Αναφορικά με την Εταιρεία F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD (σε εκκαθάριση), Αρ. Αίτησης Εταιρειών: 623/10, 15/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Εταιρειών: 623/10 Αίτηση Εταιρείας Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 ΚΑΙ Αναφορικά με την Εταιρεία F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD (σε εκκαθάριση) ------------------------- Ημερομηνία: 15 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Πανάγος Για τον Καθ' ου η αίτηση 3: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον XXXXX Κίμωνος και/ή την Εταιρεία Leonidas Kimonos Services Ltd και/ή τους υπαλλήλου τους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους εκπροσώπους τους από του να πωλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή ενοικιάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οιονδήποτε ακίνητο της Εταιρείας F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD Η.Ε.141240 (σε εκκαθάριση) μέχρι την τελική εκδίκαση της Έφεσης με αρ. Ε278/15 που αφορά τον διορισμό του XXXXX Κίμωνος εκκαθαριστή της Εταιρείας F.Κ. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD (υπό εκκαθάριση) από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και/ή μέχρι Νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου. «Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το oποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον XXXXX Κίμωνος και/ή την Εταιρεία LEONIDAS KIMONOS SERVICES LTD και/ή τους υπαλλήλου τους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους εκπροσώπους τους από του να πωλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή ενοικιάσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οιονδήποτε ακίνητο της Εταιρείας F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD Η.Ε.141240 (σε εκκαθάριση) μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης που αφορά τον διορισμό του Λεωνίδα Κίμωνος εκκαθαριστή της Εταιρείας F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD (υπό εκκαθάριση) από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και/ή μέχρι Νεότερης Διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι μέχρι την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας F.K. & S. (VAROSIA) PROPERTIES LTD (στο εξής «η εταιρεία») ήταν διευθυντής της. Επίσης είναι ο διευθυντής της εταιρείας S. A. KYPRIANOU PROPERTIES LTD. Εναντίον της εταιρείας καταχωρήθηκε η αίτηση εκκαθάρισης με Αρ. 623/10 και το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της. Στις 26.06.13 και 03.07.13 πραγματοποιήθηκαν οι συνελεύσεις των πιστωτών και των μετόχων - συνεισφορέων της εταιρείας αντίστοιχα. Κατά τις εν λόγω συνελεύσεις η αντιπρόσωπος του Εφόρου Εταιρειών και πρόεδρος των συνελεύσεων απέρριψε την επαλήθευση χρέους του Αιτητή και δεν τον αποδέχθηκε ως πιστωτή της εταιρείας. Αποδέχθηκε ωστόσο ως πιστωτή της εταιρείας την S. A. KYPRIANOU PROPERTIES LTD στην οποία ο Αιτητής είναι διευθυντής. Ο Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας (Τεκμήριο 11 της ένορκης δήλωσης) ζήτησε, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διορίζεται ο Καθ' ου η αίτηση 1 ως εκκαθαριστής της εταιρείας. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τον Αιτητή (Τεκμήριο 13 της ένορκης δήλωσης) και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 11.11.15 αποφάσισε όπως ο Καθ' ου η αίτηση 1 διοριστεί ως εκκαθαριστής της εταιρείας (Τεκμήριο 14 της ένορκης δήλωσης). Ο Αιτητής ακολούθως καταχώρισε στις 20.11.15 έφεση εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης η οποία έλαβε τον Αρ. Ε278/15 (Τεκμήριο 15 της ένορκης δήλωσης). Ο Καθ' ου η αίτηση 1 υποσχέθηκε στον Αιτητή ότι δεν θα προχωρούσε σε οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με τον διορισμό του ως εκκαθαριστής της εταιρείας προτού το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει τελεσίδικα επί του ζητήματος του διορισμού του. Παρά ταύτα, οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στις 11.09.16 δημοσίευσαν σε εφημερίδες διαφημίσεις και πρόσκληση προς το κοινό για αγορά οικοπέδων της εταιρείας. Παρόμοιες αγγελίες καταχωρήθηκαν την 01.10.18 και την 03.10.18. Τα οικόπεδα που προσφέρθηκαν προς πώληση αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας και της S. A. KYPRIANOU PROPERTIES LTD για οικοδόμηση επ' αυτών οικιών και διαμερισμάτων. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι ο ίδιος και η S. A. KYPRIANOU PROPERTIES LTD επένδυσαν στα εν λόγω οικόπεδα χρήματα τα οποία ξεπερνούν την αξία των ιδίων των οικοπέδων. Πρόσφατα πληροφορήθηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 προσπαθεί να πωλήσει πέραν των προαναφερόμενων οικοπέδων και άλλα ακίνητα της εταιρείας. Ο Αιτητής απέστειλε σχετική επιστολή στον Καθ' ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 10.09.16 (Τεκμήριο 20 της ένορκης δήλωσης) σε σχέση με την οποία δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Εάν ο Καθ' ου η αίτηση 1 αφεθεί να προχωρήσει με την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, τότε τυχόν επιτυχία της έφεσης με Αρ. Ε278/15 θα είναι άνευ αντικειμένου. Από την άλλη, εάν χορηγηθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση 1 ή σε οποιοδήποτε πιστωτή, μέτοχο και συνεισφορέα της εταιρείας. Τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αποτελούνται μόνο από ακίνητα και οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πώληση τους μόνο αύξηση στην τιμή τους θα επιφέρει. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 εμφανίστηκαν στη διαδικασία σε αντίθεση με τον Καθ' ου η αίτηση 3 ο οποίος επέλεξε να μην εμφανιστεί. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ζήτησαν και έλαβαν χρόνο για καταχώρηση ένστασης η οποία τελικά καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 08.04.19. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 09.04.19 αποφάσισε ότι η εκπροθέσμως καταχωρηθείσα ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Στο στάδιο ωστόσο της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης δόθηκε το δικαίωμα στον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 να αγορεύσει (PAPAPETROU BROS LTD v. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ
(2003)1Β Α.Α.Δ 741). Η ακρόαση επομένως της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης της. Οι αγορεύσεις του Αιτητή και του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη στο σύνολο τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση προκειμένου να αναφέρω ότι το αιτούμενο διάταγμα με αρ. Β κατέστη άνευ αντικειμένου εφόσον δεν ζητήθηκε η χορήγηση του πριν την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α. Συνεπώς, ό,τι απομένει προς κρίση είναι το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α. Όπως προκύπτει από το αιτητικό της παραγράφου Α της αίτησης, ο Αιτητής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης με αρ.Ε278/15. Η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος λόγω εκκρεμούσης έφεσης έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία μας η οποία εφάρμοσε τις γενικές αρχές που τέθηκαν στην αγγλική υπόθεση Erinford Properties Ltd & Another v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448. Η δικαιοδοσία για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης εκπηγάζει από τη σύμφυτη εξουσία που διατηρούν υπό εξαιρετικές περιστάσεις τα πρωτόδικα Δικαστήρια προκειμένου να διατηρηθεί το status quo εκκρεμούσης της έφεσης (Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Αίτηση αρ.160/15 ημερ. 13.01.16). Η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων στη βάση των αρχών της Erinford (ανωτέρω) έτυχε ενδελεχούς ανάλυσης στην απόφαση Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd v. Σιακατίδου
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1816, από την οποία παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα: «Το θέμα όμως το οποίο εδώ εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης δεν αφορά τυχόν εξουσία του Εφετείου όπως εκδίδει τέτοιο διάταγμα στο πλαίσιο της έφεσης, παρά μόνο εξετάζεται η δυνατότητα έκδοσης και η ορθότητα της άρνησης έκδοσης του διατάγματος από το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο. Όμως, από την άλλη, οι παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκε το Εφετείο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) ως προς την διαφορετικότητα του Κυπριακού νομοθετικού πλαισίου και την ανυπαρξία νομοθετικής ρύθμισης για παροχή τέτοιας θεραπείας από το Κυπριακό Εφετείο, δεν μπορούν παρά να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όπως ορθά διαπίστωσε το Εφετείο, στην Αγγλία ένα τέτοιο θέμα, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 μπορούσε να ρυθμισθεί από το ίδιο το Εφετείο. Επομένως, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Συγκεκριμένα, το Κυπριακό Εφετείο προέβηκε στις ακόλουθες επισημάνσεις, [
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1534]: "Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 C.L.R. 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd v. Cyprus Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijskrybprom Co Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου, 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το Άρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 και εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο." Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα. Όπως ο ίδιος ο Megarry J. ανέφερε στην απόφασή του [1974] 2 All E.R. 449: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form ..." Προκύπτει, επομένως, ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Megarry J. στην υπόθεση Erinford ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές περιόρισαν τη χρονική έκταση του αιτούμενου διατάγματος σε περίοδο μερικών μόνο ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Με δεδομένη όμως τη νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης διατάγματος όπως το εδώ υπό εξέταση, αυτό σημαίνει στην ουσία ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος, παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος. Κατά την άποψή μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε ορισμένα γεγονότα τα οποία προκύπτουν μέσα από τον φάκελο της διαδικασίας. Σύμφωνα με τον δικαστηριακό φάκελο στις 08.06.12 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας με αναστολή εκτέλεσης του μέχρι τις 08.11.12 και διορίστηκε ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας ο Επίσημος Παραλήπτης. Στις 20.11.13 ο Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, όπως το Δικαστήριο μελετήσει τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις που έλαβαν οι πιστωτές και οι μέτοχοι / συνεισφορείς της εταιρείας στις συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 26.06.13 και 03.07.13 και να εκδώσει διάταγμα διορισμού εκκαθαριστή. Στις 10.12.13 ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση της σύγκλησης της συνέλευσης πιστωτών ημερομηνίας 26.06.13 και οποιασδήποτε απόφασης πάρθηκε σε αυτήν. Η εν λόγω αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 17.12.14 με την οποία απέρριψε την αίτηση του Αιτητή. Όσον αφορά την αίτηση ημερομηνίας 20.11.13 επίσης εκδικάστηκε και το Δικαστήριο αποφάσισε τον διορισμό του Καθ' ου η αίτηση 1 ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Η προαναφερόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 11.11.15 και αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης με Αρ. Ε278/15. Μετά την παράθεση των προαναφερόμενων γεγονότων θεωρώ ορθό να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει του ότι δεν ζητήθηκε η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση της. Η εισήγηση του κ. Πανάγου έχει ως έρεισμα το άρθρο 220 του Κεφ. 113 το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον εταιρείας καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι η πρόνοια του άρθρου 220 του Κεφ. 113 αποσκοπεί στην ρύθμιση διαδικασιών που δεν αφορούν ή δεν εμπίπτουν στη διαδικασία εκκαθάρισης. Για αυτές τις διαδικασίες, δηλαδή τις διαδικασίες που άμεσα ή έμμεσα αφορούν τη διαδικασία εκκαθάρισης, θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να ληφθεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς να ληφθεί η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποβεί μοιραία για την προώθηση της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ήγειρε ακόμα ένα διαδικαστικής φύσεως ζήτημα και συγκεκριμένα εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης καθώς δεν είναι πιστωτής ή συνεισφορέας της εταιρείας. Ο κ. Πανάγος αναπτύσσοντας την εισήγηση του ανέφερε ότι απώτερος σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η αναστολή της διαδικασίας εκκαθάρισης. Τα πρόσωπα όμως που νομιμοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 243 του Κεφ. 113, να ζητήσουν αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας εκκαθάρισης είναι είτε ο εκκαθαριστής, είτε ο Επίσημος Παραλήπτης, είτε οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας της εταιρείας. Ο Αιτητής δεν εμπίπτει σε καμία εκ των προαναφερόμενων κατηγοριών. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 επισήμανε ότι ο Αιτητής στην παράγραφο 26 της ένορκης δήλωσης του αποδέχεται ότι κατά την συνέλευση των πιστωτών - συνεισφορέων η απαίτηση του εναντίον της εταιρείας δεν έγινε αποδεκτή και δεν του δόθηκε δικαίωμα να ψηφίσει ως πιστωτής. Αν και με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητείται διάταγμα αναστολής ή διακοπής της διαδικασίας εκκαθάρισης, εντούτοις θα συμφωνήσω με τον κ. Πανάγο ότι η ουσία του αιτούμενου διατάγματος αποκαλύπτει ότι αυτό το οποίο επιδιώκει στην πραγματικότητα ο Αιτητής είναι ακριβώς την παγοποίηση της διαδικασίας εκκαθάρισης. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη συμπερίληψη του άρθρου 243 του Κεφ.113 στη νομική βάση της αίτησης, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η απαγόρευση της με οποιοδήποτε τρόπο διάθεσης της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας αφαιρεί από τον Καθ' ου η αίτηση 1 τη σημαντικότερη ίσως πτυχή των εξουσιών του ως εκκαθαριστή της εταιρείας. Επίσης, σύμφωνο με βρίσκει η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ότι ο Αιτητής δεν θα μπορούσε να καταχωρήσει αίτηση για αναστολή της διαδικασίας εκκαθάρισης εφόσον δεν είναι πιστωτής ή συνεισφορέας της εταιρείας. Στην υπόθεση WHITE KNIGHT HOLDINGS LTD και NEW WORLD INVESTMENTS LTD Πολ. Έφεση αρ.230/14 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του πιστωτή και το άρθρο 243
(1)του Κεφ.113: «Στο πιο πάνω άρθρο 243
(1)προσδιορίζονται με σαφήνεια και με τρόπο περιοριστικό τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται, κάτω από τις προϋποθέσεις που τίθενται από το σχετικό άρθρο, να υποβάλουν αίτηση αναστολής του διατάγματος εκκαθάρισης. Η έννοια της λέξης «πιστωτής» αναλύθηκε στην υπόθεση G.I.P. Constructions Ltd v. Σπανού
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 315 και περιλάμβανε και μελλοντικό πιστωτή. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι εφεσείοντες-αιτητές δεν είναι ούτε ο εκκαθαριστής, ούτε ο Επίσημος Παραλήπτης, ούτε έγινε ισχυρισμός ότι είναι πιστωτής, ή συνεισφορέας. Η αίτηση έχει υποβληθεί από τους εφεσείοντες οι οποίοι είναι η εταιρεία εναντίον της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης. Ο δε ενόρκως δηλών, προς υποστήριξη της αίτησης, Κ. Κίρκου, δήλωσε σαφώς ότι είναι ένας εκ των Διευθυντών των εφεσειόντων και σε κανένα στάδιο δεν υποστήριξε ότι είναι πιστωτής ή συνεισφορέας της εταιρείας. Συνακόλουθα, εγείρεται το θέμα κατά πόσο οι εφεσείοντες έχουν έρεισμα (locus standi), στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αίτησης. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 243 του Κεφ. 113, η απάντηση είναι αρνητική». Δεν παραβλέπω ότι σε διάφορα μέρη της ένορκης δήλωσης του ο Αιτητής εκφράζει τη διαφωνία του ως προς το ότι αποκλείστηκε από πιστωτής της εταιρείας κατά την πρώτη συνέλευση των πιστωτών. Παρά ταύτα όμως παραμένει ως γεγονός ότι κατά την εν λόγω συνέλευση δεν έγινε δεκτή η επαλήθευση χρέους του. Παράλληλα σημειώνω ότι με την αίτηση του ημερομηνίας 10.12.13, ένας από τους λόγους που επικαλέστηκε ο Αιτητής για να υποστηρίξει την ακύρωση της συνέλευσης πιστωτών ημερομηνίας 26.06.13 και των αποφάσεων που λήφθηκαν σε αυτήν συνίστατο στο ότι λανθασμένα η πρόεδρος της συνέλευσης δεν αποδέχθηκε την επαλήθευση χρέους που παρουσίασε. Το Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 17.12.14 ανέφερε ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ούτε και παρέθεσε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να αξιολογηθεί η ορθότητα της απόφασης για απόρριψη της επαλήθευσης χρέους. Σημειώνω ότι ο Αιτητής ουδεμία αναφορά κάνει στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση στα γεγονότα της αίτησης ημερομηνίας 10.12.13 και της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.14. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι ακόμα και στην παρούσα ένορκη δήλωση παρά τους ισχυρισμούς του περί λανθασμένης απόρριψης της επαλήθευσης χρέους ουδέν στοιχείο παραθέτει προς τεκμηρίωση των εν λόγω ισχυρισμών του. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζω ότι ο Αιτητής δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής ή συνεισφορέας της εταιρείας, αφού σύμφωνα με τον Καν. 56 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών 1933, η απόφαση του προέδρου της συνέλευσης να απορρίψει επαλήθευση χρέους υπόκειται σε έφεση στο Δικαστήριο. Ο Αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι υπέβαλε τέτοια έφεση. Κατά την αγόρευσή του ο Αιτητής ανέφερε ότι η επαλήθευση χρέους της S. A. KYPRIANOU PROPERTIES LTD έγινε αποδεκτή και επομένως ως διευθυντής αυτής και ιδιοκτήτης της θεωρείται και ο ίδιος πιστωτής της εταιρείας. Η συγκεκριμένη θέση δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει αποδεκτή. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου ότι η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο διαθέτει ξεχωριστή προσωπικότητα και διακρίνεται από τους διοικητικούς της συμβούλους. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω το άρθρο 243 του Κεφ.113 ορίζει ότι αίτηση για αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας εκκαθάρισης μπορεί να καταχωρήσει μόνο ο εκκαθαριστής ή ο Επίσημος Παραλήπτης ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας της εταιρείας. Συνεπώς, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται σε καταχώριση αίτησης για αναστολή της διαδικασίας εκκαθάρισης. Προκύπτει επομένως το ερώτημα κατά πόσο η παρούσα διαδικασία καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά ενόψει του ότι με αυτήν επιδιώκεται αλλότριος σκοπός. Συγκεκριμένα ο Αιτητής παρακάμπτοντας το προαναφερόμενο πρόβλημα προώθησε την παρούσα διαδικασία υπό τον μανδύα της χορήγησης διατάγματος ενόψει της εκκρεμούσης έφεσης. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση BEOGRADSKA
(1996)1Β Α.Α.Δ. 911 η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Έχει νομολογηθεί ότι δικαστική διαδικασία μπορεί να κατασταλεί ως καταχρηστική όταν η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 και London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2002)ΙΓ Α.Α.Δ. 1699). Η προώθηση επομένως της παρούσας διαδικασίας προς επίτευξη αλλότριου σκοπού, ήτοι την αναστολή της διαδικασίας εκκαθάρισης, συνιστά κατάχρηση της παρούσας διαδικασίας η οποία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Στην Πολ. Αίτ. Αρ. 208/13 ημερ. 13.03.14 Αναφορικά με την αίτηση του XXXXX Μίτσιγκα, τονίστηκε ότι καθήκον του Δικαστηρίου είναι να αποτρέπει τη χρήση της δικαστικής αναμέτρησης για αλλότριους σκοπούς ή σκοπούς που δεν είναι απόλυτα σύμφωνοι με τις ορθές, τυπικές και ουσιαστικές διαδικασίες. Παρά το ότι τα προαναφερθέντα προδικάζουν την κατάληξη της υπό κρίση αίτησης, θα προχωρήσω ωστόσο να την εξετάσω και από την οπτική γωνία της έκδοσης διατάγματος λόγω της εκκρεμούσης έφεσης. Η Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd v. Σιακατίδου (ανωτέρω) καθιστά σαφές ότι η υπό αναφορά εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται εκεί όπου είναι αναγκαία η διαφύλαξη του αντικειμένου της έφεσης μέσω της αναβίωσης παρεμπίπτοντος διατάγματος που ακυρώθηκε ή της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος που το Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει. Τούτο πάντοτε υπό την επιφύλαξη της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερόμενη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί εφόσον στα πλαίσια της απόφασης που εφεσιβλήθηκε δεν ζητήθηκε η χορήγηση οποιουδήποτε παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο δεν εκδόθηκε, ούτε και εκδόθηκε οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαφύλαξη του status quo και του αντικειμένου της εκκρεμούσης έφεσης. Στην Αναφορικά με την αίτηση της MOLVI ESTATES LTD Πολ. Αίτηση αρ.138/2016 ημερ.02.12.16 ειπώθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με όλο το σεβασμό στη θέση της αιτήτριας προκύπτει και από τις πιο πάνω αναφορές στη νομολογία ότι ακριβώς το κύριο ζητούμενο είναι η διαφύλαξη του αντικειμένου της έφεσης. Στην κρινόμενη περίπτωση θα ήταν δύσκολο να ομιλούμε για άρνηση δικαιοδοσίας με βάση τις αρχές της Erinford, αφού ουδέποτε είχε εκδοθεί διάταγμα ώστε με την ακύρωση του να έπρεπε ενδεχομένως να εξευρεθεί τρόπος ενδιάμεσης θεραπείας ώσπου να εκδικαστεί η έφεση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία λαμβανομένου υπόψη του διαρρεύσαντος συνολικά χρόνου με αφετηρία την πρώτη αίτηση. Στο σημείο ακριβώς αυτό υπεισέρχονται ακόμη δύο θέματα που λειτουργούν ωσαύτως αρνητικά ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτουμένων θεραπειών. Το πρώτο είναι η καθυστέρηση η οποία δεν θα κριθεί από την ημερομηνία της δεύτερης (υπό κρίση) απόφασης ημερ. 21.11.2016 αλλά από την πρώτη απόφαση ημερ. 12.7.2016, και σε συνάρτηση με το ότι η πρώτη αίτηση για έκδοση διατάγματος καταχωρείται ένα χρόνο πριν. Η ανάγκη διαφύλαξης του αντικειμένου της έφεσης, εάν υπήρχε, συνέτρεχε από τότε. Εν πάση περιπτώσει, η αιτήτρια από τις 12.7.2016 παραλείπει να προβεί σε άμεση ενέργεια και το πράττει δύο μήνες μετά. Δεν δικαιολογείται αυτή η καθυστέρηση. Το δεύτερο θέμα αφορά στο ότι ακριβώς για τους λόγους που επεσήμανα πιο πάνω (κυρίως ότι δεν είχε εκδοθεί ποτέ διάταγμα και ο χρόνος που έχει διαρρεύσει) δεν συντρέχουν ούτε εξαιρετικές περιστάσεις που θα συνηγορούσαν υπέρ των αιτουμένων θεραπειών ακόμη και αν υπήρχε συζητήσιμη υπόθεση». Περαιτέρω, δεν έχουν καταδειχθεί εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το διάταγμα εκκαθάρισης εκδόθηκε στις 08.06.12, ο διορισμός του Καθ' ου η αίτηση 1 με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε στις 11.11.15 και η έφεση καταχωρήθηκε στις 20.11.15. Ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας είναι υπερβολικά μεγάλος και αφαιρεί κάθε δυνατότητα επίκλησης εξαιρετικών περιστάσεων. Κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στη MOLVI ESTATES LTD (ανωτέρω) σημειώνω ότι η ανάγκη διαφύλαξης του αντικειμένου της έφεσης υπήρχε από τον διορισμό του εκκαθαριστή. Δεν παραβλέπω τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι είχε λάβει προφορικές διαβεβαιώσεις από τον Καθ' ου η αίτηση 1 ότι δεν θα προχωρούσε σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Όπως προκύπτει όμως από την παράγραφο 40 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή μετά τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις ο Καθ' ου η αίτηση 1 στις 11.09.16 δημοσίευσε σε εφημερίδες διαφημίσεις για πώληση ακινήτων ιδιοκτησίας της εταιρείας. Επομένως από τον Σεπτέμβριο του 2016 εκδηλώθηκε με τον πλέον επίσημο τρόπο η πρόθεση του Καθ' ου η αίτηση 1 για πώληση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Παρά ταύτα η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μόλις στις 18.01.19. Πριν την διατύπωση της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου αναφέρω ότι σε σχέση με την Καθ' ης η αίτηση 2 η επίδικη αίτηση είναι σε κάθε περίπτωση καταδικασμένη σε αποτυχία εφόσον η Καθ' ης η αίτηση 2 ουδεμία σχέση έχει με τη διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας και με την έφεση με Αρ. Ε278/15. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν καταχώρισαν νομότυπα και εμπρόθεσμα ένσταση δικαιούνται μόνο τα έξοδα που προέκυψαν από τις 09.04.19 περιλαμβανομένης της εν λόγω ημερομηνίας. Περαιτέρω, ενόψει της κοινής εκπροσώπησης τους νοείται ότι δικαιούνται μόνο σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα εκκρεμούσης έφεσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο