← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5710/2014, 8/4/2019

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5710/2014, 8/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5710/2014 Μεταξύ: xxxx ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσίας Εναγόμενος Ημερομηνία: 08 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Δ. Παναούτας Για τον Εναγόμενο: κα. Ι. Τσιντίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό επίθεση και δυσφήμιση που δέχτηκε από μέλη της Αστυνομικής Δύναμης στις 18/3/2014 ενώ τελούσε υπό κράτηση στην Κεντρική Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα (ΜΕ1), την οποία αυτός προώθησε αυτούσια κατά την ακρόαση της υπόθεσης μέσω γραπτής δήλωσης που αποτέλεσε την κύρια εξέταση του (Έγγραφο Α), είναι η εξής: « Ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 38 ετών, υγιής και/ή αρτιμελής και/ή χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας σωματικής και/ή ψυχολογικής υγείας και/ή ψυχιατρικής φύσης και/ή μορφής και/ή οποιουδήποτε είδους προβλήματα. Επιπλέον ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ένας νομιμόφρων και/ή ευυπόληπτος και/ή φιλήσυχος πολίτης και/ή έφερε την φήμη του νομιμόφρονα και/ή ευυπόληπτου και/ή φιλήσυχου πολίτη.. Κατά και/ή περί την 18/3/2014 ο Ενάγων συνελήφθηκε και οδηγήθηκε και ετέθηκε υπό κράτηση στη Κεντρική Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, για διερευνώμενα εναντίον του αδικήματα, από αστυνομικούς που υπηρετούν και/ή υπάγονται και/ή ανήκουν και/ή εργοδοτούνται και/ή υπάγονται, ως ενεργά μέλη, στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου και ειδικότερα στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (εφεξής «ΤΑΕ») της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού κατά χρόνο που ήσαν σε εντεταλμένη υπηρεσία και/ή καθήκον και/ή ενεργούσαν στα πλαίσια της αστυνομικής τους ιδιότητας. Κατά τον εν λόγω αναφερόμενο πιο πάνω στη παράγραφο 3 χρόνο ενώ ο Ενάγοντας τελούσε υπό κράτηση στην Αστυνομική Διεύθυνση, κατά την διάρκεια της μεταφοράς και/ή μετακίνησης του σε άλλο χώρο και/ή γραφείο και/ή δωμάτιο εντός του εν λόγω αστυνομικού σταθμού από εκεί που αρχικά ετέθηκε υπό κράτηση με σκοπό να ανακριθεί και/ή να ληφθεί κατάθεση από αυτόν και/ή να του υποβληθούν ερωτήσεις σχετικά με διερευνώμενα αδικήματα εναντίον του οι αστυνομικοί παράνομα και/ή αντισυνταγματικά και/ή άνευ νόμιμης αιτιολογίας και/ή ερείσματος και/ή κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του, επιτέθηκαν στον Ενάγοντα. Οι εν λόγω αστυνομικοί επιτέθηκαν παράνομα και/ή αντισυνταγματικά και/ή κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος τους εκ των Κανονισμών και/ή οικείων Νόμων, χτυπώντας και/ή γρονθοκοπώντας και/ή ξυλοφορτώνοντας τον Ενάγοντα ανελέητα με γροθιές και/ή λακτίσματα και/ή κλωτσιές σε όλα τα μέρη του σώματος του. Ο Ενάγοντας σαν συνέπεια του φόβου και του πόνου που προκλήθηκε σε αυτόν από την παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή άνευ νόμιμης αιτιολογίας και/ή ερείσματος επίθεση που δέχθηκε από τους εν λόγω πιο πάνω Αστυνομικούς, προκλήθηκε σε αυτόν ο φόβος για περεταίρω πιο άγριες και/ή βίαιες και/ή απάνθρωπες ενέργειες εκ μέρους τους. Ο Ενάγοντας περεταίρω ισχυρίζεται ότι ενώ κατά τον ίδιο ουσιώδη πιο πάνω χρόνο τελούσε υπό κράτηση οι αστυνομικοί που ήσαν επί καθήκοντι και/ή επί εντεταλμένη υπηρεσία και/ή επί καθήκοντι φύλαξης και/ή ανάκρισης του Ενάγοντα, αποκάλεσαν φωναχτά και/ή με δυνατή φωνή και/ή με τρόπο με τον οποίο θα άκουαν τρίτα πρόσωπα, τον Ενάγοντα «παλιόπαιδο», «παλιοχαρακτήρα», «εγκληματία», «απόβρασμα της κοινωνίας», «εγκληματικό στοιχείο» και «ανήθικο χαρακτήρα» με αποτέλεσμα οι εν λόγω φράσεις σαν συνέπεια του ως άνω τρόπου που εκφράστηκαν και/ή εκστομίσθηκαν και/ή δημοσιεύτηκαν δια προφορικού λόγου και/ή με λόγια ακούστηκαν σε όλο τον εν λόγω Αστυνομικό σταθμό και έγιναν αντιληπτά και/ή κατανοητά από παρόντες αστυνομικούς και/ή πολίτες και/ή άλλα τρίτα πρόσωπα ότι όλα αυτά αναφέρονταν και/ή αφορούσαν και/ή προορίζονταν και/ή χαρακτήριζαν και/ή περιέγραφαν και/ή αποδίδονταν και/ή απευθύνοντο στο πρόσωπο του Ενάγοντα.. Οι ως άνω αστυνομικοί και/ή μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου επιτέθηκαν εναντίον του Ενάγοντα αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή άνευ νόμιμου δικαιώματος και/ή αδικαιολόγητα και επιπλέον δυσφήμησαν αυτόν ενόσω ευρίσκοντο στην υπηρεσία και/ή ήσαν υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε ώρα και/ή χρόνο που τελούσαν σε διατεταγμένη υπηρεσία και/ή καθήκον και ως εκ τούτου η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται εκ προστήσεως για τις ενέργειες των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή εργοδοτούμενων της και ως εκ τούτου ενάγεται δια του Εναγομένου της παρούσας αγωγής.» Πρόσθετα των πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα στο προαύλιο του χώρου της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, όταν οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί προσπάθησαν να λάβουν από αυτόν δείγμα γενετικού υλικού (DNA) και αυτός αρνήθηκε ζητώντας όπως του δείξουν σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου και ότι μετά το επίδικο περιστατικό, επικοινώνησε με τον τότε δικηγόρο του, xxxx Βασιλείου, ο οποίος αφού τον επισκέφθηκε στο σταθμό, διευθέτησε για τη μεταφορά του στο Νοσοκομείο. Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς των μελών της Αστυνομικής Δύναμης, ο ενάγοντας υπέστη, ως ισχυρίστηκε, ηθικές και σωματικές βλάβες καθώς επίσης και έξοδα ύψους €712 για σκοπούς θεραπείας των τραυμάτων του. Ως προς τις σωματικές του βλάβες, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι υπέστη εκδορά αριστερής γαστροκνημίας, εκδορά στον τράχηλο και εκδορές στο αριστερό γόνατο, κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και δυσκαμψία, εγκεφαλική διάσειση, διάστρεμμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, θλάση οσφύος επί προϋπάρχουσας σπονδυλολίσθησης, εκχυμώσεις και μωλωπισμοί στο κρανίο και αριστερό μάγουλο, εκχυμώσεις και εκδορές περιμετρικά του λαιμού και της κλείδας, θλαστικό τραύμα της αριστερής επιγονατίδας με δυσκαμψία του γόνατος, οίδημα και εκχύμωση στο τριχωτό της κεφαλής και στο αριστερό ζυγωματικό μάγουλο, έντονη κεφαλαλγία και ζάλη και την αυχενική μοίρα υπέστη βλάβη των αυχενικών συνδέσμων με συμπτώματα αστάθειας με πόνους του αυχένα και πονοκεφάλους. Για τη θεραπεία των εν λόγω τραυμάτων, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι του συνεστήθη πλήρης ανάπαυση, ακινητοποίηση του αυχένα με αυχενικό κολάρο και αντιφλεγμονώδη φάρμακα ενώ ακολούθησε και. φυσιοθεραπευτική αγωγή αυχένα, οσφυϊκής μοίρας και γόνατος. Προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο ενάγοντας παρουσίασε κατά την ακρόαση πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Λεμεσού ημερ. 18/3/2014 και ώρας 23:16 (Τεκ.1), απόδειξη πληρωμής ύψους €62 για εξασφάλιση του εν λόγω πιστοποιητικού (Τεκ.4), ιατρικό πιστοποιητικό του ιδιώτη Δρ. xxxx Μάρκαρη ημερ. 7/2/2015 (Τεκ.2), παραπεμπτικό του Δρ. Μάρκαρη για φυσιοθεραπείες (Τεκ. 3) και απόδειξη πληρωμής €350 για διενέργεια φυσιοθεραπειών (Τεκ.5). Στην πορεία της ακρόασης, το περιεχόμενο του κυβερνητικού ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκ.1) στο οποίο θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο, έγινε παραδεκτό από πλευράς υπεράσπισης ενώ από πλευράς ενάγοντα, δηλώθηκε ότι δεν επιθυμείτο πλέον η προώθηση των όσων προέκυπταν από το πιστοποιητικό και το παραπεμπτικό του Δρ. Μάρκαρη (Τεκ.2 και 3) ή την απόδειξη των €350 (Τεκ. 5). Για τα εν λόγω τεκμήρια η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε όπως αγνοηθούν από το Δικαστήριο και περιόρισε τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς και αξιώσεις της στο περιεχόμενο των Τεκ.1 και

  1. Στην αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι στις 18/3/2014 ο ενάγοντας τελούσε υπό κράτηση για το σκοπό διερεύνησης ποινικών αδικημάτων και ότι όταν επιχειρήθηκε να του ληφθεί DNA, αυτός αντέδρασε αναγκάζοντας έτσι τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς να χρησιμοποιήσουν «.εύλογη και/ή αναγκαία και/ή ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία.» ώστε να μπορέσουν να τον ακινητοποιήσουν για να καταστεί δυνατή η λήψη DNA. Θέση του εναγόμενου είναι όμως ότι, η κράτηση του ενάγοντα τη δεδομένη στιγμή ήταν νόμιμη εφόσον η κράτηση ήταν, από τις 10/3/2014, δυνάμει Δικαστικού διατάγματος οκταήμερης προσωποκράτησης για το σκοπό διερεύνησης ποινικών αδικημάτων, ότι η λήψη DNA κρίθηκε αναγκαία για σκοπούς αυτής της διερεύνησης, ότι ζητήθηκε αρχικά από τον ενάγοντα, αφού του έγινε η επιβεβλημένη προειδοποίηση, να συγκατατεθεί στην λήψη DNA πλην όμως αυτός αρνήθηκε οπόταν και κατηγορήθηκε για το σχετικό αδίκημα που διέπραξε, ότι συνεπεία της άρνησης του ενάγοντα να συγκατατεθεί στη λήψη DNA, η αστυνομία αποτάθηκε στο Δικαστήριο στις 17/3/2014 και εξασφάλισε σχετικό διάταγμα υποχρεωτικής παροχής DNA, ότι παρά την έκδοση του διατάγματος ο ενάγοντας εξακολουθούσε να αρνείται να συμμορφωθεί και να δώσει DNA και ότι όταν επιχειρήθηκε η εκτέλεση του διατάγματος, ο ενάγοντας επιτέθηκε κατά των μελών της αστυνομίας προβάλλοντας βίαιη και ισχυρή αντίσταση, τραυματίζοντας δύο από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς στο πρόσωπο και στην κεφαλή. Είναι υπό αυτά τα δεδομένα που τα μέλη της αστυνομίας αναγκάστηκαν, σύμφωνα με την εκδοχή του εναγόμενου, να χρησιμοποιήσουν κάποια βία εναντίον του ενάγοντα, αποκλειστικά όμως εντός των εύλογων και επιτρεπτών, υπό τις περιστάσεις ορίων, ώστε να ακινητοποιηθεί ο τελευταίος και να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του διατάγματος και να ληφθεί το DNA. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για εξύβριση και δυσφήμιση από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, αυτοί απορρίπτονται πλήρως από τον εναγόμενο όπως απορρίπτονται και όλες οι αξιώσεις του πρώτου. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, πέραν του ενάγοντα, εκ μέρους του κατέθεσε και ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κ. xxxx Βασιλείου (ΜΕ2) τη μαρτυρία του οποίου συνοψίζω πιο κάτω. Η μαρτυρία του ΜΕ2 αφορούσε μόνο στην επίσκεψη που ο τελευταίος έκαμε στο σταθμό που κρατείτο ο ενάγοντας μετά το επίδικο περιστατικό και μετά που ο τελευταίος του τηλεφώνησε για να του πει ότι είχε κτυπηθεί από την αστυνομία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με το τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά το επίδικο περιστατικό, ούτε και τι προηγήθηκε ή επακολούθησε αυτού. Το μόνο που γνωρίζει ο μάρτυρας, ως ανέφερε κατά την μαρτυρία του, ήταν ότι αφού έφθασε στο σταθμό, είδε τον ενάγοντα στο έδαφος με εκδορές στο πρόσωπο και να παραπονείται ότι ένοιωθε πόνο. Ακολούθως ο μάρτυρας ζήτησε από τον επικεφαλή του σταθμού όπως διευθετηθεί η μεταφορά του τότε πελάτη του στο νοσοκομείο όπως και έγινε. Από εκείνο το στάδιο και μετά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω, είτε για την εξέλιξη της υπόθεσης που διερευνάτο εναντίον του ενάγοντα είτε για τις μετέπειτα ενέργειες του τελευταίου, εφόσον ο διορισμός του ως δικηγόρος του ενάγοντα περιορίστηκε στη διάρκεια της κράτησης του τελευταίου η οποία έληγε εκείνη την ημέρα. Ο ενάγοντας δεν του ζήτησε να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο για ξυλοδαρμό και ούτε τον ξαναείδε για πολύ καιρό από τότε. Εκ μέρους του εναγόμενου κατέθεσαν πέντε αστυνομικοί οι οποίοι άμεσα ή έμμεσα είχαν εμπλοκή στα διάφορα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Αυτοί ήταν η Αστ. XXXXX xxxx Βασιλείου (ΜΥ1), ο Υ/μος xxxx Μιχαήλ (ΜΥ2), ο Α/Αστ. XXXXX xxxx Αριστείδου (ΜΥ3), ο Αστ. XXXXX xxxx Κοκκινόφτας (ΜΥ4) και ο Αστ. XXXXX xxxx Περικλέους (ΜΥ5). Όσον αφορά τη ΜΥ1, η δική της εμπλοκή στην όλη υπόθεση περιορίστηκε στην δημιουργία του αστυνομικού ποινικού φακέλου «Minor 119/14» ο οποίος αφορούσε στα κατ' ισχυρισμό ποινικά αδικήματα που διέπραξε ο ενάγοντας κατά το επίδικο περιστατικό, ήτοι παρακοή διατάγματος και αντίσταση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της αστυνομίας καθώς επίσης και στο αδίκημα της άρνησης παροχής DNA ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση, το οποίο αδίκημα έλαβε χώρα πριν το επίδικο περιστατικό. Κατά τη μαρτυρία της η ΜΥ1 κατέθεσε την κατάθεση στην οποία αυτή προέβη για σκοπούς του φακέλου 119/14 και τις γραπτές κατηγορίες του ενάγοντα για τα προαναφερόμενα αδικήματα (Τεκ. 9, 11, 12) καθώς επίσης και πιστό αντίγραφο του διατάγματος που εξασφαλίστηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού στις 17/3/2014 για υποχρεωτική παροχή DNA από τον ενάγοντα (Τεκ.10). Η ουσία της μαρτυρίας της ΜΥ1 δεν αμφισβητήθηκε όπως και δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ενάγοντας κατηγορήθηκε γραπτώς για τα πιο πάνω αδικήματα και αρνήθηκε ενοχή, και ότι στις 17/3/2014 εκδόθηκε το προαναφερόμενο Δικαστικό διάταγμα για υποχρεωτική παροχή DNA από τον τελευταίο . Όσον αφορά τους ΜΥ2, ΜΥ3, ΜΥ4 και ΜΥ5, η μαρτυρία τους περιστράφηκε γύρω από τις καταθέσεις που έδωσαν στα πλαίσια διερεύνησης των αδικημάτων του φακέλου 119/14, τις οποίες υιοθέτησαν για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (Έγγραφα Β - Ε). Η εκδοχή όλων των εν λόγω μαρτύρων κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές και αφορούσε στην εμπλοκή που ο καθένας τους είχε στα επίδικα γεγονότα καθώς επίσης και στα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό. Τη συνοψίζω. Ο ΜΥ4 είχε αναλάβει στις 8/3/2014 να διερευνήσει υπόθεση ληστείας που είχε διαπραχθεί εκείνη την ημέρα και για την οποία, στις 9/3/2014 είχε συλληφθεί ως ύποπτος ο ενάγοντας. Σύμφωνα με τον ΜΥ4, εναντίον του ενάγοντα είχε εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησης στις 10/3/2014 το οποίο έληγε στις 18/3/
  2. Δύο ημέρες πριν να λήξει η κράτηση, κρίθηκε αναγκαίο για σκοπούς της έρευνας, όπως ληφθεί DNA από τον ενάγοντα, ενόψει κάποιων τεκμηρίων που είχαν ανευρεθεί, οπόταν και ο ΜΥ4 ζήτησε από τον τελευταίο όπως του παράσχει σχετικό δείγμα. Ο ενάγοντας ήταν αρνητικός, οπόταν του έγινε η επιβεβλημένη προειδοποίηση όμως αυτός εξακολουθούσε να μην δέχεται να δώσει DNA. Λόγω αυτής της άρνησης του ενάγοντα, ο ΜΥ5 αποτάθηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 17/3/2014 και εξασφάλισε σχετικό διάταγμα για υποχρεωτική παροχή DNA από τον ενάγοντα (Τεκ.10). Με το που εξασφαλίστηκε το Δικαστικό διάταγμα, ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Λεμεσού, το οποίο ήταν το αστυνομικό τμήμα που διερευνούσε τη ληστεία, έδωσε οδηγίες στον ΜΥ2 όπως το εκτελέσει, χρησιμοποιώντας αν χρειαστεί, την ανάλογη εύλογη βία εφόσον ο ενάγοντας είχε ήδη αντιδράσει έντονα για το θέμα αυτό. Ακολούθως ο ΜΥ2 μετέβηκε στα κρατητήρια της ΑΔΕ Λεμεσού περί τις 20:30 στις 18/3/2014 όπου κρατείτο ο ενάγοντας και αφού του υπέδειξε και του ανάγνωσε το διάταγμα του Δικαστηρίου και του έδωσε τη σχετική προειδοποίηση, του ζήτησε να συμμορφωθεί ,ενημερώνοντας τον παράλληλα ότι σε αντίθετη περίπτωση η αστυνομία θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει ανάλογη βία για να εκτελέσει το διάταγμα. Παρά την προειδοποίηση που του έγινε, ο ενάγοντας εξακολουθούσε να είναι απόλυτος στην άρνηση του να δώσει DNA, αναφέροντας στον ΜΥ2 ότι «εγώ εν έχω εμπιστοσύνη σε κανένα δεν διώ DNA με τίποτε». Ο ΜΥ2 τότε αποχώρησε και ζήτησε από τον ΜΥ3, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον ενάγοντα διότι έμεναν στην ίδια γειτονιά και έτυχε να τον χειριστεί σε άλλες υποθέσεις στις οποίες ενεπλάκηκε, να προσπαθήσει εκ νέου να πείσει τον τελευταίο να συμμορφωθεί με το Δικαστικό διάταγμα. Ο ΜΥ3 τότε, αφού ανάγνωσε το διάταγμα που του έδειξε ο ΜΥ2, μετέβηκε περί τις 21:00 στο χώρο που κρατείτο ο ενάγοντας όπου, σύμφωνα με την κατάθεση του (Έγγραφο Γ), για διάστημα πέραν των 30 λεπτών, προσπαθούσε ανεπιτυχώς να τον πείσει να συμμορφωθεί εξηγώντας του «. ότι όφειλε να δώσει δείγμα γενετικού υλικού με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου και επιπλέον βάση του Ποινικού Κώδικα η Αστυνομία μπορεί να ασκήσει την ανάλογη βία για να αποσπάσει το γενετικό υλικό από τον ίδιο .». Παρά ταύτα ο ενάγοντας αρνείτο πεισματικά να δώσει οποιοδήποτε δείγμα, οπόταν και ο ΜΥ3 αποχώρησε και μετέβηκε στα γραφεία του ΤΑΕ. Στη συνέχεια, περί τις 21:30, ο ΜΥ2 ζήτησε από τον ΜΥ5 και τους Αστυφ. 2615, 1454, 1923 και 4008 όπως μεταβούν μαζί του στο χώρο που κρατείτο ο ενάγοντας ώστε να τον βοηθήσουν να εκτελέσει το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο λόγος που ο ΜΥ2 έκρινε αναγκαίο να ζητήσει τη βοήθεια άλλων συναδέλφων του για να εκτελέσει το διάταγμα ήταν, αφ' ενός διότι ο ενάγοντας θα έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλο χώρο για σκοπούς λήψης DNA, ήτοι τα γραφεία του ΤΑΕ και πάντοτε, ως θέμα ασφάλειας, για τη μεταφορά κρατουμένων είθισται να υπάρχουν πέραν του ενός αστυνομικού και, αφετέρου λόγω της ανησυχίας που του προκάλεσε η προηγούμενη αντίδραση του ενάγοντα ότι «δεν διώ DNA με τίποτε», η οποία αντίδραση, από την πείρα του, ήταν ένδειξη πιθανής βίαιης αντίδρασης από τον τελευταίο, κάτι που εν τέλει επιβεβαιώθηκε. Προτού εισέλθουν στα κρατητήρια, ο ΜΥ2 ανέφερε στους υπόλοιπους αστυνομικούς ότι ο ενάγοντας αρνείτο να συμμορφωθεί και ότι αν παρίστατο ανάγκη και έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ανάλογη βία για να εκτελεστεί το διάταγμα, τότε θα έπρεπε να επιδειχθεί «η μέγιστη προσοχή ώστε να μην κτυπήσει ή τραυματιστεί ο κρατούμενος». Ακολούθως προσέγγισαν τον ενάγοντα και ο ΜΥ2 τον πληροφόρησε ότι θα του τοποθετούσε χειροπέδες ώστε να τον μεταφέρει στα γραφεία του ΤΑΕ για σκοπούς εκτέλεσης του διατάγματος και λήψης του σχετικού δείγματος, πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να δεχτεί τις χειροπέδες και να ακολουθήσει τους αστυνομικούς. Ο ΜΥ2 τότε προσπάθησε, με τη βοήθεια των υπολοίπων, να τοποθετήσει τις χειροπέδες στον ενάγοντα όμως ο τελευταίος αντέδρασε έντονα και βίαια, κουνώντας τα χέρια και πόδια του και παλεύοντας με τους αστυνομικούς, προσπάθησε να τους απωθήσει. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο ΜΥ2 προσπαθούσε να κρατήσει το δεξί χέρι του ενάγοντα και ο Αστ. XXXXX το αριστερό, ο ενάγοντας τους έσπρωξε και τους δύο βίαια με αποτέλεσμα να κτυπήσουν μεταξύ τους στο κεφάλι (ο ένας κουτούλησε τον άλλο). Ο ενάγοντας ήταν τότε περί τα 90 - 95 κιλά, αρκετά εύσωμος και δυνατός και μαχόταν ανεξέλεγκτα, «όπως τον ταύρο», καθιστώντας έτσι το όλο εγχείρημα των αστυνομικών εξαιρετικά δύσκολο. Από τη σύγκρουση, ο XXXXX έπεσε στο έδαφος κρατώντας το κεφάλι του ενώ ο ΜΥ2 γονάτισε ζαλισμένος στο έδαφος χάνοντας για κάποια δευτερόλεπτα επαφή με το περιβάλλον. Μέσα σε εκείνο τον ελάχιστο χρόνο, δύο από τους άλλους αστυνομικούς κατάφεραν να πιάσουν ξανά τα χέρια του ενάγοντα και καταβάλλοντας προσπάθεια, τον ακινητοποίησαν και του πέρασαν χειροπέδες. Ο ΜΥ5 ο οποίος ήταν παρών αλλά δεν είχε εμπλακεί στην ακινητοποίηση του ενάγοντα, πληροφόρησε τον τελευταίο ότι είχε διαπράξει αδίκημα. Οι αντιστάσεις τότε του ενάγοντα έπεσαν και αυτός μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ, όπου ο ΜΥ3, ο οποίος ήδη βρισκόταν εκεί, εκτέλεσε το διάταγμα λαμβάνοντας δύο παρειακά επιχρίσματα τα οποία τοποθέτησε σε φάκελο τον οποίο ο ενάγοντας αρνήθηκε να υπογράψει. Ο ΜΥ2 και ο XXXXX μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκαν από ιατρό και ο ΜΥ2 διαπιστώθηκε να παρουσιάζει κάκωση κεφαλής, ήτοι εκχύμωση και οίδημα άνω βλεφάρου αριστερού οφθαλμού. Τον εν λόγω τραυματισμό του ΜΥ2 τον φωτογράφησε άλλος αστυφύλακας του ΤΑΕ προτού ο ΜΥ2 μεταβεί στο νοσοκομείο (Τεκ.13 και 14). Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ΜΥ3, δηλώθηκε από πλευράς ενάγοντα ότι είναι αποδεκτό ότι τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεση του ότι είπε στον ενάγοντα πριν το επίδικο περιστατικό και τα οποία παρατίθενται αυτολεξεί πιο πάνω, όντως ο μάρτυρας τα είπε στον ενάγοντα, πλην όμως για να τον παγιδεύσει ως ήταν και η σχετική υποβολή του δικηγόρου του ενάγοντα. Δηλώθηκε επίσης ως αποδεκτό ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου τελικά εκτελέστηκε μετά το επίδικο περιστατικό αν και η υπεράσπιση αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο εκτελέστηκε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν αφ' ενός την αξιοπιστία των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς και αφετέρου το νομικά βάσιμο των θέσεων τους. Η επιχειρηματολογία και των δύο περιορίστηκε στα αστικά αδικήματα της επίθεσης και της δυσφήμησης των αρ. 26 και 17 Κεφ.
  3. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως προκύπτει από την ανωτέρω παράθεση της μαρτυρίας, αρκετά από τα επίδικα γεγονότα συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών καθιστώντας έτσι μη αναγκαία την αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Συνοψίζω κατ' αρχήν τα όσα γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά. Ο ενάγοντας είχε συλληφθεί στις 9/3/2014 ως ύποπτος για ληστεία και στις 10/03/2014, κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, τέθηκε υπό οκταήμερη κράτηση για σκοπούς διερεύνησης του εν λόγω αδικήματος. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του στην ΑΔΕ Λεμεσού, του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα DNA, όμως αυτός αρνήθηκε οπόταν και κατηγορήθηκε γραπτώς. Στις 17/3/2014, ήτοι πριν να λήξει η κράτηση του ενάγοντα, ο ΜΥ5, αποτάθηκε στο Δικαστήριο και εξασφάλισε Δικαστικό διάταγμα υποχρεωτικής παροχής DNA από τον ενάγοντα για σκοπούς της έρευνας που διεξάγετο. Στις 18/3/2014 και περί ώρα 21:00, ο ΜΥ3 επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο χώρο που κρατείτο και του ανέφερε «. ότι όφειλε να δώσει δείγμα γενετικού υλικού με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου και επιπλέον βάση του Ποινικού Κώδικα η Αστυνομία μπορεί να ασκήσει την ανάλογη βία για να αποσπάσει το γενετικό υλικό από τον ίδιο .». Ο ενάγοντας αρνήθηκε να δώσει δείγμα DNA. Περί τις 21:30, οι ΜΥ2, ΜΥ5 και ακόμη τέσσερις αστυνομικοί, μετέβηκαν στο προαύλιο της ΑΔΕ Λεμεσού όπου βρισκόταν ο ενάγοντας. Εκεί έλαβε χώρα κάποιο βίαιο περιστατικό μεταξύ των εν λόγω αστυνομικών και του ενάγοντα. Μετά το περιστατικό, το διάταγμα της 17/3/2014 εκτελέστηκε με τη λήψη δύο παρειακών επιχρισμάτων και περί τις 23:30, ο ενάγοντας μεταφέρθηκε με τη συνοδεία της αστυνομίας στο Γ.Ν. Λεμεσού, όπου παραπονούμενος για κεφαλαλγία, άλγος θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας και σπονδυλικής στήλης, εξετάστηκε από την επί καθήκοντι ιατρό, Δρ. Π. Νεάρχου. Η τελευταία διέγνωσε ότι ο ενάγοντας έφερε «εκδορά αριστερής γαστροκνημίας, στον τράχηλο και εκδορές στο αριστερό γόνατο. κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης». Για τη μεταφορά του ενάγοντα στο Νοσοκομείο, ενεπλάκη και ο τότε δικηγόρος του τελευταίου, ΜΥ2, ο οποίος σε κάποια φάση είχε επισκεφθεί τον ενάγοντα στην ΑΔΕ Λεμεσού. Την ίδια ημέρα εξετάστηκε από ιατρό του Νοσοκομείου και ο ΜΥ2, ο οποίος διαγνώστηκε να φέρει κάκωση κεφαλής, ήτοι εκχύμωση και οίδημα άνω βλεφάρου αριστερού οφθαλμού. Στις 19/03/14, ο ενάγοντας κατηγορήθηκε γραπτώς από την ΜΥ1 για ηθελημένη παρακοή του διατάγματος της 17/03/14 και για αντίσταση σε αστυνομικό κατά τη νόμιμη εκτέλεση καθήκοντος, ήτοι την εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος και αυτός περιορίστηκε να δηλώσει μη παραδοχή. Από τις 18/03/14 που έγινε το επίδικο περιστατικό μέχρι και τις 29/12/14 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, ο ενάγοντας κανένα παράπονο υπέβαλε εναντίον της αστυνομικής δύναμης ή της Δημοκρατίας σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Είναι ευνόητο ότι ενόψει των πιο πάνω μη αμφισβητούμενων γεγονότων, το μόνο επίδικο θέμα που ουσιαστικά παραμένει είναι το τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά το επίδικο περιστατικό της 18/3/2014 με την εκδοχή του ενάγοντα να είναι ο βάναυσος και αδικαιολόγητος ξυλοδαρμός του και του εναγόμενου η επιθετική αντίδραση του πρώτου η οποία ανάγκασε τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς να ασκήσουν εύλογη και αναγκαία βίας από με σκοπό την εκτέλεση Δικαστικού διατάγματος. Προχωρώ συνεπώς να αξιολογήσω σχετική με το πιο πάνω θέμα μαρτυρία. ΜΕ2 και ΜΥ1 Η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων αφορά ουσιαστικά σε παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι έλαβε χώρα βίαιο περιστατικό μεταξύ ενάγοντα και αστυνομικών στην ΑΔΕ Λ/σου στις 18/03/14 και ότι μετά από αυτό το περιστατικό, ο ενάγοντας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου διαγνώσθηκαν τα όσα αναφέρονται στο Τεκ.
  1. Ενόψει τούτου και του ότι αμφότεροι κατέστησαν σαφές από την αρχή ότι καμία εμπλοκή στο ή γνώση για το επίδικο περιστατικό είχαν πλην του σημείου όπου χρειάστηκε να εμπλακούν για τον περιορισμένο σκοπό που ανέφεραν, η μαρτυρία τους καθίσταται τυπικής φύσεως και συνεπώς, αν και λαμβάνεται υπόψη καθίσταται δευτερεύουσας σημασίας. Ενάγοντας Αναφέρω από την αρχή ότι καθ' όλη τη μαρτυρία του ο ενάγοντας περιορίστηκε σε δύο θέματα μόνο στα οποία και επέμεινε, ήτοι ότι οι αστυνομικοί ουδέποτε τον πληροφόρησαν για την έκδοση του Δικαστικού διατάγματος της 17/3/2014, ούτε του έδειξαν τέτοιο διάταγμα παρά την απαίτηση του για τούτο και ότι οι αστυνομικοί του επιτέθηκαν και τον ξυλοφόρτωσαν άδικα και αδικαιολόγητα. Ως προς το πρώτο σκέλος της εκδοχής του ενάγοντα, αυτό σαφέστατα αναιρέθηκε κατά τη αντεξέταση του ΜΥ3 όπου έγινε αποδεκτό από πλευράς του πρώτου ότι ο ΜΥ3 όντως είπε στον ενάγοντα πριν το περιστατικό «. ότι όφειλε να δώσει δείγμα γενετικού υλικού με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου και επιπλέον βάση του Ποινικού Κώδικα η Αστυνομία μπορεί να ασκήσει την ανάλογη βία για να αποσπάσει το γενετικό υλικό από τον ίδιο .» (έμφαση δική μου). Μάλιστα δε, η σχετική υποβολή που έγινε στον ΜΥ3 ήταν ότι αυτός είπε «αυτά τα πράγματα» στον ενάγοντα με σκοπό να τον παγιδεύσει. Δεν μπορεί συνεπώς από τη μια να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε οι αστυνομικοί ανέφεραν στον ενάγοντα ότι είχε εκδοθεί διάταγμα και από την άλλη να προωθείται η θέση ότι του είπαν ότι είχε εκδοθεί διάταγμα ώστε να τον ξεγελάσουν. Είτε του είπαν ότι υπήρχε διάταγμα είτε δεν του είπαν. Και τα δύο δεν μπορούν να ευσταθούν και ο ενάγοντας δεσμεύεται από τη γραμμή που προέβαλε μέσω του δικηγόρου του καθώς επίσης και τη δήλωση ως προς το παραδεκτό της επί του προκειμένου θέσης του ΜΥ
  2. Δεν είναι όμως μόνο αυτό το σημείο που καταρρίπτει την επί του προκειμένου πτυχή της εκδοχής του ενάγοντα και επιβεβαιώνει την περί του αντιθέτου εκδοχή των εμπλεκόμενων αστυνομικών. Κατά την αντεξέταση του, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι από την πρώτη ημέρα της σύλληψης του και πριν την έκδοση του διατάγματος προσωποκράτησης του, αυτός προθυμοποιήθηκε και συμφώνησε να δώσει δείγμα DNA και σε αντάλλαγμα να τον αφήσουν ελεύθερο αν δεν συνδεόταν με τα τεκμήρια της ληστείας που είχαν ανευρεθεί. Ακολούθως όμως, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η αστυνομία αθέτησε την υπόσχεση της, δεν του έλαβε DNA και προτίμησε να αιτηθεί διάταγμα προσωποκράτησης. Αυτό κλόνισε την εμπιστοσύνη του εξ' ου και στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε δείγμα DNA, αρνήθηκε να το δώσει εκτός εάν του έδειχναν σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Του είπαν τότε οι αστυνομικοί, ως ισχυρίστηκε, ότι θα προχωρήσουν να εξασφαλίσουν τέτοιο διάταγμα και θα επανέλθουν, όμως ουδέποτε τον ενημέρωσαν ότι το είχαν πράξει. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον ενάγοντα, στις 18/3/2014, προτού λάβει χώρα το επίδικο περιστατικό, οι αστυνομικοί τον προσέγγισαν δύο και τρεις φορές και μάλιστα «κάθε μισή ώρα με σαράντα λεπτά» για να του ζητήσουν DNA χωρίς όμως ποτέ να του αναφέρουν ότι υπήρχε διάταγμα. Την ώρα δε του περιστατικού, σύμφωνα με τον ενάγοντα, εισήλθαν στο χώρο που βρισκόταν οκτώ με δέκα αστυνομικοί, οι οποίοι το μόνο που του είπαν ήταν ότι ήρθαν να του πιάσουν DNA δια της βίας και τον ξυλοφόρτωσαν. Επί αυτή της πτυχής της εκδοχής του παρατηρώ τα εξής. Κατ' αρχή, σύμφωνα με τον τότε δικηγόρο του ενάγοντα, ΜΕ2, κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης, εξ' όσων ο μάρτυρας θυμάται, ο ενάγοντας είχε συγκατατεθεί στην οκταήμερη κράτηση του. Αυτό σίγουρα δεν συνάδει με την εκδοχή του ενάγοντα περί κλονισμού της εμπιστοσύνης του λόγω δήθεν αθέτησης της υπόσχεσης της αστυνομίας να μην επιδιώξει την κράτηση του. Πέραν όμως του πιο πάνω, στον ενάγοντα τέθηκε το εύλογο ερώτημα κατά την αντεξέταση του, ως προς το ποιο λόγο είχαν οι αστυνομικοί να μην του αναφέρουν ότι είχαν διάταγμα που τους επέτρεπε να λάβουν δείγμα DNA και να προτιμήσουν να του επιτεθούν εντελώς απρόκλητα ώστε να εξασφαλίσουν τέτοιο δείγμα, τη στιγμή μάλιστα που αυτός τους είχε ήδη αναφέρει, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ότι αν εξασφάλιζαν διάταγμα αυτός θα συμμορφωνόταν. Καμία όμως απάντηση έδωσε ο ενάγοντας, ο οποίος περιορίστηκε να εκφράσει την ίδια απορία και να παραπέμψει στους εμπλεκόμενους αστυνομικούς για την απάντηση. Με κάθε σεβασμό όμως, τούτη η στάση του ενάγοντα δεν πείθει. Εάν τα γεγονότα έγιναν ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, τότε όντως δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής η επί του προκειμένου πτυχή της εκδοχής του. Γιατί οι αστυνομικοί να περιμένουν οκτώ μέρες για να ασκήσουν βία στον ενάγοντα για να λάβουν το DNA του, αν ήταν εξ' υπαρχής αυτός ο σκοπός τους και δεν το έπραξαν από την πρώτη ημέρα που αυτός αρνήθηκε; Γιατί οι αστυνομικοί να μπουν στον κόπο να εξασφαλίσουν διάταγμα Δικαστηρίου αν πρόθεση τους ήταν στο τέλος να ξυλοφορτώσουν τον ενάγοντα; Τέλος, γιατί μετά που οι αστυνομικοί εξασφάλισαν το διάταγμα να μπουν στον κόπο να παρακαλούν ουσιαστικά τον ενάγοντα να τους δώσει DNA, και μάλιστα «κάθε μισή ώρα με σαράντα λεπτά», ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αν η πρόθεση τους ήταν να το λάβουν δια της βίας και χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου; Σίγουρα, ένας αστυνομικός που επιθυμεί να λάβει DNA από ένα ύποπτο και ο τελευταίος αρνείται να το δώσει χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου, δεν θα μπει στον κόπο να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα και αντί να το χρησιμοποιήσει, κάνοντας έτσι το καθήκον του ευκολότερο, να προτιμήσει να θέσει τη σωματική και επαγγελματική του ασφάλεια σε κίνδυνο απλά για να λάβει δια της βίας το DNA του υπόπτου. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα και πάλι, ακόμη και λίγο πριν το περιστατικό, όταν οι αστυνομικοί εισήλθαν στο χώρο που βρισκόταν, του ζήτησαν δείγμα DNA και αυτός αρνήθηκε ζητώντας και πάλι να του δείξουν διάταγμα Δικαστηρίου. Θέση του ήταν ότι η απάντηση των αστυνομικών στο αίτημα του ήταν απλά ότι ήρθαν να του πιάσουν DNA και του επιτέθηκαν. Ποιο λόγο όμως είχαν οι αστυνομικοί, έστω και εκείνη τη στιγμή, όχι μόνο να μην του δείξουν το διάταγμα που είναι παραδεκτό ότι εξασφάλισαν την προηγούμενη μέρα ή έστω να τον ενημερώσουν γι' αυτό και να προτιμήσουν να του το αποκρύψουν και να του επιτεθούν; Ούτε σε αυτό το εύλογο ερώτημα όμως ο ενάγοντας μπόρεσε να απαντήσει ικανοποιητικά όταν αυτό του τέθηκε κατά την αντεξέταση του. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του ενάγοντα περί άγνοιας και μη πληροφόρησης του για την ύπαρξη του διατάγματος της 17/3/2014, κρίνεται παντελώς αναξιόπιστος και απορρίπτεται. Το αναξιόπιστο όμως της εκδοχής του ενάγοντα επεκτείνεται και στη θέση του ως προς το τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά το επίδικο περιστατικό. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε απλά ότι μετά που αρνήθηκε να δώσει δείγμα DNA εκτός εάν υποχρεωνόταν με διάταγμα Δικαστηρίου, οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί εισήλθαν στο προαύλιο που βρισκόταν και τον ξυλοφόρτωσαν. Όπως χαρακτηριστικά δε ανέφερε στη δήλωση του, οι αστυνομικοί τον κτυπούσαν και τον γρονθοκοπούσαν ανελέητα με γροθιές και λακτίσματα σε όλα τα μέρη του σώματος του. Κατά την αντεξέταση του όμως, την πιο πάνω εκδοχή του την άλλαζε συνεχώς, άλλοτε προσθέτοντας στους ισχυρισμούς του και άλλοτε διαφοροποιώντας τους, ενώ την ίδια στιγμή τα όσα ισχυρίστηκε δεν συνήδαν ούτε με τη γραμμή που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα. Εξηγώ. Όταν του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση του να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς κατ' εκείνον έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι ενώ ήταν στο προαύλιο της ΑΔΕ Λεμεσού, άνοιξαν την καγκελόπορτα της αυλής περί τα οκτώ με δέκα άτομα με πολιτικά ρούχα κι αφού του είπαν μόνο ότι ήρθαν να του πιάσουν DNA, άρχισαν να τον κτυπούν με γροθιές και κλοτσιές προσθέτοντας ότι τον έριξαν και στο έδαφος και συνέχισαν να τον κτυπούν ανελέητα ενόσω ήταν κάτω και αυτός μάταια προσπαθούσε να προστατεύσει το πρόσωπο του. Το μόνο που είχε προλάβει να τους πει, ισχυρίστηκε, ήταν ότι δεν θα τους έδινε δείγμα DNA αν δεν του έδειχναν διάταγμα και διαφοροποιώντας την αρχική του εκδοχή, ισχυρίστηκε ότι τίποτε άλλο δεν λέχθηκε μεταξύ τους. Αυτοί απλά ξεκίνησαν να τον κτυπούν και όταν τελείωσαν τον άφησαν εκεί στο προαύλιο κτυπημένο οπόταν χρησιμοποίησε το καρτοτηλέφωνο που βρισκόταν εκεί για να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του. Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, αρχικά τους υπεβλήθη η θέση ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί ήταν έξι και όχι οκτώ με δέκα που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, στη συνέχεια και μετά που ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο ίδιος και ο XXXXX τραυματίστηκαν από την αρχή του επεισοδίου, ότι αυτοί που κτύπησαν τον ενάγοντα ήταν οι άλλοι τέσσερις και στο τέλος ότι τον ενάγοντα τον κτύπησαν πέντε αστυνομικοί. Αντεξεταζόμενος ως προς τις νέες λεπτομέρειες που έδωσε, οι οποίες σημειώνω αναιρούν και την όλη εκδοχή του περί εξύβρισης του από τους αστυνομικούς αφού σύμφωνα με αυτή την εκδοχή μόνο τα όσα αναφέρονται πιο πάνω λέχθηκαν μεταξύ του και των αστυνομικών, ο ενάγοντας αποφάσισε να προσθέσει και τον ισχυρισμό ότι προτού εισέλθουν οι αστυνομικοί στο προαύλιο, τον απείλησαν ότι αν δεν τους δώσει DNA «εν να μπούμε να το πιάμε με άλλο τρόπο», απειλή την οποία αντιλήφθηκε να εξυπακούει βία. Στη συνέχεια όμως πρόσθεσε ακόμη ένα νέο ισχυρισμό, ήτοι ότι αφού του επιτέθηκαν στο προαύλιο και τον κτύπησαν με το βάναυσο τρόπο που ισχυρίστηκε, οι αστυνομικοί του έβαλαν χειροπέδες και τον μετέφεραν στα γραφεία του ΤΑΕ τα οποία βρίσκονταν πλησίον του προαύλιου όπου άρχισαν ξανά να τον κτυπούν και όταν τελείωσαν, του πήραν DNA και τον έφεραν πίσω στο προαύλιο κτυπημένο όπου τον βρήκε ο δικηγόρος του. Του υποδείχθηκε ότι τον εν λόγω ισχυρισμό του, δηλαδή περί μεταφοράς του με χειροπέδες στα γραφεία του ΤΑΕ και περί περαιτέρω κτυπημάτων εντός των εν λόγω γραφείων, πρώτη φορά τον προέβαλε. Αυτός όμως επέμενε στην αλήθεια των ισχυρισμών του ισχυριζόμενος ότι επειδή στα γραφεία του ΤΑΕ δέχθηκε «μόνο πάτσους» θεώρησε πιο σημαντικό να αναφερθεί μόνο στην επίθεση που του έγινε στο προαύλιο. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι στο γραφείο του ΤΑΕ ήταν περίπου τέσσερα με πέντε άτομα, άλλα από αυτούς που ενεπλάκηκαν στο επίδικο περιστατικό και αφού τον έβαλαν να κάτσει σε μια καρέκλα με τις χειροπέδες, του «έδωσαν ορισμένους πάτσους στο κεφάλι και στο μάγουλο» και ακολούθως του έβαλαν κάτι στο στόμα για να του πιάσουν σάλιο. Ήταν τόσο κτυπημένος ισχυρίστηκε, που δεν μπορούσε να αντιδράσει καθόλου και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν ότι του έβαζαν κάτι στο στόμα. Σημειώνω εδώ ότι πέραν της πλήρους αναδιαμόρφωσης της όλης εκδοχής του ενάγοντα, η θέση που υπεβλήθη κατά την αντεξέταση του ΜΥ3, ο οποίος βρισκόταν στο γραφείο του ΤΑΕ όταν ο ενάγοντας μεταφέρθηκε εκεί οπόταν και του λήφθηκε το δείγμα DNA, ήταν ότι τον έριξαν στο έδαφος όπου τον κτύπησαν βίαια και πάλι και ότι το DNA του το έλαβαν ενώ αυτός ήταν στο έδαφος, γραμμή δηλαδή εντελώς διαφορετική από αυτήν που προώθησε ο ενάγοντας. Δεν θα μπορούσε όμως τέλος να αγνοηθεί και η διάσταση που παρατηρείται μεταξύ των ισχυρισμών του ενάγοντα ως προς τον τρόπο και την ένταση του κατ' ισχυρισμό ξυλοδαρμού του με τα παραδεκτά ευρήματα του νοσοκομείου (Τεκ.1). Συγκεκριμένα, ενώ η τελική θέση του ενάγοντα ήταν ότι δέχθηκε τέτοια γρονθοκοπήματα, κλοτσιές και κτυπήματα στο κεφάλι και στο σώμα που τον κατέστησαν ανήμπορο να αντιδράσει, το μόνο που διαπιστώθηκε από το νοσοκομείο ήταν κάποιες απλές εκδορές και κακώσεις. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι παραδεκτές κακώσεις που έφερε ο ενάγοντας ευρίσκονταν στην περιοχή της κεφαλής, του θώρακα και της οσφύος. Αν και δεν προσκομίστηκε όμως μαρτυρία από οποιαδήποτε πλευρά ως προς τη φύση, βαθμό και σοβαρότητα αυτών των κακώσεων, αυτές δεν μπορεί να ήταν σοβαρές αφού σύμφωνα με το Τεκ.1 δεν συνεστήθη οποιασδήποτε μορφής θεραπεία στον ενάγοντα και ούτε αυτός κρίθηκε να χρίζει οποιασδήποτε νοσηλείας αλλά αντίθετα απελύθη άμεσα από το νοσοκομείο. Η φύση και σοβαρότητα συνεπώς των παραδεκτά διαπιστωθέντων τραυμάτων του ενάγοντα δεν μπορεί να συνδεθεί με ξυλοδαρμό της φύσης και της έντασης που αυτός ισχυρίστηκε αλλά μπορεί να συνδεθεί με τη χρήση της βίας που ισχυρίστηκαν οι αστυνομικοί ότι αναγκάστηκαν να ασκήσουν για να εκτελέσουν το Δικαστικό διάταγμα. Δεν μπορεί τέλος να μην αγνοηθεί και το ότι στον ενάγοντα δόθηκε η ευκαιρία να προβάλει τους ισχυρισμούς και τα όποια παράπονα του όταν κατηγορήθηκε γραπτώς για το επίδικο περιστατικό στις 19/03/14 (Τεκ.9), ήτοι δύο μέρες αργότερα όταν δεν ήταν πλέον υπό κράτηση πλην όμως ο τελευταίος περιορίστηκε απλά να δηλώσει μη παραδοχή και κανένα παράπονο ή ισχυρισμό δεν προέβαλε, ως έπραξε εννιά και πλέον μήνες αργότερα με την παρούσα αγωγή. Ούτε όμως και κατά τα διάρκεια αυτών των εννέα μηνών ο ενάγοντας υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον των μελών της αστυνομίας, είτε μέσω του τότε δικηγόρου του είτε άλλως πως. Η εξήγηση δε που έδωσε για την αδράνεια του αυτή ο ενάγοντας, ήτοι ότι θεωρούσε ότι αν έκαμνε τέτοιο παράπονο δεν θα έβρισκε το δίκαιο του δεν πείθει. Όσον αφορά τις βλάβες και έξοδα που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη και οι οποίες προέκυπταν από τα Τεκ. 2, 3 και 5, αυτές, ενόψει της σχετικής δήλωσης που έγινε κατά την ακρόαση σε σχέση με τα εν λόγω τεκμήρια, παρέμειναν άνευ προώθησης και απόδειξης. Κοντολογίς απ΄ όλα τα πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα θεωρώ η φανερή προσπάθεια του ενάγοντα να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα αθώο πρόσωπο που ενώ ασκούσε με κάθε ηρεμία και ευσυνειδησία τα συνταγματικά του δικαιώματα, δέχθηκε βάναυση και απάνθρωπη συμπεριφορά από την αστυνομία, η οποία όμως δεν περιορίστηκε μόνο στον ανελέητο και σαδιστικό ξυλοδαρμό του, αλλά επεκτάθηκε και στην απροθυμία να του παρασχεθεί έστω η στοιχειώδης ανθρωπιστική βοήθεια. Στην προσπάθεια όμως αυτή του ενάγοντα, ήταν έκδηλα έντονο το στοιχείο της υπερβολής, υπερβολής η οποία μάλιστα άγγιζε τα όρια του παράλογου, ενώ κάθε φορά που ο ενάγοντας καλείτο να εξιστορήσει τα γεγονότα τα εμπλούτιζε με νέα και πιο βίαια δεδομένα που ουδέποτε όμως προηγουμένως τα είχε αναφέρει. Και όλα αυτά, χωρίς στο τέλος να μπορούν να συσχετιστούν οι ισχυρισμοί του με τη γραμμή που προώθησε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της άλλης πλευράς. Ο λόγος βέβαια για αυτήν την άσχημη εικόνα που παρουσίασε ο ενάγοντας ως μάρτυρας, είναι θεωρώ ευνόητος, ήτοι διότι προσπαθούσε να αποκρύψει το τι πραγματικά έγινε εφόσον πολύ απλά δεν τον σύμφερε. Και για το διάταγμα της 17/3/2014 γνώριζε αλλά και για την υποχρέωση του να συμμορφωθεί με αυτό. Καμία τέτοια πρόθεση όμως είχε και φρόντισε όπως το δείξει αυτό στους αστυνομικούς με τον πιο έντονο τρόπο. Απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του ενάγοντα συνεπώς ως αναξιόπιστη. Με δεδομένο ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι ο ενάγοντας υπέστη τους τραυματισμούς του Τεκ.1 ενόσω τελούσε υπό κράτηση και ότι στις 18/03/14 έλαβε χώρα ένα περιστατικό στις 18/03/14 στα πλαίσια του οποίου κάποια βία ασκήθηκε από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς εναντίον του ενάγοντα, θεωρώ πρέπον όπως, παρά την απόρριψη της εκδοχής του ενάγοντα, να αξιολογήσω και την μαρτυρία των εμπλεκόμενων αστυνομικών και γενικά τη μαρτυρία τη υπεράσπισης. ΜΥ2, ΜΥ3, ΜΥ4 και ΜΥ5 Διεξήλθα τη μαρτυρία των πιο πάνω με την ίδια προσοχή και έχοντας κατά νου τις αρχές που αφορούν στον ενδεδειγμένο τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας των μελών της αστυνομίας τα οποία εμπλέκονται σε επεισόδιο όπου ασκήθηκε κάποιας μορφής βία όπως οι εν λόγω αρχές διατυπώθηκαν στην Χαμπή Κυριάκος ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 70, ήτοι ότι αυτή θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία προσοχή, επιφυλακτικότητα ή ακόμα και καχυποψία. Με γνώμονα τα πιο πάνω, όλοι οι εν λόγω μάρτυρες μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, τόσο απομονωμένα όσο και συνολικά με τη μαρτυρία τους δε στα ουσιώδη της μέρη να αλληλοεπιβεβαιώνεται. Ήταν σαφείς και κατατοπιστικοί στην μαρτυρία τους και σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους δεν κλονίστηκαν. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, από τη μαρτυρία και γραμμή του ενάγοντα επιβεβαιώθηκε η θέση των αστυνομικών ότι επιχείρησαν αρκετές φορές να εξασφαλίσουν την συγκατάθεση του ενάγοντα για να λάβουν δείγμα DNA και ότι σεβάστηκαν την άρνηση του οπόταν και αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν σχετικό διάταγμα. Αυτά επιβεβαιώνονται και από την αποδοχή από πλευράς ενάγοντα της προσπάθειας που έκαμε ο ΜΥ3 για να τον πείσει να συμμορφωθεί με το διάταγμα μετά την έκδοση του αλλά και από το γεγονός ότι το διάταγμα τελικά εκτελέστηκε. Σημειώνω εδώ ότι σε σχέση με τον ΜΥ3, δεν αμφισβητήθηκε ότι επρόκειτο για αστυνομικό που γνώριζε προσωπικά τον ενάγοντα εξ' ου και εύλογα θεωρήθηκε ότι ενδεχομένως η δική του προσέγγιση να ήταν πιο αποτελεσματική, όπως και δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ΜΥ2 ότι κατά το επίδικο περιστατικό τραυματίστηκε τόσο ο ίδιος όσο και άλλος συνάδελφος του. Στοιχεία όμως ειλικρίνειας και γνήσιου αυθορμητισμού επέδειξε και ο κάθε μάρτυρας κατά τη δική του μαρτυρία. Ενδεικτικά αναφέρω την αληθοφανή και αξιόπιστη θέση που ο κάθε ένας του εξέφρασε ξεχωριστά ότι, από τη στιγμή που είχαν στα χέρια τους διάταγμα Δικαστηρίου δεν είχαν κανένα λόγο να θέσουν τον εαυτό τους στην επικίνδυνη θέση, τόσο σωματικά όσο και επαγγελματικά, να εμπλακούν βίαια με ένα ύποπτο που ήταν σημαντικής σωματικής διάπλασης και δύναμης. Σημειώνω, επίσης την μη αμφισβήτηση της θέσης του ΜΥ5 ότι ο ίδιος, αν και ήταν μέλος της ομάδας που επιχείρησε να λάβει DNA από τον ενάγοντα δεν τον άγγιξε καθόλου καθώς και την γνήσια και αυθόρμητη τοποθέτηση του ότι για εκείνον, το γεγονός ότι εμπλέκονταν στο περιστατικό συναδέλφοι του «εν σημαίνει τίποτε» για σκοπούς της μαρτυρίας του. Ειλικρινής όμως ήταν και ο ΜΥ4, ο οποίος από την αρχή της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή στο περιστατικό και ως εκ τούτου, όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει κατά πόσο τα τραύματα που το νοσοκομείο διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας έφερε, δυνατό να προκλήθηκαν από ξυλοδαρμό του από τους άλλους συναδέλφους του, δεν επιχείρησε να απαντήσει προς υποστήριξη της μιας ή της άλλης πλευράς αλλά περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι εφόσον δεν ήταν παρών, δεν μπορούσε ούτε να δεχθεί αλλά ούτε και να απορρίψει αυτόν τον ισχυρισμό. Επαναλαμβάνω τέλος την παραδεκτή προσπάθεια που ο ΜΥ3 έκαμε, στη βάση της γνωριμίας του με τον ενάγοντα, για να τον πείσει να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης (ΜΥ2, ΜΥ3, ΜΥ4 και ΜΥ5) είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα και για τα γεγονότα στα οποία ο καθ' ένας είχε άμεση ή έμμεση εμπλοκή και συνεπώς αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του καθ' ενός εξ' αυτών ως αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έγιναν ως τα ανέφεραν οι μάρτυρες υπεράσπισης και ειδικότερα προβαίνω στα εξής περαιτέρω ευρήματα. Πέραν του ΜΥ3, τόσο ο ΜΥ2 όσο και ο ΜΥ4 προσπάθησαν να πείσουν τον ενάγοντα να δώσει δείγμα DNA πλην όμως αυτός αρνείτο. Μετά που εξασφαλίστηκε το Δικαστικό διάταγμα στις 17/3/2014 τόσο ο ΜΥ2 όσο και ο ΜΥ3 έφεραν σε γνώση του ενάγοντα το διάταγμα καθώς και την υποχρέωση του να συμμορφωθεί με αυτό όμως και πάλι αυτός ήταν απόλυτος και έντονος ως προς το ότι δεν επρόκειτο να συμμορφωθεί. Ως εκ τούτου και για σκοπούς καθαρά ασφάλειας, η οποία υπό τις περιστάσεις ήταν ιδιαίτερα επιβεβλημένη λόγω και της έντονης αντίδρασης του ενάγοντα αλλά και της σωματικής του διάπλασης, ο ΜΥ2 ζήτησε από πέντε άλλους συναδέλφους του, περιλαμβανομένου και του ΜΥ5, να τον βοηθήσουν να μεταφέρει τον ενάγοντα από το προαύλιο της ΑΔΕ Λεμεσού στα γραφεία του ΤΑΕ για να εκτελεστεί το διάταγμα. Αφού προσέγγισαν τον ενάγοντα και τον ενημέρωσαν ότι προτίθενται να του βάλουν χειροπέδες και να τον μεταφέρουν στα γραφεία του ΤΑΕ για να εκτελέσουν το διάταγμα που είχαν εξασφαλίσει, αυτός αντέδρασε και όταν επιχειρήθηκε να του περαστούν οι χειροπέδες, αντέδρασε βίαια και επιθετικά κατά των αστυνομικών με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ΜΥ2 και ένας άλλος αστυνομικός, στο πρόσωπο και στην κεφαλή. Ακολούθως άλλοι δύο αστυνομικοί που βρίσκονταν εκεί επενέβησαν δυναμικά και κατάφεραν σε ελάχιστο χρόνο να ακινητοποιήσουν τον ενάγοντα και να του περάσουν χειροπέδες οπόταν και έληξε το όλο περιστατικό. Ο ενάγοντας σταμάτησε να προβάλλει αντίσταση και μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ όπου ο ΜΥ3 και άλλοι αστυνομικοί που βρίσκονταν εκεί, έλαβαν από αυτόν δείγμα DNA και ακολούθως τον μετέφεραν πίσω στο προαύλιο της ΑΔΕ Λεμεσού όπου έγιναν τα όσα καταγράφω πιο πάνω ως ευρήματα. Καθ' όλο αυτό το διάστημα, κανένας εκ των εμπλεκόμενων αστυνομικών δεν εξύβρισε τον ενάγοντα ή προέβη σε οποιοδήποτε υβριστικό ή άλλως πως προσβλητικό σχόλιο για το άτομο του. Μετά που εξετάστηκε από τους ιατρούς του νοσοκομείου, ο ενάγοντας, αφού δεν κρίθηκε ότι χρήζει νοσηλείας, απελύθη χωρίς να του συστηθεί οποιαδήποτε θεραπεία και ακολούθως απελύθη και από την αστυνομική κράτηση. Τα τραύματα που έφερε ο ενάγοντας, συνήδαν με την άσκηση βίας για σκοπούς ακινητοποίησης του μετά από βίαιη αντίδραση του. Μέχρι την καταχώρηση της παρούσας εννέα και πλέον μήνες αργότερα κανένα παράπονο δεν υπέβαλε εναντίον των εμπλεκόμενων αστυνομικών. Νομική πτυχή Όπως ανέφερα πιο πάνω, στην επιχειρηματολογία τους, αμφότεροι οι συνήγοροι περιορίστηκαν να σχολιάσουν τις πρόνοιες των αρ. 26 και 17 του Κεφ. 148 επί των οποίων η αγωγή φέρεται να εδράζεται. Η αγωγή όμως περιλαμβάνει και ισχυρισμούς περί καταπάτησης των συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ενάγοντα ενώ ταυτόχρονα, από την υπεράσπιση αναδύεται και ο ισχυρισμός περί νόμιμων αστυνομικών ενεργειών προς εκτέλεση δικαστικού διατάγματος. Τα εν λόγω στοιχεία, φέρνουν στο προσκήνιο και πρόνοιες νομοθετημάτων που διέλαθαν της προσοχής των συνηγόρων και εννοώ το αρ. 27 του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (73(I)/2004), τις πρόνοιες του Άρθρου 6 του περί της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (Κυρωτικού) Νόμου του 1990 Ν.235/90, όπως τροποποιήθηκε, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στις αρχές που αφορούν στις πρόνοιες του Αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπως αυτές διατυπώθηκαν στην πολύ πρόσφατη και σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ αναφορικά με εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση από μέλη της αστυνομίας κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου, KHANI KABBARA v. CYPRUS - 24459/12 (Judgment : Article 3 - Prohibition of torture : Third Section) [2018] ECHR 450 (05 June 2018). Σύμφωνα με το αρ. 27 του Ν. 73(Ι)/04: «27.-
(1)Όταν η υπεράσπιση σε οποιαδήποτε αγωγή που εγείρεται εναντίον μέλους της Αστυνομίας είναι ότι η πράξη για την οποία γίνεται η μήνυση διενεργείται προς υπακοή εντάλματος που φέρεται ότι εκδόθηκε από Δικαστήριο, το Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αυτή, με την προσαγωγή του εντάλματος που περιέχει την υπογραφή μέλους του Δικαστηρίου που αναφέρεται και με την απόδειξη ότι η πράξη για την οποία γίνεται η μήνυση διενεργήθηκε προς υπακοή προς στο ένταλμα αυτό, δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του μέλους αυτού της Αστυνομίας: Νοείται ότι η υπεράσπιση αυτή δεν παρέχεται σε μέλος της Αστυνομίας, αν αποδειχθεί ότι το ένταλμα εκδόθηκε ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ψευδούς δήλωσης ή απόκρυψης που έγινε στο Δικαστήριο από το μέλος της Αστυνομίας που επικαλείται την προστασία που προβλέπεται στο εδάφιο αυτό..». Οι πιο πάνω πρόνοιες βέβαια, συνάδουν με την ειδική υπεράσπιση που παρέχεται στο αστικό αδίκημα της επίθεσης από το αρ. 27 του Κεφ.148: «27. Σε oπoιαδήπoτε αγωγή πoυ εγείρεται για επίθεση συvιστά υπεράσπιση- (α) Τo ότι o εvαγόμεvoς εvέργησε για πρoστασία τoυ ιδίoυ ή άλλoυ πρoσώπoυ κατά της παράvoμης χρήσης βίας από τov εvάγovτα, και ότι εvεργώvτας με τov τρόπo αυτό δεv υπερέβηκε τo εύλoγα αvαγκαίo για αυτό και η ζημιά η oπoία πρoκλήθηκε στov εvάγovτα από τηv επίθεση δεv ήταv δυσαvάλoγη πρoς τη ζημιά τηv oπoία ζήτησε vα απoτρέψει... (δ) τo ότι o εvαγόμεvoς εvεργoύσε ή παρείχε vόμιμα συvδρoμή στηv εκτέλεση εvτάλματoς, καταδίκης, εvτάλματoς για εκτέλεση ή εvτάλματoς κατάσχεσης πoυ εκδόθηκε από oπoιoδήπoτε Δικαστήριo ή άλλη vόμιμη για τo σκoπό αυτό αρμόδια αρχή, vooυμέvoυ ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται αγωγή ήταv επιτρεπτή από αυτά και αvεξάρτητα από oπoιoδήπoτε ελάττωμα πoυ υπάρχει σε αυτά ή για τηv έκδoση αυτώv..» Στρεφόμενος τώρα στο αρ. 6 του Ν. 235/90, διαπιστώνεται οι πρόνοιες του δημιουργούν τεκμήριο κακοποίησης από την αστυνομία αν πρόσωπο το οποίο τελεί υπό κράτηση ευρεθεί να φέρει τραύματα (βλ. Χαμπή ανωτέρω). «6.—
(1)Για τους σκοπούς των άρθρων 3 και 5, πρόσωπο που συλλήφθηκε ή άλλως κρατήθηκε τεκμαίρεται ότι κακοποιήθηκε από μέλος της Αστυνομίας στον αστυνομικό σταθμό στον οποίο κρατήθηκε, όταν διαπιστώνεται με ιατρική εξέταση, που διενεργείται είτε οποτεδήποτε πριν την απόλυση του από το σταθμό, είτε αμέσως μετά την απόλυση του από αυτόν, ότι φέρει οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις, τις οποίες δεν έφερε κατά το χρόνο εισδοχής του στο σταθμό.
(2)Σε περίπτωση εφαρμογής του τεκμηρίου του εδαφίου
(1), τεκμαίρεται περαιτέρω ότι, ο υπεύθυνος του αστυνομικού σταθμού, και ο υπεύθυνος των τυχόν ανακρίσεων για τη διερεύνηση της υπόθεσης, σε σχέση με την οποία έγινε η σύλληψη ή και κράτηση, ευθύνονται για την κακοποίηση, εκτός αν παράσχουν εύλογη εξήγηση για την πρόκληση των κακώσεων με τρόπο άλλο από εκείνο της κακοποίησης από μέλος της Αστυνομίας.» Οι πιο πάνω πρόνοιες συνάδουν και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ γύρω από το Αρ.3 της ΕΣΔΑ. Στην KABBARA, συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία επί του θέματος, το ΕΔΔΑ ανέφερε τα εξής: «
  1. Article 3 of the Convention enshrines one of the most fundamental values of democratic societies. Indeed the prohibition of torture and inhuman or degrading treatment or punishment is a value of civilisation closely bound up with respect for human dignity (Bouyid v. Belgium [GC], no. 23380/09, § 81, ECHR 2015, with further references). It prohibits in absolute terms torture or inhuman or degrading treatment or punishment, irrespective of the circumstances and the victim's behaviour (ibid., § 81).
  2. The Court refers to the general principles with respect to the obligation of the High Contracting Parties under Article 3 of the Convention not to submit persons under their jurisdiction to inhuman or degrading treatment or torture in the course of encounters with the police which have been set out in detail in paragraphs 82-90 of its judgment in the case of Bouyid (ibid.).
  3. The Court reiterates, in particular, that allegations of ill-treatment contrary to Article 3 must be supported by appropriate evidence. To assess this evidence, the Court adopts the standard of proof "beyond reasonable doubt" but adds that such proof may follow from the coexistence of sufficiently strong, clear and concordant inferences or of similar unrebutted presumptions of fact (ibid., § 82).
  4. On this latter point the Court has explained that where the events in issue lie wholly, or in large part, within the exclusive knowledge of the authorities, as in the case of persons within their control in custody, strong presumptions of fact will arise in respect of injuries occurring during such detention. The burden of proof is then on the Government to provide a satisfactory and convincing explanation by producing evidence establishing facts which cast doubt on the account of events given by the applicant. In the absence of such explanation, the Court can draw inferences which may be unfavourable for the Government. That is justified by the fact that persons in custody are in a vulnerable position and the authorities are under a duty to protect them (ibid., § 83).
  5. Ill-treatment must attain a minimum level of severity if it is to fall within the scope of Article
  6. The assessment of this minimum depends on all the circumstances of the case, such as the duration of the treatment, its physical or mental effects and, in some cases, the sex, age and state of health of the victim (ibid., § 86).
  7. In respect of a person who is deprived of his liberty, or, more generally, is confronted with law-enforcement officers, any recourse to physical force which has not been made strictly necessary by his or her own conduct diminishes human dignity and is an infringement of the right set forth in Article 3 (ibid., § 88).» (έμφαση δική μου). Αντιπαραβάλλοντας όλες τις πιο πάνω πρόνοιες μεταξύ τους, ενδεχομένως κάποιος να υποστηρίξει ότι οι μεν πρόνοιες του αρ.27 του Ν. 73(Ι)/04παρέχουν κάπως απόλυτη υπεράσπιση στην Αστυνομία με το βάρος αντίκρουσης της να είναι στους ώμους του ενάγοντα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πρόνοιες και ιδιαίτερα αυτές στις οποίες αφορά η νομολογία του ΕΔΔΑ για το Αρ. 3 της ΕΣΔΑ και του αρ. 6 του Ν. 235/90, οι οποίες θέτουν το βάρος στην Αστυνομία να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τις πράξεις τους και τις συνέπειες που αυτές είχαν στον ενάγοντα. Προσεχτική όμως ανάγνωση όλων των πιο πάνω προνοιών καταδεικνύει ότι σε όλες τις περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της υπεράσπισης του αρ. 27 του Ν.73(Ι)/04, είναι η αστυνομία που θα πρέπει να αποδείξει ότι «.η πράξη για την οποία γίνεται η μήνυση διενεργήθηκε προς υπακοή προς στο ένταλμα αυτό.». Η πιο πάνω κατάληξη βρίσκει έρεισμα και στην εξής περικοπή από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 471 όπου εξετάστηκε η συνταγματικότητα αλλά και η συμβατότητα με την ΕΣΔΑ της υποχρέωσης ενός υπόπτου να παράσχει δείγμα αίματος για σκοπούς διερεύνησης της εναντίον του υπόθεσης: «Τόσο η Αγγλική νομολογία όσο και η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει εφαρμόσει τον κανόνα της αναλογικότητας, δηλαδή η άσκηση λογικής βίας για τη λήψη δείγματος αίματος από τον ύποπτο δικαιολογείται από το συμφέρον καταστολής του εγκλήματος. Το ΕΔΑΔ στις υποθέσεις Peters v. Netherlands (Application 21132/93) 77-A DR 75 E Coun HR και X. v. Netherlands (Application 5239/78) 16 DR 184 διευκρινίζει ότι η λήψη δείγματος αίματος, παρά τη θέληση του υπόπτου, μπορεί να δικαιολογηθεί (justified) από το συμφέρον για την καταπολέμηση του εγκλήματος, νοουμένου ότι οι προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας ικανοποιούνται. Έτσι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης που προστατεύεται από το Σύνταγμα δεν είναι απόλυτο. Πρέπει να εξισορροπείται με το δικαίωμα και το καθήκον της Πολιτείας να υπερασπίζει και προστατεύει τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την περιουσία όλων των πολιτών της. Τις ίδιες θέσεις έχει υιοθετήσει και η νομολογία πολλών χωρών και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Έχοντας υπόψη τη νομολογία του ΕΔΑΔ και ιδιαίτερα τις υποθέσεις Saunders και Peters (πιο πάνω) καθώς και την Αγγλική και Αμερικανική νομολογία έχω καταλήξει ότι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής δεν είναι απόλυτο και υποχωρεί, εφαρμοζόμενης της αρχής της αναλογικότητας, μπρος το υπέρτερον αγαθόν της παρεμπόδισης και καταστολής του εγκλήματος.» Είτε συνεπώς το θέμα ήθελε προσεγγισθεί υπό τη σκοπιά του «αναγκαίου» (αρ. 27 Ν.73(Ι)/04), είτε της «αναγκαίας και εύλογης βίας» (αρ. 27 Κεφ.148), είτε της «εύλογης εξήγησης» (αρ.6 Ν.235/90), είτε της «ικανοποιητικής και πειστικής εξήγησης που να ρίχνει αμφιβολία στην εκδοχή του εναγόμενου» (Αρ. 3 ΕΣΔΑ Kabbara), η ουσία είναι ότι η αστυνομία θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, οι πράξεις των μελών της ήταν και εύλογες αλλά και ανάλογες των περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αξιόπιστη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του εναγόμενου, όχι μόνο απέδειξε τους ισχυρισμούς της καταρρίπτοντας παντελώς την εκδοχή του ενάγοντα, αλλά ακόμη και με τη δημιουργία του τεκμηρίου της κακοποίησης δυνάμει του αρ. 6 Ν.235/90ή του Αρ.3 της ΕΣΔΑ, η πλευρά του εναγόμενου πέτυχε να καταδείξει και ότι κατά το επίδικο περιστατικό, αν και τα μέλη της αστυνομίας αναγκάστηκαν από τον ενάγοντα να ασκήσουν κάποια βία εναντίον του, εντούτοις η εν λόγω βία περιορίστηκε στα όρια του εύλογου και του απόλυτα αναγκαίου υπό τις περιστάσεις και επί τούτου κάμνω ανάλογο εύρημα. Υπενθυμίζω ότι με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί ενήργησαν με κάθε σεβασμό προς τα δικαιώματα του ενάγοντα καθώς και με την απαιτούμενη προσοχή για τη σωματική ακεραιότητα του τελευταίου αλλά και των ιδίων. Από την άλλη όμως, ο ενάγοντας, όντας πρόσωπο μεγάλης σωματικής διάπλασης και δύναμης, ενώ γνώριζε για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και για την υποχρέωση του να συμμορφωθεί με αυτό, αντέδρασε βίαια εναντίον των αστυνομικών που ήταν επιφορτισμένοι με την εκτέλεση του διατάγματος, χωρίς να έχει προκληθεί με οποιοδήποτε τρόπο από αυτούς και καθ' όλη αυτή την έντονη και δυναμική προσπάθεια του να μην εκτελεστεί το δικαστικό διάταγμα, οι δύο από τους αστυνομικούς τραυματίστηκαν στο κεφάλι και στο πρόσωπο. Με την επιβεβλημένη ανάγκη εκτέλεσης των καθηκόντων τους κατά νου και χωρίς να αγνοούν τα δικαιώματα του ενάγοντα, οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί ήταν πλέον αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουν κάποιου βαθμού βία για να εκτελεστεί το διάταγμα του Δικαστηρίου. Αμέσως όμως μετά, και το διάταγμα εκτέλεσαν αλλά και τον ενάγοντα μετέφεραν στο νοσοκομείο ως ήταν και το καθήκον τους. Εκεί ο ενάγοντας διαπιστώθηκε ότι δεν έφερε τέτοια σοβαρά τραύματα ώστε η περίπτωση του να προσομοιάζει με την περίπτωση Kabbar ανωτέρω. Αντιθέτως, τα τραύματα που έφερε ο ενάγοντας, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αυτά κρίθηκαν να μην χρήζουν οποιασδήποτε νοσηλείας ή θεραπείας, συνήδαν με την άσκηση αναγκαίας και ανάλογης βίας που εύλογα θα αναμένετο να ασκηθεί από πρόσωπα που βρέθηκαν στη θέση των εμπλεκόμενων αστυνομικών κατά το επίδικο περιστατικό, ήτοι προ της ανάγκης ακινητοποίησης ενός βίαια αντιδραστικού και δυνατού προσώπου, ώστε να εκτελέσουν ένα δικαστικό διάταγμα. Ούτε όμως η αστυνομία ολιγώρησε ή αμέλησε να προωθήσει το όλο περιστατικό για διερεύνηση, παράγοντας καθοριστικός στην Kabbar ανωτέρω, αφού άμεσα ανοίχθηκε σχετικός ποινικός φάκελος και δόθηκε η ευκαιρία στον ενάγοντα να προβάλει τη δική του θέση μέσω των γραπτών κατηγοριών που του έγιναν. Ο τελευταίος όμως προτίμησε να περιοριστεί σε δήλωση μη παραδοχής και για εννέα και πλέον μήνες στη συνέχεια, κανένα παράπονο εξέφρασε όπως αυτό που προβάλλει με την παρούσα αγωγή. Κρίνω συνεπώς ότι στην παρούσα περίπτωση, η πλευρά του εναγόμενου πέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση της σε σχέση με τη βία που εξ' ανάγκης ασκήθηκε εναντίον του ενάγοντα, αποδεικνύοντας και το εύλογο και το αναγκαίο αλλά και το ανάλογο της εν λόγω βίας, ενώ παράλληλα έδωσε και μία εύλογη, ικανοποιητική και πειστική εξήγηση ως προς τα τραύματα που ο τελευταίος διαπιστώθηκε να φέρει μετά το επίδικο περιστατικό. Όσον αφορά την αξίωση του ενάγοντα για δυσφήμιση και προσβολή του από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, αυτή απορρίπτεται ως αβάσιμη. Η πιο πάνω κατάληξη μου αναπόφευκτα οδηγεί και σε απόρριψη των αξιώσεων του ενάγοντα για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Επίθεση από αστυνομικούς cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.