ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4787/2015, 17/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A221 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4787/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΤΔ
- XXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/αιτητές: Ο κ. Α. Κυπρίζογλου Για τους Ενάγοντες /καθ' ων η αίτηση: Η κα Χρ. Ππεκρή και κα A. Δημητρίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερ. 9.01.2019 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65). Οι αιτητές αιτούνται παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους καθ' ων η αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο τους, να προβεί στην εκποίηση μέσω πλειστηριασμού του ακίνητου με αρ. εγγραφής 0/XXX, Φ/Σχ. Τμήμα 0/2-XXX, Τεμάχιο 2X, Μερίδιο όλο, υποθηκευμένο το όλο το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη YXXX, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, προς εξασφάλιση του δανείου με Αριθμό Λογαριασμού XXX, δυνάμει Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» των διατάξεων του Μέρους VI και/ή του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65, και/ή άλλως πως, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στα Άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα Άρθρα 1,2,3,4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 Κ.Κ. 1-9, Δ.39, Κ.Κ 1-2, επί της Δ.64 Κ.Κ 1-2, στα Άρθρα 37-44 (Μέρος VI) και στα Άρθρα 44Α-44ΙΑΑ (Μέρος VIA) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65στα Άρθρα 15,23 και 26 του Συντάγματος, στο Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, στις αρχές της επιείκειας (equity), στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην ακολουθημένη πρακτική και στην σχετική επί του θέματος νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 2 κ. XXX Αναστασίου που δηλώνει ως ο ένας εκ των δύο διευθυντών της εναγομένης 1 ο οποίος εκτελεί χρέη εκτελεστικού διευθυντή της και από την οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος. Ως εκ της ως άνω ιδιότητας του δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και για δε τους νομικούς ισχυρισμούς δηλώνει ότι έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους τους. Αναφέρει δε τα εξής ουσιώδη γεγονότα σε σχέση με την ανάγκη που επέβαλε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης: Η εναγομένη 1 («η αιτήτρια 1») ιδρύθηκε το 1977 με έδρα της τη Λεμεσό και ασχολείται στον τομέα των εσπεριδοειδών και συγκεκριμένα, με την καλλιέργεια και εμπορία εσπεριδοειδών και γεωργικών προϊόντων, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Στα πλαίσια των εμπορικών της δραστηριοτήτων, σύναψε συμφωνία δανείου με την ενάγουσα - τράπεζα (στη συνέχεια «οι καθ' ων η αίτηση») στις 22.12.2004, προκειμένου να λάβει πιστωτικές διευκολύνσεις από το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα, ύψους Λ.Κ.1.252,000,00 που ισούται με €2.139,169,
- Μεταξύ των εξασφαλίσεων που δόθηκαν από την αιτήτρια 1 προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου, συμπεριλαμβανόταν και το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο το οποίο βαρύνεται με την ως άνω υποθήκη προς εξασφάλιση του δανείου. Μεταξύ των καθ' ων η αίτηση και της αιτήτριας 1, προέκυψε οικονομική διαφορά σε σχέση με την προαναφερόμενη συμφωνία δανείου. Αυτό το γεγονός, οδήγησε τους καθ' ων η αίτηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 3.12.2015 με την οποία αξιώνει ανάκτηση του δανεισθέντος ποσού πλέον τόκους, ως επίσης και την εκποίηση των ακινήτων, τα οποία υποθηκεύτηκαν υπέρ των καθ' ων η αίτηση, προς το σκοπό της εξασφάλισης του δανείου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το ως άνω ακίνητο. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής οι αιτητές 1 και 2 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και αμφισβήτησαν το εξ αποφάσεως χρέος. Αναφέρει ότι οι έγγραφες προτάσεις στην εν λόγω αγωγή έχουν ολοκληρωθεί και ότι έχουν γίνει εκατέρωθεν αποκαλύψεις των εγγράφων που θα χρησιμοποιηθούν στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αυτής, η οποία έχει οριστεί από το δικαστήριο να λάβει χώρα στις 25.09.
- Στο μεταξύ, οι καθ' ων η αίτηση, εκμεταλλευόμενοι τις σχετικές διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965, τους απέστειλε Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» στην αιτήτρια 1 και επίσης στις 26.11.2018 Ειδοποίηση Πλειστηριασμού την οποία έλαβαν στις 21.12.2018, σχετική επιστολή μέσω της οποίας οι καθ' ων η αίτηση τους ενημέρωσαν πως ο πλειστηριασμός θα λάμβανε χώραν στις 18.04.2019 και ώρα 09:00, στην οδό XXXXX 22, Τ.Τ XXXXX, στον Ύψωνα στη Λεμεσό. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων από τη μια και της επικείμενης αναγκαστικής πώλησης μέσω πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου από την άλλη, εισηγείται ότι είναι κατεπείγον όπως εκδοθεί το εξαιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα. Επιπλέον αποτελεί τη θέση του πως, έχει καλή βάση υπόθεσης, δικαιούται σε θεραπεία και θα είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα, καθότι, η πώληση μέσω πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου, εκκρεμούσης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής, πέραν όλων των άλλων, αποτελεί και παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου τους δικαιώματος για απόλαυση της ακίνητης τους ιδιοκτησίας. Τέλος, καθίσταται σαφές πως το ισοζύγιο της ευχέρειας υπό τας περιστάσεις κλείνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης καθ' ότι, με τον τρόπο αυτό, θα παραμείνει αναλλοίωτο το status quo των εν λόγω ακινήτων, τα οποία δεν θα πωληθούν μέσω πλειστηριασμού στις 18.04.2019 και θα κριθεί η τύχη τους, με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής. Για τους πιο πάνω λόγο θεωρεί ότι είναι ορθό, δίκαιο και ότι πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για να εγκριθεί η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις και παραρτήματα αυτού, ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, στα Άρθρα 27, 44A - 44ΙΑΑ, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση: «
- Ο Εναγόμενος 2 κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει locus standi να εξαιτείται την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος δια της παρούσας αγωγής καθότι δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση και/ή ανταξίωση. Εναλλακτικά και/ή με άλλα λόγια, η καταχώριση Υπεράσπισης δεν συνιστά αγωγή για σκοπούς υπαγωγής των προϋποθέσεων του άρθρου
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ανταπαίτηση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην ανταπαίτηση. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Οι Αιτητές έχουν προσέλθει μονομερώς στο Δικαστήριο και δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και/ή έχουν αποσιωπήσει γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσουν το Σεβαστό Δικαστήριο για να εκδώσει μονομερώς το διάταγμα, συμπεριφορά η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη βάσει του ισοζυγίου της ευχέρειας.
- Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά της. Ειδικότερα, το άρθρο 44Α παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προωθήσει παράλληλα τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, το Μέρος VI ή με πολιτική αγωγή.
- Το αιτητικό που καταγράφεται στην Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθώς είναι δυσανάλογο και/ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ' ης η Αίτηση διότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχει η επίδικη Σύμβαση Υποθήκης, το Σύνταγμα και ο Ν. 9/1965, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση δια της επίδικης Σύμβασης Υποθήκης το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων.
- Η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν αποτελεί το κατάλληλο δικονομικό μέσο για εξέταση ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου 9/1965 καθώς (α) οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας εξετάζονται με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας και εξειδικευμένης αιτιολόγησης, (β) η εξέταση της κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας δεν θα οδηγήσει στην επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς και (γ) η κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα δεν αποτελεί καν επίδικο ζήτημα της κυρίως αγωγής.
- Άνευ βλάβης του λόγου ένστασης 8, δεν προκύπτει καμία παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος στην απόλαυση της ιδιοκτησίας και/ή οι Αιτητές άσκησαν το δικαίωμά τους ως αυτό κατοχυρώνεται υπό του αρ. 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ διαθέτοντάς το με την ελεύθερη τους βούληση ως Υποθήκη.
- Δια των Συμβάσεων Υποθηκών ο ενυπόθηκος οφειλέτης παραχώρησε στην Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα είτε μέσω Kτηματολογίου, είτε απευθείας, είτε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXX Χωραϊτης υπάλληλος των καθ' ων η αίτηση και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί σε αυτή. Δεν θα προβώ στην καταγραφή σε αυτό το σημείο της απόφασης των όσων προβάλλει ο κ. Χωραϊτης για λόγους οικονομίας και μη επανάληψης εφόσον όσα υποστηρίζει θα τύχουν της ανάλογης ανάλυσης στη συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η διαδικασία πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου διέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με=ρι σήμερα (στο εξής ο «Νόμος»), οι οποίες, μεταξύ άλλων, παρέχουν στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Οι διατάξεις της τροποποιηθείσας νομοθεσίας εφαρμόζονται αναδρομικά, ήτοι από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η κάθε περίπτωση (2η επιφύλαξη άρθρου 44Α
(3)(βλ. επίσης την απόφαση στην Αίτηση/ Έφεση αρ. 206/2018 E.Δ. Λεμεσού Marios Nicolaou Developers κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ του Έντιμου κ. Αλ. Παναγιώτου Π.Ε.Δ.). Η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι δυνατό να ανασταλεί όταν με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθεί διάταγμα ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 44(Γ)
(3), υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης Έφεσης με σκοπό την ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την παραλαβή της, εάν και εφόσον συντρέχει ένας από τους πιο κάτω λόγους ακύρωσης: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. (β) Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. (γ) Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) Έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) Έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. (στ) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Επομένως, ένας από τους λόγους ακύρωσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» είναι να έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αποτελεί δηλαδή προϋπόθεση, προτού καταχωρηθεί η Αίτηση-Έφεση, να έχει προηγηθεί ενδιάμεση αίτηση και να έχει εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα. Τα γεγονότα: Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, οι οποίες υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι προς εξασφάλιση των καθ' ων η αίτηση, ενόψει της σύναψης σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της αιτήτριας 1 και των καθ' ων η αίτηση, εγγράφηκε, προς όφελος των καθ' ων η αίτηση στο Κτηματολόγιο, μεταξύ άλλων, η Σύμβαση Υποθήκης με αρ. YXXX. Λόγω της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων, δυνάμει της σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, η εν λόγω σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων τερματίστηκε και οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Στις 04.11.2016 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση από τον Εναγόμενο 2 και Υπεράσπιση και Ανταξίωση από τον Εναγόμενο 1. Στις 04.09.2017 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2 και Υπεράσπιση στην Ανταξίωση των Εναγομένων 1. Συνεπεία της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων, οι καθ' ων η αίτηση προώθησαν τη διαδικασία ιδιωτικής εκποίησης σε σχέση με το ακίνητο που επιβαρύνεται δια της ως άνω Σύμβασης Υποθήκης και απέστειλε την ειδοποίηση τύπου «Ι» συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση τύπου «Θ». Στη συνέχεια οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» επιδόθηκαν, ως είναι παραδεκτό, στους αιτητές την 21.12.2018, με τις οποίες ενημερώνονταν για την καθορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού, ήτοι την 18.04.2019. Στις 09.01.2019 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Συμφωνώ με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής 2 δεν νομιμοποιείται να αξιώνει την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων υπό την προσωπική του ιδιότητα, για τον απλό λόγο ότι δεν έχει καταχωρήσει Ανταπαίτηση. Και αυτό, καθώς από τη στιγμή που δεν υπάρχει Ανταπαίτηση, η οποία μπορεί για σκοπούς έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων να θεωρηθεί αγωγή, δεν μπορεί ούτε να γίνει υπαγωγή των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται ώστε να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα μέσα στο πλαίσιο αυτής, αφού δεν υπάρχουν αξιώσεις. Προς τούτο σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Igor Zhigachov κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 113 όπου ο έντιμος κ. Μ. Νικολάτος, Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε σε γενικές γραμμές ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα εναντίον εναγόντων και προς όφελος εναγομένων όπου δεν υπάρχει ανταπαίτηση ή ανταγωγή. Το σχετικό απόσπασμα είναι το ακόλουθο: «Οι καθ΄ ων η αίτηση και οι παρεμβαίνουσες υπέβαλαν ότι οι εναγόμενοι στην Αγωγή 2473/12 είχαν κάθε δικαίωμα να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν με την αίτηση τους ημερ. 27.6.12, δεδομένης της τροποποίησης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν 14/60) με το άρθρο 2(α) του Νόμου 17(Ι)/2004. . Εξέτασα με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία και θεωρώ ότι τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 29.6.12 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αγωγή 2473/12, και των οποίων ζητείται η ακύρωση με την παρούσα διαδικασία, εκδόθηκαν καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας και είναι ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν. Κατέληξα σ΄ αυτό το συμπέρασμα για τους εξής δύο βασικούς λόγους: Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν 14/60, όπως τροποποιήθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 17(Ι)/2004, κάθε δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, έχει εξουσία να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο. Η προαναφερόμενη ευρεία εξουσία των δικαστηρίων να εκδίδουν, μεταξύ άλλων, παρεμπίπτοντα διατάγματα τίθεται υπό την επιφύλαξη ότι, παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, δεν εκδίδονται εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν και ότι, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερο στάδιο. Έχω την άποψη, με όλον το σέβας, ότι ο όρος «απαγορευτικά διατάγματα» στο άρθρο 32
(1)είναι αδόκιμη μετάφραση του Αγγλικού όρου «injunctions». Κατά τη γνώμη μου το άρθρο 32
(1)θα έπρεπε καλύτερα να αναφέρεται σε «παρεμπίπτον διάταγμα (απαγορευτικόν, διηνεκές ή προστακτικόν)» και όχι σε «απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν). Ο όρος «απαγορευτικόν (προστακτικόν)» διάταγμα είναι αντιφατικός, κατά τη γνώμη μου. Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν 17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff΄s cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read
(1876)1 Ch.D. 600, Carter v. Frey
(1894)2 Ch. 541 και Collison v. Warren
(190)1 1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.5 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux
(2007)1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina
(1979)AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα». Στην παρούσα περίπτωση, ο αιτητής 2, ως εναγόμενος 2 στην Αγωγή, έχει καταχωρήσει απλώς «Υπεράσπιση» στην αγωγή, και όχι «Υπεράσπιση και Ανταξίωση». Συνεπώς, κατ' αναλογία και της υπόθεσης Zhigachov ανωτέρω, ο αιτητής 2 δεν έχει «αγώγιμο δικαίωμα» το οποίο να του δίδει δικαίωμα σε ουσιαστική θεραπεία για να υποβάλει αίτημα για παρεμπίπτον διάταγμα. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd,
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ ν. Θεωρή,
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, οι βασικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. - Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. - Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση, η υπαγωγή των προϋποθέσεων του Αρ. 32 μπορεί να γίνει μόνο σε σχέση με την ανταπαίτηση του εναγομένου 1. Η 1η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση / συζητήσιμη υπόθεση: Το κατά πόσον αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση διαπιστώνεται μέσα από τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς ο όρος «δικόγραφα» να εξισώνεται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ούτε και είναι απαραίτητο να έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα ή η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγομένου. Το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση μπορεί να εξακριβωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εξακρίβωση εάν όντως αντικειμενικά εξακριβώνεται συζητήσιμη υπόθεση ούτως ώστε να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση (βλ. μεταξύ άλλων Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Co Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 1235). Η 2η προϋπόθεση αυτή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας: Για να πληρωθεί η 2η προϋπόθεση του Άρθρου 32, είναι αρκετό για τον αιτητή να δείξει ότι η υπόθεση του (η ανταπαίτηση του στην παρούσα υπόθεση) όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από την δικογραφία και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, έχει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα επιτυχίας, με το βάρος απόδειξης να είναι χαμηλότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο εφαρμόζεται για την απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης του. Όπως άλλωστε αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυτάλα v. Χρυσάνθου,
(1996)1 ΑΑΔ 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (Σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All. E.R. 504 η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας». Η 3η προϋπόθεση αυτή της πιθανότητας να υποστεί ο αιτητής ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα: Σύμφωνα με την νομολογία, η «ανεπανόρθωτη βλάβη» υπάρχει και εξακριβώνεται εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, όπως για παράδειγμα όταν θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο αιτητής ή εάν η ζημιά που θα υποστεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται πάντοτε με την υλική αποκατάσταση (βλ Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδη κ.α.,
(2009)1 ΑΑΔ 317). Το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης αναφορικά με το κατά πόσον πληρείται και η 3η προϋπόθεση λαμβάνει υπόψιν του και άλλους παράγοντες και κριτήρια πέραν της ζημιάς του Ενάγοντα, όπως για παράδειγμα την λειτουργία και υποχρέωση του Δικαστηρίου να ενεργεί ως θεματοφύλακας του Κράτους Δικαίου (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη,
(2001)1 ΑΑΔ 1245) με τον χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης που δυνατόν να λάβει ο αιτητής να είναι μόνο ένας εξ' αυτών (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης,
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα: Σύμφωνα με τη νομολογία αφού το Δικαστήριο ελέγξει και καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα πρέπει ακολούθως να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσής του. Με άλλα λόγια, έστω και εάν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσον είναι ορθό, δίκαιο και πρέπον να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και υπάρχει η δυνατότητα αλλά και η ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εάν θεωρεί ότι η έκδοση του δεν θα είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ,
(2013)1 ΑΑΔ 222). Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, την συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos,
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή,
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργουν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.,
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Βέβαια η νομολογία μας διευκρινίζει ότι κατά την εξέταση του ενώπιόν του μαρτυρικού υλικού το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της..» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Εξετάζοντας τώρα την 1η προϋπόθεση, αν δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, παρόλο που όπως αναφέρεται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει σε εξέταση της ουσίας της κυρίως αγωγής, σημειώνω ότι με την αγωγή δεν αμφισβητείται η σύναψη των συμβάσεων δανείων, αλλά γίνεται λόγος και σε τροποποιητικές συμφωνίες σε σχέση με τον τρόπο αποπληρωμής της σύμβασης δανείου. Τα όσα αναφέρονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, αφορούν άλλες συμφωνίες που αποσκοπούσαν στην απομείωση του χρέους, οι οποίες σύμφωνα με τον κ. Χωραϊτη δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Επομένως, δεν υπάρχει καν θέμα προς συζήτηση, καθώς οι αιτητές, όπως παρουσιάζονται, παραδέχονται την οφειλή τους. Και οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Αναστασίου δεν αποσείουν το βάρος αποδείξεως που φέρουν οι αιτητές σε σχέση με την στοιχειοθέτηση των 2 προϋποθέσεων του άρθρου 32 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Οι αιτητές εισηγούνται την αντισυνταγματικότητα των σχετικών νομοθετικών διατάξεων που αφορούν τα επίδικα ζητήματα. Κατ' αρχή η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν αποτελεί το κατάλληλο δικονομικό μέσο για εξέταση ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου 9/1965 και επομένως δεν πρέπει να με απασχολήσει η εισήγηση περαιτέρω για τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας εξετάζονται με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας και εξειδίκευσης και πρέπει να αποδειχθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας πρέπει να εξειδικεύονται και το άρθρο του οποίου η συνταγματικότητα αμφισβητείται πρέπει να τίθεται με απόλυτη ευκρίνεια σε σχέση με τη συνταγματική διάταξη στην οποία προσκρούει, αφού η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας ενός νόμου έγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (βλ. Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3),
(1996)1 ΑΑΔ). (β) Η εξέταση της κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας δεν αποτελεί τρόπο επίλυσης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Ειδικότερα, τα Δικαστήρια δεν επιλαμβάνονται ζητημάτων αντισυνταγματικότητας με σκοπό την παροχή γνωμοδοτήσεων, όταν αυτό δεν συμβάλλει στην επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς (βλ. Αίτηση/ Έφεση 281/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας Πραξιτέλης Βογαζιανός ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, του κ. Γ. Στυλιανίδη Α.Ε.Δ. και Αίτηση/Έφεση Αρ. 195/2016 Ε.Δ. Πάφου Χριστοφή Κούνουνα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ της κας Δ. Σωκράτους,Π.Ε.Δ.). (γ) Η κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα δεν αποτελεί καν επίδικο ζήτημα της κυρίως αγωγής ώστε να εξετασθεί σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Το ζήτημα της συνταγματικότητας λόγω και της σπουδαιότητας και σημασίας του πρέπει να δικογραφείται με απόλυτη λεπτομέρεια και να υποστηρίζεται από επαρκή και στέρεη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο σχετικός νόμος είναι αντισυνταγματικός πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γεγονός το οποίο οι αιτητές δεν έπραξαν και ως εκ τούτου κρίνω ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγξει την συνταγματικότητα της νομοθεσίας δεν έχει ενεργοποιηθεί. Επομένως κρίνω ότι οι αόριστες, ασαφείς και λακωνικές, θα έλεγα, αναφορές στο θέμα της αντισυνταγματικότητας στην ένορκη δήλωση του κ. Αναστασίου σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν ώστε να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και να εξετάσει τα υψίστης σημασίας ζητήματα συνταγματικότητας. Φρονώ ότι δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται και τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση όπως είναι και το δικαίωμα στην υπεράσπιση, ήτοι να γνωρίζει τη θέση της άλλης πλευράς για να τοποθετηθεί με βεβαιότητα και όχι εικάζοντας το τι εννοεί η άλλη πλευρά. Παρόμοια αποφασίστηκε και σε σειρά άλλων πρωτόδικων αποφάσεων οι οποίες εκλαμβάνονται ως καθοδηγητικές. Ενδεικτικά αναφέρω τις ακόλουθες της Έντιμης κας Λ. Δημητριάδου, Π.Ε.Δ. στην Αίτηση - Έφεση Ε.Δ. Λάρνακας με αρ. 71/2018 την Στέλιος Δημητρίου Αρέστη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, καθώς επίσης και στην απόφαση της Έντιμης κας Σ. Χ'' Γιάννη Π.Ε.Δ. στην Αίτηση-Έφεση Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ. 237/2018 Nartia Holdings Ltd ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στην απόφαση της αδελφής κας Μ. Παπαδοπούλου, Α.Ε.Δ. στην Αίτηση-Έφεση με αρ. 250/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας Ακάμωτα Λτδ κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ας μη παραγνωρίζεται ότι ο ισχυρισμός περί παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος απόλαυσης της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να είναι παρά αβάσιμος, για το λόγο ότι οι αιτητές άσκησαν το δικαίωμά τους σε απόλαυση της περιουσίας τους διαθέτοντάς την με την ελεύθερη τους βούληση ως Υποθήκη. Προς επίρρωση δε της πιο πάνω αντίληψης μου θα πρέπει να ειπωθούν τα ακόλουθα: (α) Το Άρθρο 23 του Συντάγματος προασπίζει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ότι μεταξύ των δικαιωμάτων του κυρίου μιας περιουσίας, περιλαμβάνεται και αυτό της διάθεσης αυτής της περιουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η διάθεση του περιουσιακού στοιχείου του ενυπόθηκου οφειλέτη πραγματώθηκε με την παραχώρηση του ενυπόθηκου ακινήτου ως εξασφάλιση για τη λήψη δανείου. (β) Το δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας δεν είναι απόλυτο, καθώς το άρθρο 23 επιτρέπει περιορισμούς του, όταν για παράδειγμα πρόκειται για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, ή δια νόμου (βλ. Δρα Κώστα Παρασκευά,
(2015)Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 366). Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, περιορισμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει για λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων,
(2000)3 ΑΑΔ 238). (γ) Δεν μπορεί παρά η αναφορά του Συντάγματος στην προστασία των δικαιωμάτων τρίτων να αφορά στην προκειμένη περίπτωση τα δικαιώματα της Τράπεζας, η οποία δεν λαμβάνει τα οφειλόμενα εκ των δανειοδοτήσεων ποσά, με αποτέλεσμα να πρέπει να εισπράξει με κάποιο τρόπο το οφειλόμενο χρέος. Η θέσπιση του επίδικου Νόμου στοχεύει ακριβώς στην είσπραξη του οφειλόμενου χρέους ή μέρους αυτού, με βάση τη σύμβαση υποθήκης που έχει παραχωρηθεί προς εξασφάλιση της Τράπεζας. Επομένως, αυτός ο περιορισμός είναι ρητά επιτρεπτός από το ίδιο το άρθρο 23 και δεν συντρέχει καμιά παραβίαση του. (δ) Επιπρόσθετα των ανωτέρω, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, μέσω πλειστηριασμού, υπήρχε πάντοτε και ήταν και εξακολουθεί να είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα αποδέχονται εμπράγματες εξασφαλίσεις τις οποίες μπορούν να εκποιήσουν για να εισπράξουν το λαβείν τους σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν εξοφλεί και δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως ακριβώς πράττει η εναγομένη 1 - πρωτοφειλέτης εν προκειμένω, που ουδέν ποσό έχει καταβάλει έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους της. Σχετικός είναι ο όρος 4 του Εγγράφου Υποθήκης (Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Χωραϊτη). Ο Νόμος όχι μόνο δεν παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος, αλλά τουναντίον ισχυροποιεί το εκ του Συντάγματος δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να διαθέτει οιανδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία προς εξασφάλιση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Ο αδελφός Δικαστής κ. Δ. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. στην Αίτηση-Έφεση αρ. 221/2018 Ε.Δ. Πάφου, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Alpha Bank στην απόφαση του με ημερ. 18.12.2018 ανέφερε μεταξύ άλλων, τα εξής τα οποία και υιοθετούνται και στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μου: «Περαιτέρω κρίνεται ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύγκρουση των διατάξεων του Ν.9/1965 ή του Ν.142(Ι)/2014 με το άρθρο 23 του Συντάγματος, καθότι στην παρούσα περίπτωση δεν προωθείται διαδικασία στέρησης της περιουσίας του ενυπόθηκου οφειλέτη για τους σκοπούς που προνοούνται στο άρθρο 23.3 και 4 του Συντάγματος. Η ενώπιον του Δικαστηρίου περίπτωση αφορά σύμβαση ιδιωτικού δικαίου όπως είναι η υποθήκη, η οποία προφανώς συνάφθηκε κατ' ενάσκηση του δικαιώματος διάθεσης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη τους - G. Papageorgiou Properties Ltd - οι οποίοι σημειωτέον δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα Έφεση. Συνακόλουθα η επιχειρηματολογία περί παραβίασης ή επέμβασης στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του Εφεσείοντα, ως προς την ελευθερία των συμβάσεων, δεν μπορεί να τον αφορά αφού δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης 2152/2008, στη βάση της οποία προωθείται η πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου». Παρόμοια στην Αίτηση - Έφεση υπ' αρ. 72/2018 Ε.Δ. Λάρνακας Στέλιος Δημητρίου Αρέστη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου ημερ. 24.09.2018, ο αδελφός κ. Ν. Γερολέμου Α.Ε.Δ., ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία επίσης υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας: «Σε σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος μπορεί να λεχθεί ότι ουδείς στέρησε τον ενυπόθηκο οφειλέτη από το δικαίωμα του να αποκτήσει, να είναι κύριος, να κατέχει και να απολαύσει ή διαθέτει την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία του. Με απόφαση της η Εφεσείουσα 2 ενέγραψε υποθήκη επ' αυτής προς εξασφάλιση κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσίβλητη και επομένως η ίδια έθεσε την ακίνητη περιουσία της στη νομική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα». Οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο κ. Αναστασίου στην ένορκη δήλωση του έχουν αντικρουστεί από τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση και από τα ίδια τα έγγραφα - τεκμήρια, τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση, αλλά είναι και θέματα τα οποία άπτονται της ουσίας της αγωγής τα οποία δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξετασθούν. Όσον αφορά ζητήματα που αφορούν χρεώσεις των καθ' ων η αίτηση είχαν εγερθεί στην πρόσφατη Αίτηση ημερ. 10.10.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ V. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α. Αρ. Αγ. 3299/2015 όπου ειπώθηκαν από την Έντιμη κα Ε. Εφραίμ Π.Ε.Δ. στην απόφαση της ημερ. 07.11.2018 τα εξής: «.είναι παραδεκτή η οφειλή της Αιτήτριας πλην όμως απομένει ο καθορισμός του ακριβούς οφειλόμενου ποσού. Τέτοιες όμως τοποθετήσεις αναιρούν ή τουλάχιστον αποδυναμώνουν τους λοιπούς ισχυρισμούς και τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντος στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αλλά και της ανταπαίτησης περί ακυρότητας όλων των επίδικων συμφωνιών και κατ' επέκταση περί μη δυνατότητας απαίτησης και είσπραξης οποιουδήποτε ποσού δυνάμει αυτών. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται πως η ίδια η Αιτήτρια περιορίζει τις δικές της θέσεις και αξιώσεις αφενός στην αναγνώριση της οφειλής και αφετέρου στην αμφισβήτηση μόνο του ύψους αυτής. [...] τελικώς το μόνο επίδικο θέμα στην Αγωγή διαφαίνεται να είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. [.] Από τα πιο πάνω, καθίσταται πρόδηλο πως οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 επί αυτού του ζητήματος ουσιαστικά άπτονται της νομιμότητας των συγκεκριμένων όρων και της ορθότητας του υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού, χωρίς όμως να συνδέονται και αφορούν στην ακυρότητα του συνόλου της όποιας συμφωνίας και στην παρεμπόδιση της Τράπεζας να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και ή στην απάλειψη της όποιας οφειλής και απαίτηση της Τράπεζας δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Πέραν του γεγονότος πως οι όποιοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 για το θέμα του τόκου απολήγουν τελικώς στον υπολογισμό του τελικού οφειλόμενου ποσού, σημειώνω πως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη μελέτη από ειδικό. [.] Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αναφορικά με τις αξιώσεις για ακυρότητα των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και υποθήκης παρά μόνο αναφορικά με το θέμα του υπολογισμού του τόκου και του ακριβούς ύψους της τελικής οφειλής». Επίσης, στην απόφαση του Έντιμου κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. ημερ. 06.08.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της υπόθεσης Αριθμός Αγωγής 1417/2018 F.K.S. Trading Company Ltd κ.α V. Hellenic Bank, όπου ειπώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «.ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί από τις ενάγουσες ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις, η θεραπεία δεν θα είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιστροφή των ποσών που χρεώθηκαν παράνομα. Με την ένορκη δήλωση της αίτησης, υποστηρίζεται ότι οι παράνομες χρεώσεις συμπαρασύρουν σε ακυρότητα την σύμβαση εγγύησης. Η θέση όμως αυτή δεν έχει υποστηριχθεί με νομικά επιχειρήματα. Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». Επομένως καταλήγω ότι ο αιτητής 1 δεν έχει σοβαρή και συζητήσιμη υπόθεση στην ανταπαίτησή του και δεν υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην κυρίως αγωγή όπως την προβάλλει ο αιτητής 1 με την ανταπαίτηση του. Παρόλο ότι η πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις θα έπρεπε να τερμάτιζε εδώ τη συζήτηση εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω και θα εξετάσω και την 3η προϋπόθεση, ότι δηλαδή δεν έχει διαφανεί ότι εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Οι αξιώσεις των αιτητών δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους αιτητές, σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης τους στην αγωγή, παράγων ο οποίος θα πρέπει να οδηγήσει πάραυτα σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Η κυρίως αγωγή, όπως κατεγράφη και πιο πάνω, αφορά συμβάσεις δανείων και δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι οι αιτητές έλαβαν τα ποσά των δανειοδοτήσεων. Δεν αναφέρουν όμως τι θα γίνει με την απαίτηση των καθ' ων η αίτηση και το ποσό που έλαβαν, παρά μόνο ισχυρίζονται ότι έπρεπε να είχαν αποκοπεί κατά τους ισχυρισμούς τους ορισμένα ποσά. Επομένως, ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει σοβαρή υπόθεση και καλές πιθανότητες επιτυχίας, είναι αδιαμφισβήτητο ότι το όλο θέμα είναι καθαρά χρηματικής φύσεως και ότι σε περίπτωση επιτυχίας των αιτητών στην ανταπαίτησή τους, θα τους επιστραφεί το ποσό το οποίο αξιώνουν ή θα συμψηφισθεί με το ποσό που θα πρέπει να καταβάλουν. Έστω όμως και εάν ήθελε διαφανεί σε μεταγενέστερο στάδιο πως οι αιτητές ενδεχομένως υπέστησαν ή θα υποστούν ζημιά, αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα το οποίο οι καθ' ων η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει. Επιπρόσθετα, δεν τέθηκαν από τους αιτητές ισχυρισμοί ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυα. Προβλήθηκε από τον κ. Χωραϊτη ότι οι καθ' ων η αίτηση διαθέτουν επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού τους για να μπορέσουν να καταβάλουν στους Αιτητές αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστησαν ζημιά. Αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Υπενθυμίζεται ότι οι αιτητές δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς, από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση δίδοντάς τους έτσι το δικαίωμα δυνάμει των Συμβάσεων Υποθηκών να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Έντιμου Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. στην Αίτηση-Έφεση αρ. 182/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας Αίτηση-Έφεση αρ. 182/2018 Vatikano Pizza Ltd ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 17.08.2018 στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων: «Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο». Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Αριθμός Αγωγής: 1417/2018 η F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank, όπου ειπώθηκαν από τον Έντιμο κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε και τα ακόλουθα: «Αλλά ούτε και η Τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του Αρ. 32. Τέλος, πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο εξετάζει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι οι καθ' ων η αίτηση θα αποστερηθούν της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και οι Συμβάσεις Υποθηκών, με αποτέλεσμα να πληγούν τα συμφέροντά τους δυσανάλογα και επαχθώς, εν αντιθέσει με τους όρους των Συμβάσεων Υποθηκών, Δανείων, αλλά και τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα της δικαιώματα στο συμβάλλεσθαι ελευθέρως και στην ιδιοκτησία, δικαιώματα τα οποία ασκήθηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών κατά την υπογραφή των Συμβάσεων Υποθηκών. Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση F.K.S. Trading Company Ltd κ.α v. Hellenic Bank Αριθμός Αγωγής 1417/2018 όπου o Έντιμος κ. Αλ. Παναγιώτου, μεταξύ άλλων, τα εξής τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας: «Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστεί η εναγόμενη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος με την αφαίρεση του δικαιώματός της να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Αυτό, γιατί όπως προαναφέρθηκε, η ζημιά αυτή θα μπορούσε σαφώς να αποζημιωθεί σε χρήμα από την πλευρά της αναγόμενης τράπεζας». Ίδια ήταν η προσέγγιση της Έντιμης κας Στ. Χ¨ Γιάννη, Π.Ε.Δ. στην 1885/18 Λατομεία Τόχνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Limited ημερ. 2.11.2018, όπου ανέφερε τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Και τούτο γιατί κατά την κρίση μου, η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων Διαταγμάτων με την αφαίρεση του συμβατικού δικαιώματος τους να προχωρήσουν με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, λαμβανομένης υπόψη της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι αυτοί σαφώς θα μπορούν να αποζημιωθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση». Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι οι καθ' ων η αίτηση θα αποστερηθούν της δυνατότητας και του δικαιώματος ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο, το Σύνταγμα και τα δικαιώματα που ήδη κατέχουν βάσει των Συμβάσεων Υποθηκών. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι τα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να εκδίδονται με φειδώ, και ένεκα του γενικού και πρακτικά χρονικά απεριόριστου λεκτικού του αιτήματος, τυχόν έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, θα πλήξει τους καθ' ων η αίτηση ανεπανόρθωτα, εφόσον το ποσό το δανείου έχει καταβληθεί στους αιτητές, αλλά δεν έχει εξοφληθεί. Συνοψίζοντας καταλήγω ότι: (α) ο αιτητής 2 δεν νομιμοποιείται να αξιώνει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, (β) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, (γ) οι αξιώσεις των αιτητών στην αγωγή διά της ανταπαίτησης τους μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, (δ) οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεν επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης, (ε) οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεως ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, (στ) το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η αίτηση με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ των εναγόντων/ καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων/ αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο