← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. VICERIO HOLDINGS LIMITED κ.α., Αγωγή: 4795/15, 22/4/2019

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. VICERIO HOLDINGS LIMITED κ.α., Αγωγή: 4795/15, 22/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αγωγή: 4795/15 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και

  1. VICERIO HOLDINGS LIMITED
  2. ΧΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
  3. ΧΧΧΧ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
  4. ST. ELISABETH GOLF RESORT LTD Εναγομένων --------- Αίτηση ημερ. 31.12.18 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 22 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κος Γεωργίου για κο Κυπρίζογλου (Θ. 330) Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Πεκρή για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ (για ν΄ακούσει Απόφαση κα Δημητρίου Θ. 140). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε την 3.12.15, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων απόφαση για το ποσό των €52.100,80σ πλέον τόκους, δυνάμει συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, καθώς επίσης ζητούνται διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών ΑΥ ΧΧΧΧ/2007, ΑΥ ΧΧΧΧ/2008 και ΑΥ ΧΧΧΧ/2008, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Μετά την αρχική καταχώρηση της Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι, καταχώρησαν μετά από σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29.6.18, τροποποιημένη Υπεράσπιση με την οποία προέβαλαν και Ανταπαίτηση. Με την Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους 1 όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό και προς τούτο άνοιξαν το λογαριασμό ΧΧΧΧΧ αλλά αρνούνται το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Παραδέχονται επίσης ότι έλαβαν την επιστολή ημερ. 23.1.12, με την οποία καλούνταν να διευθετήσουν τις οφειλές τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ουδεμία αναπροσαρμογή έγινε με βάση το Euribor, ιδιαίτερα ενώ αυτό ακολούθησε πτωτική τάση και ισχυρίζονται ότι στον επίδικο λογαριασμό έχουν επιβληθεί παράνομα υπερχρεώσεις και/ή τραπεζικά δικαιώματα και/ή τόκοι και/ή δικαιώματα διαχείρισης Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο δάνειο ήταν συνδεδεμένο με το σύνολο χρηματοδοτικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 28.11.2007 καθώς και παράλληλης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των Εναγομένων 1 και Εναγόντων για τη δημιουργία του έργου Golf Resort. Σύμφωνα με την ως άνω Παράλληλη Συμφωνία, συμφωνήθηκε όπως το δάνειο δεν θα αποπληρωνόταν εντός 2 ετών αλλά θα ανανεωνόταν και θα επεκτεινόταν τόσο χρονικά όσο και χρηματοδοτικά πέραν των 2 ετών και για τόσο χρόνο που θα ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών του Έργου και η αποπληρωμή του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού θα τύγχανε της ανάλογης επέκτασης. Κατά παράβαση της ως άνω παράλληλης συμφωνίας και ενώ όλες οι διευκολύνσεις πληρώνονταν κανονικά και ενώ υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 αίτημα τον Οκτώβριο 2010, για παράταση αποπληρωμής των διευκολύνσεων, οι Ενάγοντες παρέλειψαν να το πράξουν. Κατά παράβαση επίσης της ως άνω παράλληλης συμφωνίας και ενώ οι Ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν τη συγκατάθεση τους για την ανταλλαγή κτημάτων που έχουν υποθηκευτεί με κυβερνητική γη, οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παράσχουν τη συγκατάθεση τους για την ανταλλαγή των εν λόγω κτημάτων με την εν λόγω κυβερνητική γη με αποτέλεσμα να μπλοκαριστεί η ταχύρρυθμη έκδοση της αναγκαίας πολεοδομικής άδειας. Ισχυρίζονται τέλος, ότι ενόψει των πιο πάνω η Αγωγή είναι πρόωρη. Με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι, αξιώνουν Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας ημερ. 5.3.12 είναι αδικαιολόγητος καθότι είχε συμφωνηθεί ότι το δάνειο δεν θα αποπληρωνόταν εντός του χρόνου που καθοριζόταν στη γραπτή συμφωνία, να διατάσσονται οι Ενάγοντες όπως εκτελέσουν της συμβατικές τους υποχρεώσεις, να διατάσσονται οι Ενάγοντες να αφαιρέσουν παρανόμως επιβληθέντες τόκους και/ή επιβαρύνσεις και/ή τέλη και/ή έξοδα. Ζητούν επίσης την επιδίκαση ειδικών και/ή άλλων αποζημιώσεων λόγω παράνομης συμπεριφοράς των Εναγόντων και/ή λόγω αθέμιτου πλουτισμού και/ή λόγω παραβίασης των Συνταγματικών και/ή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Εναγομένων. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Η Αγωγή είναι προγραμματισμένη για Ακρόαση στις 17.5.
  5. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων στις 13.9.18, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση ημερ. 31.12.18 μονομερώς και ακολούθως επιδόθηκε στην πλευρά των Εναγόντων, οι οποίοι καταχώρησαν Ένσταση. Με την Αίτηση τους οι Εναγόμενοι ζητούν Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στους Ενάγοντες να προβούν στην εκποίηση μέσω πλειστηριασμού του ακινήτου αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, τεμ. ΧΧΧΧ Φ/Σχ. ΧΧΧ/09/0, ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ, Υποθηκευμένο το όλο δια της Υποθήκης ΥΧΧΧΧ/2008, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Νόμου Περί Δικαστηρίων, στα άρθρα 1-5 και 9 του Κεφ. 6 καθώς και στα άρθρα 37-44 και 44Α-44ΙΑΑ του Νόμου 9(Ι)/
  6. Ως προς τα γεγονότα υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 3, στην οποία αναφέρει ότι οι Εναγόμενες 1 και 4 εταιρείες ασχολούνται με τον τομέα της κατοχής και των επενδύσεων στον τομέα της γης. Στα πλαίσια των εμπορικών της δραστηριοτήτων η Εναγόμενη 1 σύναψε συμφωνία δανείου με τους Ενάγοντες το 2008 για να λάβει πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες κατά την ημερομηνία τερματισμού τους το 2014 έφεραν υπόλοιπο €52.100,80 πλέον τόκο 7,866% από τις 19.9.
  7. Μεταξύ των εξασφαλίσεων που δόθηκαν συμπεριλαμβανόταν το ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/73X
  8. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενες 1 και 4 ενέγραψαν υποθήκη όλου του μεριδίου του ως άνω ακινήτου υπέρ των Εναγόντων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο στη ΧΧΧΧ με αριθμό ΥΧΧΧ/
  9. Ακολούθως μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 προέκυψε οικονομική διαφορά η οποία οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στα πλαίσια της οποίας αξιώνει ανάκτηση του δανεισθέντος ποσού πλέον τόκο, καθώς και την εκποίηση των ακινήτων τα οποία υποθηκεύτηκαν υπέρ των Εναγόντων. Εν των μεταξύ μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας στην αγωγή οι Ενάγοντες εκμεταλλευόμενοι τις σχετικές διατάξεις του περί Υποθηκεύσεων και Μεταβιβάσεων Νόμου του 1965 απέστειλαν ειδοποίηση τύπου Θ στην Εναγόμενη 1 και στον ίδιο τον ομνύον και στις 26.1.2018 η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 21.12.2018 μέσω των δικηγόρων τους στους οποίους αποστάληκαν οι σχετικές ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ μέσω των οποίων ενημερώθηκαν ότι στις 3.5.19 θα διεξαχθεί η διαδικασία εκποίησης μέσω πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου για το οποίο ζητείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος (Τεκμήριο 5). Προς υποστήριξη του αιτήματος των Εναγομένων προβάλλονται τα ακόλουθα στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης: «Επιπλέον δε λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι έχω καλή βάση υπόθεσης, δικαιούμαι εις θεραπείαν και θα είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα καθότι η πώληση μέσω πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής, πέραν όλων των άλλων, αποτελεί και παραβίαση του συνταγματικού και ανθρωπίνου μας δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης μας ιδιοκτησίας. Τέλος, καθίσταται σαφές πως το ισοζύγιο της ευχέρειας υπό τας περιστάσεις κλίνει υπέρ της έγκρισης της παρούσας αιτήσεως, καθότι, με τον τρόπο αυτό θα παραμείνει αναλλοίωτο το status quo του εν λόγω ακινήτου το οποίο δε θα πωληθεί μέσω πλειστηριασμού στις 3.5.19 και θα κριθεί η τύχη του, με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής». Μετά από άδεια του Δικαστηρίου ημερ. 29.3.19 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 με την οποία καταθέτει ως Τεκμήριο 6 έγγραφο το οποίο κατά τον ίδιο επιμαρτυρεί την ανυπαρξία σχετικής υποθήκης η οποία καλύπτει το υπό κρίση δάνειο στην παρούσα υπόθεση το οποίο έγγραφο ανευρέθηκε τυχαία προ λίγων ημερών από τους Εναγόμενους. Μετά την ανεύρεση του εγγράφου αυτού θυμήθηκε αμέσως ότι η σχετική σύμβαση δανείου δεν καλυπτόταν από οποιαδήποτε υποθήκη. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση με την οποία υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά, το αίτημα είναι δυσανάλογο και ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για τους Εναγόμενους οι οποίοι θα αποστερηθούν του δικαιώματος που τους παρέχει η επίδικη σύμβαση υποθήκης, η ενδιάμεση διαδικασία αυτή δεν αποτελεί το κατάλληλο δικονομικό μέσο για εξέταση ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας του νόμου 9/1965 και εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει καμία παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Χωραϊτη υπαλλήλου των εναγόντων με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης με συγκεκριμένη αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  10. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 1 την σύμβαση υποθήκης με αριθμό ΥΧΧΧΧ
  11. Μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς του Εναγόμενου 3 δόθηκε επίσης το δικαίωμα στους Ενάγοντες να απαντήσουν σ΄ αυτήν. Ως εκ τούτου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από μέρους του ΧΧΧΧ Χωραϊτη υποστηρίζοντας ότι το Τεκμήριο 6 το οποίο κατάθεσε ο Εναγόμενος 3 με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζει τη μαρτυρία του εφόσον αυτό αποτελεί έγγραφο έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων το οποίο από μόνο του δεν μπορεί να τεκμηριώσει ότι δεν υφίσταται η επίδικη υποθήκη. Η επίδικη υποθήκη έχει παραχωρηθεί ως εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 και το γεγονός ότι αυτό δεν αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 δεν αλλοιώνει την εγκυρότητα του εγγράφου υποθήκης. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την έγκριση παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 18.3.2008 όπου υποθήκη με αριθμό ΥΧΧΧΧ/08 αναφέρεται ξεκάθαρα ως υφιστάμενη εξασφάλιση των Εναγόντων. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο 2 πρακτικό της εταιρείας με το οποίο εγκρίθηκε η λήψη των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Τέλος υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί περί ανυπαρξίας της υποθήκης είναι αντίθετοι με το όλο πνεύμα της ενδιάμεσης αίτησης μέσω της οποίας οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι έχουν παραχωρήσει ως εξασφάλιση τη συγκεκριμένη υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων. Αμφότερες πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όπου δε κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύθηκε μέσα από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι ξεκάθαρο, μέσα από τη νομολογία (βλέπε Κarydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis

(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, έχει ερμηνευθεί, από τη νομολογία, ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία, ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Υπογραμμίζεται δε ότι σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Πρόσθετα των πιο πάνω και εφόσον η παρούσα υπόθεση σχετίζεται με τις τροποποιήσεις του Ν.9/1965 και συγκριμένα με τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου που αφορά στην πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από ενυπόθηκο δανειστή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω σε συντομία την εν λόγω διαδικασία. Σε περίπτωση υπερημερίας ενός ενυπόθηκου χρέους, ο δανειστής, δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης αποστέλλοντας κατ' αρχή στον οφειλέτη ειδοποίηση Τύπου «Θ» ενημερώνοντας τον για την υπερημερία και το απαιτητό του χρέους (Αρ. 44Β). Εάν δεν υπάρξει διευθέτηση του χρέους, ο δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη έγγραφη ειδοποίηση Τύπου «Ι» καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την ειδοποίηση σε προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου (Αρ.44Γ
(1)). Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης «Ι», ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», στην οποία αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό σε συγκεκριμένη ημέρα, ώρα και τόπο. Ο οφειλέτης τότε δύναται να αμφισβητήσει την ειδοποίηση τύπου ΙΑ υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το Νόμο άρθρο 44Γ
(3), όπου περιλαμβάνεται και η περίπτωση όπου ο οφειλέτης εξασφάλισε παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Στρεφόμενη τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Εναγόμενοι εξετάζονται σε συνάρτηση με τα όσα πηγάζουν από το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των IGOR ZHIGACHOV κ.α.,
(2013)1Α Α.Α.Δ. 133), δεδομένου ότι ζητείται η απαγόρευση, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, της εκποίησης του ακινήτου ως αυτό ζητείται με την Έκθεση Απαίτησης. Εις ότι αφορά την πρώτη προϋπόθεση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω νομολογηθέντων αναφορικά με το πρώτο κριτήριο το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα - κατ' αναλογία στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας - και το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, κρίνεται πως οι ισχυρισμοί των Εναγομένων περί ύπαρξης μιας παράλληλης συμφωνίας, αθέτησης αυτής και του ότι δεν οφείλουν το ισχυριζόμενο αξιούμενο ποσό, κρίνω ότι καταδυκνείουν στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συζητήσιμης υπόθεσης για τους Εναγόμενους. Εις ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα οι Εναγόμενοι να δικαιούνται σε θεραπεία, έχω διεξέλθει τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου από πλευράς Εναγομένων αλλά και Εναγόντων, και για τους λόγους τους οποίους θα καταγράψω αμέσως πιο κάτω, διαπιστώνω ότι οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι η εξ' αντικειμένου θεώρηση της εκδοχής τους ξεπερνά το επίπεδο της απλής πιθανότητας, χωρίς βεβαίως να προδικάζω το όποιο τελικό αποτέλεσμα της Ανταπαίτησης. Με την ένορκο δήλωση του ο Εναγόμενος 3 δεν παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο ούτε όμως και λεπτομέρεια αναφορικά με την προβαλλόμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων. Η μόνη αναφορά στην ουσία της Αίτησης γίνεται στην παρ. 12 της ενόρκου δηλώσεως του, η οποία προβάλλεται με γενικότητα, όπως προκύπτει από το αυτούσιο απόσπασμα το οποίο παρέθεσα πιο πάνω. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω με αναφορά στη νομολογία, για την προϋπόθεση αυτή, απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας η οποία θα θέσει το υπόβαθρο για εξέταση του κατά πόσο ενδεχομένως οι Εναγόμενοι να δικαιούνται σε θεραπεία. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου από πλευράς Εναγομένων, δεν υπάρχει καν το υπόβαθρο για να εξεταστεί η πιθανότητα αυτή. Και αυτό γιατί δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγομένων ή λεπτομέρεια αναφορικά με την αμφισβήτηση του χρέους ή την κατ' ισχυρισμό υπερχρέωση του λογαριασμού. Πέραν τούτου, η μόνη αναφορά στην ύπαρξη της παράλληλης συμφωνίας επί της οποίας ουσιαστικά στηρίζεται η Ανταπαίτηση των Εναγομένων, προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και απογυμνωμένο από οποιοδήποτε γεγονός ή λεπτομέρεια που ακόμα και στο στάδιο αυτό θα μπορούσε να καταδείξει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης επί τη βάση του ισχυρισμού αυτού. Η προβολή του ισχυρισμού ότι η Υποθήκη η οποία καλύπτει το ακίνητο του οποίου επιζητείται ο πλειστηριασμός δεν παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα προβάλλονται στην Υπεράσπιση αλλά και στην αρχική ένορκο δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση, όπου δεν αμφισβητείται καν η παροχή τέτοιας εξασφάλισης, αντιθέτως ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε αρχικά ότι προς εξασφάλιση του δανείου παραχωρήθηκε η Υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 η οποία περιλαμβάνει και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧ. Φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι στηρίζουν την Αίτηση τους στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες έχουν ενεργοποιήσει τη διαδικασία πώλησης του ακινήτου μέσω των προνοιών του Ν. 9(Ι)/65, ενώ εκκρεμεί η Αγωγή και η Ανταπαίτηση τους. Στην αγόρευση των Εναγομένων προβάλλεται η εισήγηση ότι θα επηρεαστεί το δικαίωμα τους επί τη βάση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος καθώς και το δικαίωμα τους στην απόλαυση της ακίνητης τους ιδιοκτησίας, «επειδή το επιτρέπει ένας νόμος που περιέχει αντισυνταγματικές πρόνοιες». Ως προς το πιο πάνω ξεκινώ με το ότι παρέχεται εκ του Νόμου, στους Ενάγοντες, το δικαίωμα εκκρεμούσης της Αγωγής να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία του Νόμου 9(Ι)/65. Εφόσον όμως στην παρούσα διαδικασία εξετάζεται το αίτημα τους επί των όσων προβλέπονται και προϋποθέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, διαπιστώνω κατά πρώτο ότι ούτε στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων ούτε στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση προσβάλλεται κατά συγκεκριμένο και σαφή τρόπο η συνταγματικότητα του Νόμου. Κατά δεύτερο, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν διαπιστώνω να θίγονται τα Συνταγματικά ή ανθρώπινα δικαιώματα των Εναγομένων, εφόσον κατά πρώτο οι Εναγόμενοι προ πολλού είχαν ενημερωθεί για τον τερματισμό του λογαριασμού όπως οι ίδιοι παραδέχονται και γνώριζαν το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον τερματισμό ήτοι το 2014, ενώ αμφισβητούν την νομιμότητα αυτού και είχαν κάθε ευκαιρία είτε να κινηθούν πρώτοι εναντίον των Εναγόντων ή να προχωρήσουν σε διακανονισμό των υποχρεώσεων τους. Κατά τρίτο, με τις πρόνοιες του Νόμου 9(Ι)/65 άρθρο 44Α(4Α) και κατ' επέκταση του άρθρου 44Γ
(3), διασφαλίζεται το δικαίωμα των Εναγομένων να προσφύγουν στο Δικαστήριο ζητώντας παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας των Εναγομένων να ακυρώσουν τον επικείμενο πλειστηριασμό δεν ισοδυναμεί με αποστέρηση των δικαιωμάτων τους. Οι Εναγόμενοι φαίνεται να στηρίζουν την Αίτηση τους κυρίως σε μια προσπάθεια προσβολής της συνταγματικότητας των ως άνω νομοθετικών προνοιών. Το στάδιο αυτό όμως δεν είναι το κατάλληλο για την εξέταση τέτοιου ζητήματος, τη στιγμή μάλιστα όπου σύμφωνα με τη νομολογία ζητήματα συνταγματικότητας θα πρέπει να υποβάλλονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και όχι αφηρημένα. Θα πρέπει επίσης η εξέταση της συνταγματικότητας μιας νομοθετικής πρόνοιας να είναι αναγκαία για την επίλυση του ζητήματος που εξετάζει το Δικαστήριο. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων πέραν της απλής αναφοράς στο ότι θίγονται τα Συνταγματικά τους δικαιώματα, δεν γίνεται συγκεκριμένη δικογράφηση περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, κατά τρόπο που θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσο το επιχείρημα αυτό έχει πιθανότητες επιτυχίας στην Ανταπαίτηση. Εις ότι αφορά δε τον ισχυρισμό περί επηρεασμού των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εξεταστεί σε απομόνωση από το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι συμβλήθηκαν με τους Ενάγοντες παραχωρώντας ως εξασφάλιση ακίνητη τους περιουσία. Ο χρόνος που επέλεξαν οι Εναγόμενοι να προβάλουν τις απαιτήσεις τους εναντίον των Εναγόντων, ενώ οι διαφορές τους όπως αναφέρει ο Εναγόμενος 3 προέκυψαν τουλάχιστον από το 2014 όπου τερματίστηκε ο επίδικος λογαριασμός, φανερώνει ότι σκοπός της παρούσας Αίτησης δεν είναι άλλος από το να εμποδίσουν τον επικείμενο πλειστηριασμό όπου σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του Ν 9(Ι)/65, η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος συνιστά λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ «σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου». Εφόσον η εξασφάλιση προσωρινού Διατάγματος για σκοπούς του άρθρου 44Γ
(3), δεν εξετάζεται σε απομόνωση από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60, όφειλαν οι Εναγόμενοι, να παρουσιάσουν τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τα όσα ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους. Αυτό το βάρος όμως οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι και στην αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων, δεν παραπέμπει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας των Εναγομένων για να υποστηρίξει τις θέσεις τους αλλά περιορίζεται να αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι έχουν πιθανότητα επιτυχίας επί τη βάση και μόνο του δικογράφου τους, σε συνάρτηση πάντοτε με το γεγονός και μόνο ότι θα εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο, χωρίς όμως οι αιτούμενες θεραπείες στην Ανταπαίτηση να σχετίζονται με το ενυπόθηκο ακίνητο. Από τη μια η παντελής απουσία μαρτυρίας και λεπτομερειών και από την άλλη η αντιφατική προβολή ισχυρισμών των Εναγομένων, οδηγούν στην κατάληξη ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία. Συμπέρασμα τονίζω το οποίο αφορά μόνο την παρούσα διαδικασία. Για σκοπούς πληρότητας να αναφέρω ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση φαίνεται να ικανοποιείται. Οι Εναγόμενοι δεν έθεσαν μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι τυχόν επιτυχία στην Ανταπαίτηση τους, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Και αυτό έχοντας υπόψη ότι με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι, ουσιαστικά αξιώνουν θεραπείες χρηματικής φύσεως αλλά και Διατάγματα που να εξαναγκάζουν τους Ενάγοντες να συμμορφωθούν με συμβατικές τους υποχρεώσεις, όπου ακόμα και με τη μη συμμόρφωση των Εναγόντων με αυτές απολήγει και πάλι στην ζημιά η οποία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σημειώνω περαιτέρω ότι με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι δεν ζητούν οποιαδήποτε θεραπεία εν σχέση με την Υποθήκη η οποία βαρύνει το ακίνητο που αφορά την Αίτηση. Επομένως και από τη στιγμή όπου η φερεγγυότητα και ικανότητα των Εναγόντων να αποζημιώσουν τους Εναγόμενους δεν αμφισβητείται ως αυτή υποστηρίζεται με την ένορκο δήλωση του XXXX Χωραίτη (παρ. 21), καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ότι χωρίς την έκδοση του Διατάγματος θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε, ακόμα και αν πληρούνταν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματος τους να προχωρήσουν σε εκποίηση συμβατικής ενυπόθηκης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η τυχόν ζημιά των Εναγομένων θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά των Εναγόντων ενώ δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς Εναγομένων ότι μια ενδεχόμενη απόφαση υπέρ των Εναγόντων θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από πλευράς Εναγομένων. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να ικανοποιήσουν τη 2η και 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14(Ι)/60 και ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Καθ ων η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ...................................... Χρ. Χατζηγεωργίου,Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.