← Κύπρος

PETROGRES CO. LIMITED ν. F & T INVESTMENTS (PROPERTIES LIMITED) κ.α., Αρ. Αγωγής: 3445/17, 16/4/2019

PETROGRES CO. LIMITED ν. F & T INVESTMENTS (PROPERTIES LIMITED) κ.α., Αρ. Αγωγής: 3445/17, 16/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3445/17 Μεταξύ: PETROGRES CO. LIMITED Ενάγουσας και

  1. F & T INVESTMENTS (PROPERTIES LIMITED)
  2. XXX Τζιωρτζής Εναγόμενων ------------------------- Ημερομηνία: 16 Απριλίου, 2019 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ιατρίδου Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Χρ. Παύλου E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της κατά ή περί τις 06.04.17 υπέγραψε με την Εναγόμενη 1 (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση 1») μη δεσμευτικό μνημόνιο συνεργασίας προς υλοποίηση επιχειρηματικού έργου, ήτοι την επαναδραστηριοποίηση του ναυπηγείου που βρισκόταν εντός του λιμανιού Λεμεσού. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση 1 και ο Εναγόμενος 2 (στο εξής «Καθ' ου η αίτηση 2») διατείνονταν ότι τελούσε υπό την ιδιοκτησία και/ή κατοχή τους και/ή ότι ήταν δικαιούχοι και/ή αδειούχοι της πλωτής δεξαμενής με την ονομασία "F.D. FAMALIFT" και του παρακείμενου χερσαίου χώρου. Η Καθ' ης η αίτηση 1 ενόψει της οικονομικής στενότητας που αντιμετώπιζε και/ή των αναγκών του ναυπηγείου και/ή για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του Καθ' ου η αίτηση 2 συμφώνησε όπως δανείσει στην Καθ' ης η αίτηση 1 το ποσό των USD20,
  3. Η Καθ' ης η αίτηση 1 ανέλαβε την υποχρέωση όπως επιστρέψει το σύνολο του προαναφερόμενου ποσού σε πρώτη ζήτηση εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν υλοποιείτο το προαναφερόμενο επιχειρηματικό έργο. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση 1 σε σχέση με το ποσό των USD20,000, ο Καθ' ου η αίτηση 2 υπέγραψε γραπτή δήλωση ημερομηνίας 07.04.17 δυνάμει της οποίας ανέλαβε προσωπική ευθύνη και εγγυήθηκε προσωπικά την επιστροφή και/ή πληρωμή του εν λόγω ποσού. Η Αιτήτρια μετά από διεξαγωγή μελέτης δέουσας επιμέλειας και έρευνας διαπίστωσε ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία της πλωτής δεξαμενής τελούσε υπό εκκαθάριση, καθώς και ότι η άδεια χρήσης του λιμενικού χώρου τερματίστηκε από την Αρχή Λιμένων Κύπρου. Ως εκ των ανωτέρω και λόγω της αδυναμίας υλοποίησης του επιχειρηματικού έργου, η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 09.08.17 κάλεσε τους Καθ' ων η αίτηση όπως επιστρέψουν το ποσό των USD20,
  4. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί μέχρι σήμερα με την εν λόγω υποχρέωση τους και ειδικότερα ο Καθ' ου η αίτηση 2 παραβίασε την εγγυητική του υποχρέωση όπως αυτή προκύπτει από τη γραπτή δήλωση ημερομηνίας 07.04.
  5. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρισαν στις 13.02.18 σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως στις 21.06.18 Υπεράσπιση, αφού προηγήθηκε αίτηση ημερομηνίας 27.02.18 της Αιτήτριας για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης. Οι Καθ' ων η αίτηση με το δικόγραφο της Υπεράπσισης αρνούνται ότι υπέγραψαν στις 06.04.17 ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία οποιοδήποτε μνημόνιο συνεργασίας με την Αιτήτρια και περαιτέρω αρνούνται ότι δανείστηκαν από αυτή το ποσό των USD20,
  6. Επιπρόσθετα, αρνούνται ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 υπέγραψε στις 07.04.17 ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία γραπτή δήλωση με την οποία ανέλαβε προσωπική ευθύνη για πληρωμή του εν λόγω ποσού. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται επίσης ότι παρέλαβαν την επιστολή της Αιτήτριας ημερομηνίας 09.08.17 καθώς και ότι προσπορίστηκαν οποιοδήποτε όφελος σε βάρος της Αιτήτριας. Στις 13.09.18 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Αιτήτρια ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η παράγραφος 20 Α - Ζ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ενός εκ των αντιπροσώπων της Αιτήτριας στην Κύπρο, ο οποίος δηλώνει ότι είναι αρμόδιος για να υπογράψει την εν λόγω ένορκη δήλωση και δεόντως εξουσιοδοτημένος προς το σκοπό αυτό από την Αιτήτρια. Περαιτέρω, δηλώνει ότι έχει ιδία γνώση για όλα σχεδόν τα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση καθώς είχε προσωπική εμπλοκή σε αυτά. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ως αυτοί περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω. Επιπρόσθετα, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του παραθέτει ως Τεκμήρια έγγραφα τα οποία σχετίζονται με αυτούς. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται και από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δικηγόρου ο οποίος συνεργάζεται με τη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι εκ λάθους στην αρχική ένορκη δήλωση επισυνάφθηκε αντίγραφο του μη δεσμευτικού μνημονίου συνεργασίας το οποίο όμως δεν είναι το τελικό το οποίο και υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η αίτηση 1 (Τεκμήριο 2 της αρχικής ένορκης δήλωσης). Συνεπώς, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του μνημονίου συνεργασίας ημερομηνίας 06.04.17 το οποίο είναι δεόντως υπογεγραμμένο. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρισαν στις 10.12.18 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείροντας 5 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι οι Καθ' ων η αίτηση διαθέτουν καλή υπεράσπιση, στο ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, καθώς και στο ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2 ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι άκυρη διότι, εξ όσων πληροφορείται από τον συνήγορο του, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και συγκεκριμένα 7 μήνες μετά την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης και 3 μήνες περίπου μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και τούτο διότι ενώ επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 6 στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση η επιστολή των δικηγόρων της με ημερομηνία 09.08.17 η οποία φέρει τίτλο "Memorandum of Understanding dated 16.06.17, as amended", δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο η ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 16.06.
  7. Η εν λόγω συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένσταση και σε αυτήν προνοείται ότι αντικαθιστά όλες τις προηγούμενες συμφωνίες, παραστάσεις και προτάσεις προφορικές ή γραπτές μεταξύ των μερών. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι Καθ' ων η αίτηση στην υπεράσπιση τους αρνούνται ότι υπέγραψαν τις συμφωνίες που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δυνάμει της Δ.18 θ.1 χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου ειπώθηκαν τα εξής σχετικά με τον σκοπό της Δ.18 θ.1: «.O σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05).» Για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) οι οποίες, σύμφωνα με την Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), είναι οι ακόλουθες: «. (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Συμπεράσματα Οι πρώτες δύο διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α), δηλαδή ότι το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ότι καταχωρήθηκε εμφάνιση από τους Καθ' ων η αίτηση, είναι κοινά αποδεκτό ότι πληρούνται. Αμφισβήτηση υπάρχει εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την τρίτη διαδικαστική προϋπόθεση που αφορά την ικανότητα του ενόρκως δηλούντα να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α) αποτέλεσε σημείο τριβής σε αρκετές υποθέσεις που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθορίσει τις παραμέτρους υπό τις οποίες εξετάζεται η επάρκεια της ένορκης δήλωσης για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ 782 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται για λογαριασμό νομικού προσώπου: «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα.» Στην προκείμενη περίπτωση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ένας εκ των αντιπροσώπων της Αιτήτριας στην Κύπρο, ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, καθώς και ότι έχει ιδία γνώση για όλα σχεδόν τα γεγονότα που παραθέτει καθώς είχε προσωπική εμπλοκή σε αυτά. Οι πιο πάνω δηλώσεις δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση κατά την αγόρευση του ανέδειξε αφενός το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν είναι αξιωματούχος της Αιτήτριας και αφετέρου ότι, ως ο ίδιος παραδέχεται, δεν έχει γνώση για όλα τα γεγονότα. Θα ξεκινήσω από το πρώτο σκέλος της επιχειρηματολογίας του κ. Παύλου, το οποίο θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιτύχει. Η νομολογία δεν επιτάσσει ότι σε περιπτώσεις νομικών προσώπων η ένορκη δήλωση θα πρέπει απαραίτητα να γίνεται από κάποιον αξιωματούχο του. Το κριτήριο δεν είναι η θέση που κατέχει ο ενόρκως δηλών στο νομικό πρόσωπο, αλλά κατά πόσο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά. Αυτή η διαπίστωση μας οδηγεί στο δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας του κ. Παύλου, ο οποίος επισημαίνει ότι η προσωπική εμπλοκή του ενόρκως δηλούντα περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που παραθέτει στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του. Στη Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά μεταγενεστέρων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τονίστηκε ότι το κατά πόσο ένα πρόσωπο μπορεί να ορκιστεί θετικά κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ επισημάνθηκε ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Σε σχέση με το κριτήριο της επαρκούς γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα στη Μιχαηλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση αρ. 60/11 ημερ.12.07.16: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων έκαμε αναφορά στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει ότι κακώς το δικαστήριο στηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση του εν λόγω Παπαλαμπριανού, αφού αυτός δεν ήταν παρών στην υπογραφή των συγκεκριμένων επίδικων συμφωνιών. Οι αρχές που τίθενται στην υπόθεση Δημητρίου (άνω) είναι ορθές. Ο ενόρκως δηλών στην εν λόγω υπόθεση, στήριξε «τη γνώση του» σε ό,τι αποκόμισε από την πείρα του και το Εφετείο υπόμνησε ότι ο τότε ενόρκως δηλών δεν είχε καταδείξει θετική γνώση. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών Παπαλαμπριανού δήλωσε σαφώς ότι γνώριζε τα γεγονότα «θετικά» και επιπροσθέτως, έδωσε στοιχεία ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων που αποτελούσαν τη βάση της απαίτησης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα, είμαστε της γνώμης ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν καταδείξει ότι ο ενόρκως δηλών ήταν άτομο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων της υπόθεσης, τονίζοντας επίσης ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους των εφεσειόντων. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω.» Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 στην οποία υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα της αγγλικής υπόθεσης Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253 "In the present case the plaintiffs are a company; they cannot swear; somebody must therefore do it for them. The affidavit is made by a clerk in their employ; he describes himself as a clerk of the plaintiffs and in their employ and says that the facts are within his own knowledge; that, in my opinion, brings this affidavit reasonably within the rule. I think the affidavit complies with the requirements of the rule." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία· δεν μπορούν να ορκιστούν· κάποιος πρέπει να το κάμει εκ μέρους των. Η ένορκη δήλωση έχει ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της εταιρείας· περιγράφει τον εαυτό του σαν υπάλληλο της ενάγουσας και λέει ότι είναι γνώστης των γεγονότων· αυτό κατά την άποψη μου τοποθετεί την ένορκη δήλωση μέσα στα πλαίσια του κανόνα. Νομίζω ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του κανόνα." Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επαναλαμβάνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ενόρκως δηλών είναι εκ των αντιπροσώπων της Αιτήτριας στην Κύπρο, καθώς και ότι είχε προσωπική εμπλοκή και παρουσία σε όλα σχεδόν τα γεγονότα. Σημειώνω ότι παραθέτει στην ένορκη δήλωση του έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του και ιδιαιτέρως το μνημόνιο συνεργασίας (Τεκμήριο 2), τη μεταφορά του επίδικου ποσού των USD 20.000 (Τεκμήριο 3), τη γραπτή δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2 (Τεκμήριο 4) και την επιστολή απαίτησης του ποσού των USD 20.000 (Τεκμήριο 6 της αίτησης). Τα προαναφερόμενα Τεκμήρια σχετίζονται άμεσα με τη βάση της απαίτησης της Αιτήτριας. Επομένως, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης σε συνάρτηση με τις νομολογιακές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση εγείρει ακόμη ένα διαδικαστικής φύσεως ζήτημα και συγκεκριμένα το ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση εφόσον για την υποβολή της παρήλθαν 7 και 3 μήνες αντίστοιχα από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης και της Υπεράσπισης. Καταρχάς σημειώνω ότι η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν αποστερεί τον Ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης (SIGMA RADIO T.V. LTD v. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2005)1Α Α.Α.Δ 408). Αναφορικά τώρα με τον χρόνο που παρήλθε, θεωρώ ότι το διάστημα δεν είναι τόσο μεγάλο ώστε να καθίσταται η διαδικασία ατελέσφορη (Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1Α Α.Α.Δ 417). Μετά την ικανοποίηση των τριών κριτηρίων της Δ.18 θ.1(α), το βάρος μετατίθεται πλέον στους ώμους των Καθ' ων η αίτηση προκειμένου να δείξουν ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι το δικόγραφο της Υπεράσπισης που καταχώρησε η Καθ' ης η αίτηση στις 21.06.18 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (SIGMA RADIO T.V LTD ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ανωτέρω). Ό,τι μπορεί να ληφθεί επομένως υπόψη είναι το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται την απαίτηση της Αιτήτριας και ισχυρίζονται ότι υπογράφηκε νέο μνημόνιο συνεργασίας στις 16.06.17 (Τεκμήριο Α της ένστασης), το οποίο δεν αποκαλύπτεται στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση το μνημόνιο ημερ.16.06.17 αντικατέστησε όλες τις προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων περιλαμβανομένων του μνημονίου και της γραπτής δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση 2 ημερ.06.04.
  1. Αυτό το οποίο ισχυρίζονται επί της ουσίας οι Καθ' ων η αίτηση είναι ότι με το νέο μνημόνιο καταργήθηκαν όλες οι προγενέστερες υποχρεώσεις των διαδίκων περιλαμβανομένου και του ισχυρισμού για την οφειλή του ποσού των USD 20.
  2. Από τα προαναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το μνημόνιο συνεργασίας και κατ' επέκταση τους όρους που διέπουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν περιορίζονται σε μία γενική άρνηση της αξίωσης της Αιτήτριας, αλλά προβάλλουν συγκεκριμένους ισχυρισμούς παρουσιάζοντας μάλιστα ως Τεκμήριο Α το ισχυριζόμενο νέο μνημόνιο συνεργασίας. Ποιες είναι οι προεκτάσεις του ισχυριζόμενου νέου μνημονίου και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στην απαίτηση της Αιτήτριας αποτελούν ζητήματα που θα πρέπει να τύχουν εξέτασης. Αυτή η εξέταση όμως μπορεί να γίνει μόνο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Είναι καλά γνωστό ότι στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης και δεν προβαίνει σε αξιολόγηση και στάθμιση των εκατέρωθεν θέσεων προκειμένου να καταλήξει σε ευρήματα. Στην υπόθεση J & M LOIZIDES AGENCIES LTD κ.α ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1280, το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος). ............................... Είναι φανερό ότι τα συμπεράσματα και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βασίστηκαν στην αξιολόγηση του περιεχομένου των ενώπιον του ενόρκων δηλώσεων. Είναι επίσης φανερό ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κανόνας O΄Brien δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση έχει ως υπόβαθρο τα συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε ως αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης, την ορθότητα των οποίων όμως αμφισβητεί έντονα η υπεράσπιση, η οποία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν το αποτέλεσμα εσφαλμένης καθοδήγησης ως προς τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Έχουμε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε το ενώπιον του υλικό βρίσκεται εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ των πιο πάνω, η απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί και συνακόλουθα να δοθεί στους εφεσείοντες η ευκαιρία να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, η ορθότητα των οποίων θα κριθεί στο πλαίσιο διακρίβωσης της ουσίας των επίδικων διαφορών. Η φύση των νομικών θεμάτων που εγείρονται και των ισχυρισμών που προβάλλονται από πλευράς εφεσειόντων είναι τέτοια, που θα πρέπει να δοθεί η άδεια στους εφεσείοντες να υπερασπιστούν.» Τέλος, σημειώνω αυτό το οποίο τονίστηκε στη Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι «..όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Νοείται ότι ενόψει της κοινής εκπροσώπησης τους οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Ιnterim Αναφορά: Συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.