Vameana Estates Limited κ.α. ν. Tράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής:355/2019, 5/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A187 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:355/2019 ΜΕΤΑΞΥ:
- Vameana Estates Limited
- XXX Soboh
- G.D.F. Gulf Deep Foundation Ltd Εναγόντων και Tράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 5 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: Ο κ. Κ. Ε. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγομένη 1/καθ' ης η αίτηση: Η κα Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διαταγμάτων για την προστασία της ιδιοκτησίας ακινήτου τύπου Quia timet) Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους αιτούνται με διάφορα αιτητικά την έκδοση επί της ουσίας διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία εγγραφής ή μετεγγραφής επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1 τράπεζας του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο ευρίσκεται επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, τοποθεσία Νεάπολη, φύλλο/σχέδιο 54/5XXXX4, Τμήμα 3, τεμάχιο 7X3 μερίδιο το όλο στο οποίο ευρίσκεται οικοδομημένη η πολυκατοικία Soboh House, μέχρι εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι άλλης νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 ως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 87
(1)/2018, και ειδικότερα άρθρα 2, 27, 44Α μέχρι 44 ΙΑΑ , ιδίως στα άρθρα 44Δ, 44ΙΑ και 44ΙΒ, και στα παραρτήματα αυτού, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1,7 και 11, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.1, 2, 8
(1)(ii), 8
(2), Δ.64 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρο 9, στον Περί Συμβάσεων Νόμο, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση ) Νόμου ως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 71(Ι) / 2018 και ειδικότερα στο άρθρο 75Α, στη Νομολογία, στις Αρχές της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Σύνταγμα άρθρο 23, 25 και 30, και στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρο 32, στο άρθρο 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Αρχή quia timet injuction. Σημειώνεται ότι η αίτηση είχε καταχωρηθεί μονομερώς αλλά κατά την εξέταση της από το Δικαστήριο κρίθηκε ότι δεν πληρούσε το κριτήριο του επείγοντος και για τούτο μετά από παράκληση της πλευράς των αιτητών δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της. Η καθ' ης η αίτηση 1 τράπεζα εμφανίστηκε την ημέρα που είχε οριστεί προς τούτο και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Ο καθ' ου η αίτηση 2 Γενικός Εισαγγελέας, εκπροσωπώντας το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, δήλωσε διά της εκπροσώπου του ότι θα συμμορφωθεί με όποια απόφαση του Δικαστηρίου επί της αιτήσεως χωρίς να συμμετάσχει στη διαδικασία και επομένως θεωρώ ότι το ζήτημα της εγγραφής του ως άνω ακινήτου επ' ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση θα παρέμενε σε εκκρεμότητα μέχρι και την έκδοση της απόφασης στην αίτηση. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η κα XXX Soboh η οποία πέραν της γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και της εξουσιοδότησης που έχει για την από μέρους της υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση και της νομικής συμβουλής που έλαβε για τα νομικά ζητήματα στα οποία κάνει αναφορά, αναφέρεται στα γεγονότα και το ιστορικό της υπόθεσης. Αναφέρεται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εναγόντων των εναγουσών 1 και 3 ασχολούμενων με τη διαχείριση ακινήτων και ανάπτυξη γης και του ενάγοντος 2 να είναι ο διευθυντής τους. Κάνει αναφορά στη σύναψη δανείου, όπου οι ενάγοντες 2, 3 και η εταιρεία Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd σύναψαν σύμβαση δανείου με την εναγόμενη 1 κατά ή περί το έτος
- Τις υποχρεώσεις των εναγόντων εγγυήθηκε η ενάγουσα 1 δια της εγγραφής της υποθήκης ΥXXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού επί του ως άνω ακινήτου, το οποίο είναι, όπως το χαρακτηρίζει μια πολυτελής πολυκατοικία η οποία ευρίσκεται σε προνομιούχα περιοχή της Λεμεσού, αποτελούμενη από 7 ορόφους και υπόγειο. Στο εν λόγω κτίριο στεγάζονται τα γραφεία των εναγόντων, είναι δηλαδή η επαγγελματική τους στέγη και ο χώρος στον οποίο οι ενάγοντες διεξάγουν τις εργασίες τους εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Κατά ή περί το έτος 2010 η εναγομένη 1 τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και καταχώρησε τις αγωγές υπ' αριθμόν 5281/10, 5282/10, 5433/10, 5504/10, 5825/10, 5826/10 και 5596/10 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις οποίες εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις τις οποίες και επισυνάπτει ως τεκμήριο. Μετά την έκδοση των αποφάσεων οι ενάγοντες έχουν καταβάλει προς την εναγομένη 1 διάφορα ποσά προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους. Το ποσό αυτό με βάση τους πρόχειρους υπολογισμούς των λογιστών των εναγόντων ανέρχονται περίπου στο ποσό των €3.880.
- Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της κάνει αναφορά στην έναρξη και την πορεία της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)("ο Νόμος"). Η ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» επιδόθηκε κατά ή περί την 09.08.2016 για προγραμματισμένο πλειστηριασμό στις 19.10.
- Κατόπιν αυτού επιδόθηκε στους ενάγοντες από την εναγόμενη 1 ειδοποίηση «Τύπος ΙΒ» κατά ή περί την 10.08.2016 (επισυνάπτει τις εν λόγω ειδοποιήσεις ως τεκμήρια). Κάνει αναφορά και στην αγωγή υπ' αριθμόν 2916/2016 Ε.Δ. Λεμεσού την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες και σχετιζόταν με τον πρώτο πλειστηριασμό, η οποία εν συνεχεία αποσύρθηκε. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο πρώτος πλειστηριασμός που είχε οριστεί για την 19.10.2016 ουσιαστικά ουδέποτε έλαβε χώρα, καθότι είχε παραστεί η ίδια προσωπικά με τον θείο της XXX Kalawoun στα υποστατικά του ΓΣΟ στη Λεμεσό με σκοπό να προσφοροδοτήσουν για αγορά του ακινήτου και διαπίστωσαν ότι δεν είχε προγραμματιστεί πλειστηριασμός τελικά εκείνη την ημέρα. Η εναγομένη προχώρησε στη συνέχεια σε δεύτερο πλειστηριασμό. Στη συνέχεια επιδόθηκε στους ενάγοντες νέα ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» κατά ή περί την 25.04.2017 με την οποία η τράπεζα τους ενημέρωνε για δεύτερο προγραμματισμένο πλειστηριασμό στις 31.05.2017 την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο. Οι ενάγοντες καταχώρησαν τότε την υπ' αριθμόν 159/2017 αίτηση/έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δια της οποίας επιδίωκαν την αναστολή του προγραμματισμένου δεύτερου πλειστηριασμού που είχε οριστεί για την 31.05.2017 ως το αποτέλεσμα της διαδικασίας πώλησης στην βάση των ως άνω ειδοποιήσεων. Στα πλαίσια της αίτησης έφεσης καταχωρήθηκε και ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του προγραμματισμένου πλειστηριασμού του ακινήτου, η οποία ορίστηκε για την 31.05.
- Με απόφαση του το Δικαστήριο με ημερομηνία 31.05.2017 απέρριψε την αίτηση για αναστολή του πλειστηριασμού. Η κυρίως αίτηση - έφεση έχει αποσυρθεί και δεν εκκρεμεί πλέον στο Δικαστήριο. Ο δεύτερος πλειστηριασμός που έλαβε χώρα την 31.05.2017 είχε ως κατάληξη την αγορά του ακινήτου από την εταιρεία Q One Energy Ltd, η οποία είναι εταιρεία του αδελφού της ενόρκως δηλούσας και υιού του ενάγοντος 2, XXX Soboh και έγινε σε μια ειλικρινή προσπάθεια διάσωσης της οικογενειακής περιουσίας. Δυστυχώς όμως λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στη Συρία και της γενικότερης κατάστασης πραγμάτων στις αραβικές χώρες επηρεάστηκαν δυσμενώς οι δραστηριότητες της εταιρείας αυτής και δεν κατέστη εφικτό να γίνει έμβασμα από το εξωτερικό προς την εν λόγω εταιρεία, ώστε να καταβληθεί το ποσόν του πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα τη ματαίωση της πράξης. Η εναγομένη 1 προχώρησε με επίδοση στους ενάγοντες ειδοποίησης «Τύπος ΙΓ» κατά ή περί την 28.07.2017 δια της οποίας τους ενημέρωναν ότι θα προχωρούσαν με πώληση του ακινήτου την 12.09.2017 την οποία επισύναψε ως τεκμήριο. Το ενυπόθηκο ακίνητο δεν πωλήθηκε ούτε κατά την ημέρα και ώρα που όριζε η ειδοποίηση «Τύπος ΙΓ». Κατά την ημέρα εκείνη υπέβαλε ενδιαφέρον μόνο η εταιρεία Soboh Energy Ltd, ιδιοκτησίας και πάλι του αδερφού της XXX Soboh για αγορά του ακινήτου. H πράξη ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε γιατί λόγω της άγνοιας τους δεν ακολουθήθηκε ο σωστός τύπος και δεν γνώριζαν ότι πρέπει να συμπληρωθεί συγκεκριμένη φόρμα της εναγομένης 1 για ολοκλήρωση της διαδικασίας. Ακολούθως, η εναγομένη 1 επέδωσε στους ενάγοντες εκ νέου ειδοποίηση «Τύπος ΙΓ» κατά ή περί την 22.10.2017 δια της οποίας τους ενημέρωνε ότι θα προχωρούσαν με πώληση του ακινήτου την 29.11.2017 την οποία επισύναψε ως τεκμήριο. Στην δεύτερη προσπάθεια της εναγομένης 1 για απευθείας πώληση ενδιαφέρθηκε για αγορά του ακινήτου η εταιρεία Q One Energy Ltd του αδερφού της, ωστόσο λόγω κωλύματος που προέκυψε με την τράπεζα Astrobank, η οποία θα τον χρηματοδοτούσε, αλλά και λόγω της ύπαρξης εγγραφής MEMO επί του ακινήτου, η πώληση δεν έγινε. Επισύναψε την σχετική αίτηση της εταιρείας Q One Energy Ltd με ημερομηνία 28.11.2017 για αγορά του ακινήτου, καθώς και την απάντηση που έλαβε από την εναγομένη 1 ημερομηνίας 01.12.
- Επισύναψε ως τεκμήριο και τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου με ημερομηνία έκδοσης 12.11.
- Μετά την ειδοποίηση Τεκμ. Ζ τίποτα δεν εστάλη από την εναγομένη 1 στους ενάγοντες παρά μόνο οι επιστολές ημερομηνίας 27.01.
- Καμία άλλη ενημέρωση δεν έλαβαν οι ενάγοντες από τους εναγομένους σχετικά με την πώληση και διάθεση του ακινήτου. Το μόνο που έλαβε χώρα ήταν κάποιες προσπάθειες μέσω συμβούλων των εναγόντων να διαπραγματευτούν με την εναγομένη 1 αναφορικά με το ακίνητο, αλλά και τις εκκρεμότητες που υπήρχαν μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης
- Η εναγομένη 1, επέδωσε επιστολή ημερομηνίας 27.01.2019 στους ενάγοντες, δια της οποίας τους πληροφορεί ότι έχει προχωρήσει στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στην τιμή των € 7.035.000,
- H επιστολή αυτή συνοδεύεται από επιστολή ίδιας ημερομηνίας την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο, με θέμα την ενημέρωση για την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Σύμφωνα με αυτή, ο αγοραστής του ενυπόθηκου ακινήτου είναι η εναγόμενη τράπεζα. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι μετά την επιστολή της ειδοποίησης «Τύπος ΙΓ» η ενάγουσα αρ.1 ενυπόθηκος οφειλέτιδα, είχε λάβει νομική συμβουλή να μην προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή καθότι ούτως ή άλλως θεωρούσε την όλη διαδικασία πώλησης δια πλειστηριασμού και/ή της αναγκαστικής πώλησης ως διαδικασία καταχρηστική και άδικη καθότι θεωρούσε και εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν δύναται νομικώς αλλά και ηθικώς η εναγομένη1 να προχωρήσει με εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, τη στιγμή που υπήρχαν και υπάρχουν δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν και εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων, καθώς και βάσιμη αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Εκφράζει την πίστη, σύμφωνα και με νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους, ότι για το γεγονός ότι η ενάγουσα 1 δεν προχώρησε στο διορισμό εκτιμητή, δεν σημαίνει ότι παραιτήθηκε από οιονδήποτε δικαίωμα. Περαιτέρω το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την εκ μέρους της εναγομένης 1 ανάληψη υποχρέωσης όπως διορίσει δεύτερο εκτιμητή προκειμένου να διασφαλιστεί και/ή εξασφαλιστεί η ακριβής εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου, απαίτηση η οποία προβλέπεται από την ίδια τη Νομοθεσία και ειδικότερα το άρθρο 44Δ
(2). Υποχρέωση την οποία δεν τήρησε η εναγομένη 1 εξ όσων κάλλιον πιστεύει, γνωρίζει και πληροφορείται και εν πάση περιπτώσει ουδέποτε κοινοποίησε τόσο στην ενάγουσα αρ.1 όσο και σε όλους τους ενάγοντες / ενδιαφερόμενα μέρη την ύπαρξη δεύτερης εκτίμησης και το ποσό της. Αναφέρει ότι ανάθεσαν σε εκτιμητή την εκτίμηση του ενυπόθηκου ακινήτου η οποία φέρει ημερομηνία 11.02.2019 σύμφωνα με την οποία το ακίνητο είναι αξίας €15.050.000 την οποία και επισυνάπτει ως τεκμήριο. Αναφέρει ότι η μόνη άλλη εκτίμηση την οποία δύναται να καταθέσει ότι υπάρχει στην περίπτωση της παρούσης υποθέσεως και η οποία χρησιμοποιήθηκε από την εναγόμενη 1 είναι η παρωχημένη εκτίμηση η οποία έλαβε χώρα την 2016 και η οποία αναφερόταν στην αγοραία αξία που είχε το ακίνητο κατά την εποχή που αυτή έλαβε χώρα. Ο λόγος που γνωρίζει ότι υπάρχει αυτή η εκτίμηση του 2016 είναι διότι τη χρονιά εκείνη επισκέφθηκε το κτίριο κάποιος εκτιμητής, του οποίου το όνομα δεν θυμόταν, και τους είπε ότι ήταν απεσταλμένος της εναγομένης 1 και ότι ήθελε να εκτιμήσει το κτίριο. Όμως έκτοτε η τιμή του συγκεκριμένου ακινήτου έχει εκτιναχθεί προς τα πάνω λαμβανομένου υπόψιν ότι γειτνιάζει με τις υπερπολυτελείς πολυκατοικίες/ ουρανοξύστες (Οβάλ και Δίδυμοι) και βρίσκεται επί του παραλιακού μετώπου της Ακτής Ολυμπίων, σε μια περιοχή δηλαδή στην οποία τα διαμερίσματα και/ή κτιριακές εγκαταστάσεις και/ή γραφειακές εγκαταστάσεις έχουν αποκτήσει μεταξύ του 2016-2019 υπεραξία. Αυτά αντικατοπτρίζονται στην εκτίμηση του εκτιμητή τους η οποία αποκαλύπτει την τεράστια διαφορά στην τιμή πώλησης και στην αγοραία αξία του ακινήτου. Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της Νομοθεσίας και δη του Άρθρου 44Δ
(2)ως ανωτέρω, καθιστά την πώληση, η οποία έλαβε χώρα, παράνομη και άκυρη ως προσβάλλουσα το Νόμο. Η ενέργεια της τράπεζας να προχωρήσει με ένα εκτιμητή και με εκτίμηση παρωχημένη, η οποία έγινε το 2016, παραβιάζει και το άρθρο 44Δ
(1)υπό την έννοια ότι όφειλε η εναγομένη 1 να υπολογίσει την αγοραία αξία του ακινήτου κατά την πώληση του, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε μια νέα εκτίμηση με τα δεδομένα της αγοράς ακινήτων του 2019. Υπό αυτή την έννοια η παράβαση του Νόμου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία και ασφαλώς αυτό που πραγματικά έγινε είναι να πωληθεί το ακίνητο σε τιμή πολύ χαμηλότερη της αγοραίας, προς βλάβη των εναγόντων και δη πολύ κατώτερη αυτής. Αν το ακίνητο είχε πωληθεί στην αγοραία του αξία, το προϊόν της πώλησης, όχι μόνο θα υπερκάλυπτε την οποιαδήποτε οφειλή αλλά ενδεχομένως θα παρέμενε μεγάλο ποσό ως υπόλοιπο σε πίστωση του ενάγοντος αρ.2 και κατά συνέπεια όλων των εναγόντων ως εγγυητών. Αντί τούτου κατά παράβαση της νομοθεσίας έγινε η πώληση κατά τρόπο παράνομο και ζημιογόνο. Σύμφωνα με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 44Δ
(2)σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν προχωρήσει σε διορισμό δικού του εκτιμητή για σκοπούς εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει να διορίσει δεύτερο εκτιμητή για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Η εναγόμενη 1 προχώρησε σε δύο πλειστηριασμούς οι οποίοι απέτυχαν και ακολούθως σε απευθείας πώληση και μάλιστα προς την ίδια, χωρίς να διορίσει δύο ανεξάρτητους εκτιμητές, κατά παράβαση της Νομοθεσίας. Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά στους λόγους για τους οποίους ευθύνη φέρει και το Κτηματολόγιο. Ως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος και τυγχάνει νομικής συμβουλής, οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου όφειλαν δυνάμει του Νόμου και συγκεκριμένα του αρ 75Α να ειδοποιήσουν τους αιτητές - Ενάγοντες για οποιαδήποτε ειδοποίηση ή γνωστοποίηση που επηρέαζε ουσιωδώς την αξία της περιουσίας των αλλά και να ειδοποιήσουν περί των ενεργειών και βημάτων που έκανε κρυφίως η Τράπεζα Κύπρου προκειμένου να πωλήσει στην πολύ χαμηλή τιμή το ακίνητο προς βλάβη των αιτητών. Εν πάση περιπτώσει η υποχρέωση των υπαλλήλων του Κτηματολογίου ή του Γενικού Εισαγγελέως, ο οποίος εκπροσωπεί το Κτηματολόγιο, επεκτεινόταν και στην υποχρέωση εφαρμογής του Νόμου και τήρηση των προνοιών για την ύπαρξη δύο τουλάχιστον εκτιμήσεων, προσφάτων, προκειμένου να εξευρεθεί η αγοραία αξία του ακινήτου κατά την πώληση. Τίποτε από αυτά δεν έλαβε χώρα προς βλάβη και προς ζημία των αιτητών. Γι' αυτούς τους λόγους δεν θα πρέπει να αφεθεί η Τράπεζα, ως έντιμα και ειλικρινά πιστεύει, να απολαύσει τους καρπούς των παράνομων πράξεων της και ουσιαστικά να εξασφαλίσει την ακίνητη περιουσία της οποίας η αγοραία αξία υπερέβαινε τα €15.000.000 με τη διαγραφή ποσού €7.000.000, τα οποία η ίδια ισχυρίζεται ότι χρωστούν οι ενάγοντες και να αποκομίσει με τον τρόπο αυτό παράνομο όφελος προς ζημία των εναγόντων πέραν των €8.000.000. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, καθότι έχει πωληθεί από την εναγομένη το ενυπόθηκο ακίνητο και μάλιστα σε τιμή πολύ χαμηλότερη της αγοραίας του αξίας, με αποτέλεσμα να παραμένουν οφειλές των εναγόντων προς την εναγομένη, οι οποίες ενδεχομένως να μην υπήρχαν αν τηρείτο η σωστή διαδικασία και αν η εναγομένη είχε προβεί σε νέα ενημερωμένη εκτίμηση με βάση τις τρέχουσες συνθήκες. Περαιτέρω, η βλάβη των εναγόντων έγκειται και στο γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο λειτουργεί ως η επαγγελματική τους στέγη, όπου στεγάζονται τα γραφεία τους και διεξάγουν τις εργασίες τους. Η διατήρηση των εμπορικών και γενικότερων δραστηριοτήτων τους είναι εξαιρετικής σημασίας, καθότι ουσιαστικά το επίδικο κτίριο αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων των εναγόντων και τυχόν απομάκρυνση τους από αυτό θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία. Βρίσκονται σε ισχύ ενοικιαστήρια συμβόλαια ορόφων του κτιρίου και η αποξένωση αυτού από την ενάγουσα αρ.1 μόνο σύγχυση και προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει. Εισηγείται ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές της Επιείκειας και ιδιαιτέρως η αρχή quia timet (Crowderv Tinkler
(1816)19 σελ. 617 at 622). Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα, οι ενάγοντες θα απωλέσουν άπαξ την ακίνητη περιουσία τους και θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την αγωγή τους εναντίον των εναγομένων και θα απωλέσουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν την παράνομη πώληση και αυτή θα καταστεί τελεσίδικη. Η ζημία που ήθελε υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι δυσαναλόγως επαχθέστερη αυτής που ήθελε υποστεί η εναγομένη σε περίπτωση έκδοσης τους. Για όλους αυτούς τους λόγους εισηγείται ότι επιβάλλεται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση της εναγομένης 1/ καθ' ης η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις και παραρτήματα αυτού, ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, στα Άρθρα 27, 44A - 44ΙΑΑ, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω σε αυτό το μέρος της απόφασης τους λόγους ένστασης και την αιτιολογική τους; βάση εφόσον αυτοί θα αναλυθούν εκτενώς στη συνέχεια στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. ΧΧΧ Χριστοφή ο οποίος εργάζεται ως Λειτουργός στη Διαχείριση Επιχειρήσεων της τράπεζας και εξουσιοδοτημένος να προβεί σε ένορκης δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης αλλά και από μελέτη των φακέλων που διατηρούνται στην τράπεζα, από μελέτη της αίτησης και των συνημμένων σε αυτή τεκμηρίων και από πληροφόρηση που έλαβε από συναδέλφους του, γνώστες επίσης της υπόθεσης. Για τα νομικά ζητήματα δηλώνει ότι έτυχε συμβουλής από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση στην παρούσα. Δηλώνει δε ότι απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των αιτητών πλην εκείνους τους οποίους ρητά παραδέχεται. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή, όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιας φύσης αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ: Μελέτη των εκατέρωθεν ισχυρισμών και του μαρτυρικού υλικού καταδεικνύει ότι η καθ' η αίτηση 1 παραχώρησε στους αιτητές, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκε από την αιτήτρια 1 η επίδικη Υποθήκη υπ' αρ. Υ.11156/2007, για το ποσό των €5.200.000 πλέον τόκους, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/44458 στην Νεάπολη στην Λεμεσό (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση). Από το ως άνω μαρτυρικό υλικό προκύπτει αβίαστα ότι οι αιτητές δεν υπήρξαν συνεπείς με τις υποχρεώσεις αποπληρωμής των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων και έτσι η καθ' ης η αίτηση 1, ασκώντας τα δικαιώματά της, τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες δανείων και ολόκληρα τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμφωνιών αυτών, καθώς και το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει της επίδικης Υποθήκης κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Δεν αμφισβητήθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση τράπεζα καταχώρησε εναντίον των αιτητών τις αγωγές με αρ. 5281/2010, 5282/2010, 5433/2010, 5504/2010, 5596/2010, 5825/2010 και 5826/2010 μέσα στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες διατάζουν, μεταξύ άλλων, εκποίηση της επίδικης Υποθήκης (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Είναι επίσης παραδεκτό ότι στις 16.05.2016 επιδόθηκαν στους αιτητές η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου «Θ» και την κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους. Στις 09.08.2016 επιδόθηκαν στους αιτητές η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» και ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου ορίστηκε στις 19.10.
- Στις 12.10.2016, όπως αναφέρει η ομνύουσα προς υποστήριξη της αίτησης, καταχωρήθηκε από τους αιτητές η αγωγή υπ' αρ. 2926/2016 σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού, η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε. Μετά την επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ», η τράπεζα προχώρησε στο διορισμό εκτιμητή για τη διενέργεια εκτιμήσεων. Οι αιτητές δήλωσαν την πρόθεση τους να προχωρήσουν και οι ίδιοι σε διορισμό εκτιμητή, πράγμα το οποίο τελικά δεν έπραξαν. Ενόψει τούτου, η τράπεζα προχώρησε στο διορισμό δεύτερου εκτιμητή. Οι εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν από τους εκτιμητές που διόρισε η τράπεζα προκειμένου να καθοριστεί η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου επισυνάπτονται στην ΕΔ Χριστοφή ως Τεκμ.
- Λόγω της καθυστέρησης που προκλήθηκε, εξ' υπαιτιότητας των αιτητών, στη διαδικασία του διορισμού του δεύτερου εκτιμητή, η τράπεζα επέδωσε στους αιτητές στις 25.04.2017 Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» καθώς και Ειδοποίηση Δελτίο «Α» με την οποία η ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού μεταφέρθηκε στις 31.05.
- Όπως επίσης αναφέρει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, οι αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση - Έφεση υπ' αρ. 159/2017 και ενδιάμεση αίτηση μέσα στο πλαίσιο αυτής, η οποία εν τέλει απορρίφθηκε, καθότι το Δικαστήριο εντόπισε ότι οι αιτητές δεν είχαν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Η εν λόγω απόφαση επισυνάπτεται στην ΕΔ Χριστοφή ως Τεκμ.
- Την 31.05.2017 έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός ως ήταν ορισμένος. Κατά τον πλειστηριασμό έλαβαν χώρα διάφορα γεγονότα, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Χριστοφή στην ένορκη δήλωση του (παρ. 16) χωρίς αυτός ο ισχυρισμός να αμφισβητηθεί, εκ μέρους των αιτητών με σκοπό τον εκφοβισμό της ομάδας που εκπροσωπούσε τον πρώτο προσφοροδότη. Εν τέλει πλειοδότησε δεύτερος προσφοροδότης, η εταιρεία Q ONE ENERGY, με αποτέλεσμα να κατακυρωθεί η προσφορά σε αυτήν. Το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και σχετική είναι η αναφορά της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Αυτό ωστόσο, που δεν αναφέρεται, είναι ότι η συγκεκριμένη εταιρεία, η οποία ανήκει σε συγγενικό πρόσωπο των αιτητών, όπως επίσης γίνεται παραδοχή σε αυτή, παρουσίασε στην τράπεζα επιταγή η οποία δεν είχε πληρωθεί με δικαιολογία 'Να παρουσιαστεί ξανά - Μη επαρκή Υπόλοιπα', με αποτέλεσμα να μην μπορεί στη συνέχεια να πωληθεί το ακίνητο. Αντίγραφο της εν λόγω επιταγής επισυνάπτεται από τον κ. Χριστοφή ως Τεκμ. 3 και η επιστολή με την οποία αναφέρονταν τα πιο πάνω στην εταιρεία Q ONE ENERGY ως Τεκμ.
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι ακολούθησαν μεταγενέστερες προσπάθειες πώλησης του ακινήτου από την τράπεζα, με αποστολή των ειδοποιήσεων τύπου «ΙΓ», ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, οι οποίες εν τέλει απέβησαν άκαρπες. Συγκεκριμένα, επιδόθηκαν 2 ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΓ» αναφορικά με καθορισθέντες πλειστηριασμούς ημερ. 12.09.2018 και 29.11.
- Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η εταιρεία Q ONE ENERGY LTD υπέβαλε προσφορά αγοράς του επίδικου ακινήτου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. Η. Εντούτοις, η εν λόγω προσφορά δεν έγινε αποδεκτή καθώς δεν συμπεριέλαβε στο φάκελο τραπεζική επιταγή για την προκαταβολή ύψους 20%, όπως σαφώς προνοούσαν οι όροι του διαγωνισμού, αλλά ιδιωτική επιταγή και επίσης δεν συμπεριέλαβαν proof of funds, δηλαδή βεβαίωση τράπεζας ότι έχουν στη διάθεσή τους το υπόλοιπο 80% της τιμής αγοράς, όπως και πάλι προνοούσαν σαφώς οι γραπτοί όροι προκήρυξης του διαγωνισμού. Το αληθές των πιο πάνω, διαφαίνεται από το Τεκμ. Η που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με τον κ. Χριστοφή (παρ. 18) ενόψει των πιο πάνω αποτυχημένων προσπαθειών, ένεκα των ενεργειών στις οποίες συστηματικά προέβαιναν οι αιτητές προς τούτο, η τράπεζα αποφάσισε να προχωρήσει με αγορά του ακινήτου από την ίδια ως ενυπόθηκος δανειστής, δυνάμει του δικαιώματος και της δυνατότητας που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, απέστειλε τις επιστολές ημερ. 27.01.2019 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως Τεκμ. Ι, δια των οποίων ενημερώνει τους αιτητές για τις ενέργειές της και για την προτεινόμενη διάθεση προϊόντος. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.02.2019 και στις 28.02.2019 στάλθηκε επιστολή επικύρωσης της διανομής προϊόντος και το προϊόν πώλησης διανεμήθηκε. Επίσης, το ποσό των €6.324.639,46 το οποίο αντιστοιχεί στον ενυπόθηκο δανειστή κατατέθηκε έναντι της οφειλής των αιτητών. Η επιστολή επικύρωσης επισυνάπτεται στην ΕΔ Χριστοφή ως Τεκμ. 5 και σχετική κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμ.
- Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου διέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί το οποίο, μεταξύ άλλων, παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Οι διατάξεις της τροποποιηθείσας νομοθεσίας εφαρμόζονται αναδρομικά, ήτοι από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η κάθε περίπτωση [2η επιφύλαξη άρθρου 44Α
(3)] βλ. Αίτηση - Έφεση αρ. 206/2018 Marios Nicolaou Developers κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ & Αίτηση - Έφεση αρ. 159/2018 Νίκος Μηνά Ματθαίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι δυνατό να ανασταλεί όταν με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθεί διάταγμα ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 44(Γ)
(3), υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης Έφεσης με σκοπό την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την παραλαβή της, εάν και εφόσον συντρέχει ένας εκ των κάτωθι λόγων ακύρωσης: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. (β) Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. (γ) Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) Έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) Έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. (στ) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Αφού τηρηθούν όλες οι πιο πάνω διαδικασίες, καθώς επίσης και η διαδικασία εκτίμησης του προς πώληση ακινήτου, διεξάγεται πλειστηριασμός. Εάν και εφόσον πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός και υπάρξει επιτυχών προσφοροδότης, το ακίνητο κατακυρώνεται σε αυτόν. Τα όσα ακολουθούν σε σχέση με τις δυνατότητες που προσφέρει ο Νόμος είναι σημαντικά για την υπό κρίση αίτηση. Η διαδικασία που διεξάγεται με προσφορές καθορίζεται από τους Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΑ, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, έχει την επιλογή να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 44Δ. Μετά την πώληση του ακινήτου με οποιοδήποτε από τους ανωτέρω περιγραφόμενους τρόπους, πρέπει δυνάμει του άρθρου 44Ι του Νόμου να γίνει ενημέρωση αναφορικά με το προϊόν πώλησης προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη αναφορικά με: (i) το προϊόν της πώλησης που εισπράχθηκε είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση, (ii) το κόστος, τις χρεώσεις, τους φόρους ή τα τέλη που επιβλήθηκαν κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, σε περίπτωση που η πώληση πραγματοποιήθηκε με πλειστηριασμό. Προς τούτο, ο ενυπόθηκος δανειστής αποστέλλει, εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ταχυδρομείου, ειδοποίηση αναφορικά με την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και σε όλους τους κατόχους απαιτήσεων, επιβαρύνσεων ή δικαιωμάτων πληρωμής αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο, καταγράφοντας την προτεινόμενη διάθεσή του. Με την συγκεκριμένη ειδοποίηση ενημερώνονται όλα τα ως άνω πρόσωπα ότι η προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης θεωρείται ότι επικυρώνεται την τριακοστή (30ή) ημέρα από την ημερομηνία της ειδοποίησης, η οποία καθίσταται τελική και ο ενυπόθηκος δανειστής αποστέλλει την επικύρωση σε όλα τα μέρη εντός πέντε
(5)ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης. Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή ο κάτοχος οποιουδήποτε δικαιώματος αμφισβητεί την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης, δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Με την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Ι και νοουμένου ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε σχετικό απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, ο ενυπόθηκος δανειστής επικυρώνει την προτεινόμενη διάθεση, η οποία καθίσταται τελική και αποστέλλει την επικύρωση αυτή σε όλα τα μέρη εντός πέντε
(5)ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης. Ο ενυπόθηκος δανειστής διανέμει το προϊόν πώλησης ως προβλέπει το άρθρο 44Ι
(4). Τέλος, το ακίνητο μετεγγράφεται στον αγοραστή. Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση και προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το αιτητικό πάσχει. Υποστηρίζει ότι στο παρόν στάδιο δεν δύνανται οι αιτητές να αιτούνται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνεται η πώληση του ακινήτου, παρά μόνο να αμφισβητούν τον τρόπο διανομής του προϊόντος. Το στάδιο ωστόσο κατά το οποίο ζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει επείγον, καθώς επίσης και ότι η αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική. Οι αιτητές βασίζουν την παρούσα αίτηση στο άρθρο 32 του Ν. 14/60, καθώς επίσης και στην αρχή quia timet. Σε σχέση με τις πιο πάνω αιτιάσεις που προβάλλουν οι αιτητές υπενθυμίζεται ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά σε προληπτικά διατάγματα, καθότι δεν πραγματεύεται πρώιμο στάδιο της διαδικασίας πλειστηριασμού, αλλά το τελικό της στάδιο. Στις περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων quia timet, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει την ζημιά την οποία απειλείται ότι θα υποστεί κατόπιν των παράνομων ενεργειών του εναγομένου και ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση προληπτικού διατάγματος, ώστε ο εναγόμενος να μην πραγματοποιήσει την απειλή του. με αυτό το διάταγμα, αναχαιτίζεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς, ιδιαίτερα όταν αυτή δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Λόγω της φύσης αυτού του ιδιαίτερα δραστικού διατάγματος, απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός. Το άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου, αναφέρεται σε εκδοθέν διάταγμα, δυνάμενο να ακυρώσει την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Η εξουσία δηλαδή του Δικαστηρίου προς έκδοση ενδιάμεσων θεραπειών περιορίζεται σε συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας και όχι ανά πάσα στιγμή. Στο παρόν στάδιο η μόνη διαδικασία που μπορεί να εγερθεί πρέπει να στρέφεται εναντίον του τρόπου διανομής του εκπλειστηριάσματος. Προβάλλεται περαιτέρω ως λόγος ένστασης από την καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνει χώρα εκτενής και έκδηλη κατάχρηση διαδικασιών, αλλά και κακόπιστη συμπεριφορά εκ μέρους των αιτητών. Η ως άνω θέση εκφράζεται μέσω της ένστασης όπου προβάλλονται οι λόγοι για τους οποίους η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί πάραυτα και χωρίς περαιτέρω εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, η αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική και κακόπιστη καθότι: (α) Καταχωρήθηκε ενόψει της απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση-Έφεση με αρ. 159/2017 με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους προβεβλημένους λόγους έφεσης επί της ουσίας και αποφάνθηκε ότι η Τράπεζα ακολούθησε σωστά τη διαδικασία πλειστηριασμού ως προνοείται από το Νόμο. (β) Αποτελεί ένα εκ των πολλαπλών ενεργειών και μέσων, - τα οποία περιγράφονται ανωτέρω - , που λήφθηκαν από τους αιτητές στην προσπάθειά τους να εμποδίσουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου που επιβαρύνεται δια της Υποθήκης υπ' αρ. YXXX. (γ) Το μοναδικό ένδικο διάβημα που έχουν στη διάθεσή τους οι αιτητές στο παρόν στάδιο είναι η καταχώρηση αίτησης με σκοπό την αμφισβήτηση της διανομής του προϊόντος και όχι η καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης με σκοπό την αμφισβήτηση των προηγούμενων διαδικασιών και της νομιμότητας της διαδικασίας πλειστηριασμού που ακολουθήθηκε σε προηγούμενα στάδια. (δ) Η συμπεριφορά των αιτητών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, παρότι υπάρχει δικαστική απόφαση και άρα η οφειλή τους είναι αδιαμφισβήτητη, καταδεικνύει ξεκάθαρα την άρνησή τους να συνεργαστούν και να αποπληρώσουν τις οφειλές τους, καθώς επίσης και ότι όλα τα διαβήματα που έχουν λάβει, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας αίτησης, σκοπό έχουν να εμποδίσουν την Τράπεζα από το να λάβει το ποσό που της οφείλουν δυνάμει των εκδοθέντων δικαστικών αποφάσεων. Είναι φανερό ότι οι αιτητές επιδιώκουν την ακύρωση της πώλησης του ακινήτου. Όπως διαφαίνεται από τα πολλαπλά μέτρα που έχουν λάβει και τις ενέργειες και τη στάση τους γενικότερα όπως έχουν περιγραφεί πιο πάνω. Κρίνω ότι δεν μπορεί να επιτρέπεται η λήψη πολλαπλών παράλληλων μέτρων, καθώς αυτό αποτελεί καταφανή κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Σημειώνεται δε, ότι οι αιτητές αρνούνται και δημιουργούν προβλήματα και σε ότι αφορά το θέμα της επίδοσης προς αυτούς των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού αναφορικά με άλλες Υποθήκες που έχουν παραχωρήσει προς όφελος της Τράπεζας, που είναι ακόμα ένα γεγονός το οποίο δείχνει την κακόπιστη στάση τους.(βλ. ΕΔ Χριστοφή παρ. 25) και δεν έχει αμφισβητηθεί ο εν λόγω ισχυρισμός. Η καταχρηστικότητα που διέπει τις πράξεις των αιτητών διαφαίνεται ξεκάθαρα από το ιστορικό της υπόθεσης και τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί, προσπαθώντας να υποσκάψουν τη διαδικασία πλειστηριασμού πριν τη διεξαγωγή της, κατά τη διεξαγωγή της και μετά τη διεξαγωγή της. Οι πράξεις και η συμπεριφορά τους όπως έχει διαφανεί από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ακόμα και μέσα από την ίδια την ένορκη δήλωση της κας Soboh είναι έκδηλα καταχρηστικές και αυτό αποτελεί βάσιμο λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης. Είναι δε γνωστές οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση (βλ. υπόθεση Περέλλα
(1995)[1], όπου διατυπώθηκαν οι κλασσικές αρχές που διέπουν το θέμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Σχετική είναι επίσης η απόφαση στην Αίτηση-Έφεση 244/2016 Ε.Δ. Πάφου, Χρίστου Φωτίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 8.12.2016 απορρίφθηκαν ένεκα της καταχρηστικότητας και λέχθηκαν υπό της κας Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. τα εξής επί του θέματος: «Η κρινόμενη περίπτωση, με βάση τα όσα ανωτέρω απαριθμήθηκαν αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας. Η ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, συμπαρασύρει και τις μεταγενέστερες ειδοποιήσεις, γνωστοποιήσεις και πράξεις, αφού αποτελούν μια ενιαία διαδικασία. Της προετοιμασίας της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Αιτητές-Εφεσείοντες είχαν τη δυνατότητα, ευχέρεια και καθήκον να καταχωρίσουν μια Αίτηση/Έφεση, αφού ήδη δόθηκε παράταση χρόνου για καταχώρηση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Δεν ετίθετο θέμα εκπρόθεσμης καταχώρησης και αυτό αποδεικνύεται από την καταχώριση την ίδια ημερομηνία Αιτήσεων/Εφέσεων εναντίον και των δύο εγγράφων της Εφεσίβλητης». Εξίσου διαφωτιστική είναι η θέση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου στην Αίτηση-Έφεση υπ' αρ. 260/2016 Ε.Δ.Π. Σωκράτους Σάββας κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στην οποία το Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση - Έφεση που στρεφόταν εναντίον της ειδοποίησης τύπου «ΙΒ», λόγω του ότι με πολλαπλά μέσα είχε επιδιωχθεί η ακύρωση του ιδίου πλειστηριασμού όπου λέχθηκε ότι: «Η καταχώρηση δύο αιτήσεων/ εφέσεων εναντίον δύο ειδοποιήσεων οι οποίες επιδόθηκαν την ίδια ημερομηνία, και οι οποίες επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, την ακύρωση και/ή αναστολή του πλειστηριασμού των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας». Τα ως άνω νομικά μέτρα τα οποία έχουν λάβει οι αιτητές, με τα οποία επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα, συμφωνώντας με την καθ' ης η αίτηση βρίσκω ότι καθιστούν την παρούσα αίτηση καταχρηστική και κακόπιστη. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το μοναδικό δικαίωμα που έχει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το Νόμο, είναι η καταχώρηση έφεσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που φέρει η ειδοποίηση διάθεσης προϊόντος για αμφισβήτηση του τρόπου διανομής του εκπλειστηριάσματος. Με την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, εάν δεν προσκομιστεί σχετικό διάταγμα, η διάθεση προϊόντος επικυρώνεται. Μέσα στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε, εάν οι αιτητές είχαν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι τέτοια αίτηση θα πετύχαινε, μπορούσαν να είχαν αποταθεί με σχετικό αίτημα στο Δικαστήριο. Βρίσκω επομένως ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Παρά τη πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με τις ενστάσεις που προβλήθηκαν προδικαστικά για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα προχωρήσω με την εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων νόμου 14/1960 (όπως έχει τροποποιηθεί) έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί με σαφήνεια οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων τις κλασσικές αυθεντίες Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255). Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στις Odysseos και Θεωρή, οι βασικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. - Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. - Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το κατά πόσον αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγομένου. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί και που μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Co Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση κατά πόσο δηλαδή υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό για τον αιτητή να δείξει ότι η υπόθεση του, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία (ήτοι κατά κανόνα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου,
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Τέλος, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση της πιθανότητας δηλαδή οι αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, σύμφωνα με τη νομολογία, η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για να παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο Ενάγων ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδη κ.α.,
(2009)1 ΑΑΔ 317). Το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης αναφορικά με το κατά πόσον πληρείται και η 3η προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς του Ενάγοντα, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει ο Ενάγοντας να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Αφού το Δικαστήριο ελέγξει και καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσής του. Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό της περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ,
(2013)1 ΑΑΔ 222). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, την συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos,
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή,
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.,
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Τονίζεται ότι κατά την εξέταση του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της..» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka
(1999)1 ΑΑΔ 225). ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΣΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην κυρίως αγωγή και δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δια της αγωγής τους οι αιτητές αξιώνουν ακύρωση της πώλησης του ακινήτου, δηλ. αμφισβητούν τη διαδικασία πώλησης στη ρίζα της. Επομένως, η κατάχρηση πίσω από τις πράξεις των αιτητών είναι έκδηλη. Παράλληλα, είναι εμφανές ότι οι αιτητές δεν έχουν καν συζητήσιμη υπόθεση, εφόσον τα όσα παραθέτουν στην αγωγή τους έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας, όπως άλλωστε παραδέχονται οι ίδιοι, επομένως εμποδίζονται και λόγω δεδικασμένου από το να προβάλλουν τους ίδιους ισχυρισμούς. Τα πιο πάνω θα αποτελέσουν προδικαστικές ενστάσεις στην Υπεράσπιση της Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως αγωγή, όπως επίσης και το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής (latches). Αναφορικά με τον ισχυρισμό στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, ότι οι αιτητές έχουν ήδη καταβάλει το ποσό των €3.880.000 περίπου, αυτός ο ισχυρισμός δεν διαφοροποιεί το ότι οι αιτητές οφείλουν και δεν καταβάλλουν το εκ δικαστικών αποφάσεων οφειλόμενο ποσό, κάτι το οποίο και δεν αρνούνται. Ο όμιλος των αιτητών οφείλει σήμερα στην Τράπεζα το συνολικό ποσό των €29.531.055,13 πλέον τόκους από 30.06.
- Από το ποσό αυτό έχει αφαιρεθεί το ποσό των €6.324.639,46 το οποίο κατατέθηκε έναντι του δανεισμού τους, μετά την πώληση του επίδικου ακινήτου, μειώνοντας τις υποχρεώσεις τους, καθώς επίσης και το ποσό των €160.000 που κατέθεσαν τον Ιανουάριο του
- Συνολικά οι αιτητές κατέθεσαν έναντι των οφειλών τους ποσό €3.750.000, το οποίο δεν απέχει πολύ από το ποσό των €3.880.000 το οποίο ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν και το οποίο όμως δεν διαφοροποιεί την ύπαρξη των υποχρεώσεών τους. Ο κ. Χριστοφή επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμ. 7 σχετικές καταστάσεις λογαριασμών με τις οποίες τον εφοδίασαν οι συνάδελφοί του και οι οποίες αποδεικνύουν τα πιο πάνω. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που στόχο έχουν να αμφισβητήσουν τη διαδικασία των εκτιμήσεων και κατ' επέκταση των προθέσεων της Τράπεζας, οι οποίοι διαλαμβάνονται στις παραγράφους 14 - 31 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αυτοί απορρίπτονται κατηγορηματικά ως ανυπόστατοι, αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Η τράπεζα έστειλε, όπως οι ίδιοι οι αιτητές παραδέχονται, την ειδοποίηση τύπου «ΙΒ» και ότι όταν οι αιτητές δεν προσκόμισαν δική τους εκτίμηση, προχώρησε με τη λήψη 2 εκτιμήσεων, τις οποίες επισυνάπτει ο κ. Χριστοφή στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμ.
- Στη συνέχεια, αφότου έλαβαν χώρα όλα τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω, η Τράπεζα αποφάσισε να προχωρήσει με αγορά του ακινήτου από την ίδια, χρησιμοποιώντας τις διενεργηθείσες εκτιμήσεις, εφόσον έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει σύμφωνα με τα όσα προστάζει η ισχύουσα νομοθεσία. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 44ΙΑ, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός περιόδου έξι μηνών
(6)από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, έχει την επιλογή να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων Μέρους VIA ή με εξ' υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 44Δ. Έτσι και έπραξε η Καθ' ης η Αίτηση. Τίποτα μεμπτό δεν διαφαίνεται πίσω από τις πράξεις της Τράπεζας. Καμία νομοθετική διάταξη δεν την αναγκάζει να επαναλάβει τις εκτιμήσεις, ως διατείνεται η ομνύουσα, τουναντίον της δίδει το δικαίωμα να ενεργήσει δυνάμει των εκτιμήσεων που ήδη έλαβε. Απεναντίας, οι αιτητές όλο αυτό το διάστημα δεν προσκόμιζαν εκτιμήσεις, αλλά το πράττουν τώρα, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να καλλιεργήσουν εντυπώσεις. Επομένως όλοι οι ισχυρισμοί των αιτητών σε σχέση με τις εκτιμήσεις και την υποτιθέμενη υποχρέωση της τράπεζας να διενεργήσει νέες εκτιμήσεις είναι ατεκμηρίωτοι και έωλοι και σε καμία περίπτωση δεν στοιχειοθετούν πληρότητα των 2 πρώτων προϋποθέσεων έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων. Είναι δε γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όλοι οι ισχυρισμοί των αιτητών περιστρέφονται γύρω από το θέμα των εκτιμήσεων. Αυτό σε καμία όμως περίπτωση δεν αποδεικνύει ότι πληρούνται οι 2 πρώτες προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δηλαδή ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Η κυρίως αγωγή έχει καταχωρηθεί σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, και όπως φαίνεται από αυτό, ζητά την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης του επίδικου ακινήτου. Με βάση επομένως τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η αγωγή θα βασιστεί στο θέμα των εκτιμήσεων. Όπως ωστόσο αναφέρεται πιο πάνω, η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, καθώς πρώτον είναι έκδηλα καταχρηστική, δεύτερον, υπάρχει κώλυμα λόγω δεδικασμένου και τρίτον, δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Τράπεζας. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών δεν στοιχειοθετούνται. (β) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προχωρώ όμως και με την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Oι αξιώσεις των αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, παράγων ο οποίος οδηγεί πάραυτα σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Εάν και εφόσον διαφανεί με κάποιο τρόπο ότι η πώληση και η διαγραφή του συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού είναι αποτέλεσμα λάθους, τότε η τράπεζα μπορεί να προβεί σε ανάλογη χρηματική αποκατάσταση των αιτητών. Επομένως, η κυρίως αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου, ως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα. Συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί περί ζημίας των αιτητών δεν τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Οι αιτητές έλαβαν ορισμένα ποσά υπό μορφή δανειοδότησης και παρείχαν ως εξασφάλιση την επίδικη Υποθήκη, όπως άλλωστε παραδέχονται. Επομένως, με την παραχώρηση των δικαιωμάτων τους επί του επίδικου ακινήτου προς την τράπεζα, σε αντάλλαγμα της λήψης σημαντικών χρηματικών ποσών, γνώριζαν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις υπήρχε ο κίνδυνος εκποίησης του εν λόγω ακινήτου, τα οποία με την ελεύθερη τους βούληση υποθήκευσαν. Με άλλα λόγια, οι αιτητές δεν μπορεί να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση δίδοντάς της έτσι το δικαίωμα δυνάμει των Συμβάσεων Υποθηκών να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Σχετική είναι η απόφαση στην Αίτηση-Έφεση αρ. 182/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας Vatikano Pizza Ltd ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 17.08.2018 ο κ. Α. Δαβίδ, Π.Ε.Δ. αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο». Δεν υπάρχει αμφιβολία από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι τυχόν ζημία δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, εφόσον είναι μόνο τη διανομή προϊόντος που δύνανται να αμφισβητούν επί της παρούσης οι αιτητές, που είναι εκ των πραγμάτων οικονομικής φύσεως, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη. Οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά, όσο μεγάλη και να είναι αυτή δεν μπορεί έστω και δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Έστω και εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο πως οι αιτητές τυχόν υπέστησαν ή θα υποστούν ζημιά (που η θέση της καθ' ης η Αίτηση είναι ότι καμία ζημιά δεν θα υποστούν) αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα το οποίο η Τράπεζα είναι σε θέση να καταβάλει. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τέθηκαν ισχυρισμοί ότι η Τράπεζα είναι αφερέγγυα και εν πάση περιπτώσει διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στους αιτητές αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστησαν ζημιά. Στην υπόθεση F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank, Αριθμός Αγωγής 1417/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας ειπώθηκαν από τον κ. Αλ. Παναγιώτου Π.Ε.Δ., μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αλλά ούτε και η Τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Με τα πιο πάνω ευθυγραμμίστηκε και η Έντιμη Δικαστής Χ'' Γιάννη Π.Ε.Δ. σε πρόσφατη απόφασή της στην 1885/18 Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Limited ημερ. 02/11/2018, όπου το Δικαστήριο κατέληξε επίσης ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση, καθώς οι αιτητές μπορούσαν να αποζημιωθούν σε χρήμα, παρόλο που οι ισχυρισμοί που προέβαλλαν στην αγωγή τους αφορούσαν υπερχρεώσεις των επίδικων λογαριασμών. Καταλήγω ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση δεν πληρείται. Παρόλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Το Δικαστήριο εξετάζει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και οι Συμβάσεις Υποθηκών, με αποτέλεσμα να πληγούν τα συμφέροντά της δυσανάλογα και επαχθώς, εν αντιθέσει με τους όρους των Συμβάσεων Υποθηκών, Δανείων, αλλά και τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα της δικαιώματα στο συμβάλλεσθαι ελευθέρως και στην ιδιοκτησία, δικαιώματα τα οποία ασκήθηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών κατά την υπογραφή των Συμβάσεων Υποθηκών. Στην υπόθεση F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank, (πιο πάνω) ειπώθηκαν και τα ακόλουθα από τον κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης: «Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγόμενη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματός της να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η ζημιά αυτή θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της αναγόμενης τράπεζας». Ίδια ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Αρ. Αγ.1885/18 Ε.Δ. Λευκωσίας Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Limited, όπου το Δικαστήριο (Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ.) ανέφερε τα εξής με τα οποία και συμφωνώ: «Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Και τούτο γιατί κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων Διαταγμάτων με την αφαίρεση του συμβατικού δικαιώματος τους να προχωρήσουν με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, λαμβανομένης υπόψη της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αυτοί σαφώς θα μπορούν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση». Εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι η Τράπεζα θα αποστερηθεί της δυνατότητας εφαρμογής των συμφωνηθέντων και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο. Επιπρόσθετα, το ιστορικό της υπόθεσης, όπως περιγράφεται πιο πάνω, ξεκάθαρα θα πρέπει να προσανατολίσει το Δικαστήριο υπέρ της Τράπεζας, εφόσον η παρούσα φάση αποτελεί απέλπιδα προσπάθεια ανάκτησης του χρέους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, η αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική, οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεων των ισχυρισμών τους, η διαδικασία πώλησης του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων των διενεργηθεισών εκτιμήσεων έγινε ορθά, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, η αξίωση των αιτητών αποτιμάται σε χρήμα και μπορούν να αποζημιωθούν. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση και τα αιτούμενα με αυτή διατάγματα δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και οι λόγοι ένστασης πετυχαίνουν. Η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ της εναγομένης/ καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων για την προστασία της ιδιοκτησίας ακινήτου τύπου Quia timet. [1]Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο