← Κύπρος

DP WORLD LIMASSOL LIMITED ν. A.K.L. CONTAINER SERVICES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 820/18, 15/4/2019

DP WORLD LIMASSOL LIMITED ν. A.K.L. CONTAINER SERVICES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 820/18, 15/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A213 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 820/18 Μεταξύ: DP WORLD LIMASSOL LIMITED Ενάγουσας και A.K.L. CONTAINER SERVICES LIMITED Εναγόμενης ------------------- Ημερομηνία: 15 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Κ. Ζαντήρα Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Ι. Παναγίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά ισχυριζόμενη συμφωνία άδειας χρήσης χώρου εντός του λιμανιού Λεμεσού η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της Ενάγουσας (στο εξής «η Αιτήτρια») και της Εναγόμενης (στο εξής η «Καθ' ης η αίτηση»). Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας η επίδικη συμφωνία άδειας χρήσης καταρτίστηκε στις 27.01.17 και η διάρκεια ισχύος της ήταν από τις 29.01.17 - 31.12.

  1. Αποτελούσε ρητό όρο της άδειας χρήσης ότι αυτή θα τερματιζόταν στις 31.12.17 ή νωρίτερα κατόπιν γραπτής ειδοποίησης. Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 20.10.17 τερμάτισε νόμιμα την άδεια χρήσης. Περαιτέρω, η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 05.12.17 ενημέρωσε εκ νέου την Καθ' ης η αίτηση για τον τερματισμό της άδειας χρήσης καλώντας την να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του επίδικου χώρου μέχρι τις 31.12.
  2. Η Καθ' ης η αίτηση με επιστολή της ημερομηνίας 7.12.17 ζήτησε από την Αιτήτρια όπως αναθεωρήσει την απόφαση της για τερματισμό της άδειας χρήσης. Ακολούθως η Αιτήτρια με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 15.01.18 πληροφόρησε την Καθ' ης η αίτηση ότι όφειλε να παραδώσει την κατοχή του επίδικου χώρου από τις 31.12.
  3. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε στις 13.09.18 Υπεράσπιση με την οποία παραδέχεται τη σύναψη της άδειας χρήσης και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 20.10.
  4. Περαιτέρω, παραδέχεται ότι απέστειλε στην Αιτήτρια την επιστολή ημερομηνίας 07.12.17 και ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της άδειας χρήσης είναι παράνομος και/ή αντινομικός και/ή δεν έγινε ορθά με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να είναι άκυρη και/ή αντικανονική και/ή πρόωρη. Μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα στις 05.09.18 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Αιτήτρια ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του οικονομικού διευθυντή της Αιτήτριας ο οποίος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω προσωπικής πείρας και εμπλοκής. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και οι οποίοι έχουν παρατεθεί συνοπτικά πιο πάνω. Περαιτέρω, επισυνάπτει τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Επιπροσθέτως των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση αρνείται να παραδώσει κενή κατοχή του επίδικου χώρου μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να υφίσταται ζημιά λόγω διαφυγής εσόδων καθώς δεν μπορεί να προσχωρήσει σε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία για την παροχή άδειας χρήσης του χώρου. Στη βάση των υπολογισμών του ενόρκως δηλούντα η Αιτήτρια υφίσταται ζημιά ύψους €900 μηνιαίως. Εξ όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας η Καθ' ης η αίτηση δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση η οποία να χρήζει εξέτασης εφόσον δεν προβάλλεται σε αυτήν οποιοσδήποτε ουσιώδης ισχυρισμός σε απάντηση της Έκθεσης Απαίτησης. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών καλεί το Δικαστήριο όπως εκδώσει συνοπτική απόφαση ως οι παράγραφοι Α - Η του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε στις 03.12.18 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείροντας 12 συνολικά λόγους. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, στο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα μετά την καταχώριση υπεράσπισης, καθώς και στο ότι η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει καλή και βάσιμη υπεράσπιση για την οποία θα πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να την προβάλει κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση ο οποίος ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι πέραν της συμφωνίας άδειας χρήσης υπήρξε και προφορική συμφωνία με την Καθ' ης η αίτηση δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε ότι η επίδικη άδεια χρήσης θα λειτουργούσε ως η συμφωνία που διατηρούσε προσωπικά ο ίδιος με την Αρχή Λιμένων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ότι ο ίδιος δεν κατανοεί την αγγλική γλώσσα και η υπογραφή του στην επίδικη άδεια χρήσης τέθηκε μετά από υποσχέσεις που έλαβε από τους αντιπροσώπους της Καθ' ης η αίτηση ότι η μεταξύ τους συνεργασία θα συνέχιζε όπως η συνεργασία που είχε με την Αρχή Λιμένων. Ουδέποτε λέχθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας ότι η επίδικη άδεια χρήσης θα τερματιζόταν, ούτε και ότι περιλαμβάνονταν σε αυτήν ανάλογοι όροι. Ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός είναι παράνομος, μη ορθός και αντινομικός και ως εκ τούτου η επίδικη άδεια χρήσης εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ μέχρι και σήμερα. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι το πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ουδεμία εμπλοκή είχε στην παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα η επίδικη άδεια χρήσης είναι άκυρη καθώς αυτή υπογράφηκε από τους συμβαλλόμενους σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Τέλος, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι υπήρξε προφορική συμφωνία με την Αιτήτρια ότι η τελευταία δεν θα προχωρούσε στην έξωση της Καθ' ης η αίτηση από το λιμάνι Λεμεσού. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δυνάμει της Δ.18 θ.1 χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου ειπώθηκαν τα εξής σχετικά με τον σκοπό της Δ.18 θ.1: «.O σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05).» Για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) οι οποίες, σύμφωνα με την Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), είναι οι ακόλουθες: «. (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Συμπεράσματα Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 προκειμένου να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά βεβαιώνοντας την αιτία αγωγής, ενώ παράλληλα αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν διαθέτει καλή υπεράσπιση. Η ικανότητα του ενόρκως δηλούντα για την Αιτήτρια να ορκιστεί θετικά εν τη εννοία της Δ.18 θ.1(α) αμφισβητήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση, η οποία εγείρει και σχετικό λόγο ένστασης. Στη Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ 782, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενεστέρων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τονίστηκε ότι το κατά πόσο ένα πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ επισημάνθηκε ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Σε σχέση με το κριτήριο της επαρκούς γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα στη Μιχαηλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση αρ. 60/11 ημερ.12.07.16: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων έκαμε αναφορά στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει ότι κακώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση του εν λόγω Παπαλαμπριανού, αφού αυτός δεν ήταν παρών στην υπογραφή των συγκεκριμένων επίδικων συμφωνιών. Οι αρχές που τίθενται στην υπόθεση Δημητρίου (άνω) είναι ορθές. Ο ενόρκως δηλών στην εν λόγω υπόθεση, στήριξε «τη γνώση του» σε ό,τι αποκόμισε από την πείρα του και το Εφετείο υπόμνησε ότι ο τότε ενόρκως δηλών δεν είχε καταδείξει θετική γνώση. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών Παπαλαμπριανού δήλωσε σαφώς ότι γνώριζε τα γεγονότα «θετικά» και επιπροσθέτως, έδωσε στοιχεία ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων που αποτελούσαν τη βάση της απαίτησης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα, είμαστε της γνώμης ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταδείξει ότι ο ενόρκως δηλών ήταν άτομο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων της υπόθεσης, τονίζοντας επίσης ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους των εφεσειόντων. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω.» Στην παρούσα περίπτωση ο ενόρκων δηλών αναφέρει ότι είναι οικονομικός διευθυντής της Αιτήτριας, ότι γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική πείρα και εμπλοκή στην υπόθεση και παραθέτει Τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Οι προαναφερόμενες δηλώσεις του ομνύοντα δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του σε συνάρτηση με τις νομολογιακές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Καθ' ης η αίτηση εγείρει ακόμα μία διαδικαστικής φύσεως ένσταση υποστηρίζοντας ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία ενόψει του ότι υποβλήθηκε εκπρόθεσμα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης της. Σύμφωνα με τη νομολογία η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν αποστερεί τον Ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση (SIGMA RADIO T.V. LTD v. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2005)1Α Α.Α.Δ 408). Ως εκ των ανωτέρω οι διαδικαστικής φύσεως ενστάσεις της Καθ' ης η αίτηση απορρίπτονται. Με την ικανοποίηση των τριών κριτηρίων της Δ.18 θ.1(α) το βάρος μετατίθεται πλέον στους ώμους της Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι το δικόγραφο της Υπεράσπισης που καταχώρησε η Καθ' ης η αίτηση στις 13.09.18 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (SIGMA RADIO T.V LTD ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ανωτέρω). Ό,τι μπορεί να ληφθεί επομένως υπόψη είναι το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η υπεράσπιση που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση συνίσταται σε δύο βασικούς ισχυρισμούς. Ο πρώτος είναι ότι ο τερματισμός της άδειας χρήσης είναι παράνομος και/ή ότι δεν έγινε ορθός τερματισμός. Ο δεύτερος ότι υπήρξε προφορική συμφωνία ότι θα ίσχυε και με την Αιτήτρια το ίδιο καθεστώς σε σχέση με την άδεια χρήσης που ίσχυε και με την Αρχή Λιμένων. 'Ό,τι επομένως ισχυρίζεται στην ουσία η Καθ' ης η αίτηση είναι ότι υπήρξε παράλληλη προφορική συμφωνία. Θα ξεκινήσω με τον πρώτο βασικό λόγο ένστασης που αφορά την νομιμότητα ή ορθότητα του τερματισμού της επίδικης άδειας χρήσης. Ο εν λόγω ισχυρισμός θεωρώ ότι μπορεί να προβληθεί ως υπεράσπιση, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που η ειδοποίηση τερματισμού δόθηκε πριν τη λήξη της άδειας χρήσης (βλ. Τεκμήριο 5 της αίτησης) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη συμφωνία άδειας χρήσης (Τεκμήριο 4) περιλαμβάνεται όρος αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να δίδονται οι ειδοποιήσεις που αφορούν την εν λόγω συμφωνία (βλ. όρος 7 του Τεκμηρίου 4). Το κατά πόσο έπρεπε στην παρούσα περίπτωση να υπάρξει συμμόρφωση με τον όρο 7 του Τεκμηρίου 4 ή σε περίπτωση που δεν υπήρξε τέτοια συμμόρφωση ποιες είναι οι συνέπειες σε συνάρτηση και με τη φύση της επίδικης άδειας χρήσης, θεωρώ ότι δεν είναι ζητήματα τόσο ξεκάθαρα και απλά ώστε να μπορούν να επιλυθούν στο παρόν στάδιο. Η πιο πάνω διεργασία απαιτεί ανάλυση της μαρτυρίας, της φύσης και των περιστάσεων σύναψης της επίδικης άδειας χρήσης, η οποία διεργασία μπορεί να γίνει μόνο στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφορικά με τον δεύτερο βασικό λόγο ένστασης, η Καθ' ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση του διευθυντή της δεν περιορίζεται σε αόριστη επίκληση προφορικής συμφωνίας αλλά παραθέτει συγκεκριμένους ισχυρισμούς αναφορικά με τις ισχυριζόμενες παραστάσεις που δόθηκαν από την Αιτήτρια. Δεν παραβλέπω ότι κατά κανόνα δεν επιτρέπεται η προβολή ισχυρισμών που έχουν ως σκοπό να αντικρούσουν, τροποποιήσουν, προσθέσουν ή αφαιρέσουν από τους όρους γραπτής συμφωνίας. Ωστόσο, όπως η νομολογία καταδεικνύει, το Δικαστήριο μπορεί κατ' εξαίρεση να δεχθεί ισχυρισμό περί ύπαρξης παράλληλης συμφωνίας (MARKETVENTURES LTD v. ΔΙΚΩΜΙΤΗ
(2009)1Α Α.Α.Δ 383). Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να αποκλειστεί άνευ ετέρου, αλλά αποτελεί ζήτημα που θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης. Επισημαίνω ότι στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης και δεν προβαίνει σε αξιολόγηση και στάθμιση των εκατέρωθεν θέσεων προκειμένου να καταλήξει σε ευρήματα. Στην υπόθεση J & M LOIZIDES AGENCIES LTD κ.α ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1280, το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος). ............................... Είναι φανερό ότι τα συμπεράσματα και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βασίστηκαν στην αξιολόγηση του περιεχομένου των ενώπιον του ενόρκων δηλώσεων. Είναι επίσης φανερό ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κανόνας O΄Brien δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση έχει ως υπόβαθρο τα συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε ως αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης, την ορθότητα των οποίων όμως αμφισβητεί έντονα η υπεράσπιση, η οποία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν το αποτέλεσμα εσφαλμένης καθοδήγησης ως προς τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Έχουμε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε το ενώπιον του υλικό βρίσκεται εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ των πιο πάνω, η απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί και συνακόλουθα να δοθεί στους εφεσείοντες η ευκαιρία να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, η ορθότητα των οποίων θα κριθεί στο πλαίσιο διακρίβωσης της ουσίας των επίδικων διαφορών. Η φύση των νομικών θεμάτων που εγείρονται και των ισχυρισμών που προβάλλονται από πλευράς εφεσειόντων είναι τέτοια, που θα πρέπει να δοθεί η άδεια στους εφεσείοντες να υπερασπιστούν.» Εν πάση περιπτώσει όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, «..όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.