← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΑΝΤΙΛ, Αρ. Υπόθεσης: 3758/16, 23/4/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΚΑΝΤΙΛ, Αρ. Υπόθεσης: 3758/16, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A253 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3758/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧ ΚΑΝΤΙΛ Κατηγορούμενος ----------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χριστίνα Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κ. Χάρης Λαφαζάνης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης, προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 6ην Δεκεμβρίου 2015 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης συγκεκριμένου οχήματος και ότι την επίδικη ημέρα οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον υπεραστικό δρόμο από Λεμεσό προς Λευκωσία πάνω σε σημείο όπου ήταν γέφυρα. Κρατούσε την δεξιά λωρίδα και προσπερνούσε τα άλλα αυτοκίνητα. Σε κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο συγκεκριμένης μάρκας ήρθε σχεδόν πίσω από το αυτοκίνητο του γιατί ήθελε να προσπεράσει και τότε ο ίδιος πήρε την αριστερή λωρίδα και εκείνος ήρθε δίπλα του, άνοιξε το παράθυρο και φώναζε. Μετά από την λογομαχία που είχαν, μπήκε μπροστά του και τον ανάγκασε να σταματήσει το αυτοκίνητο. Σταμάτησε το αυτοκίνητο αριστερά των λωρίδων της γέφυρας ακριβώς πάνω από τον κυκλικό κόμβο της Μέσα Γειτονιάς. Ο οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ήρθε προς το μέρος του. Τότε ο παραπονούμενος εκείνη την ώρα κρατούσε το αυτοκίνητο ακινητοποιημένο μόνο με το φρένο αφού είναι αυτόματο. Αφού το άλλο άτομο ήρθε κοντά, προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του και δεν τα κατάφερε. Στη συνέχεια κατάφερε και άνοιξε την πόρτα και χτύπησε τον παραπονούμενο με γροθιά στο πρόσωπο δεξιά. Εκείνη την ώρα ο παραπονούμενος άφησε το φρένο και το αυτοκίνητο του πήγε μπροστά και χτύπησε το δικό του κατά λάθος. Τότε το άλλο άτομο του έπιασε τα κλειδιά και πριν προλάβει να αντιδράσει ο παραπονούμενος, ήρθε άλλο αυτοκίνητο πίσω τους και προκλήθηκε το δυστύχημα που έγινε αργότερα. Μετά ήρθε η αστυνομία για να δει το δυστύχημα. Τα κλειδιά το άλλο άτομο του τα έδωσε πίσω. Δεν θυμάται ο παραπονούμενος τους αριθμούς του άλλου αυτοκινήτου που ο οδηγός τον χτύπησε, όμως τα γνωρίζει αστυνομία που ήταν εκεί. Ο οδηγός που τον χτύπησε ήταν γύρω στα 35 χρόνια σε ηλικία και αν θυμάται καλά μαύρα μαλιά και γεροδεμένος. Ο παραπονούμενος πήγε στο νοσοκομείο και τον έχει εξετάσει γιατρός. Έχει παράπονο που του χτύπησε το άλλο άτομο και θέλει να πάει Δικαστήριο. Μέσα στο αυτοκίνητο ο παραπονούμενος είχε και τρία μωρά, δύο μωρά των έξι ετών και ένα 13, τα δύο δικά του και το άλλο του γείτονα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο ως το άτομο που τον γρονθοκόπησε, τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως, αναγνώρισε στο τεκμήριο 3 το έντυπο που πήρε μαζί του στην αστυνομία και συμπληρώθηκε από τον γιατρό, στο οποίο αναφέρει για ερυθρότητα δεξιού ζυγωματικού οστού. Διευκρίνησε ο παραπονούμενος ότι αυτό το τραύμα προκλήθηκε από όταν ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και τον κτύπησε, το οποίο περιστατικό έγινε στην παρουσία των τριών παιδιών που ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο, από το οποίο δεν κατέβηκε, μέχρι που ήρθε ο γείτονας και πήρε τα παιδιά. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην αναγνώριση και περιγραφή του κατηγορούμενου, στην ώρα και στον τόπο όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, την κατεύθυνση του και την θέση του στο επίδικο σημείο του αυτοκινητοδρόμου, στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, στην τροχαία κίνηση που επικρατούσε, στην ορατότητα που υπήρχε, στην ταχύτητα που τηρούσε ο ίδιος και ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ήταν υπό την επίρρεια αλκοόλης με έντονη μυρωδιά αλκοόλ και με κόκκινα μάτια, περιέγραψε εκ νέου τον τρόπο που δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο χωρίς να προλάβει ο παραπονούμενος να βάλει την ταχύτητα στην θέση της στάθμευσης, αναφέρθηκε στην θέση των αυτοκινήτων του ιδίου και του κατηγορούμενου όταν κινούνταν στον αυτοκινητόδρομο, τον τρόπο που κινούνταν και όταν σταμάτησαν, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έμαθε για την κατάθεση του κατηγορουμένου, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι έμαθε για αυτήν για να ανακατασκευάσει την εκδοχή του και για να επιδιώξει οικονομικά οφέλη, λέγοντας ότι κατάγγειλε τον κατηγορούμενο επειδή ότι έπραξε ο κατηγορούμενος το έπραξε μπροστά στα παιδιά. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι οδήγησε επικίνδυνα στον αυτοκινητόδρομο προς το μέρος του κατηγορουμένου και ότι ο κατηγορούμενος του έκανε σήμα να προσέχει, περιγράφοντας ταυτόχρονα την αντίδραση του ιδίου στην λογομαχία που είχαν εν κινήσει με τον κατηγορούμενο, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ύψωνε το μεσαίο δάκτυλο προς το μέρος του κατηγορουμένου και της συζύγου του. Ανέφερε επίσης ότι δεν προκάλεσε τον κατηγορούμενο και ούτε κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες το αυτοκίνητο του κτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι το τραύμα του παραπονούμενου προέρχεται από σύγκρουση του οχήματος του παραπονούμενου στην σκηνή, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι το κτύπημα στο πρόσωπο προέρχεται από την γροθιά του κατηγορούμενου και από την γροθιά αυτή ο παραπονούμενος άφησε το πόδι του από το φρένο και το αυτοκίνητο του προχώρησε μπροστά και κτύπησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Ανέφερε επίσης ότι τον κατηγορούμενο ένα άτομο προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να τον κρατήσει μακριά από τον παραπονούμενο, ακολούθως τηλεφώνησε στην αστυνομία για να της αναφέρει ότι έγινε ατύχημα και επειδή ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε, αναφέρθηκε στο πότε επισκέφθηκε το νοσοκομείο και πότε έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, ανέφερε ότι τα κλειδιά του αυτοκινήτου τα πήρε ο κατηγορούμενος και όχι ο γιος του κατηγορούμενου ως ήταν η υποβληθείσα θέση της υπεράσπισης και η θέση του παραπονούμενου είναι ότι ο γιος του κατηγορούμενου είναι το άτομο που του έφερε τα κλειδιά και όχι που του τα πήρε, ανέφερε ότι δεν είχε χρόνο να αντιδράσει από την επίθεση του κατηγορούμενου, χωρίς να θυμάται με ποιο χέρι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι εξύβρισε την σύζυγο του κατηγορούμενου και ότι μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου απλά υπήρξε λογομαχία. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 4, στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που είχε κάνει αναφορικά με την παρούσα υπόθεση ως ανακριτής και πιο συγκεκριμένα στην λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και την απαγγελία γραπτής κατηγορίας, όπου στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του διόρθωσε ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα που λήφθηκε και η ανακριτική κατάθεση και όχι την ημερομηνία που αναγράφεται στο τεκμήριο 4, καταθέτοντας ταυτόχρονα ως τεκμήρια 5 και 6 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και την γραπτή κατηγορία αντίστοιχα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα στο τεκμήριο 3 το έντυπο που χορήγησε στον παραπονούμενο για παραπομπή του σε ιατρική εξέταση. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε την θέση του για τυπογραφικό λάθος ως προς την ημερομηνία που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι δεν μετέβηκε στην σκηνή και ότι το ατύχημα θα τύγχανε εξέτασης από την τροχαία και ότι αυτός εξέταζε κατά πόσο υπήρχε κοινή επίθεση ή επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη και αυτός είναι και ο λόγος που παρέπεμψε τον παραπονούμενο για ιατρική εξέταση, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι παρέπεμψε τον παραπονούμενο για εξέταση χάρη ρουτίνας, περιγράφοντας τις ενέργειες που προέβηκε ως ανακριτής, υπεραμυνόμενος των ενεργειών του. Διευκρίνησε επίσης ότι έχει λάβει κατάθεση και από τον παραπονούμενο και στην βάση αυτής κατηγόρησε τον κατηγορούμενο, δεν θυμόταν εάν είχε ο παραπονούμενος ερυθρότητα στο πρόσωπο, ανέφερε όμως στον παραπονούμενο αρχικά να προσέλθει για κατάθεση την άλλη μέρα σε συγκεκριμένα ώρα που θα εργαζόταν ο μάρτυρας και που θα υπήρχαν οι υπηρεσίες διερμηνέα. Ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι είναι ιατρικός λειτουργός στις Α΄ Βοήθειες στο νοσοκομείο Λεμεσού, αναγνώρισε, υιοθέτησε, επεξήγησε και ανέλυσε τα ευρήματα του όπως αυτά καταγράφονται στο τεκμήριο 3 μετά από την εξέταση του παραπονούμενου και την κλινική εικόνα που αυτός παρουσίαζε και πιο συγκεκριμένα στην φύση και την έκταση των τραυμάτων που υπέστη ο παραπονούμενος, λέγοντας ότι η ερυθρότητα μπορεί να προκληθεί από γροθιά. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα προσόντα και εμπειρίες του ως ιατρός, αναφέρθηκε στην έκταση που θυμόταν για το τι έλαβε χώρα την ημέρα της εξέτασης του παραπονούμενου από τον ίδιο, περιέγραψε εκ νέου την φύση και την έκταση των τραυμάτων που υπέστη ο παραπονούμενος και γενικά για την κλινική του εικόνα, στις πιθανές αιτίες πρόκλησης αυτών, διευκρινίζοντας ότι θα μπορούσαν να προκληθούν από γροθιά και σε τέτοια περίπτωση δεν θα φαίνονταν σημάδια από τα δάκτυλα, διαχωρίζοντας το χαστούκι από την γροθιά, όπου στο χαστούκι θα υπήρχε πιο μεγάλη ερυθρότητα, δίνοντας ταυτόχρονα εξηγήσεις και διευκρινήσεις σε περίπτωση που το κτύπημα γινόταν στο τιμόνι του αυτοκινήτου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε μια μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, οδηγούσε συγκεκριμένο αυτοκίνητο και εντός αυτού βρίσκονταν η σύζυγος και τα τρία του παιδιά. Σε κάποιο σημείο οδηγούσε πάνω στις αερογέφυρες για να πάει πιο γρήγορα στον προορισμό του, όπου σε κάποιο σημείο, ο οδηγός κάποιου αυτοκινήτου, που σε κατοπινό στάδιο της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε ότι ήταν ο παραπονούμενος, πήγε δύο φορές προς το μέρος τους να τους κτυπήσει, εκφράζοντας την πίστη ότι ήταν πιωμένος ή ήταν κατά λάθος. Ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε, του έπαιξε την πουρού και του έκανε σήμα να κοιτάζει μπροστά του και προχώρησε. Στα 80 με 100 μέτρα έπιασε την αριστερή λωρίδα. Αφού είχε κίνηση πήγαιναν σιγά. Χωρίς να το καταλάβει, ο παραπονούμενος του κτύπησε πίσω στο αυτοκίνητο με το αυτοκίνητο του. Την ώρα που κατέβηκε ο κατηγορούμενος κάτω, ο παραπονούμενος ήταν ήδη κάτω από το αυτοκίνητο και φώναζε στα Ρωσικά. Ταυτόχρονα κατέβηκαν και άλλοι από τα αυτοκίνητα τους και φώναζαν στον παραπονούμενο ότι αυτός έφταιγε. Ο κατηγορούμενος θύμωσε μαζί του αλλά δεν του είπε κάτι, ούτε αντέδρασε διότι είδε τρία μωρά μέσα στο αυτοκίνητο του και δεν ήθελε να κάνει ιστορίες, παρόλο που φώναζε τόσο στον κατηγορούμενο, όσο και στην σύζυγο του. Δεν κτύπησε σε καμία περίπτωση τον παραπονούμενο, παρόντες στο επεισόδιο ήταν και ένα ζευγάρι που βρίσκονταν σε συγκεκριμένο όχημα, σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του και ο κατηγορούμενος πήγε απλώς κοντά του και του είπε να μην φύγει διότι θα έρθει η αστυνομία. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να φύγει και κάποιος, τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει, του έπιασε τα κλειδιά για να μην φύγει και ο κατηγορούμενος είπε σε αυτό το άτομο να δώσει πίσω τα κλειδιά διότι απαγορεύεται. Ακολούθως τους κτύπησε άλλο αυτοκίνητο και ήρθε η αστυνομία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του περιέγραψε το πως έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό σύμφωνα με την εκδοχή του από την στιγμή που οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο και μεταγενέστερα και ποια ήταν η οδική και λοιπή συμπεριφορά του ιδίου αλλά και του κατηγορουμένου και τι λέχθηκε μεταξύ τους, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο παραπονούμενος κτύπησε με το όχημα του το όχημα του κατηγορούμενου και την αντίδραση του παραπονούμενου, τα λεγόμενα του παραπονούμενου, αλλά ο κατηγορούμενος παρόλο που θύμωσε δεν έκανε κάτι περισσότερο διότι είδε ότι ο παραπονούμενος είχε τρία μωρά μαζί του, αναφέρθηκε στην αφαίρεση των κλειδιών από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου και την μετέπειτα επιστροφή τους και τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν σε αυτό και τι λέχθηκε για αυτό το συμβάν, καθώς επίσης αναφέρθηκε και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δεύτερο τροχαίο ατύχημα στην σκηνή, όπου ένα άλλο αυτοκίνητο κτύπησε με δύναμη στο αυτοκίνητο του παραπονουμένου, ως επίσης αναφέρθηκε και στην προσπάθεια του παραπονουμένου να φύγει από την σκηνή μετά το πρώτο τροχαίο ατύχημα μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει αγωγή με βάση την οποία ο κατηγορούμενος ζητά αποζημιώσεις για την ζημιά στο αυτοκίνητο του και αρνήθηκε τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι τον έχει κτυπήσει. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα άτομα που ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο, στην λωρίδα κυκλοφορίας που κρατούσε ο ίδιος και ο παραπονούμενος και ποια ήταν η οδική συμπεριφορά του παραπονούμενου, στην ταχύτητα που κρατούσαν, στην απόσταση που είχαν μεταξύ τους, στην τροχαία κίνηση που υπήρχε την δεδομένη στιγμή, στην αντίδραση του ιδίου στην οδική συμπεριφορά του παραπονούμενου την οποία ουσιαστικά περιέγραψε ως επικίνδυνη λόγω των ελιγμών του παραπονουμένου και του κινδύνου σύγκρουσης μεταξύ τους και την επίστηση της προσοχής στον παραπονούμενο από τον ίδιο να είναι πιο προσεκτικός, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο παραπονούμενος κτύπησε με το αυτοκίνητο του στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και την προσπάθεια του παραπονουμένου να φύγει και τις αντιδράσεις των εκεί παρευρισκομένων που επέρριπταν το φταίξιμο στον παραπονούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στο πως τα κλειδιά αφαιρέθηκαν από τον παραπονούμενο και πως του επιστράφηκαν και ποια άτομα ενεπλάκησαν σε αυτό και τι λέχθηκε για αυτό το ζήτημα στην σκηνή αλλά και από τον ίδιο στον ανακριτή της υπόθεσης, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο το ψευδές των ισχυρισμών του όσον αφορά την οδική συμπεριφορά του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου και στα όσα αφορούσαν τα κλειδιά του παραπονουμένου, καθώς επίσης και στα οσα έλαβαν χώρα μετά την ακινητοποίηση των οχημάτων και την επίθεση που προέβηκε ο ίδιος εναντίον του παραπονουμένου και την πρόκληση σε αυτόν πραγματικής σωματικής βλάβης και την μετέπειτα σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, δίνοντας επίσης κάποιες αναφορές και για το δεύτερο ατύχημα που ακολούθησε με την σύγκρουση με άλλο όχημα. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε η σύζυγος του κατηγορούμενου, η οποία αναφέρθηκε στο πως βρέθηκαν στο σημείο όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, στην κατεύθυνση που είχαν, στην οδική συμπεριφορά του παραπονούμενου και του συζύγου της, στις αντιδράσεις του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου, στην μετέπειτα σύγκρουση των οχημάτων του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου και την αντίδραση της ίδιας, του κατηγορουμένου και των παιδιών τους από το όχημα, όπου τραντάκτηκαν και σοκαρίστηκαν, στις φωνές και τις εξυβρίσεις του παραπονουμένου προς το μέρος τους και την προσπάθεια της ιδίας να ηρεμήσει τον παραπονούμενο παρόλο που ο ίδιος έβριζε χυδαία και στην προσέλευση άλλων ατόμων στην σκηνή όπου επέρριπταν την ευθύνη στον παραπονούμενο, ανέφερε επίσης ότι εντός του αυτοκινήτου του παραπονουμένου υπήρχαν τρία μωρά και ότι δεν έγινε συμπλοκή στην σκηνή. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στην κατεύθυνση που είχαν την επίδικη ημέρα, στην τροχαία κίνηση που επικρατούσε, στην ταχύτητα που τηρούσαν, στην επικίνδυνη πλαγιοδρομική οδική συμπεριφορά του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου, ο οποίος προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση χρησιμοποιώντας τα φρένα του, στην επίστηση της προσοχής στον παραπονούμενο από τον κατηγορούμενο για να προσέχει και την αντίδραση του παραπονουμένου σε αυτό και στην μετέπειτα σύγκρουση των οχημάτων μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου. Αναφέρθηκε επίσης στην αντίδραση του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου μετά την μεταξύ τους σύγκρουση με τα οχήματα τους, στις εξυβρίσεις του παραπονουμένου και την προσπάθεια της να καθησυχάσει τον παραπονούμενο, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ως προς την οδική συμπεριφορά του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου αλλά και την επίθεση του κατηγορουμένου εναντίον του παραπονουμένου και την πρόκληση σε αυτόν πραγματικής σωματικής βλάβης και την μετέπειτα σύγκρουση των οχημάτων μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την νομική βάση της επίδικης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 2 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Ο Μ.Κ. 3 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. -ν- ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας................................................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Με γνώμονα και οδοδείκτης τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 1 άφησε πολύ καλή και θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον μάρτυρα αυτόν κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του, διότι ήταν ο ένας εκ των πρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αξιοπιστία του μάρτυρα, οι απαντήσεις του είχαν λογική, συνοχή και συνέχεια, απαντούσε με τον δικό του τρόπο, όπως άλλωστε ο κάθε μάρτυρας έχει τον δικό του τρόπο να εκφράζεται και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να κατασκευάσει, ή να ανακατασκευάσει ή να προσαρμόσει την μαρτυρία του ή να είναι προσεκτικός στο τι θα πει, παρά την αντίθετη θέση της υπεράσπισης ότι λόγω του ότι ήταν σκεπτικός ήταν επειδή ήθελε να σκεφτεί τι θα πει, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί με την αναφορά του παραπονούμενου ότι αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτεται και μιλά, ο οποίος μάλιστα ήταν ο ίδιος και σταθερός τόσο στην κυρίως εξέταση του, όσο και στην αντεξέταση του. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση του η οποία ήταν επίμονη και επίπονη, αλλά απεναντίας εξήλθε αλώβητος από την εν λόγω διαδικασία. Περιέγραψε με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα τα όσα έλαβαν χώρα στον επίδικο χρόνο και χώρο, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες ή υπερβολές για να βοηθήσει την εκδοχή του ή να επιδιώξει πάση θυσία την καταδίκη του κατηγορουμένου, διαφωτίζοντας το Δικαστήριο πλήρως για το τι πραγματικά έλαβε χώρα ως προς την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και τον επακόλουθο τραυματισμό του συνεπεία της εν λόγω επίθεσης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν μεθυσμένος την επίδικη στιγμή και ούτε υπάρχει τέτοια μαρτυρία, διότι το λογικό θα ήταν, από την στιγμή που ήρθε η αστυνομία στο μέρος για να εξετάσει και τα τροχαία ατυχήματα που έγιναν, να διενεργείτο σχετικός έλεγχος στον παραπονούμενο μετά και από το σχετικό παράπονο που λογικά θα προέβαλλε ο κατηγορούμενος προς αυτήν την κατεύθυνση. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το ύποπτο ή το επιλήψιμο στο ότι ο παραπονούμενος ρώτησε και έμαθε για την εκδοχή του κατηγορουμένου και εν πάση περιπτώση η εκδοχή του κατηγορουμένου, όπως βεβαίως και του παραπονουμένου έχουν δικαίωμα τα εμπλεκόμενα μέρη να ενημερωθούν και να τοποθετηθούν επί των εκατέρωθεν θέσεων. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ερχόταν ή όχι επιθετικά προς το μέρος του και το πως το έχει αντιληφθεί ή ερμηνεύσει ο παραπονούμενος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι η αδικαιολόγητη και αναιτιολόγητη επίθεση του κατηγορουμένου προς το μέρος του παραπονούμενου και την πρόκληση σε αυτόν πραγματικής σωματικής βλάβης, η οποία προσπάθεια ήταν επίμονη, διότι προσπάθησε ο κατηγορούμενος να ανοίξει την πόρτα του οδηγού του παραπονούμενου μια φορά, δεν τα κατάφερε, αλλά αυτό δεν τον πτόησε και επανέλαβε την προσπάθεια του για δεύτερη φορά, όπου τα κατάφερε και γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να υποστεί την πραγματική σωματική βλάβη, ως θα αναφερθεί πιο κάτω και που περιγράφεται στο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Αναμφίβολα είναι είσσονος σημασίας η τροχαία κίνηση που επικρατούσε την επίδικη στιγμή, καθώς επίσης και το πώς έλαβαν χώρα τα τροχαία ατυχήματα, ήτοι στις συνθήκες κάτω από τις οποίες κτύπησε ο παραπονούμενος με το όχημα του το όχημα του κατηγορούμενου και το ατύχημα που έγινε μετά με την πρόσκρουση και άλλου οχήματος, διότι αυτά θα τα διερευνήσει η τροχαία και ενδεχομένως να απασχολήσουν το αρμόδιο καθ΄ ύλην Δικαστήριο και εν πάση περιπτώση δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα. Αναμφίβολα είναι είσσονος σημασίας κατά πόσο τηλεφώνησε ή όχι στην αστυνομία να προσέλθει στην σκηνή, διότι δεν υπάρχει διαφωνία ότι ήρθε η αστυνομία στην σκηνή, ούτε βεβαίως έχει σημασία εάν είπε στην αστυνομία στη σκηνή ότι κτυπήθηκε, διότι το σημαντικό είναι ότι το ανέφερε στην κατάθεση του και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η θέση του. Το ότι η κατάθεση του λήφθηκε την επόμενη μέρα, δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο και ούτε έχει διακρίνει το Δικαστήριο οτιδήποτε το ύποπτο ή το υστερόβουλο εκ μέρους του παραπονούμενου, διότι όπως θα αξιολογηθεί πιο κάτω, δόθηκε το ιατρικό έντυπο στον παραπονούμενο για να εξεταστεί αυθημερόν και μετά από οδηγίες του ανακριτή, η κατάθεση του θα λαμβανόταν την επόμενη μέρα, όταν θα υπήρχαν και οι υπηρεσίες διερμηνέα και συνεπώς δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο σε αυτήν την διαδικασία. Το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του παραπονούμενου ότι δεν είχε χρόνο να αντιδράσει στην επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και αυτό είναι λογικό και πειστικό και εν πάση περιπτώση, το εάν είχε χρόνο να αντιδράσει ή όχι αυτό δεν προσφέρει οποιοδήποτε έρεισμα για να αιτιολογηθεί ή να δικαιολογηθεί η επίθεση του κατηγορουμένου ή να επιρριφθούν ευθύνες στον παραπονούμενο που δεν απέκρουσε μια κατά τα άλλα αδικαιολόγητη και αναιτιολόγητη επίθεση από τον κατηγορούμενο και αναμφίβολα λόγω και των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το όλο περιστατικό αποτελεί λεπτομέρεια το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο με το δεξί ή το αριστερό χέρι, λόγω ακριβώς του χρόνου που παρήλθε, το ότι όλα έγιναν τόσο γρήγορα, αλλά και λόγω του ότι το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος τον γρονθοκόπησε και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε κίνητρο του παραπονουμένου να επιτύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου και να επιδιώξει αποζημιώσεις, διότι από τη μια είναι ούτως ή άλλως δικαίωμα του παραπονουμένου να εγείρει αστική διαδικασία που αυτό το ζήτημα ξεκαθάρισε άλλωστε και από τις δύο πλευρές, ήτοι ότι ο παραπονούμενος δεν έχει εγείρει αγωγή, εξαλείφοντας επομένως κάθε υποψία για αλλότριους σκοπούς. Ένδειξη αξιοπιστίας του παραπονουμένου αποτελεί και το γεγονός ότι παραδέχθηκε ότι προέηκε σε κάποιες χειρονομίες και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι δεν έχει υψώσει το μεσαίο του δάκτυλο και επί αυτού του θέματος θα γίνει άλλωστε περαιτέρω αξιολόγηση πιο κάτω. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του παραπονούμενου - Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 θα κριθεί και κάτω από το πέπλο της ιδιότητας του ως ανακριτής, με βάση και τα πιο πάνω νομολογιακά κριτήρια. Το Δικαστήριο έχει πειστεί, παρακολουθώντας τον μάρτυρα κατά την ζωντανή αμόσφαιρα της δίκης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με γνώμονα και σκοπό να πει την αλήθεια και να εξιστορίσει τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα και την αμερλοληψία του καιδεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να προσφύγει στο ψεύδος ή στην ασάφεια για να βοηθήσει τον παραπονούμενο ή να βλάψει τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οτιδήποτε το μεμπτό στο να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο με βάση το μαρτυρικό υλικό που συνέλλεξε, χωρίς καμία αμφιβολία αποτελεί απλό τυπογραφικό λάθος η ημερομηνία που αναγράφεται στην κατάθεση του ως προς την ημερομηνία που κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα κρίνεται ως ορθή και ενδεδειγμένη η ενέργεια του να παραπέμψει τον παραπονούμενο σε ιατρική εξέταση για να εξακριβωθεί η κατάσταση της υγείας του και ποια ήταν η φύση και η έκταση των τραυμάτων του με τον ανάλογο αντίκτυπο στην διερεύνηση της υπόθεσης. Το ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο παραπονούμενος παρουσίαζε ερυθρότητα στο πρόσωπο του, αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογικό και πειστικό, όχι μόνο λόγω της παρόδου του χρόνου, αλλά και επί αυτού του θέματος υπάρχει επιβεβαίωση μέσα από το ιατρικό πιστοποιητικό, για το οποίο θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Επίσης κρίνεται ορθή και ενδεδειγμένη η ενέργεια του να καλέσει την επόμενη ημέρα τον παραπονούμενο για να του λάβει κατάθεση για να υπάρχουν οι υπηρεσίες διερμηνέα και επί αυτού του θέματος επιβεβαιώνει και την μαρτυρία του παραπονούμενου επί αυτού του θέματος. Το ότι δεν πήγε στην σκηνή αναμφίβολα δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο, διότι τα τροχαία ατυχήματα θα τα διερευνούσε η τροχαία που είναι η καθ΄ ύλην αρμόδια και κατά τα λοιπά τα καθήκοντα του τα εκτέλεσε στο ακέραιο στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης όπου ήταν επιφορτισμένος, η δε παράλειψη του να αναφέρει στην κατάθεση του ότι έλαβε κατάθεσξ και από τον παραπονούμενο δεν κλονίζει την αξιοπιστία του διότι η κατάθεση λήφθηκε και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρατυπία ή επιλήψιμο στην όλη διαδικασία. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 3 άφησε επίσης πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατ΄ αρχήν, το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας - ιατρός, μέσα από την εμπειρία του και τα καθήκοντα του και συνεπώς η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί και κάτω από το πέπλο του εμπειρογνώμονα, με βάση τα πιο πάνω εκτεθέντα νομολογιακά κριτήρια. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να διαφωτίσει το Δικαστήριο, δια μέσου της εμπειρογνωμοσύνης του, της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας του, την φύση και την έκταση των τραυμάτων του παραπονουμένου και γενικά την κλινική του εξέταση, χωρίς να αποκρύψει την αλήθεια, χωρίς να υποπέσει σε ασάφειες, υπερβολές, ψεύδη για να βοηθήσει τον παραπονούμενο ή να βλάψει τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του μάρτυρα ότι το τραύμα που παρουσίαζε ο παραπονούμενος θα μπορούσε να προέλθει από γροθιά και επί αυτού του σημείου επιβεβαιώνει την μαρτυρία του παραπονούμενου στην επιστημονική της έκταση πλέον. Είναι απόλυτο φυσικό και λογικό να μην θυμάται το επίδικο περιστατικό λόγω του χρόνου που παρήλθε, πλην όμως το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι ο μάρτυρας εξέτασε τον παραπονούμενο και έχει προβεί στις διαπιστώσεις όπως αυτές αναγράφονται στο ιατρικό του πιστοποιητικό, καταγράφοντας σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, διαφάνεια και προπάντως με αλήθεια την πλήρη κλινική εικόνα του παραπονούμενου και την φύση και την έκταση των τραυμάτων του. Η αναφορά του μάρτυρα ότι το τραύμα που υπέστη ο παραπονούμενος ενδεχομένως να μπορούσε να προέλθει και από άλλη αιτία, αναμφίβολα αυτό καταδεικνύει την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του μάρτυρα, πλην όμως συνάδει η αναφορά του ότι θα μπορούσε να προέλθει από γροθιά με την αναφορά του παραπονουμένου ότι γρονθοκοπήθηκε και αυτό έχει γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο, έχοντας μάλιστα το Δικαστήριο υπ΄ όψη την πολύ λογική και πειστική αναφορά του μάρτυρα ότι με την γροθιά δεν θα ξεχώριζαν τα αποτυπώματα από τα δάκτυλα του ατόμου που γρονθοκόπησε, σε αντίθεση εάν το άτομο χαστούκιζε τον παραπονούμενο, όπου επιπρόσθετα η ερυθρότητα θα ήταν μεγαλύτερη. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι η ερυθρότητα που παρουσίαζε ο παραπονούμενος θα μπορούσε να προκληθεί υπό προϋποθέσεις από κτύπημα στο τιμόνι, και πάλι καταδεικνύει την αμεροληψία και αντικειμενικότητα του μάρτυρα, πλην όμως το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ότι το τραύμα αυτό οφείλεται από γροθιά που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο, ως πιο πάνω αξιολογήθηκε. Εν πάση περιπτώση, ως πιο κάτω θα αξιολογηθεί από την μαρτυρία του κατηγορούμενου, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο παραπονούμενος κτύπησε στο τιμόνι του τιμονιού του, που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή μια τέτοια θέση, έχοντας υπ΄ όψη την αποδοχή της εκδοχής του παραπονούμενου ότι τα τραύματα του παραπονουμένου προκλήθηκαν από το γρονθοκόπημα του κατηγορουμένου. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ως αληθή και αξιόπιστη. Στον αντίποδα, ο κατηγορούμενος άφησε πολύ φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο, παρακολουθώντας τον κατηγορούμενο με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του ως ένας εκ των πρωταγωνιστών του επίδικου συμβάντος, αυτό που αποκόμισε είναι η έκδηλη προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποποιηθεί των ευθυνών του, να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να οχυρωθεί πίσω από μια κατασκευασμένη εκδοχή, που σε αρκετές περιπτώσεις υπήρξε αντιφατική, μη σταθερή και υστερόβουλη. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του προβάλλει στην κατάθεση του μια διαζευκτική εκδοχή για τον λόγο που ο παραπονούμενος οδηγούσε επικίνδυνα, ήτοι προβάλλει ως εξήγηση είτε ο παραπονούμενος να ήταν μεθυσμένος ή να ήταν κατά λάθος που έμπαινε στην λωρίδα του κατηγορουμένου, ενώ στην δια ζώσης του μαρτυρία και σε μια προσπάθεια του να επιρρίψει ευθύνη στον παραπονούμενο και να σχηματιστεί αρνητική εικόνα για αυτόν, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος μύριζε αλκοόκ και είχε κόκκινα μάτια και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να σχηματίσει αρνητική και προκλητική εικόνα του παραπονουμένου για να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να αποποιηθεί ο κατηγορούμενος των ευθυνών του. Η υποβληθείσα του θέση και η αναφορά του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος ύψωσε το μεσαίο του δάκτυλο, πρώτη φορά προβάλλεται στην ακροαματική διαδικασία και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στην ίδια προσπάθεια του κατηγορουμένου, ως αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο. Μη σταθερός και συνάμα συγχυστικός ήταν ο κατηγορούμενος αναφορικά με το ζήτημα της αφαίρεσης των κλειδιών του αυτοκινήτου του παραπονούμενου και την επιστροφή του, διότι μεταξύ της κατάθεσης του, των θέσεων που υπέβαλε και της προφορικής του μαρτυρίας, υπήρξε μια ασυνέπεια και ανακολουθία, διότι για το ίδιο ζήτημα της αφαίρεσης των κλειδιών, της επιστροφής των κλειδιών, αλλά και της αναφοράς του κατηγορουμένου να επιστραφούν στον παραπονούμενο τα κλειδιά του, ο κατηγορούμενος ενέπλεκε για το ίδιο θέμα τόσο ένα άγνωστο πρόσωπο, όσο και τον γιο του και αυτή η ανακολουθία κρίνεται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να παρουσιάσει τον εαυτό του ως άτομο που παρόλο που έχει προκληθεί από τον παραπονούμενο εν τούτοις δεν είχε αρνητικά συναισθήματα για αυτόν. Η εξήγηση που έδωσε προφορικά ότι ο Μ.Κ. 2 του είπε ότι δεν χρειάζεται να γραφτούν λεπτομέρειες για αυτό το ζήτημα, κρίνεται χωρίς κανένα ενδοιασμό από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στην προσπάθεια του να καλύψει τις πιο πάνω αντιφατικές αναφορές του κατηγορουμένου, αλλά και να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις εις βάρος του ανακριτή, προσπάθεια η οποία έπεσε στο κενό. Υστερόβουλη κρίνεται και η αναφορά του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος έβριζε τον ίδιο και την σύζυγο του, διότι στην κατάθεση του αναφέρει μόνο ότι ο παραπονούμενος φώναζε. Η αναφορά του κατηγορουμένου ότι δεν πρόσεξε εάν στο δεύτερο ατύχημα ο παραπονούμενος εάν κτύπησε, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να διαστρεβλώσει την δυσμενή εικόνα εις βάρος του λόγω ακριβώς ότι κτύπησε τον παραπονούμενο και προσπάθησε εν μέσω υποβολών τόσο στον παραπονούμενο, όσο και στον Μ.Κ. 3 να αποποιηθεί των ευθυνών του και να δημιουργήσει εντυπώσεις ότι το κτύπημα προήλθε από άλλη αιτία και όχι από την γροθιά που έδωσε στον παραπονούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει το άλλοθι και γενικά την εκδοχή που προέβαλε ο κατηγορούμενος ως πλήρως αναξιόπιστο. Ως προς την Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό, κρίνει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο που είναι ο σύζυγος της και προσπάθησε με κάθε τρόπο να επιβεβαιώσει την εκδοχή του, η οποία κρίθηκε ως αναξιόπιστη και αναμφίβολα συμπαρασύρεται και η δική της εκδοχή και γενικά η μαρτυρία. Μάλιστα, η μάρτυρας αυτή, στην προσπάθεια της να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και να σχηματίσει αρνητική εικόνα για τον παραπονούμενο και θετική για τον κατηγορούμενο, εμπλούτισε τις ισχυριζόμενες εξυβρίσεις εκ μέρους του παραπονούμενου εναντίον της ιδίας και του κατηγορουμένου, που ούτε καν ο κατηγορούμενος ανέφερε στην μαρτυρία του. Η μνήμη της ήταν επιλεκτική, διότι από την μια τοποθετεί τον εαυτό της στην σκηνή και μάλιστα να προσπαθεί να μην επέλθει συμπλοκή μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου και από την άλλη να αναφέρει ότι δεν πρόσεξε κάτι για το ζήτημα της αφαίρεσης των κλειδιών και την επιστροφή τους, προφανώς για να αποφύγει τα πυρά της αντεξέτασης επί αυτού του θέματος, έχοντας υπ΄ όψη τις αντιφάσεις που περιέπεσε ο κατηγορούμενος για αυτό το ζήτημα και της ευκαιρίας που είχαν λογικά να συζητήσουν ο κατηγορούμενος και η μάρτυρας, όντας σύζυγοι και να αποφύγει η μάρτυρας να τοποθετηθεί επί αυτού του θέματος, οχυρωμένη πίσω από μια υστερόβουλη αναφορά ότι δεν θυμόταν και ότι ήταν επικεντρωμένη αλλού. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία της Μ.Υ. 1 ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προβαίνει στα εξής ευρήματα και συμπεράσματα: Στις 6 Δεκεμβρίου 2015 στη Λεμεσό, ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος οδηγούσαν τα οχήματα τους, έχοντας εντός αυτών μέλη των οικογενειών τους, ο δε παραπονούμενος είχε και ένα παιδί γειτονικού του προσώπου. Σε κάποιο σημείο στον αυτοκινητόδρομο, πάνω σε αερογέφυρα, υπήρξε μια παρεξήγηση μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου, όντας αμφότεροι εν κινήση. Σε κατοπινό στάδιο τα δύο οχήματα ακινητοποιήθηκαν, ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του, προσέγγισε το όχημα του παραπονουμένου, προσπάθησε να ανοίξει μια φορά την πόρτα του οχήματος αλλά ανεπιτυχώς, την δεύτερη φορά όμως τα κατάφερε και επιτέθηκε στον παραπονούμενο και τον γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο, με αποτέλεσμα να προκληθεί ερυθρότητα δεξιού ζυγωματικού, χωρίς να προκληθεί κάταγμα και αυτό συνιστά πραγματική σωματική βλάβη και το τραύμα αυτό επιβεβαιώθηκε μέσα από την ιατρική εξέταση από τον Μ.Κ. 3 και την σύνταξη του τεκμηρίου 3. Συνεπώς, τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα καλύπτουν τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.