← Κύπρος

Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων ν. Αγιομαμίτη, Αρ. Αγωγής: 4601/2011, 5/4/2019

Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων ν. Αγιομαμίτη, Αρ. Αγωγής: 4601/2011, 5/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A188 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4601/2011 Μεταξύ: Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων, Λευκωσία Εναγόντων και XXX Αγιομαμίτη, Λεμεσός Εναγομένου -------------------- Αίτηση ημερ. 7.01.2019 Ημερομηνία: 5 Απριλίου, 2019 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Ζένιου Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Βασιλείου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή αφορά διεκδίκηση οφειλόμενων εισαγωγικών δασμών και φόρων συνολικού ύψους €39.380 (Λ.Κ.23.050) δυνάμει του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94(Ι)/04, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής ο «Ν.94(Ι)/04»). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες αξίωσαν το προαναφερόμενο ποσό από τον Εναγόμενο με επιστολή ημερ.22.01.

  1. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος καταχώρησε εναντίον της απόφασης των Εναγόντων για διεκδίκηση του προαναφερόμενου ποσού την προσφυγή με αρ.429/04 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία απορρίφθηκε στις 12.10.
  2. Ο Εναγόμενος στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εγείρει, μεταξύ άλλων, προδικαστική ένσταση υποστηρίζοντας ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων για διεκδίκηση του επίδικου ποσού έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 113 του Ν.94(Ι)/
  3. Τούτο διότι παρήλθαν τα έξι έτη από την ημερομηνία γνωστοποίησης του αξιούμενου ποσού μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Στην τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το αγώγιμο δικαίωμα τους δεν παραγράφηκε καθώς δεν παρήλθε εξαετία από τις 22.01.04 και αυτό γιατί το χρονικό διάστημα μεταξύ της άσκησης της προσφυγής με αρ.429/04 και της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης δεν συνυπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής. Η προαναφερόμενη προδικαστική ένσταση που ήγειρε ο Εναγόμενος (στο εξής «Αιτητής») οδήγησε στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης με την οποία ζητά όπως ακουστεί προδικαστικά καθότι πρόκειται περί σοβαρού νομικού σημείου το οποίο εφόσον αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο επιλύει και/ή τερματίζει ολόκληρη τη διαδικασία και/ή οδηγεί σε απόρριψη ή αναστολή της αγωγής. Στο σώμα της αίτησης καταγράφεται ότι είναι κοινά παραδεκτά τα γεγονότα που αφορούν την ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο Α της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και συγκεκριμένα είναι κοινά αποδεκτό ότι η επιστολή απαίτησης των Εναγόντων (στο εξής «Καθ' ων η αίτηση») για την διεκδίκηση της επίδικης τελωνειακής οφειλής έφερε ημερομηνία 22.01.
  4. Επίσης είναι παραδεκτό το γεγονός ότι ο Αιτητής στις 06.04.04 καταχώρισε την προσφυγή με αρ. 429/04, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.10.
  5. Τέλος, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.09.
  6. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή και σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το εγειρόμενο προδικαστικό ζήτημα είναι τέτοιας φύσης που σε περίπτωση που αποφασιστεί υπέρ του Αιτητή τότε αποφασίζεται όλη η αγωγή ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Πιο συγκεκριμένα το ζήτημα παραγραφής που εγείρει ο Αιτητής, εάν επιτύχει, θα επιφέρει καταλυτικές συνέπειες στην έκβαση της αγωγής. Το Δικαστήριο είναι σε θέση να αποφασίσει το επίδικο ζήτημα, καθώς πρόκειται για ένα αμιγώς νομικό ζήτημα το οποίο βασίζεται σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα σε σχέση με τα οποία δεν χρειάζεται να προσκομιστεί μαρτυρία. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν στις 29.01.19 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρουν 5 λόγους ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι: «
  7. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για εκδίκαση προκαταρκτικά νομικού σημείου, απαιτείται να ακουστεί μαρτυρία επί των πραγματικών γεγονότων.
  8. Η αίτηση των δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη είναι καταπιεστική δεν στηρίζεται στη σωστή νομοθεσία και νομολογία με τρόπο που παραπλανά το δικαστήριο.
  9. Υπάρχει διαφωνία στις Νομικές αρχές που διέπουν την υπόθεση δεν είναι καθαρό νομικό θέμα το οποίο επιλύεται προκαταρκτικά.
  10. Το δικαστήριο θα χρειαστεί να προβεί σε ευρήματα γεγονότων και να αποφασίσει σε ασαφή νομικά θέματα.
  11. Ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα και με σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής οφειλόμενων δασμών προς το κράτος». Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση τελωνειακής λειτουργού και σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρεται ότι το δικαίωμα είσπραξης τελωνειακών δασμών και ειδικών φόρων κατανάλωσης δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από τα άλλα ζητήματα που καλύπτονται από την αναστολή προθεσμίας της παραγραφής. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ο Ν.57/64εφαρμόζεται στις τελωνειακές διώξεις και ο Ν.94(I)/04 θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την επιφύλαξη ανάλογης χαλάρωσης στην απουσία οποιασδήποτε ένδειξης ότι ο νομοθέτης σκόπευε να αλλάξει τον νόμο. Η επιστολή ημερομηνίας 22.01.04 δεν παράγει έννομα αποτελέσματα από τη σύνταξη της, αλλά από τη γνωστοποίηση της στον Αιτητή. Ο τελευταίος όμως σκοπίμως παραλείπει να αναφέρει την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση της προαναφερόμενης επιστολής. Περαιτέρω, ο Αιτητής παρέλειψε να λάβει υπόψη του την προθεσμία των 75 ημερών για καταχώριση προσφυγής η οποία δεν συνυπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία και να προβεί σε ευρήματα γεγονότων για να μπορέσει να αποφασίσει το εγειρόμενο ζήτημα. Καταληκτικά η ενόρκως δηλούσα καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση ως πρόωρη και ανεδαφική. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβαλαν, μέσω των αγορεύσεων, την επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.27 θ.θ. 1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides

(1965)1 C.L.R. 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 C.L.R. 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 C.L.R. 322 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Επιπρόσθετα, η νομολογία υπογραμμίζει ότι νομικό σημείο δεν εκδικάζεται προδικαστικά όταν τα γεγονότα επί των οποίων θα αποφασιστεί είναι αμφισβητούμενα (βλ. ανωτέρω Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ). Συνεπώς, η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Ειδικότερα όσον αφορά την παραγραφή, στην υπόθεση Χατζηστυλλής v. Papadema κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551 τονίστηκε ότι άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και θα πρέπει να εξετάζεται ως πρώτο θέμα. Συμπεράσματα Το πρώτιστο που χρήζει επίλυσης είναι κατά πόσο το ζήτημα που εγείρει ο Αιτητής προσφέρεται προς προδικαστική εκδίκαση. Η προσέγγιση των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η μεν κα. Ζένιου υποστηρίζει ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη, εφόσον δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και επομένως δεν χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία προς επίλυση της ένστασης του Αιτητή. Το σύνολο των γεγονότων βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο. Αντίθετη είναι η θέση του κ. Βασιλείου ο οποίος αναφέρει ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και ασαφή νομικά θέματα για την επίλυση των οποίων χρειάζεται να ακουσθεί και να αξιολογηθεί μαρτυρία. Η νομική διάταξη επί της οποίας βασίζεται ο ισχυρισμός του Αιτητή περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση είναι το άρθρο 113
(2)του Ν.94(Ι)/04, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «113.-
(2)Το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή για τη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού, το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας οφείλεται στη Δημοκρατία, παραγράφεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία που το οφειλόμενο ποσό γνωστοποιείται στον οφειλέτη: Νοείται ότι, σε περίπτωση έκδοσης εκ των υστέρων βεβαίωσης τελωνειακής οφειλής και/ή άλλης τελωνειακής οφειλής, το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή παραγράφεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της εκ των υστέρων βεβαίωσης στον οφειλέτη: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το χρονικό διάστημα μεταξύ της άσκησης της προσφυγής και της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης, δε συνυπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Διευθυντή.» Η περίοδος παραγραφής, κατά κανόνα αρχίζει να μετρά από τον χρόνο γένεσης της αιτίας της αγωγής εκτός εάν προκύπτει διαφορετική ρύθμιση από τον νόμο (Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1A A.A.Δ 636). Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο χρόνος γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση είναι παραδεκτό ή αδιαμφισβήτητο γεγονός. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τις έγγραφες προτάσεις, αποτελεί κοινό έδαφος ότι η αιτία αγωγής προέκυψε την ημερομηνία γνωστοποίησης του επίδικου ποσού στον Αιτητή, ήτοι στις 22.01.
  1. Δεν παραβλέπω ότι η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση επιχείρησε μέσω της ένστασης να καταστήσει για πρώτη φορά αμφισβητούμενο το εν λόγω ζήτημα, τονίζοντας ότι η κρίσιμη ημερομηνία δεν είναι αυτή που αναγράφεται στην επιστολή γνωστοποίησης του οφειλομένου ποσού, αλλά η ημερομηνία που πράγματι ο Αιτητής έλαβε γνώση της πιο πάνω επιστολής. Με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προβληθεί επιτυχώς το πιο πάνω επιχείρημα. Καταρχάς, σημειώνω ότι η εν λόγω θέση δεν βρίσκει έρεισμα στις έγγραφες προτάσεις. Ενδεικτικά παραπέμπω στην παράγραφο Α της τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, όπου αναφέρεται: «... Συνεπώς το αγώγιμο δικαίωμα του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων για διεκδίκηση της επίδικης οφειλής δεν έχει παραγραφεί, δεδομένου ότι δεν παρήλθε εξαετία από την 22.1.2004..». Είναι επομένως ξεκάθαρο ότι και οι Καθ' ων η αίτηση ορίζουν την 22.01.04 ως την ημερομηνία έναρξης του χρόνου παραγραφής. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι ούτε ο Αιτητής, αλλά ούτε και οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η επιστολή γνωστοποίησης περιήλθε στην κατοχή του Αιτητή σε διαφορετική ημερομηνία από τις 22.01.
  2. Το άρθρο 117 του Ν.94(Ι)/04, προνοεί ότι οποιαδήποτε γνωστοποίηση που πρέπει να δοθεί δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω νόμου μπορεί να γίνει είτε με επιστολή ή συστημένη επιστολή ή με προσωπική παράδοση. Συνεπώς μόνο στην περίπτωση της προσωπικής παράδοσης θα είχε σημασία η ημερομηνία που περιήλθε πράγματι στην κατοχή του Αιτητή η γνωστοποίηση του επίδικου ποσού. Τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν προβάλλεται. Η προσπάθεια των Καθ' ων η αίτηση να δημιουργήσουν εκ των υστέρων μέσω της ένστασης ασάφειες εκ του μη όντος δεν μπορεί παρά να καταδικαστεί σε αποτυχία. Κλείνοντας το εν λόγω ζήτημα σημειώνω ότι εάν απαιτείτο σε κάθε περίπτωση απόδειξη ότι η γνωστοποίηση περιήλθε στη γνώση του οφειλέτη, τότε αυτό θα καταγραφόταν ρητά με τη συμπερίληψη πρόνοιας στο άρθρο 113
(2)του Ν94(Ι)/04 ότι τα έξι έτη αρχίζουν να μετρούν από την ημερομηνία που περιέρχεται στην κατοχή ή γνώση του οφειλέτη η γνωστοποίηση του οφειλόμενου ποσού. Το άρθρο 113
(2)του Ν.94(Ι)/04 όμως δεν θέτει ως προϋπόθεση για την έναρξη του χρόνου παραγραφής το πότε η γνωστοποίηση θα περιέλθει στην κατοχή του οφειλέτη. Στη βάση επομένως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο χρόνος γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος είναι δεδομένος, όπως επίσης και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν προσμετρούσε ο χρόνος παραγραφής λόγω της καταχώρησης της προσφυγής με αρ.429/
  1. Αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι η προαναφερόμενη προσφυγή καταχωρήθηκε στις 06.04.04 και απορρίφθηκε στις 12.10.
  2. Στην τελευταία ημερομηνία θα πρέπει να προστεθούν και οι 42 μέρες που είχε στη διάθεση του ο Αιτητής για να καταχωρήσει αναθεωρητική έφεση. Δεν αναφέρεται μεν η προθεσμία των 42 ημερών, ωστόσο ο χρόνος καταχώρισης έφεσης προκύπτει από τον νόμο και ως εκ τούτου εντάσσεται στη σφαίρα της δικαστικής γνώσης. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι το υπό εξέταση ζήτημα είναι καθαρά νομικό και βασίζεται σε κοινά αποδεκτά γεγονότα. Ουσιαστικά το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 113
(2)του Ν.94(Ι)/04 που αφορά την παραγραφή και ως τέτοιο αποτελεί ζήτημα κατάλληλο για προεκδίκαση. Στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 257 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έχει ως ρόλο «to decide questions of law when arising between the parties as a result of a certain state of facts». Επίσης πρόκειται όντως για σοβαρό ζήτημα, καθώς σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης δεν θα μπορεί να προωθηθεί η παρούσα αγωγή. Έχοντας αποφασίσει ότι το εγερθέν νομικό ζήτημα μπορεί να προδικαστεί, απομένει πλέον να εξεταστεί κατά πόσο ευσταθεί επί της ουσίας του. Ανοίγω στο σημείο αυτό μία παρένθεση, διότι οι Καθ' ων η αίτηση ακροθιγώς προβάλλουν τη θέση ότι η παρούσα περίπτωση θα πρέπει να αντικριστεί υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του άρθρου 176
(3)του Ν.82/
  1. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση το εν λόγω άρθρο διασυνδέεται με τις ρυθμίσεις του Ν.57/
  2. Ο κ. Βασιλείου παραπέμπει και στην Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2001)Α.Α.Δ. 589 για να τονίσει ότι πριν την ψήφιση του τροποποιητικού νόμου 9(Ι)/11 ίσχυε τριετής παραγραφή η οποία μάλιστα τελούσε υπό αναστολή. Με κάθε σεβασμό στο επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, θεωρώ ότι οι διατάξεις των νομοθεσιών στις οποίες έχει παραπέμψει δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της υπό κρίση αίτησης. Επισημαίνω ότι και οι δύο νομοθεσίες στις οποίες με παρέπεμψε ο κ. Βασιλείου ήταν καταργημένες στον κρίσιμο χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Όπως είχα την ευκαιρία να σημειώσω και στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 23.11.18, κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής βρισκόταν σε ισχύ το άρθρο 113
(2)του Ν.94(Ι)/04, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.9(Ι)/11, το οποίο ορίζει ως χρόνο παραγραφής τα 6 έτη. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities & Financial Services Ltd
(2012)1Α A.A.Δ 636 σημειώθηκε ότι το ζήτημα της παραγραφής αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και στη Στυλιανού ν. Δημητρίου
(2012)1Α Α.Α.Δ 834 τονίστηκε ότι το ισχύον δίκαιο για την παραγραφή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Δεν χωρεί επομένως αμφιβολία ότι στην προκείμενη περίπτωση κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής βρισκόταν σε ισχύ η περίοδος παραγραφής των 6 ετών η οποία εισήχθη στο Ν.94(Ι)/04με τον τροποποιητικό νόμο 9(Ι)/11. Κατά συνέπεια στη βάση των ρυθμίσεων του άρθρου 113
(2)του Ν.94(Ι)/04 και μόνο θα κριθεί κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα παραγράφηκε ή όχι. Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση και προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω ο χρόνος έναρξης της περιόδου παραγραφής ξεκίνησε στις 22.01.04 και υπό κανονικές συνθήκες η περίοδος των 6 ετών θα συμπληρωνόταν στις 22.01.
  1. Σε αυτόν τον χρόνο όμως θα πρέπει να προστεθεί η περίοδος μεταξύ της άσκησης της προσφυγής με αρ. 429/04 και της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης. Επομένως στον χρόνο παραγραφής δεν θα συνυπολογιστεί το διάστημα που μεσολάβησε από τις 06.04.04 μέχρι τις 12.10.05 στο οποίο θα πρέπει να προστεθεί και η περίοδος των 42 ημερών που είναι η προθεσμία για την άσκηση αναθεωρητικής έφεσης, με αποτέλεσμα η υπό αναφορά περίοδος να εκτείνεται μέχρι τις 25.11.
  2. Επομένως, η συνολική περίοδος που δεν συνυπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής αναλύεται σε χρονικό διάστημα 1 έτους, 7 μηνών και 18 ημερών. Συνεπώς, ο χρόνος παραγραφής συμπληρώθηκε στις 09.09.11 και ως εκ τούτου η αγωγή κατά τον χρόνο καταχώρισης της στις 29.09.11 ήταν ήδη παραγραμμένη. Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του αναφέρεται στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 126
(2)του Ν.94(Ι)/04 σε συνάρτηση και με το άρθρο 30 του Συντάγματος για να υποδείξει ότι μετά τις 25.02.11, ημερομηνία εφαρμογής του τροποποιητικού νόμου Ν.9(Ι)/11, ο χρόνος παραγραφής που απέμενε στους Καθ' ων η αίτηση ήταν περί τους 5-6 μήνες. Ως εκ τούτου, ενδεχόμενη απόφαση περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος θα απέληγε σε αδικία, εφόσον δεν δόθηκε επαρκής χρόνος στους Καθ' ων η αίτηση για να κινηθούν νομικά εναντίον του Αιτητή. Εν πρώτοις αναφέρω ότι είναι ξεκάθαρη η θέση της νομολογίας ότι η καθιέρωση χρόνου παραγραφής δεν προσκρούει στο άρθρο 30 του Συντάγματος (Γιωργαλλάς ν. Χ"Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 (απόφαση πλήρους Ολομέλειας). Όσον αφορά τώρα τη θέση ότι δεν υπήρχε επαρκής χρόνος στους Καθ' ων η αίτηση προκειμένου να κινηθούν νομικά εναντίον του Αιτητή, παρατηρώ ότι η σχετική εισήγηση περιορίζεται μόνο στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την τροποποίηση του άρθρου 113 του Ν.94(Ι)/04 μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής. Η εν λόγω προσέγγιση είναι όμως, κατά την άποψη μου, λανθασμένη καθώς οι Καθ' ων η αίτηση είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν νομικά εναντίον του Αιτητή μετά την πάροδο των 21 ημερών από τις 22.01.04 και οι ίδιοι επέλεξαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή στις 29.09.11. Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ύπαρξη ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων. Από την άλλη, εάν ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει τις περιπτώσεις εκείνες που με την εισαγωγή του άρθρου 113
(2)του Ν.94(Ι)/04 πλησίαζαν στον χρόνο παραγραφής, τότε ασφαλώς θα το έπραττε. Ο νομοθέτης ωστόσο επέλεξε όπως η εισαγωγή του χρόνου παραγραφής εφαρμοστεί χωρίς εξαιρέσεις. Κατάληξη: Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση έχει παραγραφεί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φεσσάς κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337 το ορθό διατακτικό στις περιπτώσεις παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος είναι η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας. Κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή αναστέλλεται. Όσον αφορά τα έξοδα της επίδικης αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για προδικαστική ένσταση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.