντων, αλλά από πλευράς τους δίδεται μια διαφορετική ερμηνεία. Για τους πιο πάνω λόγους, ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος, η μαρτυρία του υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την άλλη η μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης, με την οποία όπως προανέφερα και πιο πάνω, σε μεγάλο βαθμό συνάδει ως προς τα γεγονότα με αυτήν του μάρτυρα των εναγόντων, συνιστά ουσιαστικά μια προσπάθεια να προσδώσει στα όσα εξελίχτηκαν μεταξύ των διαδίκων τη δική του ερμηνεία, κατά τρόπο που να απαλλάσσει την εναγόμενη από την όποια ευθύνη τυχόν φέρει έναντι των εναγόντων. Παράδειγμα των πιο πάνω, ουσιαστικής και καταλυτικής μπορώ να πω σημασίας, αποτελεί το σημείο όπου στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες, παρά μόνο συζητούσαν και βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις μαζί τους για ν' αποφασίσουν εάν θα προχωρούσαν με την δημιουργία του λογισμικού. Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε αντίθεση με το τεκμήριο 2, εις το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκα πιο πάνω. Η αναφορά του μάρτυρα στο «νέο σύστημα που θα μας ετοιμάσετε», δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τον τρόπο που θέτει ο μάρτυρας, εφόσον πιο πάνω επιβεβαιώνει το ποσό το οποίο θα πληρωθεί αλλά και πιο κάτω αναφέρεται στην προσδοκία του για τον πρώτο χρόνο να παρέχετε δωρεάν υποστήριξη. Δεν κρίνεται συνεπώς πειστική η θέση του ότι βρίσκονταν στο στάδιο διαβουλεύσεων χωρίς να ληφθεί απόφαση για το πώς θα προχωρήσουν οι εναγόμενοι. Ακόμα και η στάση των εναγομένων μετά την αποστολή του τεκμηρίου 2, δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή του μάρτυρα, έχοντας υπόψη ότι το τιμολόγιο τεκμήριο 3, το οποίο εξέδωσαν οι ενάγοντες, υπογράφηκε από τους εναγόμενους. Εάν όπως λέει ο μάρτυρας ακόμα βρίσκονταν στο στάδιο διαβουλεύσεων για ποιο λόγο υπογράφηκε το τιμολόγιο. Αντιφατική επίσης κρίνεται η θέση του ότι το τιμολόγιο υπογράφηκε λόγω του ότι δεν γνώριζαν ότι χρειαζόταν η αλλαγή του server, επιρρίπτοντας προς τούτο ευθύνη των εναγόντων οι οποίοι δεν τους ενημέρωσαν ότι κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο. Τέτοια θέση κρίνεται αντιφατική με την όλη εκδοχή του ότι ουδέποτε καταρτίστηκε συμφωνία, εφόσον το όλο θέμα με τον sever προέκυψε μετά την αποστολή του τεκμηρίου 2 και μετά την υπογραφή του τεκμηρίου
  5. Συνεπώς αυτό το οποίο διαφαίνεται από τη μαρτυρία του μάρτυρα είναι, ότι τα όσα προβάλλονται περί μη κατάρτισης συμφωνίας συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει ουσιαστικά την απόφαση των εναγομένων να μην προχωρήσουν με την παραγγελία λόγω του ζητήματος που προέκυψε με τον server, όπου κατά τους ιδίους θα τους επιβάρυνε οικονομικά. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει το νέο σύστημα λόγω της ανάγκης αλλαγής του server κάτι το οποίο γνώριζαν οι ενάγοντες, δεν φαίνεται να ήταν η μόνη επιλογή σύμφωνα με τη μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων η οποία έγινε αποδεκτή, όπως φαίνεται και εις το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 8.3.17 τεκμήριο 5, το οποίο δεν αμφισβητείται. Πέραν τούτου, η δικαιολογία την οποία προβάλλει ο μάρτυρας ότι αποφάσισαν οι εναγόμενοι να μην προχωρήσουν με τη συμφωνία λόγω του ότι όπως τους ενημέρωσαν οι τεχνικοί τους επιβαλλόταν η αλλαγή του server και θα απαιτούσε κάποιο κόστος, δεν μπορεί να κριθεί πειστική. Το ότι οι εναγόμενοι επέλεξαν να συμβουλευτούν τους τεχνικούς τους μετά τις συναντήσεις που είχαν με τους ενάγοντες και ενώ είχαν καταλήξει με τους εναγόμενους, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων απόφαση τους να μην προχωρήσουν με το λογισμικό το οποίο ζήτησαν από τους ενάγοντες. Περαιτέρω, η θέση του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες γνώριζαν και όφειλαν να γνωρίζουν ότι για την ασφάλεια και απόδοση του συστήματος χρειαζόταν εγκατάσταση νέου server, παρέμεινε μετέωρη χωρίς να υποστηρίζεται από εξειδικευμένη μαρτυρία ούτε όμως υποστηρίζεται από τα τεκμήρια, εφόσον στο τεκμήριο 5 επιστολή ημερ. 8.3.17, δεν αναφέρθηκε ότι επιβαλλόταν η εγκατάσταση νέου server. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις, δεν μπορούν να πείσουν για την αξιοπιστία του μάρτυρα. Για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω καταλήγω ότι οι θέσεις του μάρτυρα δεν υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων αλλά και την όλη συμπεριφορά των εναγομένων τόσο πριν όσο και μετά την επιστολή ημερ. 1.3.17, τεκμήριο
  6. Συνεπώς, η μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται. Έχοντας προβεί στην ως άνω αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και έχοντας υπόψη τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα των εναγόντων, καθίστανται ευρήματα μου ως προς τα γεγονότα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η επανάληψη τους. Το κύριο επίδικο ζήτημα το οποίο διέπει την υπόθεση είναι κατά πόσο έχει καταρτιστεί νόμιμη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόδοση θεραπείας. Για να κριθεί ότι έχει συνομολογηθεί μία έγκυρη συμφωνία, απαιτείται τα μέρη να έχουν καταλήξει σε αυτή έχοντας πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης (intention to create legal relations), καθώς επίσης και ότι τούτη διέπεται από αντιπαροχή (βλ. Contract Law, 9η έκδοση σελ. 17-19 και McKendrick Casebook σελ. 4 και 5). H κατάληξη σε μια συμφωνία, γίνεται, συνήθως, με τη εκδήλωση της προσφοράς (offer) και την επακόλουθη αποδοχή (acceptance) της (βλ. Halsbury's Law, 4th Edition (1998 Reissue), Vol. 9

(1), paragraph 629 και 631, pageς 364 και 366, Chitty on Contracts, 27th Edition, paragraphs 2-804 και 2-105 και Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1772). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία και γεγονότα που να αποδεικνύουν τους ουσιώδεις όρους της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας δεσμευτικής συμφωνίας (βλ. Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης
(1993)1 C.L.R. 436 και Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 170). Ο Νόμος Περί Συμβάσεως, Κεφ. 149 και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 10 αυτού, παρέχει ειδική ερμηνεία ως προς τον όρο «συμβάσεις», η οποία είναι η ακόλουθη: «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών. » Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι μία συμφωνία μπορεί να συνομολογηθεί δια της συμπεριφοράς των μερών, χωρίς απαραίτητα να εκφράζεται με γραπτό ή προφορικό τρόπο. Για να συναφθεί μια δεσμευτική σύμβαση θα πρέπει ασφαλώς αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι να έχουν την ίδια αντίληψη ως προς τους όρους της συμφωνίας. Το δε Δικαστήριο, εκείνο το οποίο πρέπει να πράξει είναι να εγκύψει πάνω από τη δέσμη της αλληλογραφίας επί της οποίας μια πλευρά βασίζεται για να ισχυρισθεί ότι συνιστά δεσμευτική συμφωνία και να διακριβώσει κατά πόσο η ορθή ερμηνεία της αποκαλύπτει ή όχι συμφωνία (βλ. Βιομετάλ Λτδ ν. Hawaii Hotels Ltd.
(1998)1 AAΔ 281 Gibson v. Manchester City Council
(1979)1 All E.R. 972). Στην υπόθεση Hussey v. Horne-Payne
(1879)AC 311 στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Εταιρεία Βιομετάλ Λτδ (βλ. ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «Where a court has to find a contract in a correspondence, and not in one particular note or memorandum formally signed, the whole of that which has passed between the parties must be taken into consideration.» Το άρθρο 3 του περί Συμβάσεων Νόμου προβλέπει ότι η αποδοχή της πρότασης θεωρείται ότι έγινε με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του προσώπου που αποδέχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αλλά και μέρος των ευρημάτων μου, οι διάδικοι από τον Νοέμβριο 2016 βρίσκονταν σε συζητήσεις αναφορικά με το λογισμικό το οποίο ενδιέφερε τους εναγόμενους να αγοράσουν κατά παραγγελία από τους ενάγοντες και προς τούτο έγιναν διάφορες συναντήσεις και παρουσιάσεις του προγράμματος από τους ενάγοντες. Στη συνέχεια δόθηκε η προσφορά ημερ. 17.11.16 στην οποία καταγράφονταν οι λεπτομέρειες των υπηρεσιών που θα προσέφεραν οι ενάγοντες με την ανάλογη πληρωμή. Την 1.3.17 (τεκμήριο 2) γραπτώς οι εναγόμενοι επιβεβαίωσαν ότι για το σύστημα το οποίο θα ετοιμαστεί από τους ενάγοντες συμφωνούν στην πληρωμή του ποσού των €3.500 πλέον Φ.Π.Α. εκ του οποίου το ποσό των €1.000 θα πληρωνόταν ως προκαταβολή. Από τα πιο πάνω συνάγεται συνεπώς ότι η πρόθεση των εναγομένων να αγοράσουν από τους ενάγοντες νέο σύστημα ήτοι λογισμικό έναντι του ως άνω τιμήματος είχε εκφραστεί με το τεκμήριο 2, το οποίο τονίζω συνιστά τη συνέχεια και ολοκλήρωση της αλληλογραφίας τεκμήριο 1 αλλά και των συναντήσεων και παρουσιάσεων του προγράμματος στους εναγόμενους. Επιβεβαίωση της πρόθεσης των εναγομένων να προχωρήσουν με την αγορά του συστήματος αποτελεί η υπογραφή του τεκμηρίου 3, με το οποίο ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν κατά οριστικό τρόπο τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους για την αγορά και εγκατάσταση του νέου συστήματος. Οι λεπτομέρειες της παραγγελίας και του νέου συστήματος όπως αυτές καταγράφονται στη δήλωση του μάρτυρα των εναγόντων δεν αμφισβητηθήκαν και συνιστούν μέρος των ευρημάτων μου. Πέραν των πιο πάνω τα οποία εκδήλωσαν την πρόθεση των εναγομένων για την αγορά του συστήματος, δεν φαίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την αποδοχή της πρότασης των εναγόντων οι εναγόμενοι να έθεσαν οποιοδήποτε όρο. Αντιθέτως με το τεκμήριο 2 και την υπογραφή του τεκμηρίου 3, εξέφρασαν ανεπιφύλακτα την άνευ όρων πρόθεση τους για αγορά υπηρεσιών από τους ενάγοντες σύμφωνα με τα όσα είχαν διαμειφθεί μεταξύ τους προηγουμένως. Ως προς τον χρόνο συμμόρφωσης των δυο πλευρών με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αν και δεν αναφέρεται ρητά πότε θα έπρεπε να ολοκληρωθούν οι εργασίες των εναγόντων, φαίνεται από τις επιστολές των εναγομένων ότι οι εργασίες αυτές έπρεπε να γίνουν το συντομότερο δυνατόν (βλ. επιστολή ημερ. 16.11.16 εις τεκμήριο 1), γεγονός που επιμαρτυρείται και από το ότι οι ενάγοντες αμέσως ξεκίνησαν να επενδύουν ώρες στην δημιουργία του συστήματος. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία καταδυκνείουν την κατάρτιση μιας καθ' όλα νομότυπης και δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την πώληση και παροχή από μέρους των εναγόντων στους εναγόμενους ενός νέου συστήματος/λογισμικού για σκοπούς της επιχείρησης των εναγομένων έναντι του τιμήματος των €3.500 πλέον Φ.Π.Α. Ως προκύπτει από τα ευρήματα μου εν τέλει οι εναγόμενοι, για λόγους οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, δεν προχώρησαν στην υλοποίηση της συμφωνίας, ενημερώνοντας τους ενάγοντες την 10.3.17 να μην προχωρήσουν με την ετοιμασία του συστήματος. Έγινε όμως αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες ήδη είχαν δαπανήσει χρόνο για την ετοιμασία του συστήματος επί τη βάση των όσων είχαν συμφωνηθεί. Άλλωστε, όπως προανάφερα, οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ότι έγιναν οι εργασίες οι οποίες με λεπτομέρεια αναφέρονται στην παρ. 8 της δήλωσης του μάρτυρα των εναγόντων. Οι εναγόμενοι επίσης δεν αμφισβήτησαν συγκεκριμένα το ποσό το οποίο αξιώνεται από τους ενάγοντες ως μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής η οποία προσαρμόστηκε αναλόγως των εργασιών που έγιναν επί τη βάση της συμφωνίας. Παρά μόνο περιορίστηκαν στη γενική άρνηση τους ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, όχι λόγω του ότι δεν έγιναν εργασίες αλλά λόγω του ότι κατά τους ίδιους δεν καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ τους. Συνεπώς η αδικαιολόγητη υπαναχώρηση των εναγομένων από τη συμφωνία και η μη πληρωμή του ποσού το οποίο αναλογεί στην εργασία η οποία έγινε από μέρους των εναγόντων, επί τη βάση της συμφωνίας, συνιστά παράβαση. Σύμφωνα με τη νομολογία σε περίπτωση παράβασης σύμβασης το μη υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε ζημιά που ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης του υπαίτιου συμβαλλομένου μέρους. Περαιτέρω το ζήτημα χορήγησης αποζημιώσεων καλύπτεται και νομοθετικά. Συγκεκριμένα το άρθρο 73
(1)του Κεφ.149 παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). To ορθό μέτρο αποζημίωσης είναι αυτό της αποκατάστασης των ζημιών. Η παροχή αποζημιώσεων δεν πρέπει να τοποθετούν το αθώο συμβαλλόμενο μέρος σε ευνοϊκότερη θέση από ότι θα ήταν αν η σύμβαση υλοποιείτο χωρίς παράβαση. Το αθώο συμβαλλόμενο μέρος θα πρέπει να αποζημιωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να βρεθεί στη θέση στην οποία θα ήταν αν η συμφωνία εφαρμοζόταν κανονικά (Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Οι αποζημιώσεις υπολογίζονται με βάση την πραγματική ζημιά που υπέστηκε το αναίτιο συμβαλλόμενο μέρος (Άλκης Χατζήκυριακου (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ v. Χ' Ευσταθίου
(1997)1Α Α.Α.Δ.
  1. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής, ούτε το ποσό της προκαταβολής ούτε όμως το ποσό των €2.800 το οποίο αντιστοιχεί στην εκτελεσθείσα εργασία. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και εφόσον όπως προανέφερα η μαρτυρία των εναγόντων αναφορικά με τον τρόπο που υπολογίστηκε το αξιούμενο ποσό των €2.800.- αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας των εναγόντων η οποία έγινε αποδεκτή ως προς το ζήτημα αυτό και τις εργασίες που έγιναν από μέρους τους επί τη βάση των όσων είχαν συμφωνηθεί, καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν ότι η ζημιά τους και το ποσό το οποίο δικαιούνται ως αποζημιώσεις ανέρχεται σε €2.
  2. Συνεπώς, οι ενάγοντες απέδειξαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων. Εκδίδεται Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €2.800 πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.