← Κύπρος

Γαλανού ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1756/2011, 11/4/2019

Γαλανού ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1756/2011, 11/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A200 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1756/2011 Μεταξύ: . Γαλανού Ενάγοντος v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση Ενάγοντος ημ. 12.3.19 για τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 11 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Α. Αντωνίου για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Ραντζίδου για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη αριθμού παραγράφων σε αυτή, συμπεριλαμβανομένων και παραγράφων στις λεπτομέρειες ζημιών και στις αξιώσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της Αγωγής και ειδικότερα μετά τη διαγραφή μέρους της Γραπτής Δήλωσης του Ενάγοντος πριν αυτή κατατεθεί ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος στην οποία βασικά αναφέρει πως προέβη χωρίς καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να προβληθεί με σαφήνεια η θέση του και να τεθούν όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, πως η ακρόαση της Αγωγής δεν έχει ουσιαστικά ξεκινήσει και πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτως ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:

  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης.
  2. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγομένων κατά τρόπο που δεν αποζημιώνονται με έξοδα.
  3. Με κάποιες από τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η προσθήκη νέων αξιώσεων οι οποίες ήταν εξαρχής γνωστές στον Ενάγοντα.
  4. Ορισμένες εκ των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι άσχετες και ή αχρείαστες.
  5. Η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά.
  6. Η Αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και άνευ αιτιολογίας και ή άνευ επαρκούς αιτιολογίας.
  7. Η Αίτηση είναι η τρίτη φορά που ο Ενάγων επιχειρεί να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας EM (εφεξής «η ΕΜ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προσθέτοντας πως η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται ως αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου για διαγραφή και συνεπώς αποτελεί προσπάθεια παράκαμψης της εν λόγω απόφασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι δύο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια των αγορεύσεων η πλευρά των Εναγομένων απέσυρε την ένσταση της μόνο αναφορικά με δύο εκ των αιτούμενων τροποποιήσεων οι οποίες αφορούν σε διαφοροποίηση δύο ποσών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες ζημιών στην υφιστάμενη παρ. 28(δ) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης επισημαίνεται αρχικά πως το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 18.4.11, η έκθεση απαίτησης στις 3.10.11, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 30.1.12 και η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση στις 14.5.12. Ακολούθησε αλλαγή δικηγόρου του Ενάγοντος και κατόπιν κάποιων διαδικαστικών διαβημάτων, στις 18.4.16 ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Κατόπιν ακρόασης, με ενδιάμεση απόφαση ημ. 12.12.16 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) ενέκρινε την αίτηση τροποποίησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 21.12.16, η τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 10.3.17 και η τροποποιημένη απάντηση και υπεράσπιση στις 4.4.17. Στις 10.4.17 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση για διαγραφή της τροποποιημένης απάντησης και υπεράσπισης ή μέρους αυτής, και κατόπιν ακρόασης, με ενδιάμεση απόφαση ημ. 6.7.17 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική από την προηγούμενη σύνθεση) διέταξε τη διαγραφή μέρους του εν λόγω δικογράφου. Με βάση την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, η απαίτηση του Ενάγοντος βασίζεται σε γραπτή συμφωνία ημ. 29.2.08 (όπως τροποποιήθηκε στις 2.4.08) την οποία συνήψε με τους Εναγόμενους κατόπιν προτροπής των τελευταίων για παραχώρηση σε αυτόν δανείου σε Ιαπωνικά Γεν καθότι το επιτόκιο ήταν χαμηλότερο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, το δάνειο έγινε για αγορά κτήματος και ανέγερση τεσσάρων κατοικιών στην Τριμίκλινη, οι τρεις εκ των οποίων θα διατίθεντο προς πώληση και για το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση υποθήκη ενός κτήματος στην Ορόκλινη αξίας £117.000. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας πως με την ταυτόχρονη υποθήκευση ο Ενάγων θα λάμβανε σε μια δόση το ποσό των 27.500.000 Ιαπωνικών Γεν. Κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι κατέθεσαν σε δύο δόσεις στον υπό δέσμευση λογαριασμό .998-00 το συνολικό ποσό των €155.724,43, αντί Ιαπωνικά Γεν, το οποίο εν πάση περιπτώσει αντιπροσώπευε μικρότερο του συμφωνηθέντος ποσού, ήτοι 25.000.000 Ιαπωνικά Γεν, και ουδέποτε ήταν διαθέσιμο προς τον Ενάγοντα. Κατόπιν διαμαρτυρίας του Ενάγοντος οι Εναγόμενοι μετέφεραν το εν λόγω ποσό σε λογαριασμό γραμματίου τρίμηνης διάρκειας και ουδέποτε διέθεσαν το συμφωνηθέν ή οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. Έτσι ο Ενάγων τερμάτισε τη συμφωνία ενώ οι Εναγόμενοι εν τω μεταξύ απέσυραν το κατατεθέν ποσό του γραμματίου. Στις λεπτομέρειες ζημιών περιλαμβάνονται (
  1. i)χρέωση τόκων και δικαιωμάτων για ποσό που ουδέποτε δόθηκε στον Ενάγοντα, (
  2. ii)απώλεια εισοδημάτων λόγω μη ανέγερσης των τριών οικοδομών προς πώληση, (iii) παράνομες χρεώσεις, (
  3. iv)ζημιά αντίστοιχη της οφειλής του Ενάγοντος προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο, (
  4. v)ζημιά λόγω μείωσης της αξίας του ενυπόθηκου κτήματος και (
  5. vi)αποζημιώσεις λόγω απειλητικών επιστολών των Εναγομένων. Έτσι ο Ενάγων απαιτεί δήλωση ότι η υποθήκη είναι άκυρη λόγω παράλειψης των Εναγομένων να καταβάλουν ταυτόχρονα με τη σύσταση της υποθήκης το συμφωνηθέν ποσό, διάταγμα για διαγραφή της υποθήκης και αποζημιώσεις για αθέτηση της υπό κρίση συμφωνίας. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η μοναδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συνήφθη στις 6.3.08 και προνοούσε για την παροχή ποσού 25.000.000 Ιαπωνικών Γεν, το οποίο κατατέθηκε σε καταθετικό λογαριασμό προς όφελος του Ενάγοντος σε ευρώ όπως προνοείτο στη μεταξύ τους συμφωνία και όπως ήταν επιθυμία του Ενάγοντος. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους η εκταμίευση του ποσού μπορούσε να γίνει μόνο με την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και αποδέσμευσαν ποσό €1.540 για την πληρωμή των εξόδων χωρομέτρη και εργολάβου χωματουργικών εργασιών σε σχέση με το ακίνητο. Λόγω παράβασης της συμφωνίας από τον Ενάγοντα οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε τερματισμό αυτής, συμψηφισμό με το ποσό που βρισκόταν στον καταθετικό λογαριασμό και ανταπαιτούν το ποσό των 10.862.515 Ιαπωνικών Γεν ως χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου με τόκο, και διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας, διάταγμα για την εκποίηση της υποθήκης και διάθεση του προϊόντος προς ικανοποίηση των αξιώσεων των Εναγομένων. Στην τροποποιημένη απάντηση και υπεράσπιση ο Ενάγων βασικά αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και επαναλαμβάνει τους αρχικούς ισχυρισμούς. Όπως έχει ήδη λεχθεί, κατά την ακρόαση της Αγωγής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως πρώτος μάρτυρας άρχισε να καταθέτει ο Ενάγων. Με την έναρξη της μαρτυρίας του στις 4.3.19, αφού επιχείρησε να καταθέσει Γραπτή Δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ηγέρθη ένσταση από την πλευρά των Εναγομένων ως προς τη δεκτότητα μέρους αυτής. Στα πλαίσια αγόρευσης των δύο πλευρών επί αυτού του θέματος, στις 7.3.19 ο δικηγόρος του Ενάγοντος υπέβαλε προφορικό αίτημα για τροποποίηση της παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης ούτως ώστε αυτή να αναφέρει πως το δάνειο θα αφορούσε την ανέγερση τεσσάρων κατοικιών οι τρεις εκ των οποίων θα πωλούντο, αίτημα στο οποίο οι Εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση και έτσι αυτό εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Με ενδιάμεση απόφαση ημ. 8.3.19 το Δικαστήριο αποφάσισε πως μέρος της Γραπτής Δήλωσης δεν μπορούσε να γίνει δεκτό καθότι είτε αφορά μη δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντος, είτε αναφέρεται σε ερμηνεία εγγράφων είτε αφορά νομικούς ισχυρισμούς. Μετά την κατάθεση του εγκριθέντος μέρους της Γραπτής Δήλωσης και αιτήματος αναβολής από τον δικηγόρο του Ενάγοντος, ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγων επιθυμεί να προβάλει και συμπεριλάβει τα ακόλουθα: · Ισχυρισμό πως το ύψος του αρχικά εγκριθέντος δανείου, ήτοι ποσού 25.000.000 Ιαπωνικών Γεν, βασίστηκε στην εκτίμηση της αξίας του κτήματος, ήτοι ποσού £117.000 το οποίο ήταν πολύ πιο πάνω του 110% που απαιτείτο ως εξασφάλιση από τους Εναγόμενους · Ποια έγγραφα αποτελούν τη συμφωνηθείσα συμφωνία μεταξύ των μερών, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής · Ισχυρισμό πως η αίτηση δανείου ημ. 4.10.07 συμπεριέλαβε οικονομικό μοντέλο το οποίο επιβεβαιώνεται με την επιστολή ημ. 29.2.08 · Ισχυρισμό πως το οικονομικό μοντέλο αποτελούσε τον μοναδικό τρόπο αποπληρωμής του δανείου με παράθεση των σχετικών εξηγήσεων και πως η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν δύο έτη μετά την εκταμίευση του ποσού του δανείου το οποίο θα ήταν άμεσα διαθέσιμο (προτεινόμενες νέες παράγραφοι 8-12) · Ισχυρισμό πως το κτήμα αγοράστηκε με δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το οποίο δίδονται στοιχεία, το οποίο θα πληρωνόταν από τα έσοδα πώλησης των τριών κατοικιών και πως αυτό ήταν αποδεκτό από τους Εναγόμενους (προτεινόμενη νέα παρ. 14) · Ισχυρισμό πως στις 10.4.08 οι Εναγόμενοι κατέθεσαν στον λογαριασμό του Ενάγοντος υπ΄ αρ. .998-00 το ποσό των €155.101,55 με συγκεκριμένη ένδειξη (προσθήκη στο τέλος της υφιστάμενης παρ. 12) · Ισχυρισμό πως οι Εναγόμενοι άνοιξαν μονομερώς τον χρεωστικό λογαριασμό .998-03 με συγκεκριμένη ένδειξη για ποσό 25.000.000 Ιαπωνικών Γεν, αποκρύπτοντας και κατακρατώντας αυτό, ενώ ο εν λόγω λογαριασμός δεν καλυπτόταν από την υποθήκη και πως οι Εναγόμενοι παράνομα συνέδεσαν την κατάθεση σε ευρώ με το χρεωστικό υπόλοιπο σε Ιαπωνικά Γεν (προτεινόμενες νέες παρ. 19 και 20) · Προσθήκη στις λεπτομέρειες μη υλοποίησης της συμφωνίας από τους Εναγόμενους ότι o Η χορήγηση ή μετατροπή σε ευρώ από Ιαπωνικά Γεν δεν προβλεπόταν στη συμφωνία o Συμφωνήθηκε ότι η αποπληρωμή θα γινόταν μέσω πάγιας εντολής για καθορισμένο ποσό χωρίς ευθύνη του Ενάγοντος για συναλλαγματική διαφορά o Δεν ακολουθήθηκε ο συμφωνηθείς όρος πως από μέρος της κατάθεσης σε Ιαπωνικά Γεν θα εξοφλούντο δόσεις σε Γεν σε περίπτωση προβλημάτων του αγοραστή (προσθήκη στην υφιστάμενη παρ.16) · Ισχυρισμό πως ο Ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε τον λογαριασμό ταμιευτηρίου .998-00, πως το αίτημα του ημ. 5.8.09 για πληρωμή εργολάβων απορρίφθηκε και πως δεν υπήρχε διαθέσιμο ποσό για την πληρωμή των εργολάβων κατά παράβαση της συμφωνίας ημ. 2.4.08 (προτεινόμενες νέες παρ. 28-30) · Προσθήκη ισχυρισμού περί συμψηφισμού από τους Εναγόμενους μετά την απόσυρση του ποσού του γραμματίου με τη δικαιολογία της μη καταβολής των δόσεων οι οποίες έπρεπε να αρχίσουν να πληρώνονταν από τα έσοδα της πώλησης κατοικίας (προσθήκη στην υφιστάμενη παρ. 26) · Ισχυρισμό πως ο Ενάγων δεν είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί με όρους που δεν είχαν συμφωνηθεί και πως οι Εναγόμενοι απέσυραν ολόκληρο το κατατεθέν ποσό του γραμματίου και εισέπραξαν €7.576,78 περισσότερα, ξοφλώντας δάνειο το οποίο δεν καλυπτόταν από την υποθήκη και επομένως έπρεπε να αποδεσμεύσουν την υποθήκη ενώ μετά έγραψαν τον Ενάγοντα, σύμφωνα με απειλητικές επιστολές, στο σύστημα Άρτεμις (προτεινόμενες νέες παρ. 38 και 39) · Προσθήκη στις αξιώσεις των ακόλουθων Ø Παράνομη και ή καταχρηστική απόκτηση κέρδους €81.467 από τους Εναγόμενους με την κατακράτηση των Ιαπωνικών Γεν Ø Παράνομη χρέωση επιτοκίου ύψους 13% Ø Αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας ημ. 2.4.08 ως ανωτέρω (προσθήκες στις υφιστάμενες παρ. 28 και 29) Μέσα από την παράθεση των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η προτεινόμενη τροποποίηση στο σύνολο της αφορά γεγονότα τα οποία τοποθετούνται χρονικά πριν και κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας μέχρι και τον τερματισμό αυτής, ήτοι κατά τα έτη 2008-2010. Σαφώς αυτά βρίσκονταν εξαρχής εις γνώση του Ενάγοντος, αφού άλλωστε δεν προβάλλεται ισχυρισμός πως οποιοδήποτε εξ αυτών περιήλθε σε μεταγενέστερο στάδιο εις γνώση του. Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης, είναι καθόλα εύλογο το συμπέρασμα πως υπήρχε κάθε δυνατότητα υποβολής του υπό κρίση αιτήματος τροποποίησης σε ενωρίτερο στάδιο, και ειδικότερα αφού είχε ήδη προηγηθεί η αίτηση τροποποίησης ημ. 18.4.16 στα πλαίσια της οποίας κάλλιστα θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί και η υπό κρίση αιτούμενη τροποποίηση. Κατ΄ εκείνο το στάδιο η δικογραφία είχε ήδη συμπληρωθεί προ πολλού και προφανώς οι νέοι πλέον δικηγόροι του Ενάγοντος προέβησαν σε μελέτη της υπόθεσης, εξ ου και προέκυψε η ανάγκη της αίτησης τροποποίησης. Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε εξήγηση γιατί τα υπό κρίση αιτήματα δεν συμπεριλήφθηκαν σε εκείνη την αίτηση. Ακολούθησε η έκδοση της απόφασης ημ. 6.7.17 για διαγραφή μέρους της τροποποιημένης απάντησης και υπεράσπισης. Όπως αναφέρεται σε αυτή και ορθώς επισημαίνεται από την ΕΜ, το Δικαστήριο αποφάσισε τη διαγραφή όχι λόγω του ότι εκείνο το μέρος του δικογράφου αποτελούσε μαρτυρία αλλά επειδή αυτό περιείχε νέα στοιχεία και ισχυρισμούς τα οποία δεν συνιστούσαν απάντηση στα ζητήματα που εγείροντο με την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση και επομένως δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο τροποποιημένο δικόγραφο του Ενάγοντος χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το Δικαστήριο «Η σωστή δικονομική οδός είναι η καταχώρηση αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και της απάντησης στην υπεράσπιση. Τα πιο κάτω με βάση το αρχικό δικόγραφο εισήχθησαν χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχουν νέα στοιχεία στο δικόγραφο της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τα οποία να δίδουν το δικαίωμα στον Καθ΄ ου η Αίτηση να προβεί σε αυτές τις προσθέσεις..» Επομένως, με την εν λόγω απόφαση του το Δικαστήριο κατέστησε σαφές από τις 6.7.17 πως το διαγραφέν μέρος θα μπορούσε να συμπεριληφθεί μόνο κατόπιν αιτήματος τροποποίησης. Αντ΄ αυτού ο Ενάγων επέλεξε να παραμείνει αδρανής και να επιχειρήσει να επαναφέρει αυτούς τους ισχυρισμούς στα πλαίσια της μαρτυρίας του μέσω της Γραπτής του Δήλωσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το παρόν Δικαστήριο διέγραψε, μεταξύ άλλων, το μέρος που αποτέλεσε αντικείμενο διαγραφής με την απόφαση ημ. 6.7.17, όχι επειδή αυτό διεγράφη, αλλά για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω και μόνο σε αυτό το πολύ προχωρημένο στάδιο αποτάθηκε για τροποποίηση ο Ενάγων. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η μοναδική δικαιολογία που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ως προς τη χρονική στιγμή διαπίστωσης της ανάγκης καταχώρισης της παρούσας, ήτοι η διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων από την προτεινόμενη Γραπτή του Δήλωση στα πλαίσια της ακρόασης, δεν βρίσκει έρεισμα από το πιο πάνω ιστορικό της παρούσας διαδικασίας. Αντιθέτως, παρά την απόφαση ημ. 6.7.17 και τις εκεί υποδείξεις του Δικαστηρίου, ο Ενάγων επέλεξε να παρουσιάσει αυτούς ως μέρος της μαρτυρίας του. Ως εκ τούτου αυτή η θέση του Ενάγοντος καταρρίπτεται από το ίδιο το ιστορικό της διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει ουδόλως αποτελεί επαρκή και ικανοποιητική δικαιολογία ως προς την υπέρμετρη πολυετή καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για τέτοια τροποποίηση. Ενόψει της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 6.7.17, η όποια ενδεχόμενη νομική αντίληψη του νέου δικηγόρου του Ενάγοντος πως αυτά τα ζητήματα θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στα πλαίσια της μαρτυρίας του ιδίου (του Ενάγοντος) κατά τη δίκη, χωρίς να ήταν αναγκαία η δικογράφηση αντίστοιχων ισχυρισμών, δεν αποτελεί βάσιμη και πειστική δικαιολογία, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ένα λάθος ή αμέλεια, ειδικότερα από τη στιγμή που υπήρχαν διάφορες άλλες ευκαιρίες στον Ενάγοντα να αιτηθεί αυτή την τροποποίηση. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Παραπέμπω επίσης εκ νέου στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, όπου υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 137/13 και 138/13, ημ. 20.3.14, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, επισημαίνω πως η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης υπεβλήθη οκτώ έτη μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, αφορά γεγονότα τα οποία ήταν εξαρχής εις γνώση του Ενάγοντος ο οποίος, ενώ είχε κάθε δυνατότητα να υποβάλει τέτοιο αίτημα είτε στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης το 2016 είτε ακόμα αμέσως μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 6.7.17, επέλεξε να υποβάλει τέτοιο διάβημα αφότου ξεκίνησε η ακρόαση, έστω και εάν αυτή βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο. Ο Ενάγων δεν προβάλλει οποιαδήποτε δικαιολογία για την παράλειψη υποβολής τέτοιου αιτήματος σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο ενώ η μοναδική δικαιολογία που προβάλλει περί αντίληψης δυνατότητας προσκόμισης μαρτυρίας χωρίς την ανάγκη τροποποίησης δεν κρίνεται ικανοποιητική. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, θεωρώ πως η ιδιαίτερα μακρά καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος χωρίς να παρουσιάζεται οποιαδήποτε βάσιμη ή ικανοποιητική δικαιολογία ως προς τούτο αποτελεί καθοριστικό κριτήριο ως προς την έκβαση της Αίτησης. Τούτου λεχθέντος, δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Θεωρώ όμως ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται καθότι σε αυτή δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση και ο χρόνος που μεσολάβησε είναι υπέρμετρα μεγάλος, σε βαθμό που τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά των Εναγομένων. Αυτά τα δεδομένα οδηγούν αναπόφευκτα στη διαπίστωση πως τυχόν έγκριση της Αίτησης οδηγεί σε εκτροχιασμό από τα θέσμια της δίκης, την ανάγκη διεξαγωγής αυτής σε εύλογο χρόνο και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των Εναγομένων. Το Δικαστήριο συνεκτιμά επί τούτου το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2011 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Η υπόθεση Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος του Ενάγοντος αφορούσε περίπτωση όπου η τροποποίηση έγινε για να συνάδει η ήδη προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο, ενώ εδώ η σκοπούμενη μαρτυρία δεν έγινε δεκτή λόγω του ότι δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα του Ενάγοντος και η αίτηση αφορά στην προσθήκη αυτών των ισχυρισμών. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης αναπόφευκτα πλήττει τα δικαιώματα των Εναγομένων σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσαν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, εξαιρουμένων των τροποποιήσεων για τις οποίες τελικώς δεν υπήρχε ένσταση και οι οποίες αφορούν σε διόρθωση δύο ποσών που μπορούν να γίνουν με απλή διόρθωση του υφιστάμενου δικογράφου χωρίς οποιαδήποτε ανάγκη καταχώρισης νέων δικογράφων και πρόκλησης οποιασδήποτε περαιτέρω καθυστέρησης στη διαδικασία. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι στο υπόλοιπο μέρος της η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται μόνο αναφορικά με τα αιτητικά Θ και Ι αυτής, ήτοι την τροποποίηση των ποσών «€228.650,29» σε «€201.006,20» και «€20.000» σε «€17.320,00» που αναφέρονται στην παρ. 28(δ) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ούτως ώστε αυτή να είναι ως εξής: «Από την αγορά του χωραφιού της 15/1/2008 με την προτροπή και ενθάρρυνση της Εναγομένης ότι θα χρηματοδοτούσε την αξιοποίηση του ο Ενάγοντας ζήμιωσε οφείλοντας στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο €201.006,20 την 15/4/2011 με επιτόκιο 6,5% ή 8% και με πληρωθείσες δόσεις €17.320,00.» Ως προς τα υπόλοιπα αιτητικά η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.