Κυριάκου κ.α. ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1106/2018, 19/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1106/2018 Μεταξύ: ** ** Κυριάκου Ενάγουσας -και- *** Γεωργίου Εναγομένου Και ως τροποποιήθηκε στις 8.10.18 δυνάμει της Νέας Δ.25 Μεταξύ:
- ** ** Κυριάκου
- Delkasa Estates Ltd
- S. Akapnitis & Company Ltd Εναγόντων -και- *** Γεωργίου Εναγομένου Αίτηση ημερ. 16.1.19 υπό Εναγόντων για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση 19 Απριλίου 2019 Για Ενάγοντες: κα Ε. Χατζηνεοφύτου για Παναγιώτη Κ. Κλεοβούλου Για Εναγόμενο: κα Ν. Δημητρίου για Δημόκριτος Αριστείδου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ως άνω αίτηση αφορά αίτημα των Εναγόντων για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απαντητικής στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ένσταση του Εναγομένου στην κυρίως αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.39 και Δ.48 κ.1-4 ενώ συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας αρ.1, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει στις §4 και 5 τα ακόλουθα: «
- Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αποβλέπει να αποκαταστήσει την επιχειρούμενη υπό του Καθ' ου στρέβλωση της πραγματικότητας.
- Με τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση μου αποβλέπω να αντικρούσω τους ισχυρισμούς του Καθ' ου, τους οποίους εκθέτω κατωτέρω. Όπου κατωτέρω θα αναφέρομαι σε παραγράφους θα εννοώ τις παραγράφους της Ενόρκου Δηλώσεως του Καθ' ου ημερομηνίας 9.1.19: 5.1 Θα αντικρούσω τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 ότι είμαι αναρμόδιο πρόσωπο να προβώ στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. 5.2 Θα αντικρούσω τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 26, 27 και 28, οι οποίοι θέτουν ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Το κτίριο στο οποίο βρίσκεται ο ενοικιαζόμενος χώρος ανηγέρθη μεν το έτος 1994 αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του ενοικιαζόμενου χώρου ανηγέρθη το έτος 2006 και αυτό είναι εμφανές στην άδεια οικοδομής. Επί τούτου προτίθεμαι να παρουσιάσω σχετική έκθεση αρχιτέκτονα για το χρόνο αποπεράτωσης του κτιρίου. 5.3 Ένας μικρός χώρος του ενοικιαζόμενου χώρου αποτελούσε μέρος ενοικιαζόμενου κτιρίου το οποίο ανηγέρθη το
- Στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση προτίθεμαι να αναφέρω ότι πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως δεν εξεδόθη καθ' ότι υπήρξαν παρατυπίες και για το λόγο αυτό το Μίσθιο δεν μπορεί να θεωρείτε (sic) ως περατωθέν κτίριο και να υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιοστασίου. 5.4 Θα αναφέρω ακόμη ότι υφίσταται δικαστικό διάταγμα κατεδάφισης τμήματος του ενοικιαζόμενου χώρου και ότι το Γυμναστήριο του Καθ' ου λειτουργεί σε χώρο ο οποίος δεν έχει νομιμοποιηθεί για τους λόγους που θα αναφέρω και ότι ο εν λόγω χώρος θα πρέπει να κατεδαφιστεί. 5.5 Θα αναφερθώ στην επικαλούμενη από τον Καθ' ου αλληλογραφία την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια Β και Στ και να πληροφορήσω ότι ποτέ δεν παρελήφθη από τη μητέρα μου, Ενάγουσα αφού απευθύνεται σε λάθος διεύθυνση. 5.6 Θα αναφερθώ για τις διαπραγματεύσεις για επέκταση της ενοικίασης, για τις οποίες αναφέρεται στην παράγραφο 17 και θα θέσω στο Δικαστήριο το γεγονός ότι ο Καθ' ου παραπλανεί και αποκρύβει από το Δικαστήριο τις υπόλοιπες επιστολές του δικηγόρου μας. 5.7 Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της παραγράφου 22 ότι παραπλανεί ισχυριζόμενος ότι δαπάνησε για τη διαμόρφωση του ενοικιαζόμενου χώρου το ποσό €250.
- 5.8 Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της παραγράφου 27 στην οποία ο Καθ' ου προσπαθεί να δημιουργήσει προς το Δικαστήριο την εντύπωση ότι οι Ενάγοντες είναι εγκληματίες. 5.9 Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της παραγράφου 29, ότι ο Καθ' ου λέει ψέματα, διότι αυτός ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής. 5.10 Θα αντικρούσω τον ισχυρισμό της παραγράφου 8 ότι οι γονείς μου του υποσχέθηκαν μακρόχρονη συνεργασία. 5.11 Θα αντικρούσω τους ισχυρισμούς των παραγράφων 8,9, 10 και 12 εις ότι αφορά (sic) το Συμφωνηθέν Μίσθωμα και τον ενοικιαζόμενο χώρο. 5.12 Θα αντικρούσω τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 16, 17 και 28, οι οποίοι επιχειρούν να δημιουργήσουν την εικόνα ότι είμαστε κακόπιστοι συμβαλλόμενοι και ότι η παρούσα διαδικασία οφείλεται στην εν λόγω κακοπιστία μας. 5.13 Θα αντικρούσω τον ισχυρισμό στην παράγραφο 22 ότι η έξωση θα προκαλέσει στον Καθ' ου ζημία €250.000». Ένσταση Ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας 11 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος, ότι σκοπείται η εισαγωγή γεγονότων τα οποία αφορούν την εκδίκαση της ουσίας, ότι το αίτημα είναι αόριστο, ότι τα γεγονότα ήταν εξαρχής γνωστά, ότι θα μετατραπεί η συνοπτική σε δίκη επί της ουσίας και ότι το παρόν στάδιο δεν είναι κατάλληλο για να αποφασιστούν αμφισβητούμενα ζητήματα. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, τους οποίους και αναλύει, δίδοντας παραδείγματα μαρτυρίας που αν επιτραπεί θα μετατρέψει τη συνοπτική διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Νομική Πτυχή Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση, όπως επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία. Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Γενικότερα δε, σε αιτήσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460). Όπως λέχθηκε στη Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858 «. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει». Η ιδιορρυθμία της παρούσας έγκειται στο ότι έχει υποβληθεί εν σχέσει με αίτηση για συνοπτική απόφαση και μάλιστα από πλευράς Εναγόντων. Οι αρχές στη βάση των οποίων κρίνονται και αποφασίζονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, καθώς και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η (Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd 2013) 1(Γ) 2553 και Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 60/11, ημερ. 12.7.16. Στη Νεάρχου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου .................................... Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: Ή εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί. .................................... Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση». Είναι λοιπόν σαφές ότι στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει αλλά ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτή, χωρίς δηλαδή να γίνεται αξιολόγηση και στάθμιση (J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Δ.Δ. 1280, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418). Ως θέμα γενικής πρακτικής δύναται να λεχθεί πως δεν απαγορεύεται ούτε αποκλείεται η προσκόμιση απαντητικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα ακόμα και σε τέτοιες αιτήσεις. Το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Εξ όσων όμως προκύπτει, η χορήγηση τέτοιας άδειας δεν πρέπει να είναι ο κανόνας αλλά η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ.248 (στα σχόλια της αντίστοιχης 0.14 r.1): «Affidavit in Reply.- The obligation on defendant to 'show cause' by necessary implication allows the plaintiff to answer the defendant's case .......but it is a discretionary matter to allow it. ....... In Girvin v. Grepe, 13 Ch.D. 174, Jessel, M.R., considered affidavits in reply admissible on the language of the rule, and according to the Common Law practice under Keating's Act and the Chancery practice on interlocutory injunctions. ....... But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant's affidavit, e.g., a letter from the defendant admitting the debt by promise to pay. ......". Τα πιο πάνω συνάδουν κατά την κρίση μου απολύτως με τα αναφερθέντα στην F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1230 στην οποία κρίθηκε ότι: «Κατ' αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817)». Στην παρούσα περίπτωση, ως διαπιστώνεται, η αξίωση αφορά αρχική συμβατική εκμίσθωση υποστατικού (για λειτουργία γυμναστηρίου) η οποία κατά τη λήξη της μετετράπη σε μίσθωση από μήνα σε μήνα και η οποία λόγω κατ' ισχυρισμόν απλήρωτων ενοικίων εν τέλει τερματίστηκε στις 26.2.18. Η τελική αξίωση στην αίτηση είναι για: (α) Διάταγμα έξωσης (β) €45.180 ως ενδιάμεσα οφέλη από τον τερματισμό μέχρι τις 31.10.18 (μήνας καταχώρισης αίτησης) (γ) €8.040 μηνιαίως από 1.11.18 μέχρι την παράδοση κατοχής. Με την ένσταση και ένορκη δήλωση του (στην κυρίως αίτηση) ο Εναγόμενος κατ' αρχάς προβάλλει ότι το επίδικο υποστατικό ανηγέρθη το 1994 και ως εκ τούτου αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στη συνέχεια δέχεται τη σύναψη της αρχικής ενοικίασης (1.7.13 έως 31.3.14) και ότι κατά τη λήξη της αυτή μετετράπη σε μίσθωση από μήνα σε μήνα. Προβάλλει δε ότι κατέβαλε όλα τα ενοίκια από τον Απρίλιο του 2014 ενώ ισχυρίζεται ότι δικαιούται ο ίδιος σε μεγάλα ποσά επειδή εκβιαστικά υποχρεώθηκε από τον Νοέμβριο του 2017 να πληρώνει τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος αφορούσε μερικώς άλλα γειτονικά υποστατικά χρησιμοποιούμενα από την Ενάγουσα 1 ή τις εταιρείες της. Εξ όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του δικαιούται να εγείρει ανταπαίτηση για το πληρωθέν μερίδιο ηλεκτρικού ρεύματος. Στην πραγματικότητα λοιπόν ο Εναγόμενος προβάλλει ως βάσεις για να εξασφαλίσει τέτοιο δικαίωμα υπεράσπισης: - την έλλειψη καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου - τη θέση του ότι έχει πληρώσει όλα τα ενοίκια για όλους τους μήνες από τον Απρίλιο του 2014, δηλαδή ουσιαστικά προβάλλει εξόφληση των ενοικίων - την πρόθεση να καταχωρίσει ανταπαίτηση Σύμφωνα με την υπόθεση Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 642, σε παρόμοιες αιτήσεις θα πρέπει να επισυνάπτεται η προτεινόμενη ένορκη δήλωση η οποία θα καταχωριστεί εάν εν τέλει δοθεί η άδεια για συμπληρωματική. Οι Ενάγοντες εδώ επέλεξαν να μην επισυνάψουν την προτεινόμενη δήλωση τους αλλά να περιγράψουν κάποια από τα στοιχεία τα οποία θα περιέχει. Αυτή η επιλογή έχει ως αποτέλεσμα αφενός να μην γνωρίζει κανένας και δη το Δικαστήριο για ποια ακριβώς συμπληρωματική δήλωση ζητείται άδεια και αφετέρου εάν αυτή χορηγηθεί να μην υπάρχει κάποια δέσμευση ή περιορισμός για το περιεχόμενο ή την έκταση της και γενικά τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί. Παρά την αδυναμία αυτή, εντούτοις εξετάζοντας το περιεχόμενο της συνοδεύουσας ένορκης δήλωσης διαπιστώνεται ότι υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί και δύο τεκμήρια τα οποία επιθυμούν να παρουσιάσουν οι Ενάγοντες, τα οποία φέρονται να πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στις προαναφερθείσες αρχές. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς, στοιχεία και δηλώσεις οι οποίες αφορούν το θέμα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εξετάζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπως έχει επισημανθεί ρητώς στην υπόθεση Νεάρχου (ανωτέρω). Συγκεκριμένα πρόκειται για τα θέματα τα οποία περιέχονται στις §5.1 έως 5.4 της πιο πάνω ένορκης δήλωσης, μέσω των οποίων η πλευρά των Εναγόντων προαναγγέλλει τις βασικές της θέσεις για το θέμα της αρμοδιότητας. Το θέμα αυτό ήγειρε με την ένσταση του ο Εναγόμενος και κρίνω πως θα πρέπει να δοθεί δικαίωμα στους Ενάγοντες να απαντήσουν. Η μαρτυρία αυτή δεν είναι ανεπίτρεπτη, δεν συνιστά επαναλήψεις παλαιότερων δηλώσεων και ενδείκνυται να επιτραπεί η προσκόμιση της στην προσπάθεια των Εναγόντων να παρουσιάσουν μια σφαιρική εικόνα για το θέμα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα ενόψει του ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο εξετάζεται σε οποιοδήποτε στάδιο και πάντοτε υπό τον όρο ότι θα κριθεί εν τέλει ότι υπάρχει το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων, χωρίς δηλαδή την ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας και εξαγωγής ευρημάτων. Υπό την έννοια αυτή θεωρώ ότι υπάρχει καλός λόγος να εγκριθεί το τμήμα αυτό της αίτησης. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος, δηλαδή τις §5.5 έως 5.13 επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει κανένας συγκεκριμένος ισχυρισμός γεγονότος ο οποίος δύναται να εξεταστεί για σκοπούς άδειας. Αναμφίβολα για να εξεταστεί μια τέτοιου είδους αίτηση, είναι άκρως απαραίτητο για το δικαστήριο να γνωρίζει με πάσα δυνατή ακρίβεια και λεπτομέρεια τι θα προσκομιστεί συμπληρωματικά ούτως ώστε ασκώντας την ευχέρεια του να αποφασίσει κατά πόσον υφίσταται καλός λόγος για τη χορήγηση της άδειας. Αυτό διότι, ως γίνεται εύκολα αντιληπτό, μια γενική άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έστω και αν καταγράφονται σε τίτλους τα θέματα στα οποία θα αφορά, εμπεριέχει ορατούς κινδύνους συμπερίληψης αχρείαστης ή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας, την οποίαν αν είχε υπόψιν του το Δικαστήριο δεν θα επέτρεπε. Θα μπορούσε να λεχθεί πως μία τέτοια γενική άδεια συμπληρωματικής δήλωσης θα ισοδυναμούσε κατ' αναλογίαν με μία γενική άδεια τροποποίησης δικογράφου με αναφορά μόνο σε τίτλους θεμάτων (π.χ. αλληλογραφία, ζημιές, έξοδα κ.λ.π), πράγμα εξίσου ανεπίτρεπτο. Ούτως ή άλλως όμως βάσει των όσων έχουν παρατεθεί από το Annual Practice 1958 (ανωτέρω), οι §5.5 έως 5.13 δεν πληρούν σε καμιά περίπτωση τα κριτήρια ισχυρισμών οι οποίοι θα μπορούσαν να τεθούν υπό τύπο απαντητικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση. Ιδίως επειδή δεν εμπεριέχουν κάποια μαρτυρία η οποία θα έτεινε ενδεχομένως να καταδείξει την αναλήθεια κάποιου ισχυρισμού της αντίδικης πλευράς. Η τυχόν έγκριση και αυτού του μέρους απλούστατα θα εξέτρεπε τη διαδικασία από το καθιερωμένο θεσμοθετημένο πλαίσιο της. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται εν μέρει, ήτοι δίδεται άδεια στους Ενάγοντες όπως εντός 10 ημερών από σήμερα καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Εναγομένου περί έλλειψης καθ' ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και με βασικό περιεχόμενο τα όσα ανέφερε στις §5.1-5.4 της συνοδεύουσας την παρούσα αίτηση της, ένορκη δήλωση. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης αυτής επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων €400 έξοδα συν Φ.Π.Α. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο