← Κύπρος

Pivovary Lobkowicz Group A.S. κ.α. ν. Chayton Sava (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2978/2017, 24/4/2019

Pivovary Lobkowicz Group A.S. κ.α. ν. Chayton Sava (Cyprus) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2978/2017, 24/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2978/2017 Μεταξύ: 1. Pivovary Lobkowicz Group A.S. 2. Pivovary Lobkowicz A.S. 3. Pivovar Jihlava A.S. 4. Pivovar Klaster A.S. 5. Pivovar Uhersky Brod A.S. 6. Lapasan S.R.O. Εναγόντων v. 1. Chayton Sava (Cyprus) Ltd 2. Guardstand Ltd 3. Trident Trust Company (Cyprus) Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 26.6.18 για Διαγραφή Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου και Έκθεσης Απαίτησης ή για Αναστολή της Αγωγής λόγω μη καταλληλότητας ή για Αναστολή Εκδίκασης της Αγωγής μέχρι εκδίκασης διαδικασιών στην Τσεχία και Πολωνία ή για Απόρριψη της Αγωγής προς όφελος της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Τσεχίας Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τoυς Εναγόμενους - Αιτητές: κα Κ. Πατσαλίδου για Μαρκίδης, Μαρκίδης & Σια ΔΕΠΕ και για Κωνσταντίνος Παναγιώτου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Θεοδωρίδης για Γιώργος Γιάγκου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται: (
  2. i)Διαγραφή από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την έκθεση απαίτησης όλων των αξιώσεων εναντίον των Εναγομένων λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος. (
  3. ii)Επιπρόσθετα και εφόσον το ως άνω αιτητικό πετύχει, διαγραφή της έκθεσης απαίτησης ως επιπόλαιης και ή ενοχλητικής και ή αχρείαστης και ή σκανδαλώδους. (iii) Διαζευκτικά, αναστολή της Αγωγής λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα να εκδικάσουν αυτή και ή λόγω ύπαρξης εναλλακτικού και ή καταλληλότερου forum. (
  4. iv)Διαζευκτικά, αναστολή της εκδίκασης της Αγωγής μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενώπιον των Δικαστηρίων της Τσεχίας και της Πολωνίας, για αναγνώριση και ή εκτέλεση των Συμβολαιογραφικών Πράξεων αρ. ΝΖ 203/2012 και ΝΖ 204/2012 ημ. 11.10.12 και των Polish Notarian Deeds αρ. 7449/2012, 7453/2012, 7457/2012, 7461/2012 και 7465/2012. (
  5. v)Διαζευκτικά, αναστολή ή απόρριψη της Αγωγής προς όφελος της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Τσεχίας δυνάμει του ΕΚ 1215/2012. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου και περιλαμβάνονται κάτω από τους εξής τίτλους: 1. Ανυπαρξία και ή μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος. 2. Ύπαρξη καταλληλότερου forum εκδίκασης της Αγωγής και ύπαρξη ρητρών διαιτησίας. 3. Ύπαρξη αποκλειστικής δικαιοδοσίας για εκδίκαση των διαφορών προς όφελος των Δικαστηρίων της Τσεχίας. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 2) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, καθότι · με αυτή επιδιώκεται η διαγραφή και κατ΄ επέκταση η απόρριψη της Αγωγής, κάτι το οποίο αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δεν δικαιολογείται στην υπό κρίση περίπτωση · τυχόν έγκριση της συνεπάγεται παραβίαση του δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος · οι Εναγόμενοι επιδιώκουν τον εκτροχιασμό της ορθής εκδίκασης της υπόθεσης και ζητούν από το Δικαστήριο να εκδικάσει την ουσία της Αγωγής στα πλαίσια της Αίτησης, κάτι το οποίο είναι απαράδεκτο και ανεπίτρεπτο. 3) Οι Εναγόμενοι προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, παραποιώντας τα πραγματικά γεγονότα και ή κάνοντας επιλεκτική αναφορά στα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. 4) Η Αγωγή αφορά την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης και την επιδίκαση αποζημιώσεων για ζημιές και έξοδα που οι Ενάγοντες έχουν υποστεί για τη διερεύνηση των παράνομων πράξεων των Εναγομένων οι οποίοι διαμένουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία. 5) Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι η Αγωγή ουδόλως βασίζεται στις ισχυριζόμενες «επίδικες συμφωνίες», με αυτή δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα τους και επομένως η ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται σε αυτές και την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα. 6) Ακόμα και αν ο ΕΚ 1215/12 είχε εφαρμογή, εντούτοις με βάση τα γεγονότα της παρούσας, τα Κυπριακά Δικαστήρια θα λάμβαναν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης της Αγωγής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΧ (εφεξής «ο ΜΧ»), ο οποίος βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προβαίνοντας σε αναλυτική παραπομπή στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και στους εκεί ισχυρισμούς των Εναγόντων ως προς τα γεγονότα και τη φύση των αξιώσεων τους. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Ι. Μη Αποκάλυψη Αγώγιμου Δικαιώματος Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, αιτήσεις που στηρίζονται είτε στη Δ.19 θ.26 (βλ. Δ.48 θ.9(j)), είτε στη Δ.27 θ.3 (βλ. Δ.48 θ.9(ο)), όπως η παρούσα, δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση εκτός αν ζητηθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, θεωρώ ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση, όπως αυτά βέβαια καθορίζονται και προσδιορίζονται σαφώς στην Αίτηση, φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στην έκθεση απαίτησης, και επομένως η Αίτηση δεν πρέπει ούτε είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1. Θεωρώ επίσης πως οι λόγοι ένστασης τίθενται με σαφήνεια, προς συμμόρφωση με τη Δ.48 θ.4, καθιστώντας αβάσιμη και ανεδαφική την εισήγηση της δικηγόρου των Εναγομένων πως αυτοί είναι γενικοί και αόριστοι. Η Δ.19 θ.26 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα διαγραφής μέρους δικογράφου, σε αντιδιαστολή με τη Δ.27 θ.3 η οποία διέπει τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου. Σημειώνεται πως στην παρούσα ζητείται η διαγραφή ολόκληρων των δικογράφων, ήτοι του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, σε διάφορες βάσεις δυνάμει και των δύο αυτών δικονομικών προνοιών. Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.26, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο (θέμα) μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης περιέχεται στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.27, και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, στην οποία αναφέρεται πως ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι και οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 θ.4, βάσει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697, στην οποία η λέξη «ουσιώδες» («material») ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «αναγκαίο για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής» («necessary for the purpose of formulating a complete cause of action»). Τα οποία, ας σημειωθεί ότι επαναλήφθηκαν αργότερα στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif
(2012)1(A) A.A.Δ. 28. Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ενοχλητικό («embarrassing») είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations."» Η εξουσία του Δικαστηρίου για τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου δυνάμει της Δ.27 θ.3 ασκείται με φειδώ μόνο σε απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου το δικόγραφο στερείται αναμφίβολα νομικού ή πραγματικού ερείσματος και όπου αυτό είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο και δεν έχει βάση συζήτησης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Cyber Group v. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852, Βιομηχανία Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1(Β) A.A.Δ. 990 και Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση In Re Pelmaco Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 λέχθηκε ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται, αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ΄ αυτό, αναντίλεκτα ανυπόστατο. Στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, λέχθηκαν τα εξής: «Κρίνουμε πως στην προκείμενη περίπτωση το δικόγραφο του εφεσείοντα-ενάγοντα δεν ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο σε σχέση με τους εφεσίβλητους. Αντίθετα, κατά την εκτίμησή μας, το δικόγραφο απεκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον των εφεσιβλήτων-εναγομένων 2 και ως εκ τούτου δεν θα έπρεπε να είχε διαταχθεί η διαγραφή του. Τα αγώγιμα δικαιώματα που η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει εναντίον των εφεσιβλήτων είναι εκείνα της αμέλειας και της παράβασης θεσμίων καθηκόντων των εφεσιβλήτων, υπό τις δύο προαναφερόμενες ιδιότητες που αναγράφονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης. . Εκτιμούμε ότι, στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε ουσιαστικά την ουσία της επίδικης διαφοράς και δεν περιορίστηκε μόνο στο κατά πόσο η έκθεση απαίτησης αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσιβλήτων-εναγομένων 2, όπως θα έπρεπε.» Στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για διαγραφή δικογράφου το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιοδήποτε εύρημα επί αμφισβητούμενων γεγονότων, ούτε και σε εξέταση της ουσίας της Αγωγής. Σχετική είναι η υπόθεση Ο.Μ. Investments & Finance Ltd v. Lapwing Ltd κ.ά., Πολ. Εφ. 195 και 196/12, ημ. 17.10.18, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφων συνιστά, από τη φύση του και λόγω των επιπτώσεων που ενέχει εξαιρετικό μέτρο. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, απόφαση προς διαγραφή δικαιολογείται μόνο όταν χωρίς καμία αμφισβήτηση το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Στην πορεία εξέτασης αιτήματος για διαγραφή το υπό κρίση δικόγραφο αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του και ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246). . Όπως έχουμε προαναφέρει, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο εάν αυτό κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. ΄Αλλως, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση δικαιώματος του διαδίκου προς αναζήτηση θεραπείας από δικαστήριο στο οποίο δικαιούται να προσφύγει, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το ΄Αρθρο 30.1 του Συντάγματος. ... Κατ΄ ακολουθίαν δεν ήταν επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης και υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα, να καταλήξει σε εύρημα επί αμφισβητούμενων γεγονότων και, κατά προέκταση, να οδηγηθεί στη διαγραφή του Υπομνήματος στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, παραγνωρίζοντας το σκοπό του διαβήματος της διαγραφής δικογράφων και τα κριτήρια που το καλύπτουν.» Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 575, και στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 142, αν η έκθεση απαίτησης ή οι λεπτομέρειες αποκαλύπτουν κάποια βάση αγωγής ή κάποιο ερώτημα που μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή απίθανο να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή. Σχετική είναι η υπόθεση Moore v. Lawson 31 L.T.R. 418. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s, Precedents of Pleadings (ανωτέρω) αναφέρεται επίσης ότι «λογικό αγώγιμο δικαίωμα» σημαίνει αγώγιμο δικαίωμα με κάποια πιθανότητα επιτυχίας μόνο όταν λαμβάνονται υπόψιν οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association
(1970)1 W.L.R. 688. Βασικός ισχυρισμός των Εναγομένων είναι πως στην παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες βασίζονται σε συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν μεταξύ των Εναγόντων 1-5 και των Εναγομένων 1 και τις οποίες οι Ενάγοντες δεν αναγνωρίζουν ως έγκυρες και δεσμευτικές εφόσον αποτελούν κατ΄ ισχυρισμόν προϊόν δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας των Εναγομένων, ενώ οι εν λόγω Ενάγοντες παραδέχονται την υπογραφή των συμφωνιών από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους τους, προβαίνουν σε αόριστη και αυθαίρετη αναφορά ως προς τη δόλια σύναψη των συμφωνιών, προβάλλουν λόγους οι οποίοι δεν αποτελούν προϋπόθεση για την εγκυρότητα αυτών και δεν εγείρουν θετικούς ισχυρισμούς οι οποίοι να αποκρυσταλλώνουν αγώγιμο δικαίωμα. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να τονιστεί πως οι αιτούμενες θεραπείες στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής αφορούν σε: (
  1. i)διατάγματα αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) (
  2. ii)ειδικές αποζημιώσεις για τα έξοδα τα οποία οι Ενάγοντες υπέστησαν σε σχέση με τη διερεύνηση και εξακρίβωση των παράνομων και ή δόλιων πράξεων των Εναγομένων (iii) τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν συνεπεία των ως άνω πράξεων των Εναγομένων (
  3. iv)γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια κερδών και ή απώλεια δυνατότητας για τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων συνεπεία των ως άνω πράξεων των Εναγομένων. Μια ανάγνωση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης καταδεικνύει πως οι Ενάγοντες αποδίδουν δόλιες ενέργειες στον ZR, προέδρο των διοικητικών συμβουλίων των Εναγόντων 1-5, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων, στη σύναψη δύο συμφωνιών εγγυήσεων (Συμβολαιογραφικών Πράξεων) προς όφελος της Τσέχικης εταιρείας Renergy s.r.o. (εφεξής «η Renergy»), η μια μεταξύ των Εναγόντων 1 και των Εναγομένων 1, και η άλλη μεταξύ των Εναγόντων 2-5 και των Εναγομένων 1. Πρόκειται για τις συμφωνίες ΝΖ 203/2012 και ΝΖ 204/2012 ημ. 11.10.12, δυνάμει των οποίων οι Εναγόμενοι 1 απαιτούν χρήματα από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες αναφέρονται και σε άλλες 15 Συμβολαιογραφικές Πράξεις, οι οποίες συνήφθησαν δυνάμει του Πολωνικού δικαίου, μεταξύ των Εναγόντων 1-5 και των Εναγομένων 1 ως μέρος του ως άνω δόλου και απάτης. Οι Ενάγοντες αποδίδουν επίσης απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις και συνωμοσία στους Εναγόμενους 1-3 ως προς τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών και την απαίτηση χρημάτων από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων συνοψίζονται στα ακόλουθα: (α) Δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά ούτε και έγγραφα για τις ισχυριζόμενες απαιτήσεις χρημάτων στα αρχεία και στις οικονομικές καταστάσεις των Εναγόντων. (β) Η παραχώρηση των ισχυριζόμενων εγγυήσεων από τους Ενάγοντες1-5 ήταν αδικαιολόγητη αφού αυτές φέρονται να δόθηκαν για χρέη μιας τρίτης εταιρείας (Renergy) άγνωστη προς αυτούς, η οποία ήταν αναξιόχρεη, σε κακή οικονομική κατάσταση και χωρίς αυτή η εταιρεία να έχει οποιαδήποτε εμπορική ή άλλη σχέση με τους Ενάγοντες. Οι συμφωνίες εγγύησης περιείχαν δυσμενείς όρους για τους Ενάγοντες και ήταν αντίθετες προς τα καλά νοούμενα συμφέροντα αυτών. (γ) Οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν από τον ZR προς τους Εναγόμενους 1 δεν έχουν αποκαλυφθεί ποτέ στα διοικητικά συμβούλια και στα εποπτικά συμβούλια (Supervisory Boards) των Εναγόντων 1-5 και κανένα από τα μέλη αυτών των συμβουλίων δεν γνώριζε για την ύπαρξη τους. (δ) Ενώ στα πρακτικά-ψηφίσματα με τα οποία κατ΄ ισχυρισμό εγκρίθηκαν οι ενεχυριάσεις των μετοχών των Εναγόντων 2-5 και οι εγγυήσεις των Εναγόντων 1, οι οποίες οδήγησαν στις συμφωνίες ΝΖ1 και ΝΖ2, φαίνονται οι υπογραφές του ZR και OB, ο κ. B αρνήθηκε ότι υπέγραψε τα εν λόγω πρακτικά και ότι έλαβε μέρος ή συμμετοχή στις συνεδριάσεις των διοικητικών συμβουλίων των Εναγόντων 1-5, στις οποίες κατ΄ ισχυρισμό είχαν εγκριθεί οι πάνω συναλλαγές. (ε) Τα υποτιθέμενα πρακτικά-ψηφίσματα υπογράφηκαν μόνο από τον ZR ο οποίος είχε προσωπικό συμφέρον στην επιτυχία της συναλλαγής λόγω της σχέσης του με την εταιρεία Renergy, όμως με βάση το Τσεχικό Δίκαιο τα αναφερόμενα πρακτικά-ψηφίσματα των Εναγόντων 1-5 θα έπρεπε να είχαν υπογραφεί από όλους τους μετόχους τους. (στ) Δεν υπάρχει έγκριση από γενικές συνελεύσεις των Εναγόντων 1 για την παραχώρηση των ισχυριζόμενων εγγυήσεων και ως εκ τούτου αυτές θεωρούνται άκυρες με βάση το Τσεχικό Δίκαιο. (ζ) Οι Εναγόμενοι 1 γνώριζαν ότι ο ZR, ο οποίος είχε υπογράψει τις ισχυριζόμενες εγγυήσεις εκ μέρους τους, είχε ενεργήσει προς όφελος της εταιρείας Renergy, η οποία του ανήκε ή ελεγχόταν από αυτόν μέσω τις οικογένειας του. (η) Στις συμφωνίες ΝΖ1 και ΝΖ2, υπάρχει ρητή πρόνοια με την οποία εξαιρείται η αναγκαιότητα λήψης εγκρίσεων από τις γενικές συνελεύσεις των Εναγόντων 1-5 και οι Εναγόμενοι 1 γνώριζαν εξ αρχής ότι είναι απαραίτητες με βάση το Τσεχικό Δίκαιο και ότι ήταν αδύνατο να ληφθούν τέτοιες εγκρίσεις των γενικών συνελεύσεων. (θ) Τα υποτιθέμενα πρακτικά-ψηφίσματα 1.10.12 των Εναγόντων 1-5 τα οποία στάληκαν στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους 1, ήταν απλά αντίγραφα και ουδέποτε τους δόθηκαν τα πρωτότυπα αυτών. (ι) Κατά το 2015, οι Ενάγοντες 1 είχαν εισαχθεί στο χρηματιστήριο της Πράγας (το Prime Market) και για να συμπεριληφθεί στον κατάλογο των εταιρειών των οποίων οι μετοχές ήταν διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο της Πράγας, ήταν απαραίτητο να δοθούν στο Χρηματιστήριο της Πράγας όλες οι σχετικές πληροφορίες που ενδέχεται να επηρεάσουν την αξία των μετοχών. Οι ισχυριζόμενες συναλλαγές και ή πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές των Εναγομένων 1 και ή της Renergy με τους Ενάγοντες δεν είχαν αποκαλυφθεί και ούτε είχαν εντοπιστεί στα αρχεία των Εναγόντων, με αποτέλεσμα η αξία των μετοχών να ήταν παραπλανητική και ή όχι η πραγματική τους αξία και οι Ενάγοντες 6 οι οποίοι αγόρασαν τους Ενάγοντες 1 το 2015, και ως εκ τούτου είναι πλέον οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες των Εναγόντων 1, να κατέβαλαν προς τούτο υπερβολική τιμή. Περαιτέρω, στην παρ. 49 της έκθεσης απαίτησης όπου γίνεται αναφορά σε απάτη, δόλο, συνομωσία κ.λπ. των Εναγομένων 1-3, παρέχονται λεπτομέρειες. Ειδικότερα, σε αυτές αναφέρεται πως οι Εναγόμενοι 1 ενήργησαν με τη βοήθεια και ή τη συνδρομή των Εναγομένων 2 και 3, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και γραμματέας αντίστοιχα, έχουν λάβει μέρος στις ως άνω δόλιες και παράνομες πράξεις, εν γνώσει τους για όλα τα πιο πάνω, και προωθούν προς εκτέλεση τις συμφωνίες οι οποίες είναι παράνομες και αντίθετες με το Τσεχικό δίκαιο και τους κανόνες καλής πίστης. Στις λεπτομέρειες αναφέρεται ακόμα πως οι Εναγόμενοι 1 γνώριζαν για την αδυναμία της Renergy να εκπληρώσει τη συμφωνία, για την οποία δόθηκαν οι συμφωνίες εγγύησης και για τη μη παροχή οποιουδήποτε ανταλλάγματος προς τους Ενάγοντες 1 στη σύναψη αυτών, καθώς επίσης και πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 λόγω της ιδιότητας τους συμμετείχαν ή εμπλέκονταν κατά τρόπο που διευκόλυνε τη διεξαγωγή της αδικοπραξίας και ή των ως άνω παράνομων και δόλιων πράξεων. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως με την παρούσα Αγωγή αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο απορρέει από τις ισχυριζόμενες ενέργειες δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας εκ μέρους των Εναγομένων 1-3 στη σύναψη των συμφωνιών εγγύησης και των υπόλοιπων συμφωνιών εις βάρος και προκαλώντας ζημιά στους Ενάγοντες. Παρόλο που στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά στο ότι ο R είχε το δικαίωμα να ενεργεί από μόνος για λογαριασμό των Εναγόντων 1-5, εντούτοις αυτό δεν εμποδίζει ούτε αναιρεί τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί δόλιας δράσης εκ μέρους του στη σύναψη των συμφωνιών εις βάρος των συμφερόντων και προς καταδολίευση των Εναγόντων. Εξ ου και οι Ενάγοντες ζητούν διατάγματα αποκάλυψης σε σχέση με το όλο πλαίσιο των συμφωνιών και αποζημιώσεις όπως αναφέρεται ανωτέρω. Βασικά πρόκειται για Αγωγή η οποία στρέφεται εναντίον νομικών και φυσικών προσώπων δυνάμει ισχυριζόμενης αδικοπραξίας δόλου, απάτης και συνωμοσίας, για την οποία ζητούνται πληροφορίες μέσω διαταγμάτων αποκάλυψης, ούτως ώστε οι Ενάγοντες να δύνανται να καταχωρίσουν τις ανάλογες δικαστικές διαδικασίες προς διασφάλιση των συμφερόντων τους, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για τις ζημιές και τα έξοδα που οι Ενάγοντες έχουν κατ΄ ισχυρισμό υποστεί συνεπεία των πράξεων των Εναγομένων. Θεωρώ ορθή τη θέση του ΜΧ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πως οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε αποσπασματική παραπομπή στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης προς υποστήριξη των θέσεων τους, και πως κάποιες εξ αυτών ισοδυναμούν με αξιολόγηση των δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγόντων, κάτι το οποίο δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας Αίτησης. Ένα παράδειγμα είναι η θέση πως με την αναφορά μη παρουσίασης των συμφωνιών στα αρχεία και στις οικονομικές καταστάσεις των Εναγόντων 1-5 «επιχειρείται μέσω της δικογράφησης να συνδεθεί αυθαίρετα, η πλημμελής τήρηση των αρχείων των Εναγόντων με την εγκυρότητα των Συμβολαιογραφικών Πράξεων και να συναχθεί συμπέρασμα διάπραξης δόλου από τους Εναγόμενους, χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία και/ή ενδείξεις και/ή σαφείς δικογραφημένες αναφορές προς την κατεύθυνση αυτή». Άλλο τέτοιο παράδειγμα είναι η θέση πως αναφορικά με τους ισχυρισμούς ότι οι συμφωνίες περιείχαν δυσμενείς δεσμεύσεις και δεν υπήρχαν επιχειρηματικοί εμπορικοί λόγοι για τη σύναψη τους από τους Ενάγοντες, «κατά πόσο μια συμφωνία είναι συμφέρουσα ή όχι για τον συμβαλλόμενο, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εγκυρότητα της.». Η θέση των Εναγομένων πως στην έκθεση απαίτησης το αλλοδαπό δίκαιο δεν δικογραφείται επαρκώς δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπου οι Ενάγοντες βασίζονται στο αλλοδαπό δίκαιο προς υποστήριξη οποιουδήποτε ισχυρισμού τους, κάνουν ρητή αναφορά σε αυτό σε συνάρτηση με τον αντίστοιχο ισχυρισμό. Θεωρώ πως η επίκληση της εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου είναι επαρκής για σκοπούς δικογράφησης, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, η οποία αναφορά θα γίνει στα πλαίσια της μαρτυρίας όπου θα πρέπει να αποδειχθεί και αν αυτό δεν συμβεί θα τεθεί τότε ζήτημα συνεπειών. Είναι καλώς γνωστή η νομική αρχή πως «το αλλοδαπό Δίκαιο είναι θέμα γεγονότων και σαν τέτοιο θα πρέπει να αναφερθεί και περιληφθεί στις έγγραφες προτάσεις. Οποιεσδήποτε αρχές δικαίου ή αλλοδαπών νόμων που υπάρχει ισχυρισμός ότι εφαρμόζονται, θα πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα και το μέρος που τις επικαλείται θα πρέπει να τις αποδείξει με προσαγωγή μαρτυρίας.», όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Williams and Glyn's Bank plc κ.ά. v. Του Πλοίου "Maria"
(1992)1(Α). Α.Α.Δ. 309. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. Θεωρώ επίσης πως οι Ενάγοντες προβάλλουν ισχυρισμούς περί δόλου και συνωμοσίας, με αναφορά σε συγκεκριμένες ενέργειες στην έκθεση απαίτησης τις οποίες επαναλαμβάνουν και στις λεπτομέρειες στην παρ. 49 της έκθεσης απαίτησης όπου επεξηγείται και ο ρόλος του καθενός των Εναγομένων 1-3 ξεχωριστά, όπως απαιτείται από τη Δ.19 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι η υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης πως η έκθεση απαίτησης περιέχει αξιώσεις για ειδικές ζημιές συγκεκριμένων ποσών, στη βάση των εξόδων που οι Ενάγοντες κατ΄ ισχυρισμό έχουν υποστεί για τη διερεύνηση των πράξεων των Εναγομένων. Η θέση των Εναγομένων πως αυτές οι ζημιές προκλήθηκαν με πρωτοβουλία των Εναγόντων και πως ελλείπει οποιαδήποτε σύνδεση αυτών των ζημιών με τις ενέργειες των Εναγομένων αφορά καθαρά σε αξιολόγηση των ισχυρισμών των Εναγόντων. Είναι γεγονός πως σε μια εκ των αξιώσεων τους οι Ενάγοντες ζητούν γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις καθώς επίσης και αποζημιώσεις για απώλεια κερδών, ενώ δεν εξειδικεύεται ποσό ειδικών ζημιών. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Υπενθυμίζεται πως η Αίτηση αφορά μόνο τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου, και εν πάση περιπτώσει αυτό το θέμα αφορά στην απόδειξη οποιουδήποτε σκέλους των ζημιών και νοουμένου πως η θέση και απαίτηση των Εναγόντων γίνει δεκτή. Με άλλα λόγια το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει και δικαιούνται την επιδίκαση οποιουδήποτε σκέλους και είδους αποζημιώσεων είναι αντικείμενο προς εξέταση στα πλαίσια της δίκης και όχι της παρούσας Αίτησης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ισχύει και για τη θέση των Εναγομένων πως η αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν δύναται να αποδοθεί με βάση την ισχύουσα νομολογία. Θεωρώ επίσης άστοχη την παραπομπή από τους Εναγόμενους στον ισχυρισμό περί αδυναμίας προσδιορισμού της ζημιάς που έχει προκληθεί στο όνομα των Εναγόντων. Στην συγκεκριμένη παρ. 50 αναφέρεται η πρόκληση ζημιάς από τις δόλιες ενέργειες των Εναγομένων, η αδυναμία υπολογισμού της στο παρόν στάδιο και η επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους για τη διεκδίκηση τους, όταν αυτή υπολογιστεί, σε μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως, οι Ενάγοντες δεν διεκδικούν τέτοια ζημιά. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται την αναστολή εκτέλεσης των Συμβολαιογραφικών Πράξεων από τα αλλοδαπά Δικαστήρια ως λόγο ανυπαρξίας ζημιάς και ή του πρόωρου της καταχώρισης της παρούσας. Κατ΄ αρχάς στην έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες αναφέρονται σε δικαστικές διαδικασίες στην Τσεχία στα πλαίσια των οποίων έχουν εξασφαλίσει αναστολή εκτέλεσης των συμφωνιών, πλην όμως προβάλλουν ισχυρισμό πως αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 να χρησιμοποιήσουν άλλα ένδικα μέσα προς τον σκοπό εκτέλεσης και επιβολής των ισχυριζόμενων απαιτήσεων τους. Άλλωστε, όπως ορθώς επισημαίνουν οι Ενάγοντες, η Αγωγή αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης και ζημιές που απορρέουν από τις ενέργειες των Εναγομένων και όχι στις ίδιες τις συμφωνίες και ή στην εγκυρότητα αυτών, εξ ου και δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αξίωση όσον αφορά τις ίδιες τις συμφωνίες. Ούτε και η θέση των Εναγομένων πως δεν δικογραφείται και εξειδικεύεται η συμμετοχή των Εναγομένων 2 και 3 κρίνεται βάσιμη. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, στους Εναγόμενους 2 και 3 αποδίδεται γνώση, συμμετοχή και εμπλοκή σε δόλο, απάτη και συνωμοσία, η οποία κατ΄ ισχυρισμόν προκύπτει λόγω της ιδιότητας και σχέσης τους με τους Εναγόμενους
  2. Σαφώς όμως τους αποδίδεται προσωπική ευθύνη, εξ ου και είναι ξεχωριστά Εναγόμενοι στην παρούσα. Η αναφορά των Εναγομένων πως οι Ενάγοντες συμπεραίνουν τη συμμετοχή των Εναγομένων 2 και 3 καθότι στις δικογραφημένες θέσεις όλες οι ενέργειες αποδίδονται στους Εναγομένους 1, δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Στο παρόν στάδιο και για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με την ισχύ της υπόθεσης των Εναγόντων αλλά με το κατά πόσο αυτή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων. Η θέση των Εναγομένων πως στο δικόγραφο περιέχονται παραδοχές οι οποίες «κλείνουν τον δρόμο . για περαιτέρω συνέχιση της Αγωγής» δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως η Δ.24 θ.6, στην οποία βασίζονται οι Εναγόμενοι, αφορά σε παραδοχές από υπερασπιζόμενο σε οποιαδήποτε διαδικασία, απαίτηση ή ανταπαίτηση, και όχι σε ενάγοντα. Εξ ου και η εν λόγω Διαταγή αναφέρεται σε αίτηση οποιουδήποτε των διαδίκων για σκοπούς παραδοχής γεγονότων. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο σύγγραμμα Οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας), Σ. Αθ. Λιασίδη, Τόμος 2, σελ. 782-787, και στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική O.32 r.6, σελ. 735-
  3. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως και εδώ οι Εναγόμενοι πάλι απομονώνουν δύο προτάσεις από την έκθεση απαίτησης, στις οποίες καταγράφεται πως «φαινόταν» η προσπάθεια των Εναγομένων 1 να αφαιρεθούν περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων 1 (παρ. 16) και «υπάρχει σοβαρή υποψία» πως οι Εναγόμενοι 1 γνώριζαν την όλη κατάσταση και συνήψαν τις συμφωνίες» (παρ. 39). Ακόμα και αν θεωρούσα πως η Δ.24 θ.6 τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, σαφώς οι εν λόγω ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης ουδόλως αποτελούν παραδοχές επί γεγονότων. Πρόκειται μόνο για ισχυρισμούς οι οποίοι τίθενται προς αξιολόγηση και όχι για τέτοιες παραδοχές οι οποίες δεν επιδέχονται οποιοδήποτε περιθώριο αμφισβήτησης. Σχετικά παραπέμπω στο The Annual Practice 1958, σελ.
  4. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η έκθεση απαίτησης και το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 1-3 και δεν δικαιολογείται η διαγραφή τους. Σαφώς η έκθεση απαίτησης περιέχει ισχυρισμούς ως προς τις ενέργειες των Εναγομένων και τη συμμετοχή του καθενός, τη φύση αυτών και πώς συνιστούν δόλο, την πρόκληση ζημιάς από τις ενέργειες των Εναγομένων και τις αξιώσεις τους βασιζόμενες σε αυτές τις ενέργειες. Οι εισηγήσεις των Εναγομένων δεν βρίσκουν έρεισμα στις δικονομικές πρόνοιες και στη νομολογία καθώς επίσης και στο ίδιο το περιεχόμενο των δικογράφων, όπως αναλύεται ανωτέρω. Αντίθετα αυτοί απομονώνουν αδόκιμα κάποιους ισχυρισμούς για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους και προβάλλουν θέσεις που άπτονται της αξιολόγησης και δύναμης της υπόθεσης. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, και θεωρώ πως η παρούσα δεν είναι μια από αυτές. Ως εκ τούτου, το αιτητικό όσον αφορά τη διαγραφή δεν κρίνεται βάσιμο και δεν δύναται να εγκριθεί. ΙΙ. Ύπαρξη Καταλληλότερου Forum Εκδίκασης της Επίδικης Διαφοράς Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της καταλληλότερης δικαιοδοσίας έχουν καθιερωθεί στην Αγγλική υπόθεση The Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)3 All E.R. 843, και υιοθετηθεί στην Κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Far Eastern Shipping Company Plc v. BN Marine Company Ltd, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 5/13, ημ. 15.11.16, μετά την παράθεση των αρχών που τέθηκαν στην προαναφερόμενη Αγγλική υπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης της νομολογίας, το βάρος απόδειξης ύπαρξης άλλου πιο κατάλληλου φόρουμ για εκδίκαση μιας αγωγής, βρίσκεται στους ώμους του εναγομένου. Η, εκ πρώτης όψεως, ξεκάθαρη ύπαρξη καταλληλότερου φόρουμ, για εκδίκαση της αγωγής, απαιτείται ν' αποδειχθεί. Σ' αντίθετη περίπτωση το αίτημα για αναστολή δεν ικανοποιείται. Περαιτέρω, ως καταφαίνεται από την πιο πάνω καθοδηγητική νομολογία, η τεκμηρίωση, από πλευράς εναγομένου, εκ πρώτης όψεως, ύπαρξης άλλου κατάλληλου φόρουμ, μεταθέτει το βάρος στον ενάγοντα να καταδείξει ειδικές περιστάσεις που η δικαιοσύνη επιβάλλει όπως η δίκη διεξαχθεί σ' άλλη χώρα.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Lexington Shipping Company Ltd v. Remontowa Gdansk Shiprepair Yard
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1317. Οι Εναγόμενοι στηρίζονται σε διάφορα γεγονότα όσον αφορά τη διαμονή και έδρα των Εναγόντων και των προσώπων που εμπλέκονται στα επίδικα γεγονότα καθώς επίσης και τις συνθήκες και τον τόπο σύναψης των συμφωνιών. Όπως ορθώς ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, η Αγωγή δεν βασίζεται στις εν λόγω συμφωνίες καθ΄ εαυτές αλλά στις ενέργειες των Εναγομένων οι οποίοι έχουν την έδρα τους στην Κύπρο. Εξ ου και οι αιτούμενες θεραπείες, ήτοι οι αξιώσεις για διατάγματα αποκάλυψης και αποζημιώσεις, αφορούν μόνο αυτούς και δεν άπτονται της εγκυρότητας των εν λόγω συμφωνιών. Τούτου λεχθέντος, ούτε και η συμπερίληψη στις συμφωνίες ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας στο εξωτερικό, δικαιολογεί την απόφαση πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα. Το αντικείμενο της Αγωγής είναι δόλος, απάτη και συνωμοσία των Εναγομένων και όχι η εγκυρότητα και ή οποιαδήποτε διαφορά που αφορά τις συμφωνίες καθ΄ εαυτές. ΙΙΙ. Αποκλειστική Δικαιοδοσία Δικαστηρίων Τσεχίας - ΕΚ 1215/12 Οι Εναγόμενοι στηρίζονται στο άρθρο 24
(2)του ΕΚ 1215/12 ως προς το ότι τα Δικαστήρια της Τσεχίας έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Αυτό έχει ως εξής: «Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: . 2) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος της σύστασης, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή το κύρος των αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους.» Θεωρώ πως η υπό κρίση διαφορά δεν εμπίπτει εντός των προνοιών του εν λόγω άρθρου καθότι δεν αφορά στο κύρος των αποφάσεων των Εναγόντων αλλά σε δόλο και συνωμοσία εις βάρος των Εναγόντων και πρόκληση ζημιάς σε αυτούς. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Berliner Verkehrsbetriebe (BVG) v. JP Morgan Chase Bank NA, Frankfurt Branch, C-144/10, ημ. 12.5.11, όσον αφορά την αντίστοιχη πρόνοια, άρθρο 22
(2), του προγενέστερου ΕΚ 44/01, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «30 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η δωσιδικία την οποία προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 44/2001, δηλαδή αυτή των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, αποτελεί τον κανόνα. Κατά παρέκκλιση μόνον από τον κανόνα αυτό, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας σε περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις στις οποίες ο εναγόμενος μπορεί ή πρέπει, αναλόγως της περιπτώσεως, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-103/05, Reisch Montage, Συλλογή 2006, σ. I-6827, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Έτσι, το Δικαστήριο προέκρινε τη συσταλτική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 22 του κανονισμού 44/2001 (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2008, C-372/07, Hassett και Doherty, Συλλογή 2008, σ. I-7403, σκέψεις 18 και 19). . 34 Συγκεκριμένα, εάν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 όλες οι ένδικες διαφορές σχετικά με απόφαση οργάνου εταιρίας, τούτο θα συνεπαγόταν στην πράξη ότι οι αγωγές κατά εταιρίας, ανεξαρτήτως αν στηρίζονται σε σύμβαση, αδικοπραξία ή άλλη αιτία, θα ενέπιπταν σχεδόν πάντοτε στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας της εταιρίας αυτής (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Hassett και Doherty, σκέψη 23). Συγκεκριμένα, θα αρκούσε για μια εταιρία να επικαλεσθεί καταρχάς ότι οι αποφάσεις των οργάνων της, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη σύναψη συμβάσεως ή αποτέλεσαν τον γενεσιουργό λόγο ζημιογόνου κατά την εταιρία γεγονότος, δεν ελήφθησαν, κατά την εταιρία, εγκύρως, ώστε να καταστήσει, μονομερώς, αποκλειστική τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου της έδρας της. . 37 Έτσι, βάσει του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, διεθνή δικαιοδοσία να επιλαμβάνονται διαφορών σχετικών με το κύρος αποφάσεως των οργάνων εταιρίας έχουν τα δικαστήρια της έδρας της εταιρίας αυτής. Πράγματι, τα δικαστήρια αυτά είναι τα πλέον κατάλληλα για να επιληφθούν διαφορών των οποίων αποκλειστικό, ή ενδεχομένως κύριο, αντικείμενο είναι το ζήτημα αυτό. 38 Πάντως, στο πλαίσιο διαφοράς εκ συμβάσεως, ζητήματα σχετικά με το κύρος και την ερμηνεία της συμβάσεως ή με το αν αυτή μπορεί να αντιταχθεί στον αντίδικο βρίσκονται στο επίκεντρο της διαφοράς και αποτελούν το αντικείμενό της. Οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με το κύρος της αποφάσεως περί συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, η οποία ελήφθη προγενέστερα από τα συλλογικά όργανα ενός εκ των συμβαλλομένων, πρέπει να θεωρηθεί παρεπόμενο. Μπορεί, βεβαίως, να αποτελέσει μέρος της σχετικής αναλύσεως, αλλά δεν είναι ούτε το μόνο ούτε και το κύριο αντικείμενό της. 39 Επομένως, το αντικείμενο τέτοιας διαφοράς εκ συμβάσεως δεν συνδέεται κατ' ανάγκη ιδιαίτερα στενά με το δικαστήριο του τόπου της έδρας του συμβαλλομένου που επικαλείται ότι δεν ελήφθη εγκύρως απόφαση των οργάνων του. Επομένως, η υπαγωγή τέτοιων διαφορών στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας μίας εκ των συμβαλλομένων εταιριών αντιβαίνει στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. 40 Επιπλέον, τυχόν διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 θα αντέβαινε και στον ειδικό σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται απλώς στη συγκέντρωση της διεθνούς δικαιοδοσίας στην περίπτωση διαφορών με αντικείμενο την ύπαρξη των εταιριών ή το κύρος των αποφάσεων των οργάνων τους, προκειμένου να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών μεταξύ τους αποφάσεων (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Hassett και Doherty, σκέψη 20). Συγκεκριμένα, ο σκοπός αυτός αφορά μόνον τις περιπτώσεις διαφορών με το ως άνω αντικείμενο και, επομένως, η διάταξη αυτή δεν σκοπεί στη συγκέντρωση της διεθνούς δικαιοδοσίας όσον αφορά όλες τις περιπτώσεις διαφορών με αντικείμενο σύμβαση της οποίας μέρος είναι νομικό πρόσωπο που προβάλλει ως μέσο άμυνας την έλλειψη κύρους των αποφάσεων των οργάνων του. 41 Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με το κύρος αποφάσεως περί της συνάψεως συμβάσεως, η οποία ελήφθη από τα εταιρικά όργανα ενός εκ των συμβαλλομένων πρέπει να θεωρείται παρεπόμενο στο πλαίσιο διαφοράς εκ συμβάσεως. Επί τέτοιας διαφοράς δεν είναι, καταρχήν, δυνατό να ανακύψουν αντιφατικές αποφάσεις που εξέδωσαν δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών, διότι τυχόν ασκηθείσες εκ παραλλήλου αγωγές ή ανταγωγές στηριζόμενες στην ίδια σύμβαση αποτελούν, καταρχήν, περίπτωση εκκρεμοδικίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, οι δε αποφάσεις τις οποίες εκδίδει το έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 33, παράγραφος 1, και 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/
  1. 42 Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι τυχόν διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, βάσει της οποίας η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή επί οποιασδήποτε διαφοράς στην οποία εγείρεται ζήτημα σχετικά με το κύρος αποφάσεως των οργάνων εταιρίας, θα διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής πέραν του μέτρου που επιτάσσουν οι σκοποί των οποίων η επίτευξη επιδιώκεται με την εν λόγω διάταξη.» IV. Εκκρεμοδικία Συναφών Δικαστικών Διαδικασιών στο Εξωτερικό Σύμφωνα με το άρθρο 30 του ΕΚ 1215/12: «
  2. Όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός του πρώτου επιληφθέντος μπορεί να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία. .
  3. Είναι συναφείς, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση The owners of the cargo lately laden on board the ship «Tatry» v. The owners of the «Maciej Rataj», C-406/92, ημ. 6.12.94, αναφορικά με το αντίστοιχο άρθρο 22 της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 (όπως έχει τροποποιηθεί), «σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η αποφυγή της εκδόσεως αλληλοσυγκρουόμενων δικαστικών αποφάσεων και να εξασφαλιστεί έτσι η εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης εντός της Κοινότητας». Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως κάποιες δικαστικές διαδικασίες στις οποίες γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης έχουν αποπερατωθεί και δεν εκκρεμούν. Η διαδικασία στην οποία γίνεται αναφορά στην παρ. 29 αφορά απόφαση εναντίον της εκτέλεσης της Συμβολαιογραφικής Πράξης ΝΖ1 η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Η διαδικασία στην οποία γίνεται αναφορά στην παρ. 30 αφορά σε πρόταση για επιβολή μέτρων εκτέλεσης για ποσό €20.000.000 πλέον τόκο και απόφαση του Εκτελεστή η οποία ισχύει από τις 12.9.17 για μη εκτέλεση της Συμβολαιογραφικής Πράξης ΝΖ
  4. Επομένως, δεν φαίνεται να υπάρχει εκκρεμής διαδικασία ενώπιον των Τσέχικων Δικαστηρίων. Στην παρ. 47 γίνεται αναφορά σε δικαστικές διαδικασίες από τους Εναγόμενους 1 εναντίον των Εναγόντων 1-5 στην Πολωνία για έκδοση μέτρων εκτέλεσης για το συνολικό ποσό των €20.000.000 και έκδοση εκτελεστού τίτλου βάσει του ΕΚ 805/
  5. Στην παρ. 48 αναφέρεται πως οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν αυτά τα μέτρα και κάποιες διαδικασίες αναστάληκαν ή διακόπηκαν με αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων και εκκρεμούν εφέσεις ενώ άλλες εκκρεμούν προς εκδίκαση. Θεωρώ πως η ύπαρξη αυτών των δικαστικών διαδικασιών στο εξωτερικό επί της εκτέλεσης των συμφωνιών δεν αποτελεί λόγο για την αναστολή της παρούσας και εκδίκαση της ενώπιον αλλοδαπού Δικαστηρίου. Η παρούσα προκύπτει και αφορά μεν τις συμφωνίες όμως στρέφεται εναντίον διαφορετικών νομικών προσώπων που βρίσκονται στην Κύπρο και αφορά σε διαφορετικό αγώγιμο δικαίωμα και σε διαφορετικές θεραπείες, και επομένως αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με την οποία επιζητείται η αποκάλυψη και η επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως αναφέρεται στην παρ. 55 της έκθεσης απαίτησης, τα Τσεχικά Δικαστήρια δεν αναγνωρίζουν τη διαδικασία αποκάλυψης και επομένως δεν υπάρχει δικονομική δυνατότητα παροχής τέτοιων θεραπειών εκεί. Σύμφωνα δε με τις παρ. 53 και 54, η αιτούμενη αποκάλυψη αποσκοπεί στην πληροφόρηση των Εναγόντων ως προς τα ποια πρόσωπα και με ποιον τρόπο εμπλέκονται στην αδικοπραξία. Προτίθενται δε να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Τσεχία, εναντίον των προσώπων, νομικών και φυσικών, τα οποία εμπλέκονται στις υπό αναφορά δόλιες και παράνομες ενέργειες. Ως εκ τούτου, ακόμα και σε περίπτωση που η παρούσα Αγωγή ήθελε επιτύχει, οι Ενάγοντες απλώς θα εξασφαλίσουν διατάγματα αποκάλυψης και αποζημιώσεις ως οι αξιώσεις τους, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις ίδιες τις συμφωνίες και την τυχόν εκτέλεση αυτών. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων από τα διάφορα Δικαστήρια. V. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει ως προς οποιοδήποτε των αιτητικών της. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.