CRIST. HAGGIPAVLU & SONS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 702/2019, 12/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A206 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 702/2019 Μεταξύ:
- CRIST. HAGGIPAVLU & SONS LTD
- ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
- ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Εναγόντων και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: Ο κ. Ν. Πιριλίδης και η κα Α. Αργυρού για N.Pirilides & Associates LLC Για εναγόμενη 1/καθ' ης η αίτηση: ο κ. Α. Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. (κα Δ. Παρμαξή για την εκφώνηση της υπόθεσης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διαταγμάτων για την απαγόρευση ή αναστολή διαδικασίας εκποίησης στη βάση του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965) Οι αιτητές επιδιώκουν με την αίτηση τους την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύει και/ή εμποδίζει την καθ' ης η αίτηση από του να προχωρήσουν και/ή να λάβουν περαιτέρω διαβήματα για την εκποίηση και/ή πώληση και/ή πλειστηριασμό των ακινήτων που περιγράφονται στις υποθήκες ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ και ΥΧΧΧ (συλλογικά καλούμενα τα «Ενυπόθηκα Ακίνητα»), μέσω της διαδικασίας που προβλέπει το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/65, μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και διαζευκτικά του ανωτέρω διατάγματος διάταγμα με το οποίο να αναστέλλει την εκκρεμούσα για την 12.04.2019 διαδικασία πλειστηριασμού και/ή εκποίηση των ακινήτων που περιγράφονται στις ως άνω υποθήκες ως η Ειδοποίηση Πλειστηριασμού - Τύπος «ΙΑ» ημερ. 11.09.2018, μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, άρθρα 2, 29 και 32, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, άρθρο 9, επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.39, Δ.48, θ.1, 2, 7 και 8 και Δ.64, επί του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Μέρος VIA, ως τροποποιήθηκε, επί του Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των αρχών της επιείκειας ως και επί της πρακτικής και συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Μιχαηλίδη. Ο κ. Μιχαηλίδης πέραν της ιδιότητας του, της επίκλησης προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της προσωπικής του εμπλοκής κατά τη σύναψη δανειακών συμβάσεων από την καθ' ης η αίτηση και στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν από τον Σεπτέμβριο του 2018 μέχρι και πρόσφατα με την καθ' ης η αίτηση, της εξουσιοδότησης που έχει και εκ μέρους των άλλων αιτητών να προβεί στην ένορκη δήλωση και της νομικής συμβουλής που τυγχάνει από τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούν στην παρούσα διαδικασία ως προς τα νομικά ζητήματα που υποστηρίζει, δηλώνει επί της ουσίας της αίτησης τα ακόλουθα: Οι αιτητές 1 είχαν συνεργασία με την καθ' ης η αίτηση για πάρα πολλά χρόνια. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας οι αιτητές 1 είχαν λάβει διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις οι οποίες εξασφαλίζονταν με την εγγραφή υποθηκών επί ακινήτων των αιτητών 1 αλλά και με προσωπικές εγγυήσεις των διευθυντών τους, δηλαδή του ίδιου και του αιτητή
- Μεταξύ των ακινήτων που οι αιτητές 1 προσέφεραν ως εξασφάλιση στην καθ' ης η αίτηση για τις πιο πάνω τραπεζικές διευκολύνσεις που έλαβαν, ήταν και τα ακίνητα τα οποία περιγράφονται στα έγγραφα των ως άνω υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Κατά ή περί το 2009 η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε εναντίον των αιτητών 1 και των διευθυντών της την αγωγή υπ' αρ. 2436/2009 Ε.Δ. Λεμεσού ενώ κατά ή περί το 2008 οι αιτητές 1 καταχώρησαν την αγωγή υπ' αρ. 4961/2008 εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Στα πλαίσια της ως άνω αγωγής υπ' αριθμό 2436/2009 οι διάδικοι είχαν καταλήξει σε συμφωνία η οποία δηλώθηκε στις 23.01.2012 και το Δικαστήριο έκδωσε διάταγμα κατά των αιτητών 1 με το οποίο διατασσόταν η εκποίηση των ως άνω υποθηκών (Τεκμ. 2). Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφερόμενος στα γεγονότα που αφορούν τη παρούσα αίτηση αναφέρει ότι στις 05.05.2017 οι αιτητές 1 παρέλαβαν την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη - Τύπος Ι», με την οποία ενημερώθηκαν για την πρόθεση της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση των ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου. Η εν λόγω Ειδοποίηση συνοδευόταν με τον Τύπο «Θ» ημερ. 20.01.2017 (Τεκμ.3). Οι Ενάγοντες 1 την 06.06.2017 προχώρησαν με την καταχώρηση της αίτησης - έφεσης 171/2017 Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία επεδίωξαν τον παραμερισμό και την ακύρωση των ρηθέντων Τύπων «Ι» και «Θ», αίτημα το οποίο απορρίφθηκε για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Επισύναψε στην δήλωση του ως Τεκμ.4 αντίγραφο της εν λόγω αίτησης - έφεσης μαζί με τη συνοδευτική της ένορκη δήλωση (χωρίς τεκμήρια), την ένσταση της Τράπεζας Κύπρου μαζί με τη συνοδευτική της ένορκη δήλωση, καθώς και την απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 24.11.
- Την 02.07.2018 οι αιτητές 1 παρέλαβαν την «Ειδοποίηση - Τύπος ΙΑ», ημερ. 21.05.2018, με την οποία ενημερώθηκαν για την πρόθεση της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκου ακινήτου την 31.08.2018 με διαδικασία πλειστηριασμού ως προβλέπεται στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους του 1965 μέχρι
- Δηλώνει ότι η εν λόγω «Ειδοποίηση - Τύπος ΙΑ» επιδόθηκε στον ίδιο ως ενδιαφερόμενο μέρος ενώ ουδέποτε επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση 2 παρά του ότι ο τελευταίος αποτελεί εγγυητή σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος και συνακόλουθα ενδιαφερόμενο μέρος. Ούτε και ο Τύπος «Ι» ο οποίος σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασία του Μέρους VIA είχε επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση 2, ενώ θα έπρεπε να του είχε επιδοθεί όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους. Η εν λόγω «Ειδοποίηση - Τύπος ΙΑ» ημερ. 21.05.2018 συνοδευόταν με την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη για Διορισμό Εκτιμητή -Τύπος ΙΒ» ιδίας ημερομηνίας με τον οποίο οι αιτητές 1 κλήθηκαν όπως διορίσουν εντός 10 ημερών από την παραλαβή της τελευταίας εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμ. 5). Κατόπιν της πιο πάνω επίδοσης της «Ειδοποίησης - Τύπος ΙΑ» και της «Ειδοποίησης - Τύπος ΙΒ», αμφότερες ημερ. 21.05.2018, την 06.07.2018 οι αιτητές 1 προχώρησαν στην καταχώρηση της Αίτησης - Έφεσης υπ' αρ. 215/2018 Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία επεδίωκαν τον παραμερισμό των εν λόγω Ειδοποιήσεων αφού το μέσω αυτών επιδιωκόμενο αποτέλεσμα πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφονται στις ως άνω υποθήκες έχει ήδη διαταχθεί από αρμόδιο Δικαστήριο στη βάση της τελεσίδικης Δικαστικής Απόφασης στο πλαίσιο της αγωγής υπ' αρ. 2436/2009 Ε.Δ. Λεμεσού. Επισύναψε την εν λόγω αίτηση - έφεση μαζί με τη συνοδευτική της ένορκη δήλωση (χωρίς τεκμήρια) καθώς και την ένσταση της Τράπεζας Κύπρου μαζί με τη συνοδευτική της ένορκη δήλωση (χωρίς τεκμήρια) συλλογικά ως Τεκμ.
- Μετά την καταχώρηση της Αίτησης - Έφεσης υπ' αρ. 215/2018, και δη 1 εβδομάδα μετά την καταχώρηση της, πληροφορήθηκαν ότι την 13.07.2018 δημοσιεύθηκε ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018 με τον οποίον επήλθαν διάφορες τροποποιήσεις σε αυτόν τις οποίες και καταγράφει στην ένορκη δήλωση του. Ενόψει των τροποποιήσεων οι αιτητές 1 ζήτησαν την απόσυρση της Αίτησης - Έφεσης υπ' αρ. 215/2018 Ε.Δ. Λεμεσού και οι Ενάγοντες προχώρησαν την 06.08.2018 στην καταχώρηση της Αίτησης - Έφεσης υπ' αρ. 237/2018 Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία προώθησαν την θέση ότι οι ανωτέρω τροποποιήσεις είναι άκυρες και αντισυνταγματικές και κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού είναι ξεκάθαρη η προσβολή των δικαιωμάτων των αιτητών και η προσπάθεια αποστέρησης των δικαιωμάτων τους για απόλαυση και κατοχή της ακίνητης τους περιουσίας (Τεκμ. 7). Τελικά, την 17.08.2018 οι αιτητές ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου για απόσυρση της ως άνω Αίτησης - Έφεσης ενόψει δήλωσης της καθ' ης η αίτηση πως δεν θα προωθήσουν τη διαδικασία πλειστηριασμού η οποία ήταν προγραμματισμένη για την 31.08.2018 για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της προώθησης της διαδικασίας πλειστηριασμού, οι αιτητές, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, προχώρησαν σε διορισμό εκτιμητή και την 10.08.2018 προώθησαν στην καθ' ης η αίτηση την εκτίμηση του διορισθέντος από αυτούς εκτιμητή. Η σχετική αλληλογραφία επισυνάφθηκε ως Τεκμ.
- Σε σχέση με τα εντελώς πρόσφατα γεγονότα ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι μετά την απόσυρση των εν λόγω διαδικασιών, ήτοι της Αίτησης - Έφεσης υπ' αρ. 215/2018 και της Αίτησης - Έφεσης υπ' αρ. 237/2018, και δη περί τον Σεπτέμβριο 2018, ξεκίνησαν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των αιτητών και της καθ' ης η αίτηση με σκοπό την συνολική διευθέτηση του χρέους των κατά τρόπο που να αποφευχθεί η εκποίηση των ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφέρει ότι στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας αυτής βρέθηκε ενδιαφερόμενος αγοραστής για την αγορά ενός άλλου ενυπόθηκου ακινήτου των αιτητών 2 και 3, σε τιμή πώλησης που θα εξάλειφε και το χρέος των αιτητών 1 σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα. Συνεπακόλουθα, την 21.09.2019 οι δικηγόροι του ενδιαφερόμενου αγοραστή, κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC, απέστειλαν επιστολή προς την καθ' ης η αίτηση δηλώνοντας το ενδιαφέρον του πελάτη τους να αγοράσει το εν λόγω ακίνητο ενώ παράλληλα καλούσαν την καθ' ης η αίτηση να συγκατατεθεί στην απάλειψη των υποθηκών που βάραιναν το συγκεκριμένο ακίνητο. Εις απάντηση της εν λόγω επιστολής, η καθ' ης η αίτηση 1 την 08.10.2018 κάλεσαν τους δικηγόρους του ενδιαφερόμενου αγοραστή να προωθήσουν την πρότασή τους και στους ιδιοκτήτες του εν λόγω ακινήτου ήτοι τους αιτητές 2 και 3, πράγμα που έπραξαν οι κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC την 23.10.
- Επισύναψε την εν λόγω αλληλογραφία ως Τεκμ.
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έκτοτε ήταν, εκ μέρους και για λογαριασμό των αιτητών 1, σε καθημερινή επικοινωνία με τον κ. Μάικ Σπανό, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ' ης η αίτηση, για σκοπούς διευθέτησης του χρέους των αιτητών 1, στη βάση της ανωτέρω πρόθεσης του ενδιαφερόμενου αγοραστή να αγοράσει ακίνητο που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του και του αιτητή
- Ουσιαστικά επιδίωκαν και επιδιώκουν τη διευθέτηση του χρέους των αιτητών 1 μέσω της πώλησης του ανωτέρω ακινήτου που ανήκει προσωπικά στον ίδιο και στον αιτητή
- Στο πλαίσιο των συζητήσεων που πραγματοποιούνταν με τον κ. Σπανό, ο τελευταίος μου ανέφερε επανειλημμένα ότι φαίνεται πως θα «καταλήξουμε» και ότι το κλίμα είναι πολύ θετικό για σκοπούς αποδοχής της πρότασης των αιτητών 1 για συνολική διευθέτηση του χρέους τους. Παρά ταύτα, ο κ. Σπανός με προειδοποίησε πως η διαδικασία στη βάση του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014 για σκοπούς πλειστηριασμού των Ενυπόθηκου ακινήτου θα συνεχιζόταν και θα λάμβαναν τις σχετικές ειδοποιήσεις αλλά τους ανέφερε πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και ότι ήταν απλά κάποιες τυπικές διαδικασίες, ενώ σε κάθε περίπτωση ήταν θετικός πως θα έβρισκαν λύση πριν τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό. Πράγματι όπως τον είχε προειδοποιήσει ο κ. Σπανός, την 10.01.2019 τους επιδόθηκε η Ειδοποίηση - Τύπος «ΙΑ», ημερ. 11.09.2018, μαζί με το «Δελτίο Α», στην οποία αναγράφετο πως έχει προγραμματιστεί πλειστηριασμός σε σχέση με τα Ενυπόθηκα Ακίνητα για την 12.04.2019 στη βάση της διαδικασίας που προβλέπεται στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους του 1965 μέχρι
- Δεν ανησύχησαν από την λήψη του εν λόγω Τύπου «ΙΑ», ενόψει των προειδοποιήσεων του κ. ΧΧΧ Σπανού, αλλά σε κάθε περίπτωση επικοινώνησε εκ νέου μαζί με τον τελευταίο για να επιβεβαιώσει πως δεν συνέτρεχε λόγος να προσβάλουν τον εν λόγω Τύπο «ΙΑ». Ο κ. Σπανός τον καθησύχασε ότι η επίδοση του εν λόγω Τύπου «ΙΑ» ήταν τυπική και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να προωθηθεί η πώληση των Ενυπόθηκου ακινήτου αφού όλα οδηγούσαν στο ότι θα κατέληγαν σε μία λύση μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού. Επισύναψε στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμ. 10 αντίγραφο της εν λόγω Ειδοποίησης - Τύπου «ΙΑ» ημερ. 11.09.
- Παρά την παραίτηση του κ. Μάικ Σπανού από το Διοικητικό Συμβούλιο της καθ' ης η αίτηση περί τα τέλη Ιανουαρίου 2019, ενώ αρχικά δεν ανησύχησε ως προς τον προγραμματισθέντα πλειστηριασμό αφού συνέχιζε να είναι σε επικοινωνία με άλλα υψηλά στελέχη της καθ' ης η αίτηση, παρά μόνο όταν πρόσεξε με μεγάλη του έκπληξη πριν από περίπου 1 εβδομάδα ότι οι καθ' ων η αίτηση ανήρτησαν στο διαδικτυακό τους ιστότοπο ανακοίνωση με την οποία ανακοινώνεται η πραγματοποίηση του πλειστηριασμού των Ενυπόθηκου ακινήτου ημερ. 12.04.2019 (Τεκμ. 11). Προς τούτο αποτάθηκε στους δικηγόρους τους για προσβολή της παρούσας διαδικασίας. Δηλώνει περαιτέρω ότι την 03.04.2019 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC, και συγκεκριμένα με τον κ. XXXXX Τσαγκαρίδη, ο οποίος του επιβεβαίωσε ότι το ενδιαφέρον του εν λόγω πιθανού αγοραστή συνεχίζει να υφίσταται σε περίπτωση που η καθ' ης η αίτηση δεχθεί την πρόταση των αιτητών για συνολική διευθέτηση του χρέους τους η οποία λαμβάνει υπόψη και το ενδιαφέρον του εν λόγω πιθανού αγοραστή. Ήταν δε για όλους αυτούς τους λόγους και του καλού κλίματος που επικρατούσε μεταξύ των αιτητών και της καθ' ης η αίτηση που οι αιτητές δεν προχωρήσαμε ενωρίτερα στην καταχώρηση αντίστοιχης αγωγής όπως η παρούσα με την οποία να προσβάλλουν την αντισυνταγματικότητα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 και την ακυρότητα της διαδικασίας πλειστηριασμού που προωθείται μέσω του ανωτέρω Τύπου «ΙΑ» ημερ. 11.09.2018, όπως είχαν πράξει το καλοκαίρι του 2018 μέσω της Αίτησης-Έφεσης υπ' αρ. 237/2018 Ε.Δ. Λεμεσού. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια υποστηρίζει με συμβουλή των δικηγόρων τους ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα καθώς πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας ('balance of convenience') γέρνει προς όφελος των αιτητών. Στα πλαίσια της νομικής συμβουλής που λαμβάνει υποστηρίζει ότι υπάρχει αναμφίβολα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα αγωγή επικαλούμενος αντισυνταγματικότητα του Νόμου όπως αυτός τροποποιήθηκε καθώς παραβιάζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 23 αυτού αφού είναι ξεκάθαρη η προσβολή των δικαιωμάτων των Εναγόντων και η προσπάθεια αποστέρησης των δικαιωμάτων τους για απόλαυση και κατοχή της ακίνητης τους περιουσίας. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια παραθέτει νομική επιχειρηματολογία προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης. Θα αποφύγω σε αυτό το σημείο της απόφασης μου την καταγραφή της εφόσον αυτή θα τύχη ανάλυσης στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων υφίσταται, όπως εισηγείται κατόπιν νομικής συμβουλής σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι οι αιτητές έχουν πολύ μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας εναντίον της καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αγωγή. Εισηγείται περαιτέρω κατόπιν νομικής συμβουλής που λαμβάνει ότι εάν το Δικαστήριο δεν προχωρήσει με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1, θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο δοθέντων, μεταξύ άλλων, των ακόλουθων δεδομένων: i. Ο πλειστηριασμός των Ενυπόθηκου ακινήτου είναι προγραμματισμένος για την 12.04.2019, ήτοι εντός των επομένων ημερών, και αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η ζημιά που θα υποστούν οι αιτητές 1 από επαπειλούμενη θα γίνει πραγματική. ii. Με δεδομένο ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα για τα οποία έχει προγραμματιστεί ο πλειστηριασμός για την 12.04.2019 συμπεριλαμβάνουν το εργοστάσιο των αιτητών 1 το οποίο ασχολείται με την ποτοποιία και με την παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών και απασχολεί προσωπικό πέραν των 15 ατόμων, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και προχωρήσει ο πλειστηριασμός του εργοστασίου, τόσο οι εργασίες του εργοστασίου όσο και η εργασία του εν λόγω προσωπικού κινδυνεύουν να πληγούν ανεπανόρθωτα. iii. Η καθ' ης η αίτηση, σε αντίθεση προς την εταιρεία των αιτητών , ουδεμία ζημιά θα υποστούν σαν αποτέλεσμα της έκδοσης του αιτουμένου Διατάγματος, πλην κάποιας καθυστέρησης, αφού σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει προς όφελος τους θα μπορούν κάλλιστα να τροχοδρομήσουν νέα ημερομηνία εκποίησης. iv. Σε περίπτωση επιτυχίας του πλειστηριασμού την 12.04.2019 σε σχέση με τα ενυπόθηκα ακίνητα, η πώληση και μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων σε καλόπιστους τρίτους, θα καταστήσει την παρούσα αγωγή κατά το μείζον άνευ αντικειμένου και σίγουρα τη ζημιά των αιτητών ανεπανόρθωτη. Στη βάση των πιο πάνω υποστηρίζει ότι εξ όσων καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, η υπόθεση εν προκειμένω δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επενεργήσει προς όφελος της ορθής απονομής δικαιοσύνης και ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους πρόκλησης αδικίας στο ενδιάμεσο τούτο στάδιο της διαδικασίας. Σημειώνει δε ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μετά βεβαιότητας θα προκαλέσει αδικία στους αιτητές σε αντίθεση με την καθ' ης η αίτηση που η έκδοση τους δε θα προκαλέσει καμία ζημιά αφού θα συνεχίσουν να διατηρούν τις εξασφαλίσεις τους επί των ενυπόθηκου ακινήτου αλλά και τις υπόλοιπες παραχωρηθείσες προς αυτούς εξασφαλίσεις. Σε σχέση τέλος με το ζήτημα του κατεπείγοντος κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων τους εκφράζει την πίστη δοθέντος της προγραμματισθείσας ημερομηνίας του πλειστηριασμού για την 12.04.2019, υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος ο οποίος δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς αφού σε διαφορετική περίπτωση τα στενά χρονικά περιθώρια μέχρι τον πλειστηριασμό θα καταστήσουν την παρούσα διαδικασία άνευ αντικειμένου. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης (καταγράφονται αυτούσιοι για σκοπούς ευκολίας στην ανάλυση που θα ακολουθήσει): «
- Η Αίτηση είναι απαράδεκτη ή/και νομικά αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και παντελώς αδικαιολόγητη ή/και θνησιγενής.
- Η Αίτηση είναι παντελώς ανυποστήριχτη ή/και εν πάση περιπτώσει στερείται ουσιαστικού νομικού και πραγματικού ερείσματος ή/και η νομική και πραγματική της βάση δεν μπορεί να στηρίξει τις εξαιτούμενες θεραπείες.
- Οι εξαιτούμενες στην Αίτηση θεραπείες δε δύναται να αποδοθούν ή/και εντελώς αβάσιμα και ανεδαφικά προωθούνται εφόσον: 3.
- δεν νοείται ή/και πουθενά δεν προβλέπεται η αναστολή ή/και η παρεμπόδιση διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προωθείται από τον ενυπόθηκο δανειστή με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965)ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος)∙ 3.
- δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να αποδώσει τις εξαιτούμενες θεραπείες ή/και δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εμποδίσει τους Καθ' ων η αίτηση ή/και να αναστείλει ή/και εμποδίσει τη συνέχιση της διαδικασίας πώλησης που προωθούν οι Καθ' ων η αίτηση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/ΧΧΧ, Φ/ΣΧ 59/010603, τεμάχιο 2Χ7, στην επαρχία Λεμεσού που επιβαρύνεται με τις υποθήκες ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ και ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (το «Ενυπόθηκο Ακίνητο») εφόσον η εν λόγω διαδικασία προωθείται με βάση τις πρόνοιες του Νόμου και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ή/και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης ή/και ένδικο διάβημα σε σχέση με διαδικασία για την οποία παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής∙ 3.
- δεν πληρούνται υπό τις περιστάσεις οι προϋποθέσεις ή/και δεν συντρέχουν οι λόγοι που εξαντλητικά αναφέρονται στο Νόμο για την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου που περιγράφεται στις υποθήκες ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ, ΥΧΧΧ και ΥΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (οι «Υποθήκες»)∙ 3.
- η διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου που έχει ξεκινήσει με βάση τις πρόνοιες του Νόμου δεν δημιουργεί οτιδήποτε προς εκτέλεση ούτε αποτελεί διαδικασία που χρήζει αναστολής∙ 3.
- τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν πληρούν ή/και δεν καλύπτουν τις εκ του νόμου και/ή τις εκ της νομολογίας ρηθείσες προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής διαδικασίας και/ή δεν συντρέχουν οι ειδικές ή/και εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που να δικαιολογούν τις εξαιτούμενες θεραπείες αναστολής με αποτέλεσμα η πραγματική ή/και νομική βάση της Αίτησης να μην νομιμοποιεί τους Αιτητές στις αξιούμενες θεραπείες∙ 3.
- οι Καθ' ων η Αίτηση δεόντως και νομοτύπως προωθούν την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για την πώληση του Ενυπόθηκου Ακινήτου και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παρεμπόδισης ή/και αναστολής συνέχισης της ή/και δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος διακοπής ή/και παύσης της ρηθείσας διαδικασίας ή/και παραμερισμού ή/και ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, ημερομηνίας 11/09/2018 (η «Ειδοποίηση ΙΑ»). 3.
- κανένας από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των Αιτητών δεν αφορά ζήτημα που ρυθμίζεται από την Ειδοποίηση ΙΑ ή/και δεν προβάλλεται ως λόγος παραμερισμού της Ειδοποίησης ΙΑ οποιοσδήποτε λόγος που προβλέπεται, κατά τρόπο εξαντλητικό, στο άρθρο 44 Γ
(3)του Νόμου 3.
- καμία διάταξη στο Νόμο δεν απαγορεύει στους Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στην έναρξη και προώθηση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Αντίθετα, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, η έναρξη ή/και προώθηση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου είναι καθ' όλα επιτρεπτή και δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από την ύπαρξη απόφασης που εκδόθηκε στις 23/01/2012 στην αγωγή 2436/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (η «Απόφαση»).
- Ο ισχυρισμός ότι οι πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 Ν.87(Ι)/2018(ο «Τροποποιητικός Νόμος του 2018») είναι άκυρες ή/και αντισυνταγματικές ή/και αντίθετες με το άρθρο 23 του Συντάγματος προβάλλεται παντελώς αβάσιμα ή/και ανεδαφικά ή/και είναι υποκείμενος σε απόρριψη εφόσον οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν επακριβώς τις διατάξεις του Τροποιητικού Νόμου του 2018 που ως ισχυρίζονται παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος και ούτε εξειδικεύουν τους λόγους για τους οποίους οι νομοθετικές διατάξεις του Τροποποιητικού Νόμου είναι αντισυνταγματικές.
- Σε κάθε περίπτωση, οι επιμέρους ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Αιτητές περί αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένων τροποποιήσεων που επέφερε ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018 είναι παντελώς αβάσιμοι ή/και ανεδαφικοί ή/και αλυσιτελείς ή/και απαράδεκτοι και ως τέτοιοι θα πρέπει να απορριφθούν εφόσον: 5.
- Παραγνωρίζουν ότι τα Δικαστήρια δεν εξετάζουν in abstracto, (αφηρημένα) ή/και ακαδημαϊκά τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο και απολύτως απαραίτητο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. Εν προκειμένω, ακόμα και αν κριθούν αντισυνταγματικές οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 που επικαλούνται οι Αιτητές, το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το δίκαιο που ίσχυε πριν από τις ρηθείσες διατάξεις, δηλαδή τις πρόνοιες του τροποποιητικού νόμου του 2014 (Ν.142(Ι)/2014)(ο «Τροποποιητικός Νόμος του 2014») με τον οποίο εισήχθη για πρώτη φορά το Μέρος VIA του Νόμου, ο οποίος: 5.1.
- δεν απαγορεύει αλλά αντίθετα επιτρέπει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου απευθείας από τον ενυπόθηκο δανειστή (δηλαδή από τους Καθ' ων η αίτηση), με τον τρόπο που προωθείται σήμερα∙ 5.1.
- δεν απαγορεύει ούτε αποκλείει στους Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν την εφαρμογή της διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA όταν υπάρχει δικαστική απόφαση για χρέος και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης που το εξασφαλίζει∙ 5.1.
- εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό που εξυπηρετεί σήμερα ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018, δηλαδή την παροχή μιας εναλλακτικής μεθόδου πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, χωρίς την ανάμιξη του Διευθυντή Κτηματολογίου, στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου των εκποιήσεων, με απώτερο σκοπό την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκου ακινήτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη σχετικού διατάγματος εκποίησης. 5.
- Τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 (δηλαδή των άρθρων 44 Α, 44Γ και της κατάργησης του άρθρου 44ΙΓ), δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή των αιτούμενων θεραπειών. Επομένως το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας των προαναφερόμενων διατάξεων του Τροποποιητικού Νόμου. 5.
- Δεν υπάρχει η αναγκαία εξειδίκευση ή/και δεν υπάρχει λεπτομερής διατύπωση των λόγων για τους οποίους οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018 ή/και τα άρθρα 44 Α, 44Γ του ρηθέντος νόμου καθώς και η κατάργηση του άρθρου 44ΙΓ από τον Τροποποιητικό Νόμο του 2018 είναι αντισυνταγματικά ή/και αντίκεινται στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση: 5.3.
- Ο ισχυρισμός ότι με την τροποποίηση του άρθρου 44 Α «η εξασφάλιση απόφασης [.] δεν επηρεάζει πλέον το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA [.]» είναι εντελώς αβάσιμος, ανεδαφικός και αλυσιτελής ή/και προβάλλεται παντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά δεδομένου (μεταξύ άλλων) ότι ουδεμία τέτοια πρόνοια ή/και περιορισμός υπήρχε ή/και προέκυπτε από τις πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του
- 5.3.
- Η θέση ότι με την τροποποίηση του άρθρου 44Γ «δεν επιτρέπεται η προώθηση λόγων άλλων από αυτών που καταγράφονται στο εν λόγω τροποποιημένο άρθρο για σκοπούς παραμερισμού της Ειδοποίησης - Τύπου ΙΑ» προβάλλεται εντελώς ακατανόητα ή/και παντελώς αβάσιμα, ανεδαφικά και καταχρηστικά. Εν πάση περιπτώσει, η τροποποίηση που επέφερε ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018 στο άρθρο 44Γ του Νόμου δεν αφορά ούτε επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τους Αιτητές με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να κωλύονται ή/και εμποδίζονται να προβάλλουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. 5.3.
- Η θέση ότι με την τροποποίηση «καταργήθηκε το άρθρο ΙΓ του Μέρους VIA» προβάλλεται εντελώς ακατανόητα ή/και παντελώς αβάσιμα και ανεδαφικά. Σε κάθε περίπτωση, οι Αιτητές κωλύονται ή/και εμποδίζονται από του να προβάλλουν τους σχετικούς ισχυρισμούς δεδομένου (μεταξύ άλλων) ότι είχαν προωθήσει διαδικασία έφεσης κατά της ειδοποίησης Ι η οποία απορρίφθηκε, ενώ παράλληλα παρέλειψαν ή/και αδιαφόρησαν ή/και επέλεξαν να μην προβούν στα προβλεπόμενα από το Νόμο διαβήματα για τον παραμερισμό ή/και ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ. 5.3.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι οι ανωτέρω τροποποιήσεις παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος «αφού είναι ξεκάθαρη η προσβολή των δικαιωμάτων των Εναγόντων και η προσπάθεια αποστέρησης των δικαιωμάτων τους για απόλαυση και κατοχή της ακίνητης τους περιουσίας» προβάλλονται παντελώς γενικά και αόριστα ή/και είναι παντελώς αβάσιμοι και ανεδαφικοί ή/και αντίκεινται στις πρόνοιες των Υποθηκών. 5.3.
- Οι ισχυρισμοί ότι με τις πιο πάνω τροποποιήσεις «περιορίζεται δραστικά το δικαίωμα των Εναγόντων να προσβάλουν την διαδικασία που προωθείται με το Μέρος VIA [.] και ότι «οι Ενάγοντες είχαν αφεθεί - εδώ και χρόνια με την εντύπωση ότι η οδός του Μέρους VIA [.] δεν θα μπορούσε να ακολουθηθεί από τους Εναγόμενους 1 ενόψει της εκδοθείσας Δικαστικής Απόφασης» προβάλλονται παντελώς αβάσιμα και ανεδαφικά ή/και εντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά. 5.
- Ουδεμία αντισυνταγματικότητα υπάρχει σε οποιαδήποτε από τις πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και αλυσιτελείς. 5.
- Η γενικότερη θέση που προωθείται ότι τυχόν πώληση του Ενυπόθηκου Ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου θα σημαίνει παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος είναι παντελώς αβάσιμη ή/και ανεδαφική ή/και αυθαίρετη ή/και αντίθετη με τις πρόνοιες του Νόμου και των Υποθηκών.
- Οι Αιτητές, δεν έχουν αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το βάρος απόδειξης ότι οι πρόνοιες του Τροποιητικού Νόμου του 2018 ή/και οι επίμαχες διατάξεις του είναι αντισυνταγματικές.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι η διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου που άρχισε ή/και συνεχίστηκε με την επίδοση της Ειδοποίησης ΙΑ έχει παύσει να υφίσταται είναι παντελώς αβάσιμοι και ανεδαφικοί ή/και αντίκεινται στις πρόνοιες του Νόμου και των Υποθηκών. Περαιτέρω: 7.
- Η Απόφαση σε καμία περίπτωση δε συνιστά λόγο ή/και εμποδίζει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου για τον καθένα από τους ακόλουθους λόγους: 7.1.
- Ο Νόμος δεν απαγορεύει αλλά αντίθετα επιτρέπει την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA. 7.1.
- Η Απόφαση αφορά το χρέος που προκύπτει από τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζονται με τις Υποθήκες και όχι αυτό καθ' εαυτό το χρέος που προκύπτει δυνάμει των προνοιών των Υποθηκών. 7.1.
- Το διάταγμα εκποίησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου αφορά το χρέος που επαληθεύτηκε με την Απόφαση και όχι το χρέος του ενυπόθηκου οφειλέτη προς τους Καθ' ων η αίτηση, ως αυτό προκύπτει από τις Υποθήκες. 7.1.
- Οι Υποθήκες δημιουργούν πρωτογενή (αυτοτελή) υποχρέωση των Αιτητών για την καταβολή του ποσού πλέον τόκους που αναφέρονται σε αυτές προς τους Καθ' ων η αίτηση. Επομένως, η Απόφαση που εκδόθηκε επιβεβαιώνει το θεμέλιο των Υποθηκών ως επίσης και το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να απαιτήσουν την εξόφληση του υπολοίπου που προκύπτει από τη συμφωνία έκαστης Υποθήκης (στην έκταση που καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος) και, σε περίπτωση μη εξόφλησής του, το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν διαδικασία ιδιωτικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου, συμφώνως των όρων των Υποθηκών και των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου. 7.1.
- Σε κάθε περίπτωση, πουθενά στο Νόμο ή/και στον Τροποποιητικό Νόμο του 2014 δεν υπάρχει διάταξη που να απαγορεύει ή/και να αποκλείει στους Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν την εφαρμογή της διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου όταν υπάρχει δικαστική απόφαση για χρέος και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης που το εξασφαλίζει. 7.1.
- Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση της Απόφασης και του σχετικού διατάγματος πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου παρέχει δικαιώματα στους Καθ' ων η αίτηση και όχι υποχρέωση. Ούτε περιορίζει ή επηρεάζει το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να ακολουθήσουν άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου, όταν ο Νόμος τους το επιτρέπει. 7.1.
- Ο σκοπός της εισαγωγής του Μέρους VIA του Νόμου (ως αυτός προκύπτει από τις ίδιες τις πρόνοιες του Νόμου καθώς και από το περιεχόμενο των αιτιολογικών εκθέσεων που υποβλήθηκαν για την ενσωμάτωση του Μέρους VIA στο βασικό Νόμο) είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκου ακινήτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη σχετικού διατάγματος εκποίησης. Επομένως, το Μέρος VIA του Νόμου τυγχάνει εφαρμογής και στις περιπτώσεις ενυπόθηκου ακινήτου για τα οποία εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης τους και τούτο επιβεβαιώνεται από τις πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 ενώ, διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση βρίσκεται έξω από το ίδιο το γράμμα και αντίκειται στο πνεύμα του Νόμου. 7.1.
- Οι Καθ' ων η αίτηση με την Ειδοποίηση ΙΑ επιδιώκουν αποτέλεσμα που παρέχεται στον ίδιο το Νόμο ο οποίος δεν εμποδίζει τους Καθ' ων η αίτηση από του να προχωρήσουν τη διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου με οιονδήποτε τρόπο επιλέξουν ή και με τη χρήση παράλληλων διαδικασιών. 7.1.
- Εάν δεν εφαρμοζόταν το Μέρος VIA του Νόμου στις περιπτώσεις ενυπόθηκου ακινήτου που διατάχθηκε η εκποίησή τους, τότε η διαδικασία πώλησης, μετά από δικαστική απόφαση ελλείψει άλλης θεσμοθετημένης διαδικασίας, θα οδηγείτο σε αδιέξοδο και μη εφαρμογή της. 7.
- Η ύπαρξη της Απόφασης δεν καθιστά καταχρηστική ούτε εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την επιδίωξη πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Αντίθετα, η εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του εν λόγω ακινήτου συμφωνεί πλήρως με τις πρόνοιες του Νόμου και είναι υπό τις περιστάσεις πλήρως εναρμονισμένη με το σκοπό του Νόμου ή/και αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που παρέχεται από το Νόμο και τη συμφωνία έκαστης Υποθήκης. 7.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί καταχρηστικότητας ή/και ακυρότητας ή/και κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση ενόψει της εκδοθείσας Απόφασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και ανεδαφικοί δεδομένου ότι οι Καθ' ων η αίτηση με την επίδοση της Ειδοποίησης ΙΑ επιδιώκουν αποτέλεσμα που παρέχεται στον ίδιο το Νόμο ο οποίος δεν εμποδίζει ούτε απαγορεύει αλλά αντίθετα επιτρέπει στους Καθ' ων η αίτηση από του να προχωρήσουν τη διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που σωρευτικά τίθενται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960για την έκδοση των αιτούμενων στην Αίτηση διαταγμάτων ή/και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η έκδοση τους με βάση τις πρόνοιες του ρηθέντος άρθρου καθότι: 8.
- Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση αγωγής ή/και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε καταδεικνύεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της Αγωγής (reasonable prospect of success). 8.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν ή/και δεν πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτούς, ούτε αποκαλύπτεται ή/και πιθανολογείται βασίμως οιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή/και αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ουδεμία ζημιά θα υποστούν οι Αιτητές από την πώληση του Ενυπόθηκου Ακινήτου, δεδομένου ότι αυτή προωθείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και των Υποθηκών, στο πλαίσιο ικανοποίησης χρέους το οποίο έχει επαληθευτεί δικαστικά, για την εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκαν οι Υποθήκες. 8.
- Η έκδοση των αιτούμενων στην Αίτηση διαταγμάτων δεν είναι υπό τις περιστάσεις ούτε δίκαιη ούτε πρόσφορη δεδομένου ότι: 8.3.
- θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση εφόσον το χρέος που εξασφαλίζεται με τις Υποθήκες και για το οποίο εκδόθηκε η Απόφαση θα συνεχίσει να αυξάνεται με κίνδυνο να μην μπορέσει να ικανοποιηθεί, σε αντίθεση με τους Αιτητές που αν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα ακυρώσουν τις Υποθήκες, στη βάση των οποίων προωθείται η διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου∙ 8.3.
- η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποστερήσει ουσιαστικά από τους Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους ως αυτά απορρέουν από τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου αλλά και από τις πρόνοιες των Υποθηκών, των οποίων η εγκυρότητά τους όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά έχει επαληθευτεί δικαστικά με την έκδοση της Απόφασης.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα διεκπεραιώσει την ουσία της αγωγής ή/και θα την καταστήσει άνευ αντικειμένου εφόσον η ημερομηνία του σκοπούμενου πλειστηριασμού θα έχει παρέλθει και κατά συνέπεια θα αποδοθεί τελική θεραπεία στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο.
- Οι αξιούμενες θεραπείες είναι νόμω και ουσία αβάσιμες ή/και εν πάση περιπτώσει στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή/και αντίκεινται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας.
- Στην ένορκη δήλωση περιέχονται αβάσιμοι και αναληθείς ισχυρισμοί ή/και ισχυρισμοί παραπλανητικοί και ανεδαφικοί, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση ασκήθηκε ή/και προωθείται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και κατά παράβαση του καθήκοντος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης που είχαν οι Αιτητές όταν αποτάθηκαν μονομερώς στο Δικαστήριο ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου ή/και με αποκλειστικό σκοπό να παρεμποδίσει τη διεξαγωγή της σκοπούμενης πώλησης ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς ή/και λειτουργεί ως μέτρο πίεσης των Καθ' ων η αίτηση ή/και χρησιμοποιείται ως μέσο για να παραβλάψει τα έννομα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση και συνεπεία αυτού πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Η έvσταση βασίζεται στα Άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα με ιδιαίτερη μνεία στα Άρθρα 2, 21, 27, 35, 36, 37, 44, 44 Α έως και 44ΙΑΑ καθώς και στα παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 2, 4, 5 - 9 και 22 - 34, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ 1 - 9, Δ.64, στα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 6
(1)και 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης τίθεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. ΧΧΧ Χωραΐτης. Δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του καθώς αυτά που ενδιαφέρουν θα τύχουν ανάλυσης στη συνέχεια της απόφασης μου και σε αντιπαραβολή των όσων η πλευρά των αιτητών επικαλέστηκε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις γραπτές και σε ηλεκτρονική μορφή αγορεύσεις τους που είχαν την καλοσύνη, ενόψει του επείγοντος της έκδοσης της απόφασης και για διευκόλυνση του Δικαστηρίου, να μου παραδώσουν και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή, όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιας φύσης αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ: Ξεκινώ την ανάλυση μου εξετάζοντας κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965) (ο Νόμος) προνοεί για την προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου (ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν) κρίνω ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις για την έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου (βλ. άρθρα 44 Α
(1)και 44 (Β)
(1)του Νόμου) εφόσον υφίστανται Υποθήκες και υπάρχει υπερημερία του ενυπόθηκου χρέους των εν λόγω Υποθηκών, αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος κατέστη πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των αιτητών ότι πράγματι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έναρξη της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου. Προβλήθηκε ως λόγος ένστασης ότι δεν προβλέπεται η αναστολή της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου που προωθείται από τον ενυπόθηκο δανειστή εφόσον τέτοια θεραπεία δεν προβλέπεται πουθενά στο Νόμο. Με βρίσκει σύμφωνο η ως άνω θέση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν παρέχεται από το Νόμο δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να αποδώσει τις εξαιτούμενες θεραπείες και ούτε παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να αναστείλει ή να εμποδίσει τη συνέχιση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου που έχει ξεκινήσει από την καθ' ης η αίτηση με την επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι εφόσον η εν λόγω διαδικασία προωθείται με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Εάν πράγματι υπήρχε τέτοια εξουσία του Δικαστηρίου τότε κρίνω ότι θα προβλεπόταν ρητά στο Νόμο. Εκείνο όμως που προβλέπεται στο Νόμο είναι η δυνατότητα έκδοσης «παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη» και όχι η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού (βλ. Άρθρο 44 Γ
(3)(δ) του Νόμου). Υπό τις περιστάσεις δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις ή/και δεν συντρέχουν οι λόγοι που εξαντλητικά αναφέρονται στο Νόμο (Άρθρο 44 Γ
(3)για την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Καμία διάταξη στο Νόμο δεν απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και ούτε αποκλείεται (αλλά αντίθετα ρητά προβλέπεται) η δυνατότητα προώθησης της ρηθείσας διαδικασίας ανεξαρτήτως του εάν υπάρχει απόφαση ή/και διάταγμα εκποίησης. Με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, η προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου είναι καθ' όλα επιτρεπτή και δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης (βλ. άρθρο 44 Α
(4)του Νόμου). Επομένως στη βάση των πιο πάνω η καθ' ης η αίτηση δεόντως και νομότυπα προχώρησαν στην έναρξη και προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για την πώληση των ενυπόθηκου ακινήτου και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ακύρωσης ή/και αναστολής συνέχισης της. Η εφαρμογή και η προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου είναι υπό τις περιστάσεις πλήρως εναρμονισμένη με τις πρόνοιες και το σκοπό του Νόμου και αποτελεί ουσιαστικά ενάσκηση δικαιώματος που προβλέπεται στο Νόμο και στις Υποθήκες. Προς τούτο παραπέμπω στον όρο 4 του Εγγράφου κάθε επίδικης Υποθήκης (Τεκμ. 1 στην Αίτηση), στον οποίο προβλέπεται ότι η καθ' ης η αίτηση μπορεί να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο «απευθείας». Ο όρος αυτός έχει ερμηνευθεί, και συμφωνώ με την ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Alentia Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 07.01.2019, αίτηση/έφεση 113/2018 Ε.Δ. Λάρνακας ότι περιλαμβάνει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει (αν το επιθυμεί) με ιδιωτική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου Στη βάση των πιο πάνω σκέψεων κρίνω, συμφωνώντας με τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, ότι δεν δικαιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο η έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού των ενυπόθηκου ακινήτου. Εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Ν.14/1960: Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, τα οποία αφορούν αποκλειστικά τη φύση της αιτούμενης θεραπείας αναστολής, με την αίτηση επιζητείται, αφενός μεν, η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος εναντίον της καθ' ης η αίτηση με απώτερο σκοπό να μην προχωρήσει περαιτέρω η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και, διαζευκτικά, η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πώλησης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ως προς το ζήτημα της παροχής προσωρινής θεραπείας σχετικό είναι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)επί του οποίου στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση για την έκδοση των εξαιτούμενων θεραπειών, το οποίο παρέχει διακριτική ευχέρεια και εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό, παρεπίμπτον ή διηνεκές, διάταγμα που ήθελε κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα.
(3)Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv απαγoρευτικόv διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ
(1)εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς. Πληρωμή απoζημιώσεως δυvάμει τoυ εδαφίoυ τoύτoυ θα είvαι κώλυμα δι' oιαvδήπoτε αγωγήv δι' απoζημιώσεις εv σχέσει πρoς o,τιδήπoτε εγέvετo συvεπεία τoυ διατάγματoς. Και εάv τoιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή τo δικαστήριov δύvαται vα διακόψη αυτήv κατά τoιoύτov τρόπov και επί τoιoύτoις όρoις, ως ήθελε θεωρήσει τoύτo πρέπov.» Ένα ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα εκδίδεται εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που απαιτούνται και περιέχονται στο πιο πάνω άρθρο. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα έχει σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού ή προστακτικού διατάγματος (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 225, 235). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου έχουν καθοριστεί από την νομολογία (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557) στις ακόλουθες τρεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη, έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Σε σχέση με προϋπόθεση αυτή, το Δικαστήριο σημείωσε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση διαπιστώνεται από τα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με ευρεία έννοια και όχι ως τεχνικός όρος. Εξετάζεται δηλαδή κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία εάν επιτύχει θα έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση θεραπείας. Η δεύτερη προϋπόθεση, για την ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο ή/και ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην υπόθεση Rarico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Γ ΑΑΔ 2015, 2041 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκο δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieri Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relied to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held."» Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης στο ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης (ABETTI DEVELOPMENTS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΠΙΤΖΙΟΛΗ κ.α., Αίτηση Αρ. Ε 64/2012 ημερομηνίας 28/4/2014). Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του αιτούντα διαδίκου τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση με παρέπεμψε και στο ακόλουθο, χαρακτηριστικό απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Όπως δε αναφέρει το Σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUNCTIONS», 1η έκδοση, 2016, σελ. 132-133: «αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή αποζημιώσεων, π.χ. οχληρία, θόρυβος, παραβίαση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, εμπορική εύνοια, επηρεασμός φήμης από δυσφήμηση.» Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί μεταγενέστερα σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co of USA
(1997)1 ΑΑΔ 1791, Aφοί Μυλωνά ΑΕ v. Michalakis Avraamides & Co Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1513). Πέραν όμως της χρηματικής αποζημίωσης, έχει καθοριστεί ότι το κριτήριο του Άρθρου 32 περιλαμβάνει και άλλα επιπρόσθετα και μεταβλητά κάθε φορά κριτήρια και ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240, HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Εάν ωστόσο η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Περαιτέρω στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 662, 630 λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης από το Δικαστήριο ότι ο ενάγων δεν προέβαλε κανένα ισχυρισμό ότι η οικονομική κατάσταση των εναγομένων ήταν τέτοια που θα στερούσε τον ενάγοντα καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύγχανε στην αγωγή του, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση. Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη δεν αρκούν και ο ενάγων με την ένορκη του δήλωση θα πρέπει να επεξηγεί και αιτιολογεί τέτοιους ισχυρισμούς με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεχτοί από το Δικαστήριο. Επομένως, κατά το στάδιο εξέτασης από το Δικαστήριο του κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φερεγγυότητα του Εναγόμενου και ειδικότερα την οικονομική δυνατότητα του εναγόμενου να καταβάλει χρηματικές αποζημιώσεις στον ενάγοντα όπου η βλάβη είναι ικανή να αποζημιωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων. Για παράδειγμα στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759, το παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδόθηκε λόγω της οικονομικής επιφάνειας του εναγόμενου και της δυνατότητας του σύμφωνα με την κατάληξη του Δικαστηρίου να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδιδόταν εναντίον του. Σχετική με τα ανωτέρω είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση της Δ. Δημητριάδου σε αίτηση για αναστολή πλειστηριασμού που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 760/18 του Ε.Δ. Λάρνακας, 1. Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα v. Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερομηνίας 19/12/2018, στην οποία το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος καταλήγοντας ότι: «Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ 'εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ'ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι εάν συνεχίσει η διαδικασία εκποίησης και πωληθούν τα ακίνητα ο συνεταιρισμός στην ουσία θα υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή διότι θα χάσει όχι μόνο σημαντικό περιουσιακό του στοιχείο αλλά και αυτή ταύτη την κεφαλαιουχική και ή επιχειρηματική του βάση, λαμβανομένου υπόψη του αγροτικού χαρακτήρα της επιχείρησης, η οποία βασίζεται, κυρίως, στην αξιοποίηση της ακίνητης της ιδιοκτησίας. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ'ών η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους ή οι Υπερασπίσεις εκείνων που προέβαλαν στην Αγωγή αρ. 3114/2014, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα. Επισημαίνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει προβληθεί η θέση από τους Αιτητές ότι η οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενης είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν Απόφαση υπέρ τους και ότι η Καθ'ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι αποτελεί ένα καθόλα φερέγγυο Τραπεζικό ίδρυμα, κάτι που η πλευρά των Αιτητών δεν έχει αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο, με συνεπακόλουθο να υφίσταται οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Αιτητών στην περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους. Υπό αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές χωρίς την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο.» Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Bacardi v. Vinco
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 , Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Koukkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Χωρίς να παραγνωρίζω όσα ήδη έχω καταγράψει πιο πάνω ότι η διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου (την οποία οι αιτητές επιδιώκουν να εμποδίσουν ή/και αναστείλουν) προωθείται κατ' εφαρμογή μιας εντελώς ανεξάρτητης διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Επομένως, οι αιτητές, δεν νομιμοποιούνται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης να εξαιτούνται απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου ούτε μπορούν να εμποδίσουν τους καθ' ων η αίτηση να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα που τους παρέχει το Μέρος VIA του Νόμου αλλά και οι ίδιες οι Υποθήκες που παραχώρησε η αιτήτρια 1, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, όχι μόνο δεν επηρεάζονται από την Απόφαση που εκδόθηκε (η οποία επιβεβαιώνει άλλωστε την εγκυρότητα των Υποθηκών) αλλά παράλληλα ενισχύονται από την Απόφαση εφόσον η άσκησή τους θα οδηγήσει σε αποτέλεσμα (δηλαδή την πώληση του Ενυπόθηκου Ακινήτου) που είναι καθ' όλα επιτρεπτό ή/και διατάσσεται από την Απόφαση. Και έχει δίκαιο ο κ. Αναγνώστου σε σχέση με το ζήτημα που έθιξε στην προφορική του παρέμβαση σε παραπομπή στην απόφαση Goody's Evagorou Ltd (Γκουτις Ευαγόρου Λτδ) ν. Lani Restaurants Ltd (Λανι Ρεστοραντς Λτδ)
(1998)1 Α.Α.Δ.1572 ότι η τυχόν έκδοση του διατάγματος απαγόρευσης της συνέχισης της διαδικασίας εκποίησης ουσιαστικά αποφασίζει και την αγωγή. H ανάλυση όμως η οποία θα ακολουθήσει δίδει και την απάντηση στο ζήτημα. Παρόλα αυτά και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν σε κάθε περίπτωση έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων και εάν είναι δίκαιο ή πρόσφορο (Just or convenient) να εκδοθούν τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα. Ειδικότερα: Η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32: Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των εναγόντων. Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές προβάλλουν ότι ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018 ή/και οι τροποποιήσεις που επέφερε στα άρθρα 44 Α, 44Γ και ΙΓ είναι αντισυνταγματικές, κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εφόσον με την παρούσα αγωγή οι αιτητές εγείρουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας, θα πρέπει να εξετασθεί κατ' αρχήν η αναφορά στις αρχές που διέπουν και εφαρμόζονται σε τέτοια ζητήματα, που είναι οι ακόλουθες: Παρόλο ότι η νομολογία μας έχει αναγνωρίσει ότι η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων θεμελιώνει αφ' εαυτής αγώγιμο δικαίωμα (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ.558). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ο ισχυρισμός για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων συνιστά εύλογη βάση αγωγής (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704), εντούτοις τα όσα ακολουθούν προσδιορίζουν τις παραμέτρους κάτω από τις οποίες τα Δικαστήρια μας ενεργούν όταν αντιμετωπίζουν εισηγήσεις για αντισυγματικότητα νομοθετικών διατάξεων και τα οποία κατά την άποψη μου απαντούν και στις αιτιάσεις που προβλήθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των αιτητών. Το δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto, (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο και απολύτως απαραίτητο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφορά (βλ. Board of Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)C.L.R. 640, Δημ. Συμβ. Γεροσκήπου κ.α. v. Υπουργ. Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 389, Χ"Δημητρίου v Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104 και Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 333). O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» σελ. 128, του Π. Δαγτόγλου). Η συνταγματικότητα ενός νόμου μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνο μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν (βλ. Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196). Θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται εξιδεικευμένα και να διατυπώνονται με πλήρη λεπτομέρεια ή ακόμη σε λεπτομερές υπόμνημα (βλ. Οικονόμου ν. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ. 676. Ομοίως, στην Πολ. Έφ. 429/2011 ημερ. 06.12.2017, Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α.). Η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπωματικά - πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν(βλ. Αχιλλέως κ.α. v Πιτταρά κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590 και Hunter κ.α. v Συμβ. Εγγρ. Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731). Υπάρχει τεκμήριο της συνταγματικότητας των νόμων. Επομένως, το βάρος βρίσκεται στους ώμους αυτών που κατά περίπτωση προκρίνουν το αντίθετο οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι συγκεκριμένο/α άρθρο/α ενός νόμου, είναι αντισυνταγματικά (βλ. .Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325 και Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ.7 και Πολιτική Έφεση 147/2017 ημερ. 22.11.2017, Αναφορικά με την Αίτηση του Κυριάκου Γεωργιάδη για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus. Εάν μια διάταξη κριθεί αντισυνταγματική, το Δικαστήριο θα εφαρμόσει το δίκαιο που ίσχυε πριν από την ρηθείσα διάταξη (βλ. Αίτηση/Έφεση 238/18 - NARTIA HOLDINGS LTD v. BOC, Ε.Δ. Λευκωσίας ημ. 15/10/2018, Δ. Δαυίδ όπου είχαν αποσυρθεί όλοι οι λόγοι έφεσης πλην του λόγου που αφορούσε την αντισυνταγματικότητα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμα και αν ο τροποποιητικός νόμος κηρύσσονταν αντισυνταγματικός, αυτό δεν θα οδηγούσε στην επίλυση της διαφοράς ούτε σε αυτόματη αποδοχή της έφεσης εφόσον θα έπρεπε να κρίνει την έφεση στη βάση της νομοθεσίας που ίσχυε πριν από τη σχετική τροποποίηση μέσω του τροποποιητικού νόμου 87(Ι)/
- Επομένως, εφόσον όλοι οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης είχαν αποσυρθεί, το ζήτημα της συνταγματικότητας του τροποποιητικού νόμου ήταν ακαδημαϊκό και άρα δεν θα έπρεπε να εξεταστεί διότι δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του ένδικου διαβήματος. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές κρίνω ότι όλοι οι ισχυρισμοί και οι θέσεις που προβάλλονται στην αίτηση ή/και στην πιο πάνω αγωγή σε σχέση με την αντισυνταγματικότητα του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 ή/και τις αλλαγές που επέφερε στα άρθρα 44 Α, 44 Γ και ΙΓ του Μέρους VIA του Νόμου είναι αλυσιτελείς, παντελώς αβάσιμοι και ανεδαφικοί και ως εκ τούτου δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ειδικότερα: (α) Στο βαθμό που οι αιτητές ισχυρίζονται γενικά και αόριστα ότι οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 είναι άκυρες και αντισυνταγματικές κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος (σχετική είναι η παρ. 23 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και αιτητικό Α της αγωγής), τέτοιοι ισχυρισμοί είναι υποκείμενοι σε απόρριψη εφόσον οι αιτητές δεν προσδιορίζουν επακριβώς τις διατάξεις του Τροποιητικού Νόμου του 2018 που ως ισχυρίζονται παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος και ούτε εξειδικεύουν τους λόγους για τους οποίους οι νομοθετικές διατάξεις του Τροποποιητικού Νόμου είναι αντισυνταγματικές (βλ. Πογιατζή ανωτέρω, Οικονόμου ν. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού (ανωτέρω), Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) ανωτέρω). (β) Όλοι οι ισχυρισμοί των αιτητών περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 είναι παντελώς αβάσιμοι ή/και ανεδαφικοί ή/και αλυσιτελείς ή/και απαράδεκτοι και ως τέτοιοι θα πρέπει να απορριφθούν εφόσον: (ι) Είναι καλά καθιερωμένο ότι τα Δικαστήρια δεν εξετάζουν in abstracto, (αφηρημένα) ή/και ακαδημαϊκά τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο και απολύτως απαραίτητο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. Εν προκειμένω, ακόμα και αν κριθούν αντισυνταγματικές οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 που επικαλούνται οι αιτητές, το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το δίκαιο που ίσχυε πριν από τις ρηθείσες διατάξεις, δηλαδή τις πρόνοιες του τροποποιητικού νόμου του 2014 (Ν.142(Ι)/2014)(ο «Τροποποιητικός Νόμος του 2014») με τον οποίο εισήχθη για πρώτη φορά το Μέρος VIA του Νόμου, ο οποίος: (α) δεν απαγορεύει αλλά αντίθετα επιτρέπει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου απευθείας από τον ενυπόθηκο δανειστή (δηλαδή από την καθ' ης η αίτηση), με τον τρόπο που προωθείται σήμερα∙ (β) δεν απαγορεύει ούτε αποκλείει στην καθ' ης η αίτηση να προωθήσει την εφαρμογή της διαδικασίας ιδιωτικής πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA όταν υπάρχει δικαστική απόφαση για χρέος και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης που το εξασφαλίζει (Βλ. Σχετικές (μεταξύ άλλων) είναι οι ακόλουθες αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την πρόσφατη τροποποίηση του 2018 και από τις οποίες προκύπτει ότι η ύπαρξη απόφασης και διατάγματος εκποίησης μια συγκεκριμένης υποθήκης δεν επηρεάζει ούτε εμποδίζει την εφαρμογή του Μέρους VIA του Νόμου: Αίτηση/Έφεση αρ. 195/16 του Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Χριστοφή Κούνουνα κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημ. 07/11/2016 και την απόφαση στην Αίτηση/Έφεση αρ. 1/2017 του Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Νικόλας Λεμονάρης κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημ. 01/03/2017, Αίτηση/Έφεση 01/2017 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην υπόθεση Totalpack (Cyprus) Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημ. 22/03/
- (γ) εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό που εξυπηρετεί σήμερα ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018, δηλαδή την παροχή μιας εναλλακτικής μεθόδου πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, χωρίς την ανάμιξη του Διευθυντή Κτηματολογίου, στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου των εκποιήσεων, με απώτερο σκοπό την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκου ακινήτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη σχετικού διατάγματος εκποίησης (βλ. SPANTIOS ESTATES DEVELOPERS LTD ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση/Έφεση 371/2018, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημ. 14/12/2018 (Δ. Αμπίζα), Αθανασίου ν. Hellenic Bank Publilc Company Limited, Αίτηση/Έφεση 101/2018, Ε.Δ. Λάρνακας, ημ. 13/11/2018 (Δ. Δημητριάδου). Επομένως, ούτε και στην περίπτωση που διαπιστωνόταν αντισυνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 (δηλαδή των άρθρων 44 Α, 44Γ και της κατάργησης του άρθρου 44ΙΓ), δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή των αιτούμενων θεραπειών. Επομένως το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας των προαναφερόμενων διατάξεων του Τροποποιητικού Νόμου. (ιι) Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στις παραγράφους 13 i και 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι με την τροποποίηση του άρθρου 44 Α «η εξασφάλιση απόφασης [.] δεν επηρεάζει πλέον το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA [.]» είναι εντελώς αβάσιμος, ανεδαφικός και αλυσιτελής ή/και προβάλλεται παντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά δεδομένου (μεταξύ άλλων) ότι ουδεμία τέτοια πρόνοια ή/και περιορισμός υπήρχε ή/και προέκυπτε από τις πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2014 (Σχετικές είναι οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2014, δυνάμει του οποίου εισήχθη το Μέρος VIA στο Νόμο, από τις οποίες πρόδηλα συνάγεται ότι πουθενά δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε περιορισμός ή απαγόρευση εφαρμογής του Μέρους VIA του Νόμου στις περιπτώσεις που υπάρχει απόφαση και διάταγμα εκποίησης μιας υποθήκης. Αντίθετα, ως είχε ερμηνευθεί το προισχύσαν καθεστώς του Μέρους VIA του Νόμου από σωρεία δικαστικών αποφάσεων (βλ. υποσημείωση 12 ανωτέρω), τέτοια απαγόρευση ή περιορισμός δεν προκύπτει ούτε συνάγεται από τις πρόνοιες και την ερμηνεία του Μέρους VIA του Νόμου.) Επομένως, ακόμα και αν εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2014 (κάτι που θα συμβεί εάν ήθελαν κριθεί αντισυνταγματικές οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018), τούτο δεν συνεπάγεται αυτό που εντελώς εσφαλμένα και ανεδαφικά φαίνεται να ισχυρίζονται οι αιτητές, ότι θα αποκτήσουν το δικαίωμα να εμποδίσουν την προώθηση της υφιστάμενης διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου που άρχισε δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Κατά συνέπεια, οι αιτητές δεν μπορούν να επικαλούνται ότι εάν ίσχυαν οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2014 θα είχαν το δικαίωμα να σταματήσουν την διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκου ακινήτου λόγω της απόφασης και τώρα δεν το έχουν σύμφωνα με την παρ. 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Οι αιτητές δεν απέκτησαν ποτέ το δικαίωμα αυτό και δεν μπορούν να ισχυρίζονται τώρα ότι η τροποποιητική νομοθεσία τους το αποστέρησε. Στο ίδιο πλαίσιο, ο ισχυρισμός που έμμεσα προβάλλεται στις παραγράφους 13 i και 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι η αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 44 Α είναι αντισυνταγματική επίσης δεν ευσταθεί και τούτο άλλωστε έχει κριθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (βλ. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χατζηπαναγιώτου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης / Έφεσης 79/18, Ε.Δ. Λάρνακας, ημ. 24/09/2018 (Δ. Παπάμιχαηλ), Τσιακκούρμας & Σια Λιμιτεδ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης / Έφεσης 11/18, Ε.Δ. Αμμοχώστου, ημ. 2/08/2018 (Δ. Δημητριάδου), Χριστοδούλου ν. Astrobank Ltd (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ), Αίτηση / Έφεση 208/2018, Ε.Δ. Λεμεσού (Δ. Εφραίμ), Equilibexcel Land Management Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αίτησης/ έφεσης αρ. 61/18 Ε.Δ. Λάρνακας, ημ. 06/08/2018 (Δ. Δημητριάδου). (ιιι) Η θέση που προβάλλεται στις παραγράφους 13 ii και 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι με την τροποποίηση του άρθρου 44Γ «δεν επιτρέπεται η προώθηση λόγων άλλων από αυτών που καταγράφονται στο εν λόγω τροποποιημένο άρθρο για σκοπούς παραμερισμού της Ειδοποίησης - Τύπου ΙΑ» με όλο το σεβασμό, προβάλλεται εντελώς ακατανόητα ή/και παντελώς αβάσιμα, ανεδαφικά και καταχρηστικά. Τόσο με τον Τροποποιητικό Νόμο του 2014 όσο και με τον Τροποποιητικό Νόμο του 2018 οι προϋποθέσεις ακύρωσης της Ειδοποίησης ΙΑ εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 44 Γ
(3)του Νόμου ενώ, σε κάθε περίπτωση, η τροποποίηση που επέφερε ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018 στο ρηθέν άρθρο δεν αφορά ούτε επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τους αιτητές στο ζήτημα που επικαλούνται (ότι δηλαδή το Μέρος VIA του Νόμου δεν εφαρμόζεται όταν έχει εκδοθεί απόφαση) εφόσον ούτε στο άρθρο 44 Γ του Τροποποιητικού Νόμου του 2014 υπήρχε πρόνοια περί δυνατότητας ακύρωσης της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου λόγω ύπαρξης διατάγματος εκποίησης, με αποτέλεσμα οι αιτητές να κωλύονται ή/και εμποδίζονται να προβάλλουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. (
- iv)Δεν μπορεί επίσης να τύχει σύγκλησης η θέση που προβάλλεται στις παραγράφους 13 iii και 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ότι με την τροποποίηση «καταργήθηκε το άρθρο ΙΓ του Μέρους VIA» προβάλλεται εντελώς ακατανόητα ή/και παντελώς αβάσιμα και ανεδαφικά. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτητές κωλύονται ή/και εμποδίζονται από του να προβάλλουν τους σχετικούς ισχυρισμούς δεδομένου (μεταξύ άλλων) ότι είχαν προωθήσει διαδικασία έφεσης κατά της ειδοποίησης Ι η οποία απορρίφθηκε (βλ. σχετικά το Τεκμ.4 που συνοδεύει την ΕΔ της αίτησης) ενώ παράλληλα παρέλειψαν ή/και αδιαφόρησαν ή/και επέλεξαν να μην προβούν στα προβλεπόμενα από το Νόμο διαβήματα για τον παραμερισμό ή/και ακύρωση της επίδικης Ειδοποίησης ΙΑ. (
- v)Οι ισχυρισμοί των αιτητών που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 23 της Ε.Δ. που υποστηρίζει την αίτηση ότι οι ανωτέρω τροποποιήσεις παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος «αφού είναι ξεκάθαρη η προσβολή των δικαιωμάτων των Εναγόντων και η προσπάθεια αποστέρησης των δικαιωμάτων τους για απόλαυση και κατοχή της ακίνητης τους περιουσίας» προβάλλονται παντελώς γενικά και αόριστα και είναι για αυτό το μόνο και λόγο απορριπτέοι (βλ. Πογιατζή (ανωτέρω), Οικονόμου (ανωτέρω), Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, αντίστοιχοι ισχυρισμοί έχουν εξεταστεί και έχουν απορριφθεί από τα Δικαστήρια μας ως παντελώς αβάσιμοι, ανεδαφικοί και αντίθετοι με τις πρόνοιες των υποθηκών, το σκεπτικό των οποίων υιοθετείται για σκοπούς της παρούσας. Είναι δε σχετικές οι ακόλουθες αποφάσεις: (α)Στην απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση / έφεση 275/18, Kyriakos Andreou Arsiotis Developments Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 18/09/2018 στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018 δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την παραχώρηση των ακινήτων του για εγγραφή υποθηκών προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής: «Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης των από μακρού χρόνου ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης των ακινήτων του για εγγραφή υποθηκών προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσω τους, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση των ακινήτων που με την ελεύθερη βούληση του ιδιοκτήτη τους έχουν ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν δημιουργούν κάποιο νέο δικαίωμα για την καθ' ης αίτηση εφεσίβλητη τράπεζα. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, ειδικότερα για τον τρόπο που ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να εξασκήσει δικαιώματα που έχουν από μακρού χρόνου, συμβατικά, παραχωρηθεί στον ίδιο με τον καταρτισμό των σχετικών υποθηκών το 2008 και 2011, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα». (β) Στην αίτηση / έφεση αρ. 74/18 του Ε.Δ. Λάρνακας, Δημητρίου Αρέστη κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 24/09/2018, στο πλαίσιο της οποίας αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του πολίτη "να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν". Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του "συμβάλλεσθαι ελευθέρως". Δεν διακρίνω με ποιο τρόπο οι επίδικες διατάξεις του Ν.9/65 παραβιάζουν τα δικαιώματα αυτά. Αντίθετα, στα πλαίσια εξάσκησης του δικαιώματος να συμβάλλονται ελεύθερα και να διαθέτουν ελεύθερα την ακίνητη ιδιοκτησία τους, συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία υποθήκης και παραχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο ως εξασφάλιση προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης, παρέχοντας της και το δικαίωμα για εκποίηση αυτού και διάθεση του προϊόντος πώλησης προς ικανοποίηση της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Οι τροποποιημένες διατάξεις του Ν.9/65 δεν δημιουργούν κάποιο νέο δικαίωμα για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη. Αυτό που δημιουργούν είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας ο ενυπόθηκος δανειστής θα εξασκήσει δικαίωμα που, σε αυτή τουλάχιστον την περίπτωση, του είχε παραχωρηθεί συμβατικά από το 2006 αλλά του παρείχε και ο Ν.9/65στην αρχική του μορφή». (γ) Στην αίτηση / έφεση αρ. 222/18 του Ε.Δ. Λεμεσού, Αγιομαμίτης κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 17/09/2018, όπου το Δικαστήριο, εξετάζοντας τον ισχυρισμό των αιτητών περί αντισυνταγματικότητας του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 και παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό αναφέροντας ότι οι ίδιοι οι αιτητές επέλεξαν τη δέσμευση της περιουσίας τους συνάπτοντας σύμβαση υποθήκης προς εξυπηρέτηση δικής τους οικονομικής ανάγκης και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 23 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Βάσει των διατάξεων του άρθρου 23 του Συντάγματος η απόκτηση, χρήση και διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ατόμου αποτελούν ιδιωτική του υπόθεση. Τα περιουσιακά στοιχεία του ατόμου συνιστούν μέσα για την εξασφάλιση της ύπαρξης, τη διαμόρφωση του τρόπου της ιδιωτικής και επαγγελματικής του ζωής και τον προγραμματισμό της μελλοντικής πορείας του. Επέμβαση χωρεί μόνο, εφόσον εξουσιοδοτείται από το νόμο και είναι αποκλειστικά αναγκαία για ένα ή περισσότερους σκοπούς, που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο του Συντάγματος. Είναι σαφές ότι στην κρινόμενη περίπτωση οι Εφεσείοντες επέλεξαν τη δέσμευση της ακίνητης περιουσίας τους συνάπτοντας σύμβαση υποθήκης, για εξυπηρέτηση δικής τους οικονομικής ανάγκης και συγκεκριμένα την εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων. Συνεπώς κρίνεται πως καμία παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος αποδεικνύεται ότι έγινε.» (δ) Στην απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας στην αίτηση/ έφεση αρ. 70/18, Μιχαήλ κ.α. v. Astrobank Ltd, ημερομηνίας 28/09/2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Σε σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος μπορεί να λεχθεί ότι ουδείς στέρησε τον ενυπόθηκο οφειλέτη από το δικαίωμα του να αποκτήσει, να είναι κύριος, να κατέχει και να απολαύσει ή διαθέτει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία του. Με απόφαση της η Εφεσείουσα 1 ενέγραψε υποθήκη επ΄ αυτής προς εξασφάλιση κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσίβλητη και επομένως η ίδια έθεσε και διέθεσε την ακίνητη περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Πρέπει να λεχθεί ότι και πριν την καθιέρωση του Μέρους VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, υπήρχαν σχετικές διατάξεις για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. Ό,τι επήλθε με τις τροποποιήσεις και την καθιέρωση του Μέρους VIA είναι μια διαφορετική διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου.» (ε) Οι ισχυρισμοί των αιτητών που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, ότι με τις πιο πάνω τροποποιήσεις «περιορίζεται δραστικά το δικαίωμα των Εναγόντων να προσβάλουν την διαδικασία που προωθείται με το Μέρος VIA [.] και ότι «οι Ενάγοντες είχαν αφεθεί - εδώ και χρόνια με την εντύπωση ότι η οδός του Μέρους VIA [.] δεν θα μπορούσε να ακολουθηθεί από τους Εναγόμενους 1 ενόψει της εκδοθείσας Δικαστικής Απόφασης» προβάλλονται παντελώς αβάσιμα και ανεδαφικά ή/και εντελώς κακόπιστα και καταχρηστικά, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. (στ) Οι επιμέρους ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους αιτητές στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση δεν ευσταθούν για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 7 των λόγων ένστασης οι περισσότεροι εκ των οποίων επαληθεύτηκαν δικαστικά πριν από την τελευταία τροποποίηση του Μέρους VIA του Νόμου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις Αίτηση/Έφεση αρ. 195/16 του Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Χριστοφή Κούνουνα κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημ. 07/11/2016 και την απόφαση στην Αίτηση/Έφεση αρ. 1/2017 του Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Νικόλας Λεμονάρης κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημ. 01/03/2017, Αίτηση/Έφεση 01/2017 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην υπόθεση Totalpack (Cyprus) Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημ. 22/03/2017. (ζ) Μέσα από τους ισχυρισμούς των αιτητών (ως αυτοί παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και ως αυτοί προκύπτουν από την καταχωρηθείσα αγωγή), πρόδηλα συνάγεται ότι αυτοί είναι εντελώς άσχετοι εφόσον ουδεμία σχέση έχουν με τη συνταγματική διάταξη της οποίας την παραβίαση επικαλούνται (Αρ. 23 του Συντάγματος). Ενώ οι αιτητές ισχυρίζονται αφενός ότι οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 και οι αλλαγές που επέφερε στις επίμαχες διατάξεις (Αρ. 44 Α, αρ. 44Γ και ΙΓ του Μέρους VIA) παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος (δικαίωμα στην ιδιοκτησία), προβάλλουν επιχειρηματολογία και λόγους που παραπέμπουν στο άρθρο 30 του Συντάγματος (εφόσον, ως ισχυρίζονται, μετά την πρόσφατη τροποποίηση, δεν μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της σκοπούμενης πώλησης στη βάση της εκδοθείσας απόφασης), το οποίο όμως δεν επικαλούνται ούτε στην αγωγή ούτε στην υπό κρίση αίτηση και για το οποίο δεν υπάρχει επακριβής προσδιορισμός του πώς και με ποιο τρόπο παραβιάζεται. Έπεται, εν προκειμένω, ότι η συνταγματικότητα του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 δεν έχει καταστεί επίδικο θέμα εφόσον δεν υπάρχει επακριβής προσδιορισμός των συνταγματικών διατάξεων που (κατ' ισχυρισμόν) παραβιάζονται με βάση τα λεγόμενα των αιτητών δεδομένου ότι το άρθρο 30 του Συντάγματος γύρω από το οποίο περιστρέφεται η επιχειρηματολογία τους δεν προσδιορίζεται επακριβώς ή/και καθόλου στην παρούσα διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, ως αποφασίστηκε στην αίτηση / έφεση αρ. 40/18 του Ε.Δ. Λάρνακας, Γεωργίου κ.α. v. Astrobank Ltd, ημερομηνίας 05/10/2018, οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου του 2018 δεν παραβιάζουν το άρθρο 30 του Συντάγματος και κρίθηκαν ότι δεν είναι αντισυνταγματικές. Επομένως σε σχέση με αυτό το ζήτημα καταλήγω ότι όσα προβάλλουν οι αιτητές δεν στοιχειοθετούν την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 εφόσον δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» λαμβανομένου (μεταξύ άλλων) υπόψη ότι ένας νόμος (όπως ο Τροποποιητικός Νόμος του 2018) τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός και οι αιτητές θα πρέπει να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι συγκεκριμένο/α άρθρο/α ενός νόμου, είναι αντισυνταγματικά κάτι που, υπό τις περιστάσεις, εμφανώς δεν υφίσταται (βλ. Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325 και Πιτσιλλίδης κ.α. v Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7 και Πολιτική Έφεση 147/2017 ημερ. 22.11.2017, Αναφορικά με την Αίτηση του Κυριάκου Γεωργιάδη για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus). Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32: Επαναλαμβάνοντας τα πιο πάνω, είναι προφανές ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλή βάση και δεν καταδεικνύεται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους. Συνεπώς, με αναφορά στα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η αγωγή δεν καταδεικνύει καμία προοπτική ή/και ενδεχόμενο επιτυχίας, ενώ οι περί του αντιθέτου θέσεις που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παντελώς αβάσιμες και ανεδαφικές. Επομένως καταλήγω ότι ούτε η δεύτερη προϋπόθεση συντρέχει λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32: Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, οι ισχυρισμοί και θέσεις που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση κρίνω ότι δεν ευσταθούν, δεν έχουν κανένα αντίκρισμα στην πραγματικότητα και ούτε αποκαλύπτουν ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, απορρίπτοντας ως παντελώς ανεδαφικές και αβάσιμες τις θέσεις που προβάλλονται στην παράγραφο 27 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, θα πρέπει να ειπωθούν και τα ακόλουθα: (α) Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν και δεν πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτούς, ούτε αποκαλύπτεται ή πιθανολογείται βασίμως οιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας και αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ότι η καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν τους αιτητές για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε φανεί ότι θα υποστούν από την πώληση των ενυπόθηκου ακινήτου (η οποία, σημειώνεται ότι προωθείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και των υποθηκών - η εγκυρότητα των οποίων έχει επαληθευτεί δικαστικά - και η οποία αποσκοπεί ή/και θα οδηγήσει σε αποτέλεσμα που συνάδει πλήρως με το σκοπό του διατάγματος εκποίησης που είναι η πώληση των ενυπόθηκου ακινήτου). (β) Αντίθετα με ότι συμβαίνει για τους αιτητές, ανεπανόρθωτη ζημιά από την καθυστέρηση στην διάθεση των ενυπόθηκων ακινήτου έναντι του χρέους θα υποστεί η καθ' ης η αίτηση με τη συνεχή αύξηση του εξ αποφάσεως χρέους και του υπολοίπου των υποθηκών και ενυπόθηκου χρέους (τα οποία έχουν ως εμπράγματη εξασφάλιση το ενυπόθηκο ακίνητο, του οποίου η αξία είναι κατά πολύ μικρότερη του χρέους που εξασφαλίζει) (βλ. παράγραφος 16.6. της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση ως επίσης και στο Τεκμ. 9 που επισυνάπτεται σε αυτήν). Από την άλλη, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των αιτητών δεν πρόκειται να ακυρωθούν οι υποθήκες, στη βάση των οποίων προωθείται η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου παρά μόνο θα καθυστερήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα η διαδικασία πώλησής του (μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής) με αποτέλεσμα να αυξηθεί ακόμη περισσότερο το χρέος που εξασφαλίζει (Παρόμοια αποφασίστηκε το ζήτημα στην ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης για προσωρινά διατάγματα που καταχωρήθηκε στην αγωγή 504/2016 του Ε.Δ. Λάρνακας - Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Αυγουστίνος Θωμά κ.α., ημερομηνίας 18/12/2018 το σκεπτικό της οποίας και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας). (γ) Σε κάθε περίπτωση υπάρχει παντελής έλλειψη αναφορών ή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας να υποδεικνύεται, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, η ύπαρξη άμεσου κινδύνου. Αντίθετα, υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει δεδομένου ότι η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου για το οποίο δρομολογείται η πώληση είναι κατά πολύ μικρότερη του χρέους που εξασφαλίζεται με αυτήν, σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την καθ' ης η αίτηση στο πλαίσιο της καταχωρηθείσας ένστασης (βλ. Τεκμ. 9 της ένστασης). (δ) Από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης προκύπτει ότι οι αιτητές εντελώς γενικά, αόριστα και αβάσιμα αναφέρουν ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα τους προκαλέσει πραγματική ζημιά. Καμία απολύτως σαφή και θετική μαρτυρία και στοιχεία παραθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου ως απαιτεί η νομολογία (βλ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (ανωτέρω) προκειμένου η θέση αυτή να γίνει δεχτή με αποτέλεσμα να μην μπορεί παρά να απορριφθεί. (ε) Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, οι αιτητές έχουν αποτύχει να καταδείξουν ότι εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (ι) Η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι επαρκής εάν ήθελε φανεί ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επιφέρει βλάβη στους αιτητές∙ (ιι) Σε κάθε περίπτωση, δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα περί επιδίκασης αποζημιώσεων προς όφελος των αιτητών∙ (ιιι) Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, η καθ' ης η αίτηση (σε αντίθεση με τους αιτητές) είναι φερέγγυο πρόσωπο, το οποίο έχει την ικανότητα να αποζημιώσει τους αιτητές στο απομακρυσμένο ενδεχόμενο που υποστούν οποιαδήποτε βλάβη από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Περί του αντιθέτου μαρτυρία δεν έχει προσαχθεί από τους αιτητές που να αντιστρατεύεται τη θέση αυτή. Επομένως, κρίνω ότι δεν δημιουργείται κίνδυνος για τους αιτητές να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο στο απομακρυσμένο ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους όταν είναι πρόδηλο (και δεν υπάρχει περί του αντιθέτου εισήγηση) ότι η καθ' ης η αίτηση είναι πρόσωπο φερέγγυο, σε αντίθεση με τους αιτητές που οφείλουν σήμερα το ποσό των €16.439.133,89 δυνάμει της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. (iv)Οι ισχυρισμοί των αιτητών περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας σε περίπτωση αποτυχίας της αίτησης κρίνονται ως γενικοί και αόριστοι αλλά και παντελώς ανεδαφικοί και αβάσιμοι και απορρίπτονται στην ολότητά τους. Ο παράγοντας κατά πόσον είναι δίκαιο ή πρόσφορο (Just or convenient): Τα ως άνω με οδηγούν αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι υπό τις περιστάσεις ούτε δίκαιη ούτε πρόσφορη με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να κλίνει καταφανώς εναντίον των αιτητών εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί σωρευτικά οι τρείς προϋποθέσεις για έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος ως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960[Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795, National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409, Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225, 227]. Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται πρόδηλο από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει την αποστέρηση από την καθ' ης η αίτηση (και μάλιστα χωρίς βάσιμο ή αποχρώντα λόγο) της άσκησης των νόμιμων και συμβατικών δικαιωμάτων της που απορρέουν από το Νόμο και τις Υποθήκες. Τέλος, σχολιάζοντας το χρόνο κατά τον οποίο οι αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο αξιώνοντας τα αιτούμενα διατάγματα (με μονομερή αίτηση αρχικά) δεδομένου ότι δεν προσέτρεξαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου αναζητώντας θεραπεία όταν έγκαιρα είχαν λάβει την σχετική Ειδοποίηση βασιζόμενοι κατά τους ισχυρισμούς τους στις διαβεβαιώσεις που λάμβαναν (προφορικά πάντοτε) δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα όσα αναφέρθηκαν από τον έντιμο κ. Τεύκρο Θ. Οικονόμου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1.|C.M.K.METAL CONTRACTION LIMITED κ.ά. στην Πολ. Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 7.11.2018 είναι σχετικά: «Η αντιμετώπιση του θέματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν ορθή. Ορθά θεώρησε πως το κατεπείγον της αίτησης προέκυπτε από τους χειρισμούς των ίδιων των αιτητών και συνεπώς δεν μπορούσαν να το επικαλούνται ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της αίτησης τους. Αντίθετη προσέγγιση θα επιβράβευε τέτοιες πρακτικές προς ζημία της απονομής της δικαιοσύνης και των ταλαιπωρημένων δικαστικών διαδικασιών». Προβλήθηκαν όμως στην ένσταση (βλ. παρ. 15 και 16) και λόγοι για τους οποίους οι προφάσεις των αιτητών δεν θα μπορούσαν και πάλι να δικαιολογηθούν. Παρέστησαν στο Δικαστήριο ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία της άλλης πλευράς, αναφέροντας αναληθείς ισχυρισμούς ότι θεωρούσαν την δρομολογούμενη διαδικασία πώλησης του Ενυπόθηκου Ακινήτου ως μια «τυπική διαδικασία» για την οποία δήθεν η καθ' ης η αίτηση τους διαβεβαίωνε ότι όταν λάβουν τις σχετικές ειδοποιήσεις «δεν θα πρέπει να ανησυχήσουν» επειδή δήθεν δεν θα προχωρούσε η σκοπούμενη πώληση και ότι δήθεν υπήρχε «θετικό κλίμα» για την αποδοχή της προτεινόμενης από αυτούς διευθέτησης, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα που έκδηλα φανερώνουν ακριβώς το αντίθετο όπως: (α) ότι απέφευγαν συστηματικά την επίδοση της νέας Ειδοποίηση ΙΑ και του Δελτίου Α προφανώς διότι δεν θεωρούσαν ότι επρόκειτο για «τυπική διαδικασία για την οποία δεν θα έπρεπε να ανησυχούν», (β) την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων τους και των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση (Τεκμ. 5 στην ένσταση) και (γ) την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και των αιτητών (Τεκμ. 7 στην ένσταση). Πέραν αυτών όμως οι αιτητές προέβαλαν ότι ήταν σε συνεχή επικοινωνία με την καθ' ης η αίτηση για την επίτευξη διευθέτησης όταν από τις 25.10.2018 δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση από πλευράς τους την οποία θα έπρεπε να εξετάσει η καθ' ης η αίτηση με σκοπό τη διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους τους. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προβλήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση καταδεικνύουν πράγματι γενικούς, αόριστους, ασαφείς και μη λογικοφανείς ισχυρισμούς εκ μέρους των αιτητών, σε μια προσπάθεια να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να πείσουν ότι μόλις μια εβδομάδα πριν από την καταχώριση της Αίτησης «πρόσεξαν» ότι δρομολογείται η διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Ισχυρίστηκαν αναληθώς ότι οι ειδοποιήσεις Θ και Ι δεν επιδόθηκαν στον αιτητή 2 προφανώς για να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις σε μια προσπάθεια να επιτύχουν θεραπεία μονομερώς και να εμποδίσουν τη διεξαγωγή του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα (ανωτέρω), η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας. Επομένως, για να μπορούν οι αιτητές να επικαλούνται το δίκαιο της επιείκειας και να επιζητούν την απόδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, όφειλαν να παρουσιαστούν με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου και να συμπεριφερθούν καθ' όλα έντιμα και δίκαια, προβαίνοντας σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών δεδομένων που αφορούν την παρούσα περίπτωση. Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, έκδηλα προκύπτει ότι η συμπεριφορά των αιτητών δεν είναι η ενδεδειγμένη η/και είναι κακόπιστη και καταχρηστική με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται να επικαλούνται τις αρχές της επιείκειας και να επιζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Γι' αυτούς τους λόγους κρίνω ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται ή/και κωλύονται να ζητούν την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων εφόσον έχουν αποτύχει να αποσείσουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης που φέρουν προς αιτιολόγηση των επιδιωκόμενων θεραπειών. Ανασκόπηση των πιο πάνω με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αιτητές καταχρηστικά και κακόπιστα, αφού έχουν ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσουν ή/και να παρεμποδίσουν την προώθηση των νενομισμένων διαδικασιών για την είσπραξη των οφειλόμενων προς την καθ' ης η αίτηση. Είναι έκδηλο περαιτέρω ότι η όλη συμπεριφορά των αιτητών αποσκοπεί στη δημιουργία σύγχυσης και στην κατασπατάληση δικαστηριακού χρόνου σε μια απέλπιδα προσπάθειά τους να εμποδίσουν την καθ' ης η αίτηση να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα που της παρέχει ο Νόμος για την ταχύτερη είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με τις Υποθήκες ποσών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι όπως αυτά θα τα υπολογίσει ο Πρωτοκολλητής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση διαταγμάτων για την απαγόρευση ή αναστολή διαδικασίας εκποίησης στη βάση του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο