NIKITINA κ.α. ν. FROLENKO κ.α., Αρ. Αγωγής: 1302/18, 19/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A228 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1302/18 Μεταξύ:
- ** NIKITINA
- ** FROLENKO Εναγουσών -και-
- ** FROLENKO
- ** KHRISTENKO Εναγομένων ......... Αίτηση ημερ. 20.6.18 υπό Εναγουσών για Απαγορευτικό Διάταγμα 19 Απριλίου 2019 Για Ενάγουσες: κα Ε. Χριστοφή για M. Economides Kranos & Co LLC Για Εναγόμενες: κ. Σ. Ιακωβίδης για κ. Β. Δανιηλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν σχετικής αίτησης τους οι Ενάγουσες εξασφάλισαν μονομερώς στις 3.7.18 διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 να αποξενώσει και ή έχει οποιαδήποτε συναλλαγή εν σχέσει με διώροφη κατοικία επί του τεμ.
- Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Ν.14/60 στα άρθρα 3, 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στη Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 1 αναφέρει μεταξύ άλλων:
- Οι Ενάγουσες με τον Εναγόμενο 1 ήταν εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες ανά 1/3 μερίδιο έκαστος της επίδικης κατοικίας (Τεκμήρια 1 και 2).
- Η Ενάγουσα 2 ήταν παντρεμένη με τον Εναγόμενο 1 και στις 25.7.16 υπέγραψε Πληρεξούσιο με το οποίο αποποιήθηκε οποιαδήποτε δικαιώματα της ως συνιδιοκτήτρια του 1/3 «μεταφέροντας» τα στον τότε σύζυγο της Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 3).
- Στις 31.1.17 η Ενάγουσα με γραπτή δήλωση της ανακάλεσε το πιο πάνω πληρεξούσιο εμμένοντας στα δικαιώματα της (Τεκμήριο 4).
- Στις 10.6.18 η Ενάγουσα 1 ευρισκόμενη στη Ρωσία διαπίστωσε ότι η επίδικη κατοικία διαφημιζόταν για σκοπούς πώλησης σε ιστοσελίδα (Τεκμήρια 5 και 6), οπότε ζήτησε από φίλους της να μάθουν λεπτομέρειες και έτσι πληροφορήθηκε πως αυτή είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να είχε λάβει γνώση η ίδια. Εν συνεχεία η Ενάγουσα 1 έφθασε στην Κύπρο στις 13.6.18 (Τεκμήριο 7) και εξασφάλισε έγγραφα του Κτηματολογίου για τον τρόπο αποξένωσης (Πιστοποιητικά Έρευνας).
- Μέσα από την έρευνα διαπίστωσαν ότι στις 2.12.16 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε το 1/3 μερίδιο της Ενάγουσας 2 στο δικό του όνομα προσκομίζοντας Πληρεξούσιο ημερ. 25.7.16 το οποίο όμως διαφέρει από εκείνο που είχε υπογράψει η Ενάγουσα 2, δηλαδή το Τεκμήριο
- Το χρησιμοποιηθέν πληρεξούσιο υπάρχει σε έγγραφα του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 10).
- Περαιτέρω διαπιστώθηκε πως στις 4.8.17 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε συμφωνία με την Εναγόμενη 2 με σκοπό να προβεί στη μεταβίβαση του όλου επ' ονόματι της και προχώρησε βάσει σχετικού εντύπου μεταβίβασης (Τεκμήριο 11) προσκομίζοντας στο Κτηματολόγιο και πληρεξούσιο της Ενάγουσας 1 το οποίο ποτέ δεν υπέγραψε η ίδια. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε τη μεταβίβαση όλων των μεριδίων επ' ονόματι της Εναγομένης 2 βάσει Δήλωσης Μεταβίβασης (Τεκμήριο 12) οπότε εκδόθηκε αργότερα και ο σχετικός τίτλος εγγραφής (Τεκμήριο 13). Ένσταση Με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι προέβαλαν οκτώ λόγους προς ακύρωση του διατάγματος οι οποίοι συνοψίζονται βασικά στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων, στο ότι υπάρχει παραπλάνηση και στο ότι η έκδοση του διατάγματος παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ρωσίδας δικηγόρου, εξουσιοδοτημένης από τους Εναγόμενους κας Mishenkina στην οποίαν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
- Ο Εναγόμενος 1 εμποδίζεται από απαγορευτικό διάταγμα των Ρωσικών Αρχών να εξέλθει από τη Ρωσία, στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας μεταξύ του και της Ενάγουσας 2 για τα ανήλικα τέκνα τους.
- Η Εναγόμενη 2 η οποία απέκτησε το επίδικο ακίνητο ουδεμία σχέση έχει με τα αναφερόμενα από τις Ενάγουσες γεγονότα και το απέκτησε καλόπιστα κατόπιν συμφωνίας της με τον Εναγόμενο
- Οι οποιεσδήποτε διαφορές των διαδίκων αφορούν απαίτηση η οποία δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα και απορρίπτονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί περί ενδεχομένου πώλησης του ακινήτου. Η διαφήμιση στην οποία αναφέρονται οι Ενάγουσες προϋπήρχε της μεταβίβασης του ακινήτου στις ίδιες και στον Εναγόμενο 1, εξ ου και φέρει την ένδειξη "SOLD".
- Η Ενάγουσα 2 ήταν νόμιμη ιδιοκτήτρια του 1/3 μεριδίου μέχρι και τις 2.12.16 οπότε το μεταβίβασε στον Εναγόμενο 1 δυνάμει του Πληρεξουσίου ημερ. 25.7.16 (Τεκμήριο 2). Ταυτόχρονα με το πληρεξούσιο αυτό η Ενάγουσα 2 είχε υπογράψει και τη Δήλωση Αποποίησης ημερ. 25.7.16, παρότι η ίδια την επισυνάπτει αποκαλώντας την ως «Πληρεξούσιο» για να προκαλέσει σύγχυση. Η μεταγενέστερη Δήλωση Ανάκλησης αφορούσε τη Δήλωση Αποποίησης και όχι το Πληρεξούσιο.
- Η Ανάκληση αυτή δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στον Εναγόμενο 1, δεν έχει σχέση με το Πληρεξούσιο και υπεγράφη την 1.2.17 δηλαδή κατά πολύ μεταγενέστερα της μεταβίβασης του μεριδίου της στον Εναγόμενο 1, η οποία έγινε στις 2.12.16, οπότε ως νόμιμος ιδιοκτήτης των 2/3 μεριδίων και ως πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 1 προχώρησε και μεταβίβασε ολόκληρο το ακίνητο, βάσει συμφωνίας, στην Εναγόμενη
- Το Πληρεξούσιο της Ενάγουσας 1 ετοιμάστηκε από Συμβολαιογράφο στη Μόσχα, στην παρουσία του οποίου και υπεγράφη από την ίδια. Ο Εναγόμενος 1 δεν έχει την ευχέρεια να ζητήσει αντίγραφο από τον Συμβολαιογράφο σε αντίθεση με την Ενάγουσα 1 η οποία δύναται να το πράξει. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Εναγουσών Κατόπιν σχετικής άδειας (που χορηγήθηκε εκ συμφώνου) οι Ενάγουσες καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της εκ των δικηγόρων τους κας Κυπριανού, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
- Η διαφήμιση παραμένει στην ιστοσελίδα με σοβαρούς κινδύνους για μεταπώληση.
- Η Ενάγουσα 1 προέβη σε σωρεία καταγγελιών σχετικά με το πλαστό πληρεξούσιο ημερ. 9.8.17 (προφανώς εννοεί του 2016). Ζήτησε δε από τον Συμβολαιογράφο όπως της αποστείλει αντίγραφο ο οποίος όμως απάντησε ότι ουδέποτε πιστοποιήθηκε τέτοιο έγγραφο (Τεκμήριο 4). Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Εναγομένων Σε δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση η κα Mishenkina:
- Επεσύναψε ως Τεκμήριο 1 επιστολή του ιστότοπου ότι η διαφήμιση είχε αναρτηθεί κατά πρώτον τον Μάρτιο του 2015 και η ένδειξη "SOLD" προστέθηκε μετά την πώληση.
- Επισημαίνει ότι η απαντητική επιστολή του Συμβολαιογράφου δεν υπογράφεται από τον ίδιο αλλά από άλλο πρόσωπο.
- Επισυνάπτει έκθεση εμπειρογνώμονα περί της γνησιότητας της υπογραφής της Ενάγουσας 1 στο επίμαχο πληρεξούσιο. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (βλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Στην παρούσα περίπτωση μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και τα αναφερόμενα στις ένορκες δηλώσεις των Εναγουσών εγείρονται ζητήματα απάτης, ψευδών παραστάσεων και άλλων παράνομων συμπεριφορών κατά την εγγραφή του ακινήτου ή μεριδίων του, αρχικά για το 1/3 στον Εναγόμενο 1 και αργότερα για το όλον στην Εναγόμενη 2. Τα θέματα αυτά σαφώς αποτελούν αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και αν γίνουν εν τέλει αποδεκτές οι θέσεις των Εναγουσών, αυτές θα δικαιούνται σε ανάλογες θεραπείες. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Ως προς την ουσία της υπόθεσης είναι εξίσου σαφές ότι οι Ενάγουσες θα επιδιώξουν κατά την ακρόαση της να πείσουν ότι υπήρξε αντικανονική και παράνομη μεταβίβαση: α) Στις 2.12.16 του 1/3 μεριδίου της Ενάγουσας 2 επ' ονόματι του Εναγομένου
- β) Στις 8.8.17 του 1/3 μεριδίου της Ενάγουσας 1 επ' ονόματι της Εναγομένης 2 (μαζί με τα υπόλοιπα 2/3). Ως προς το πρώτο ζήτημα ο Εναγόμενος 1 δέχεται ότι στις 2.12.16 ενέγραψε επ' ονόματι του το 1/3 μερίδιο της Ενάγουσας 2, καθώς και ότι χρησιμοποίησε για αυτό τον σκοπό το πληρεξούσιο ημερ. 25.7.16 το οποίο φέρει τον τίτλο «Irrevocable Special Power of Attorney», συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα τα οποία παρέλαβε εκ των υστέρων η Ενάγουσα 2 από το Κτηματολόγιο και δεν ταυτίζεται με το άλλο έγγραφο ημερ. 25.7.16 το οποίο φέρει τον τίτλο «Declaration» (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση των Εναγουσών). Η όλη αξίωση της Ενάγουσας 2 βασίζεται στη θέση της ότι δεν υπέγραψε ποτέ το εν λόγω Πληρεξούσιο Έγγραφο (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση των Εναγουσών). Τα δύο έγγραφα φέρονται να έχουν πιστοποιηθεί ως προς την υπογραφή από τον ίδιο πιστοποιούντα υπάλληλο αλλά ως έχει γίνει αντιληπτό η Ενάγουσα 2 προβάλλει τη θέση ότι μόνο τη Δήλωση Αποποίησης είχε υπογράψει στις 25.7.16, την οποία μάλιστα είχε ανακαλέσει αργότερα. Το όλο νόημα της θέσης της Ενάγουσας 2 είναι ότι ναι μεν υπέγραψε αποποίηση στις 25.7.16 αλλά δεν εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο να αποξενώσει το δικό της μερίδιο και δη να το εγγράψει επ' ονόματι του. Θα πρέπει δε να υποδειχθεί πως από τη σχετική Δήλωση Μεταβίβασης στις 2.12.16 διαφαίνεται ότι η όλη δικαιοπραξία δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο ως πώληση με τίμημα το ποσό των €40.000 (με υπολογισθείσα αγοραία αξία του 1/3 μεριδίου το ποσό των €85.000), καθώς και ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε σχετική δήλωση ότι η Ενάγουσα 2 είχε γνώση για τη σκοπούμενη πώληση. Τέτοια στοιχεία δεν επανέλαβε και δεν προώθησε με την ένσταση του στην παρούσα ο Εναγόμενος 1, πράγμα το οποίο, σε συνδυασμό με τη θέση ότι δεν υπεγράφη ποτέ το χρησιμοποιηθέν πληρεξούσιο, στοιχειοθετεί αναμφίβολα ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση της Ενάγουσας
- Ως προς το δεύτερο ζήτημα ο Εναγόμενος 1 επίσης δέχεται ότι στις 8.8.17 μεταβίβασε το 1/3 μερίδιο της Ενάγουσας 1 χρησιμοποιώντας (φερόμενο) πληρεξούσιο της ιδίας ημερ. 9.8.
- Η Ενάγουσα 1 αρνείται ότι υπέγραψε οποτεδήποτε τέτοιο πληρεξούσιο. Το 1/3 μερίδιο της φέρεται να πωλήθηκε για ποσό €84.000 (στη Δήλωση Μεταβίβασης). Ο Εναγόμενος 1 προβάλλει ότι ενήργησε ως αντιπρόσωπος της, όπως και είχε δηλώσει στο Κτηματολόγιο αλλά από την άλλη δεν φέρεται να προβάλλει κάποια θέση σε σχέση με το εισπραχθέν τίμημα πώλησης και την τυχόν απόδοση του στην τότε ιδιοκτήτρια Ενάγουσα 1 για την οποία και ενήργησε, κατ' ισχυρισμόν του, ως αντιπρόσωπος. Πέραν των πιο πάνω, το Γραφείο Συμβολαιογράφων της Μόσχας με την επιστολή του ημερ. 6.7.18 φέρεται να επιβεβαιώνει στην Ενάγουσα 1 ότι δεν υπάρχει στα αρχεία τους πιστοποιηθέν πληρεξούσιο υπ' αρ.120-13 και ότι ο φερόμενος ως πιστοποιήσας την υπογραφή της συμβολαιογράφος (κ. Ageychenkov) δεν πιστοποίησε τέτοιο πληρεξούσιο από την ίδια στον Εναγόμενο
- Κρίνεται πως τα πιο πάνω στοιχεία στοιχειοθετούν και ως προς την αξίωση της Ενάγουσας 1 ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. ....... .........................................................................................Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Στην παρούσα περίπτωση εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί πως εμπλέκεται και το άρθρο 4 του Κεφ.6 δεδομένου ότι η διώροφη κατοικία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής λαμβανομένου υπόψιν ότι όλες οι αξιώσεις περιστρέφονται γύρω από τη μεταβίβαση των μεριδίων των Εναγουσών σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και ότι επιδιώκεται η ακύρωση όλων των πράξεων που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Οι Ενάγουσες επιδιώκουν ακριβώς τη διατήρηση της επίδικης ιδιοκτησίας στην κυριότητα της Εναγόμενης 2 μέχρι την επίλυση της διαφοράς. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Ltd
(1998)1(Γ) 1653 τονίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6 δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου αποξένωσης. Αρκεί η διαπίστωση ότι το αντικείμενο εκ της φύσης του αντιμετωπίζει κίνδυνο και ότι οι περιστάσεις δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος. Διευκρινίζεται βέβαια ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η περιουσία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, το διάταγμα δύναται να εκδοθεί τόσο δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 όσο και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 (βλ. «Διατάγματα», Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, σελ. 106 και 109). Στην παρούσα περίπτωση ούτως η άλλως οι Ενάγουσες επικαλούνται και τον κίνδυνο μη ικανοποίησης μελλοντικής δικαστικής απόφασης υπό την έννοια μελλοντικής αδυναμίας επανάκτησης των μεριδίων τους στην κατοικία, σε περίπτωση περαιτέρω αποξένωσης. Το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο επιχειρηματολογίας κατά τις αγορεύσεις, πλην όμως δεν θα συμφωνήσω με τις θέσεις των Εναγομένων. Ως προς τη μη αναγκαιότητα κατάδειξης πρόθεσης αποξένωσης γίνεται παραπομπή στην C. Phasarias (Automotive) Centre Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε σύνηθες απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης ακινήτου προς χρήση για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα στο εξής απόσπασμα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία ............. ................................ Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση .......... Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση .................., εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Όπως αναφέρεται και σε νομολογία την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν επιδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με μεγαλύτερη προθυμία (Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301). Εν πάση περιπτώσει δεν διαλανθάνει την προσοχή πως παρότι η ουσία του διατάγματος αφορά μόνο τη μη αποξένωση, δηλαδή χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων κατοχής, χρήσης και απόλαυσης του ακινήτου κατά το δοκούν, εντούτοις η ίδια η Εναγόμενη 2 επικαλείται το άρθρο 23 του Συντάγματος επικαλούμενη το δικαίωμα της «να αξιοποιεί το ακίνητο της στο έπακρο και όπως η ίδια θέλει», αφήνοντας έτσι ισχυρές υπόνοιες ότι υπάρχουν άλλες σκέψεις και προοπτικές ή έστω ότι δεν αποκλείονται. Ας σημειωθεί δε, πως η Εναγόμενη 2 είναι Ρωσίδα υπήκοος, διαμένουσα στη Ρωσία και δεν έχει εμφανιστεί στην Κύπρο ούτε κατά την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της ούτε για να ορκιστεί σε σχέση με την ένσταση ενώ και η επίδοση όλων των εγγράφων της υπόθεσης έγινε στην ίδια κατόπιν ειδικής άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Στη βάση όλων των ανωτέρω ικανοποιούμαι ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Ισοζύγιο Ευχέρειας Όμως η διαπίστωση συνδρομής των τριών βασικών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτομάτως στην έκδοση ή οριστικοποίηση μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Όπως έχει πρόσφατα αναφερθεί στην υπόθεση Κοινοτικού Συμβουλίου χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ. Ε75/2015, ημερ. 7.12.18, μετά τη διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων (του άρθρου 32) το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να προβεί στην έκδοση του διατάγματος και η οποιαδήποτε σχετική απόφαση αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας με αναφορά στα συγκεκριμένα επίδικα γεγονότα. Η εν λόγω εξέταση γίνεται με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, όρος ο οποίος αντανακλά πιο άμεσα στην επίδραση του ενδιάμεσου διατάγματος στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι οι συνέπειες από την έκδοση ή τη μη έκδοση του διατάγματος και η προσοχή εστιάζεται στο να ισοζυγιστεί ο κίνδυνος αδικίας η οποία τυχόν θα προκύψει αν μελλοντικά διαφανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση ήταν εσφαλμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφ. 292/10, ημερ. 20.1.14). Χαρακτηριστικά, στην πιο πάνω πρόσφατη απόφαση παρατίθεται από τη National Commercial Bank Jamaica v. Olint Corpn
(2009)1 W.L.R. (PC) το ακόλουθο απόσπασμα: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be". Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Υπό τις περιστάσεις της παρούσας κρίνεται πως μεγαλύτερη αδικία θα συνιστούσε το να δικαιωθούν εν τέλει οι Ενάγουσες αλλά να έχουν στερηθεί την ιδιοκτησία τους στη συγκεκριμένη διώροφη κατοικία λόγω αδυναμίας επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Στην αντίπερα όχθη είναι αυτονόητο πως η μόνη συνέπεια για την Εναγόμενη 2 θα είναι το να υπάρξει κάποια αναβολή ή αναστολή στο δικαίωμα διάθεσης και μεταβίβασης σε άλλο πρόσωπο της κατοικίας, εάν αυτή ήταν η επιθυμία της. Εννοείται ότι για τον Εναγόμενο 1 δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα επηρεασμού αφού έχει πωλήσει το ακίνητο. Συνεπώς από πλευράς συνεκτιμούμενης αδικίας και δυσμενών συνεπειών θεωρώ πως η πλάστιγγα γέρνει καταφανώς στην πλευρά των Εναγουσών. Υπ' αυτή την έννοια και κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας κρίνω δικαιότερο και προσφορότερο όπως οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερ. 22.4.18 καθίσταται απόλυτο μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Το αιτητικό υπό §Β (που αφορά τον Διευθυντή) δεν έχει προωθηθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα συν Φ.Π.Α προς όφελος των Εναγουσών και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, διατηρουμένης και μη επηρεαζομένης της διαταγής εξόδων ημερ. 8.2.19 για την αίτηση ημερ. 21.11.18, τα έξοδα της οποίας μετά τον υπολογισμό τους να συμψηφιστούν με τα έξοδα της παρούσας κυρίως αίτησης φροντίδι του Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Απαγορευτικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο