ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ν. ΡΟΥΣΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2005/18, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2005/18 Μεταξύ: ** ** ** ** ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ Ενάγοντος -και- ** ΡΟΥΣΟΥ Εναγομένου Αίτηση ημερ. 19.12.18 υπό Ενάγοντος για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση 23 Απριλίου 2019 Για Ενάγοντα: κ. Π. Κονταξής για Σωφρόνιος Σωφρονίου Για Εναγόμενο: κ. Κ. Γιατρού για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων αιτείται άδειας για καταχώριση δυο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων εν σχέσει με την αίτηση του ημερ. 18.9.18 βάσει της οποίας είχε μονομερώς εξασφαλίσει διάταγμα διατάττον τον Εναγόμενο να μην επεμβαίνει στο επίδικο διαμέρισμα. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.39, Δ.48 και Δ.64, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αφού διερεύνησε την αλήθεια των όσων ο Εναγόμενος είχε παρουσιάσει, βρήκε ότι πλείστοι ισχυρισμοί δεν ευσταθούν και γι' αυτό ζητά όπως αντικρούσει τις ψευδολογίες και τα αναληθή έγγραφα με δύο συμπληρωματικές δηλώσεις, ιδίως επειδή ο Εναγόμενος επισύναψε Βεβαιώσεις άλλων προσώπων στερώντας τον Ενάγοντα του δικαιώματος αντεξέτασης. Ειδικότερα αναφέρει στην §5 της ένορκης δήλωσης του τα εξής: «5. Τα νέα στοιχεία και γεγονότα, που μεταξύ άλλων, θα προσκομίσω στο Δικαστήριο με τις Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις που ζητώ να μου επιτραπεί να καταχωρήσω είναι: (
- a)Πάντα εγώ διέμενα στο ρηθέν διαμέρισμα με την αποβιώσασα από το έτος 1995, και αυτό βεβαιώνεται από τον Κοινοτάρχη Καθολικής κ. XXXXX Μ. Κυριάκου με τη βεβαίωση του ημερ. 23.2.2018, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ.11. Ζητώ δε το ως άνω όπως κατατεθεί συμπληρωματικά υπό μορφή Ένορκης Δήλωσης του. Επίσης για του λόγου το αληθές, ότι δηλ. συζούσα και συγκατοικούσα με την αποβιώσασα, επισυνάπτω ως ΤΕΚΜ.12 και 13 αντίστοιχα τις Δηλώσεις-Βεβαιώσεις των συγκάτοικων μου στην ίδια Πολυκατοικία XXXXX και XXXXX ΚΑΛΑΠΟΔΑ. (β) Με δική μου Ένορκη Δήλωση ζητώ να τοποθετηθώ στο ΤΕΚΜ.10 σε σχέση με κάποιον ενοικιαστή (Ρουμάνο) ονόματι XXXXX XXXXX Mihatja και λοιπών αγνώστων στοιχείων - που στη πραγματικότητα είτε θα είναι φανταστικό πρόσωπο ή άτομο που υποβοηθεί ψευδώς την υπόθεση του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση και ο οποίος έπρεπε να επιβεβαιώσει τη συνομολόγηση της Συμφωνίας Ενοικίασης του διαμερίσματος του με Ένορκη Δήλωση.» Στις τρεις βεβαιώσεις οι υπογράφοντες δηλώνουν ότι ο Ενάγων συζούσε με την αποβιώσασα από το 1994 στο επίδικο διαμέρισμα. Ένσταση Ο Εναγόμενος προέβαλε οκτώ λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ότι υπάρχει καθυστέρηση, ότι η αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν επισυνάπτεται η προτεινόμενη ένορκη δήλωση, καθώς και ότι δεν έχει καταδειχθεί επαρκής λόγος. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει κατ' αρχάς τους λόγους ένστασης. Όσον αφορά τη Βεβαίωση Κοινοτάρχη ισχυρίζεται ότι είναι κατασκευασμένη ενώ για τις Βεβαιώσεις των διαμενόντων στην ίδια πολυκατοικία προβάλλει ότι αυτή η μαρτυρία ήταν γνωστή εξαρχής και το περιεχόμενο τους είναι επίσης ψευδές. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η εν λόγω πρόνοια σε συνδυασμό με τη ρύθμιση ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης (βάσει της Δ.39) αποσκοπεί στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων δια του περιορισμού της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε αιτήσεις. Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση. Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Η κατάσταση ως προς το βάρος απόδειξης σε παρόμοιες αιτήσεις (αλλά και γενικότερα) παραμένει η ίδια και μετά την τροποποίηση της Δ.48, δηλαδή το βάρος ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησης ενδιάμεσου διατάγματος (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Γενικότερα δε, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Όπως προκύπτει από την Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1040 ιδιαίτερα στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί ex parte η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων υφίσταται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας στους ώμους του αιτητή. Συνάγεται πως ο εκάστοτε αιτητής δεν έχει άλλα μέσα στη διάθεση του για να αποσείσει το αναλογούν βάρος απόδειξης εκτός από τα προβλεπόμενα στη Δ.48 κ.4, δηλαδή είτε την προσκόμιση συμπληρωματικής δήλωσης, είτε την αντεξέταση. Είναι για αυτό που αν παραλείψει να το πράξει, τότε το δικαστήριο δικαιούται να εκλάβει ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς του ενιστάμενου παρέμειναν αναπάντητοι η αναμφισβήτητοι, στα πλαίσια πάντα της αίτησης βεβαίως. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει, ως θέμα αρχής, αναγνωριστεί κατ΄ αρχάς στην Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14, (η οποία, μεταξύ άλλων, αφορούσε έφεση εναντίον μη οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος περί μη αποξένωσης περιουσίας), αν και το Εφετείο εξέφρασε τη θέση πως δεν μπορούσε να αντιληφθεί «. πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: «Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με το, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το συμπέρασμα είναι πως δεν απαγορεύεται εκ προοιμίου η προσκόμιση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή ακόμα και μετά την ένσταση της άλλης πλευράς. Παράλληλα όμως θα πρέπει να τονιστεί πως αυτό το δικαίωμα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο εν σχέσει με κρινόμενα ως αναγκαία στοιχεία, διευκρινίσεις, ισχυρισμούς και θέματα τα οποία προέβαλε ο ενιστάμενος στην ένσταση του, με σκοπό να δοθεί η σφαιρική εικόνα προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και να υποστηριχθεί ότι το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταστρατηγείται μέσω αυτού του δικαιώματος η άλλη υποχρέωση, του εκάστοτε αιτητή σε ex parte αίτηση, προς πλήρη αποκάλυψη κάθε ουσιώδους γεγονότος. Εννοείται συναφώς πως ακόμα και αν μετά την καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης διαπιστωθεί (κατά την εξέταση της διατήρησης ή όχι σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος) ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, το δικαστήριο διατηρεί την ίδια εξουσία για ακύρωση του διατάγματος ακόμα και μόνο για αυτό τον λόγο (Demstar ν. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 597). Εν πάση δε περιπτώσει η προτεινόμενη να παρουσιαστεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαρτυρία δεν θα πρέπει να είναι ανεπίτρεπτη ή αχρείαστη μαρτυρία ή επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή να επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα κατά τρόπο που να μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως σύμφωνα με την υπόθεση Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 642 σε παρόμοιες αιτήσεις θα πρέπει να επισυνάπτεται η προτεινόμενη ένορκη δήλωση η οποία θα καταχωριστεί εάν εν τέλει δοθεί η άδεια για συμπληρωματική. Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων επέλεξε να μην επισυνάψει τις προτεινόμενες ένορκες δηλώσεις πράγμα το οποίο δημιουργεί δυσκολίες και σίγουρα δεν είναι δυνατό να δοθεί γενική και αόριστη άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με αβέβαιο περιεχόμενο, ιδιαίτερα μετά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Ειδικά για την παρούσα περίπτωση είναι ενδεικτικό πως ο Ενάγων αναφέρεται ο ίδιος σε νέα στοιχεία και γεγονότα «που μεταξύ άλλων» θα προσκομίσει με τις δηλώσεις του αφήνοντας έτσι να νοηθεί πως σκοπεύει να παρουσιάσει μαρτυρία την οποία δεν έχει καταγράψει. Αναμφίβολα βέβαια, για να εγκριθεί μια τέτοιου είδους αίτηση, (ιδιαίτερα όταν απαιτείται φειδώ), είναι άκρως απαραίτητο για το δικαστήριο να γνωρίζει με πάσα δυνατή ακρίβεια και λεπτομέρεια τι θα προσκομιστεί συμπληρωματικά ούτως ώστε ασκώντας την ευχέρεια του να αποφασίσει κατά πόσον υφίσταται καλός λόγος για τη χορήγηση της άδειας. Αυτό διότι, ως γίνεται εύκολα αντιληπτό, μια γενική άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έστω και αν καταγράφονται σε τίτλους τα θέματα στα οποία θα αφορά, εμπεριέχει ορατούς κινδύνους συμπερίληψης αχρείαστης ή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας, την οποίαν αν είχε υπόψιν του το Δικαστήριο δεν θα επέτρεπε. Θα μπορούσε να λεχθεί πως μία τέτοια γενική άδεια συμπληρωματικής δήλωσης θα ισοδυναμούσε κατ' αναλογίαν με μία γενική άδεια τροποποίησης δικογράφου με αναφορά μόνο σε τίτλους θεμάτων (π.χ. αλληλογραφία, ζημιές, έξοδα κ.λ.π), πράγμα εξίσου ανεπίτρεπτο. Εν πάση περιπτώσει όμως, εξ όσων δύναται να γίνει αντιληπτό (από τον τρόπο με τον οποίο έχει συνταχθεί η §5 της ένορκης δήλωσης) αυτός επιθυμεί κατ' ελάχιστον να παρουσιάσει τις τρεις Βεβαιώσεις σε δύο ένορκες δηλώσεις, θέμα το οποίο δύναται να εξεταστεί αυτόνομα και χωρίς αναφορά σε άλλη προτεινόμενη μαρτυρία που θα τις συνοδεύει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τρεις Βεβαιώσεις οι οποίες απλά τείνουν να ενισχύσουν και ή επιβεβαιώσουν ισχυρισμό ο οποίος ήδη ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αρχικής δήλωσης του Ενάγοντος. Ιδιαίτερα η πρώτη φέρει ημερομηνία 23.2.18, δύο μέρες δηλαδή μετά το θάνατο της ιδιοκτήτριας και λογικά αυτή η βεβαίωση θα ήταν στην κατοχή του Ενάγοντος. Δεν έχει δοθεί κάποια βάσιμη εξήγηση για τη μη παρουσίαση της κατά την καταχώριση της αίτησης ή έστω όταν δόθηκε άδεια για την πρώτη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση (πριν την έκδοση του διατάγματος και πριν την εμφάνιση των αντιδίκων του). Δεν θα έδιδα σημασία στο ότι η πρώτη αυτή βεβαίωση φέρεται ως εκδοθείσα από τον Κοινοτάρχη Ενορίας Καθολικής ενώ στον τίτλο εγγραφής του διαμερίσματος αλλά και στην ένσταση του Εναγομένου, το διαμέρισμα φέρεται να ανήκει στην Ενορία Αγίας Τριάδος, όπως όντως προέβαλε χωρίς να αντικρουστεί ο Εναγόμενος στα πλαίσια της παρούσας. Το ίδιο κατ' αναλογίαν ισχύει και για τις βεβαιώσεις των δύο γειτόνων. Τα πρόσωπα αυτά φέρονται να κατοικούν στην ίδια πολυκατοικία με τον Ενάγοντα. Εάν υπήρχε πρόθεση να ενισχυθεί η δική του μαρτυρία με την επιβεβαίωση από τους γείτονες αυτούς, θα μπορούσε εξαρχής πολύ εύκολα να είχαν εξασφαλιστεί οι δηλώσεις τους. Με δεδομένο ότι η θέση του Ενάγοντος παρατίθεται στην αρχική ένορκη δήλωση του και δεν τίθεται θέμα αριθμού ή ποσότητας επιβεβαιώσεων σε αυτό το στάδιο, δεν θεωρώ ότι υπάρχει καλός λόγος να επιτραπεί η προσκόμιση δύο εγγράφων τα οποία έχουν υπογραφεί τρεις μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος και ένα μήνα μετά την καταχώριση της ένστασης κατά τρόπον που αφήνει ανοικτό το να έχουν ζητηθεί για αυτό τον σκοπό. Άλλωστε, όπως έχει εξηγηθεί, το ουσιώδες για τη στοιχειοθέτηση πιθανότητας επιτυχίας εκ μέρους του Ενάγοντος δεν φαίνεται να εδράζεται στην κατάδειξη της συγκατοίκησης αλλά σε δηλώσεις της αποβιώσασας και στην κατ' ισχυρισμό συνεισφορά του Ενάγοντος στο τίμημα αγοράς, στα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος και της αποβιώσασας. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με €600 έξοδα συν Φ.Π.Α. υπέρ του Εναγομένου και εις βάρος του Ενάγοντος. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο