← Κύπρος

Rudenskaya ν. Zanio (Overseas) Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2009/2016, 23/4/2019

Rudenskaya ν. Zanio (Overseas) Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2009/2016, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A255 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2009/2016 Μεταξύ: . Rudenskaya Ενάγουσας v.

  1. Zanio (Overseas) Limited
  2. . Αιμιλιανού
  3. . Γεωργιάδη
  4. Cypropublico Limited
  5. . Μαληκίδου
  6. . Κωσταρά
  7. A.B.C. Grandeservus
  8. . Gromushkin Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 1.2.17 Μεταξύ: . Rudenskaya Ενάγουσας v.
  9. Zanio (Overseas) Limited
  10. . Αιμιλιανού
  11. . Γεωργιάδη
  12. Cypropublico Limited
  13. . Μαληκίδου
  14. . Κωσταρά
  15. A.B.C. Grandeservus
  16. . Gromushkin
  17. . Vovk
  18. . Kurbatov
  19. . Λούτσινα
  20. . Dmitriev
  21. . Μετζαβοριάν Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 13.11.18 για Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Κ. Βελάρης για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1, 9, 10 και 12 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. X. Χριστοδούλου με κα N. Κόλιαρου και κα Πέτρου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι Εναγόμενοι 1, 9, 10 και 12 - Καθ΄ ων η Αίτηση διατάσσονται να δώσουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με κάποιες παραγράφους της Υπεράσπισης τους, ως αυτές φαίνονται και στην επιστολή ημ. 25.6.18 των δικηγόρων της προς τους δικηγόρους των Εναγομένων, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου ως ακολούθως: (α) Οι Καθ΄ ων καταχώρισαν Υπεράσπιση στις 10.4.
  22. (β) Η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημ. 25.6.18 ζήτησε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, πλην όμως αυτές δεν έχουν παρασχεθεί ενώ η εν λόγω επιστολή έχει παντελώς αγνοηθεί. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1) Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έγκριση της. 2) Οι ισχυρισμοί των οποίων η Ενάγουσα ζητά λεπτομέρειες είναι δεόντως και επαρκώς δικογραφημένοι και η Ενάγουσα δεν θα βρεθεί προ εκπλήξεως κατά την ακροαματική διαδικασία και ή γνωρίζει την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει. 3) Η Ενάγουσα έχει καταχωρίσει Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων και επομένως δεν χρειάζεται και ή κωλύεται από του να επιδιώκει διευκρινίσεις σε σχέση με το δικόγραφο των Εναγομένων. 4) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν μαρτυρία και ή νομικά θέματα και ή όχι ζητήματα για τα οποία χρήζουν λεπτομέρειες. 5) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και ή αποσκοπεί στο «ψάρεμα» και ή εκμαίευση μαρτυρίας. 6) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι διευκρινιστικής αλλά ανακριτικής φύσης και δεν μπορούν να απαντηθούν χωρίς αναφορά σε μαρτυρία. 7) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα τα οποία είναι σε γνώση της Ενάγουσας και ή για τα οποία το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της. 8) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι ουσιαστικά ερωτήσεις οι οποίες θα πρέπει να υποβληθούν στους μάρτυρες της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση τους από τον δικηγόρο της Ενάγουσας. 9) Οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και ή όχι απαραίτητες. 10) Ενδεχόμενη επιτυχία της Αίτησης θα προκαλέσει αδικία στους Εναγόμενους και θα καθυστερήσει την ακροαματική διαδικασία και ή θα περιπλέξει χωρίς λόγο τα επίδικα θέματα και θα διογκώσει τα έξοδα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ») στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και με κάποιες επιπρόσθετες εισηγήσεις από πλευράς των δικηγόρων και των δύο πλευρών. Όπως προκύπτει από τη Δ.19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προς εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Δεν είναι επιτρεπτή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα ή σε προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Libyan National Supply Corporation v. Achaia Shipping Ltd

(1975)12 J.S.C. 1807, Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649 και Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1146. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δίας Λτδ ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Στο The Annual Practice 1958, σελ. 461, αναφέρονται τα εξής: «.each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars will therefore be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Σύμφωνα με το Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 110: «The practice as to particulars demands in every pleading such a sufficiency of detail as will elucidate the issues to be tried and prevent "surprise" at the trial. No hard-and-fast line can be laid down as to the degree of particularity which is required of the pleader and which an opponent may demand of him when formulating his claim or defence. . The precise degree of particularity required in any particular case cannot of course be predicated, but as much certainty and particularity must be insisted on as is reasonable having regard to the circumstances and the nature of the acts alleged. As Cotton L.J. stated in Phillips v. Phillips.» Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 157 στο πιο κάτω απόσπασμα: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Όπως έχει ήδη λεχθεί, η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.19 θ.6 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση εκτός αν ζητήσει διαφορετικά το Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Σχετική είναι η υπόθεση Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψιν τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα των λεπτομερειών, θεωρώ ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση προκύπτουν σαφώς και φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου και ειδικότερα στην ίδια την Υπεράσπιση και στην επιστολή της Ενάγουσας. Επομένως, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1, η Αίτηση ούτε πρέπει ούτε είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αίτηση είναι νομότυπη και αποκαλύπτει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται εφόσον αυτοί προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, στον βαθμό που αυτή αφορά τους Εναγόμενους 1, 9, 10 και 12 και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, στις 25.5.01 η Ενάγουσα είχε τελέσει γάμο με τον Εναγόμενο 8, ο οποίος (γάμος) κατέρρευσε το 2014 και διαλύθηκε με απόφαση Ρωσικού Δικαστηρίου στις 30.11.15. Η Εναγόμενη 1 είναι ιδιωτική εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο με νεφελώδεις δραστηριότητες, χωρίς υποβολή λογαριασμών και, ενώ στερείτο κεφαλαιουχικής βάσης και δεν διεξήγαγε εργασίες, διακινούσε διάφορα ποσά μέσω τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους διατηρούσε, χωρίς έλεγχο από τους αξιωματούχους της. Το 2007 η Εναγομένη 1 ζήτησε να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών λόγω του ότι στερείτο περιουσιακών στοιχείων και έπαυσε να ασκεί εργασία από το 2006. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως αμέσως μετά τον γάμο της εμπιστεύθηκε όλες τις οικονομίες της στον τότε σύζυγο της, Εναγόμενο 8 ο οποίος ανέλαβε τη διαχείριση τους. Σε αυτά τα πλαίσια είχαν αποκτήσει περιουσία στη Ρωσία, Μάλτα και Ισπανία και διατηρούσαν λογαριασμούς στη Ρωσία, Ισπανία και Ελβετία. Σε κάποιο στάδιο ο Εναγόμενος 8 μετέφερε τους λογαριασμούς που διατηρούσαν από κοινού από Ελβετική Τράπεζα σε Τράπεζα του Λιχτενστάιν, στο δικό του όνομα μόνο. Επίσης, μετά την οριστική ρήξη του γάμου τους το 2014, ο Εναγόμενος 8 συναντήθηκε στη Βιέννη με τους Εναγόμενους 9 και 12, οι οποίοι τον παρότρυναν σε καταρτισμό ενός δόλιου σχεδίου με στόχο την καταδολίευση της Ενάγουσας και την καταστρατήγηση της περιουσίας της. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι 9 και 12 κατήρτησαν δύο εικονικές συμφωνίες δανείου ημ. 29.9.06 και 12.9.08, τις οποίες προχρονολόγησαν, για δήθεν δάνεια μεγάλων ποσών από την Εναγομένη 1 προς τον Εναγόμενο 8. Η πρώτη συμφωνία αφορά ποσά US$ 2.000.000 και €7.300.000, υπεγράφη από τους Εναγόμενους 2 και 3 σε συνέργεια μεταξύ τους και των Εναγομένων 8, 9 και 12, καθώς επίσης και του Εναγομένου 13 ο οποίος ψευδώς και παράνομα πιστοποίησε τις υπογραφές τους. Η δεύτερη συμφωνία αφορά ποσό €10.000.000, υπεγράφη δολίως από τον Εναγόμενο 2, εκ μέρους της Εναγομένης 1, και δολίως πιστοποιήθηκε από τον Εναγόμενο 13. Στα πλαίσια του δόλιου σχεδίου, καταρτίστηκε εικονική συμφωνία ημ. 20.11.14, σύμφωνα με την οποία η Εναγομένη 1, μέσω του Εναγομένου 10 τον οποίο οι Εναγόμενοι 9 και 12 παρουσίασαν ως τον ιδιοκτήτη της Εναγομένης 1, αγόρασε από τον Εναγόμενο 8 την οικία στη Μάλτα για υποτιμημένο ποσό έναντι του χρέους του τελευταίου δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημ. 12.9.08. Η Ενάγουσα ήγειρε δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία, Ελβετία και Μάλτα. Διεφάνη επίσης πως ο Εναγόμενος 8 σε συνεργασία με τους Εναγόμενους 9 και 12, απέσυρε το πλείστο μέρος των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένο στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό στο Λιχτενστάιν, τον οποίο η Ενάγουσα θεωρούσε πως είχαν από κοινού. Ο Εναγόμενος 8 παραδέχθηκε ότι απέσυρε τα χρήματα για να πληρώσει μέρος του δανείου της συμφωνίας ημ. 12.9.08 και αυτό διοχετεύτηκε από όλους σε άγνωστους προορισμούς. Γι΄ αυτό η Ενάγουσα ζητά μεταξύ άλλων: (
  1. i)δήλωση πως οι εν λόγω συμφωνίες δανείου είναι άκυρες, (
  2. ii)αποζημιώσεις για δόλο και απάτη, (iii) διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 8 με το οποίο διατάσσεται να δώσει πληροφορίες για τους τραπεζικούς λογαριασμούς του στην Τράπεζα του Λιχτενστάιν και τη διακίνηση αυτών, (
  3. iv)διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 8 με το οποίο διατάσσεται να δώσει πληροφορίες για ποσά που εισέπραξε από τους Εναγόμενους 1, 9, 10 και 12 δυνάμει των συμφωνιών ημ. 29.9.06 και 12.9.08, (
  4. v)διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 9, 10 και 12 με το οποίο διατάσσονται να δώσουν λεπτομέρειες ως προς τα ποσά ή περιουσιακά στοιχεία που εισέπραξαν ή παρέλαβαν από τον Εναγόμενο 8 είτε δυνάμει των ως άνω συμφωνιών είτε άλλως πως, (
  5. vi)διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 1 με το οποίο διατάσσεται να δώσει λεπτομέρειες της οικονομικής της κατάστασης και καταθέσεων της για τα έτη 2006 και 2008, (vii) διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 9 με το οποίο διατάσσεται να δώσει στοιχεία για την οικονομική του κατάσταση για τα ίδια έτη. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1, 9, 10 και 12 αρχικά εγείρουν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις περί κατάχρησης της διαδικασίας, πολλαπλότητας διαδικασιών, δεδικασμένου και μη καταλληλόλητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Ισχυρίζονται πως η απόφαση για διαγραφή της Εναγομένης 1 έγινε για εμπορικούς σκοπούς και οι λόγοι ανάκλησης αυτής της απόφασης είναι άσχετοι με την παρούσα. Ισχυρίζονται περαιτέρω πως το 2001 ο Εναγόμενος 8 προσέγγισε τους Εναγόμενους 9 και 12 και συμφώνησαν όπως χρηματοδοτήσουν τον Εναγόμενο 8 στην επιχειρηματική του δραστηριότητα, η οποία περιλάμβανε αγορά και ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας. Σε αυτά τα πλαίσια στη βάση κοινών επενδυτικών συμφωνιών, οι Εναγόμενοι 9 και 12 διευθέτησαν για το άνοιγμα λογαριασμού στο όνομα του Εναγομένου 8 στο οποίο και έγιναν διάφορα εμβάσματα. Προς τούτο υπεγράφησαν δύο συμφωνίες, ημ. 29.9.06 και 12.9.08 για τα ποσά ως αναφέρονται από την Ενάγουσα. Λόγω ληστείας στη οικία του Εναγομένου 8 κατά το 2009 και απώλειας των εν λόγω συμφωνιών, το 2014 υπεγράφησαν εκ νέου συμφωνίες στις οποίες ο Εναγόμενος 8 επιβεβαίωνε το χρέος του προς αυτούς και με την εκτέλεση της συμφωνίας ημ. 20.11.14, ο Εναγόμενος 8 μεταβίβασε το διαμέρισμα στη Μάλτα σε δίκαιη τιμή και έναντι του χρέους το οποίο προέρχεται από τις προαναφερόμενες συμφωνίες. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως ακολούθως ανακάλυψαν πως ο Εναγόμενος 8 αναφέρθηκε στις συμφωνίες και στις υποχρεώσεις του δυνάμει αυτών στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών για τη διανομή των οικογενειακών περιουσιακών στοιχειών αυτού και της Ενάγουσας και πως ουδέποτε συνεργάστηκαν με τον Εναγόμενο 8 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εις καταδολίευση των συμφερόντων της Ενάγουσας. Ισχυρίζονται επίσης πως οι συμφωνίες έγιναν καθόλα νόμιμα και είναι έγκυρες και πως οι υπογραφές επί αυτών έχουν δεόντως πιστοποιηθεί. Ακολούθως ισχυρίζονται πως η εγκυρότητα της μιας συμφωνίας αποφασίστηκε στα πλαίσια της Ρωσικής διαδικασίας και πως η εγκυρότητα της δεύτερης συμφωνίας εκκρεμεί ενώπιον άλλης Ρωσικής διαδικασίας. Τέλος, ισχυρίζονται πως οι συμφωνίες έγιναν καθόλα νόμιμα και πως ουδεμία ζημιά έχει υποστεί η Ενάγουσα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση η Ενάγουσα απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις. Ισχυρίζεται και επεξηγεί για την αδυναμία της Εναγομένης 1 να χρηματοδοτήσει τον Εναγόμενο 8 και επαναλαμβάνει πως πρόκειται για ένα απατηλό και δόλιο σχέδιο, μεταξύ των Εναγομένων 8, 9, 10 και 12 ενώ στη συνέχεια οι Εναγόμενοι 9 και 12 εκμεταλλεύτηκαν την κακή σωματική και ψυχική κατάσταση του Εναγομένου 8 αποσπώντας τα χρήματα του που ήταν κατατεθειμένα στη Γενεύη. Επικαλούνται πως οι διαδικασίες στη Ρωσία αφορούν άλλο αντικείμενο, ήτοι οικογενειακή περιουσιακή διαφορά και πως σε αυτή δεν κρίθηκε η εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν αμφισβητείται ούτε η αποστολή της επιστολής ημ. 25.6.18 προς τους δικηγόρους των Εναγομένων 1, 9, 10 και 12 με την οποία ζητούνται οι αιτούμενες λεπτομέρειες, και η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη εντός του φακέλου, ούτε και η μη απάντηση από πλευράς των Εναγομένων σε αυτή. Εξ ου και η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κατ΄ αρχάς θεωρώ αβάσιμη τη θέση πως από τη στιγμή που η Ενάγουσα καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, οι λεπτομέρειες αποσκοπούν στην πληρέστερη πληροφόρηση του διαδίκου αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του ούτως ώστε ο πρώτος να γνωρίζει τη φύση της υπόθεσης εναντίον του και το τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη και έτσι να προετοιμαστεί κατάλληλα στα πλαίσια παρουσίασης της δικής του μαρτυρίας. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το σύγγραμμα Οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Σ. Αθ. Λιασίδη, Τόμος 2, σελ. 624, στο οποίο επισημαίνεται πως σε αίτημα του εναγομένου για λεπτομέρειες η καταχώριση υπεράσπισης εκ μέρους του δεν φαίνεται να τον εμποδίζει από του να υποβάλει αίτηση για καλύτερες λεπτομέρειες «αφού η Δ.19 θ.6 δεν προβλέπει κάτι τέτοιο και ούτε και αντίστοιχος περιορισμός προκύπτει από τη νομολογία». Θεωρώ πως κατ΄ αντιστοιχία ισχύουν οι ίδιες διαπιστώσεις και σε αίτηση ενάγοντος ο οποίος έχει καταχωρίσει απάντηση και ακολούθως υπέβαλε αίτηση για λεπτομέρειες. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν σε 12 από τις 66 παραγράφους της Υπεράσπισης και σε συνολικά 33 αιτήματα, εφόσον κάποια εξ αυτών αποσύρθηκαν στο στάδιο της αγόρευσης του δικηγόρου της Ενάγουσας και συγκεκριμένα τα αιτητικά αναφορικά με τις παρ. 20, 45 και 46 της Υπεράσπισης. Λόγω του ότι το κάθε αιτητικό χρήζει εξέτασης ξεχωριστά, θεωρώ χρήσιμο να αναφέρεται πρώτα η κάθε παράγραφος της Υπεράσπισης, ακολούθως να παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της και μετά το κάθε αίτημα για λεπτομέρειες το οποίο και θα τυγχάνει εξέτασης ξεχωριστά.
(1)Αναφορικά με την παρ. 10 Αυτή έχει ως ακολούθως: «Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 2.2 και 2.
  1. Περαιτέρω και με πλήρη επιφύλαξη της ανωτέρω άρνησης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η απόφαση για διαγραφή της Εναγόμενης 1 από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών Κύπρου έγινε για εμπορικούς λόγους και οι λόγοι για τους οποίους ανακλήθηκε αυτή η απόφαση δεν σχετίζεται με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 είχε κεφάλαια από τις εμπορικές της δραστηριότητες καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί έλλειψη κεφαλαίων αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα και/ή δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας.» (α) Να εξηγηθεί τι εννοείται με τον όρο «εμπορικούς λόγους» και ειδικότερα γιατί είχε ζητηθεί η διαγραφή της εταιρείας. Θεωρώ πως ο όρος «εμπορικοί λόγοι» είναι γενικός και αόριστος και πως το αιτητικό για την επεξήγηση αυτού αποσκοπεί στη διασαφήνιση και συνακόλουθα στην πληρέστερη αντίληψη των λόγων για τους οποίους ζητήθηκε η διαγραφή της Εναγομένης
  2. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα επικαλείται ως λόγο για το αίτημα διαγραφής τη μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων δεν επηρεάζει το αιτητικό της, εφόσον αυτό αφορά στον ισχυρισμό που προβάλλεται από τους Εναγόμενους και αποσκοπεί στην εξακρίβωση του τι ακριβώς εννοείται με αυτόν. Ως εκ τούτου θεωρώ πως δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης λεπτομέρειας. Από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι επικαλούνται εμπορικούς λόγους για το αίτημα για διαγραφή, για το οποίο μάλιστα θα παρασχεθούν λεπτομέρειες, θεωρώ πως το δεύτερο σκέλος του αιτητικού, ήτοι να δοθούν λεπτομέρειες ως προς το γιατί έχει ζητηθεί η διαγραφή, καλύπτεται από το πρώτο σκέλος του αιτητικού και έτσι δεν χρήζει περαιτέρω λεπτομερειών και δεν εγκρίνεται. (β) Να αναφερθεί γιατί ανακλήθηκε η αίτηση για διαγραφή της Εναγόμενης 1 από το Μητρώο Εταιρείας. Με ποιου τις οδηγίες, προς ποιον και για ποιο σκοπό. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων πως η ανάκληση του αιτήματος για διαγραφή της Εναγομένης 1 δεν σχετίζεται με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αποτελεί τη δική τους εκδοχή, η οποία όμως θα πρέπει να καταστεί γνωστή και στην πλευρά της Ενάγουσας ούτως ώστε και αυτή με τη σειρά της να μπορεί να γνωρίζει τους λόγους, να μην βρεθεί προ εκπλήξεως και να γνωρίζει τι ακριβώς θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη ούτως ώστε να δύναται να παρουσιάσει τη δική της μαρτυρία. Όσον αφορά το αιτητικό για το με ποιου τις οδηγίες, από ποιον και για ποιον σκοπό έγινε η ανάκληση της διαγραφής, θεωρώ πως αυτό αφορά μαρτυρία και επομένως δεν δύναται να εγκριθεί.
(2)Αναφορικά με την παρ. 20 (αποσύρθηκε)
(3)Αναφορικά με την παρ. 31.1 Αυτή έχει ως εξής: «Το 2001 ο Εναγόμενος 8 προσέγγισε τους Εναγόμενους 9 και 12 και ζήτησε από αυτούς χρηματοδότηση με σκοπό την επένδυση και/ή επιχειρηματική δραστηριότητα σε διάφορους τομείς στη Ρωσία, περιλαμβανομένης και της αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας και/ή ανάπτυξης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Εναγόμενος 9 και/ή ο Εναγόμενος 12 συμφώνησαν να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Εναγόμενου 8 με χρήματα τα οποία παρασχέθηκαν μέσω της Εναγόμενης 1 και άλλων εταιρειών των οποίων ο Εναγόμενος 9 είναι ο τελικός δικαιούχος και από άλλες εταιρείες οι οποίες ανήκουν στον Εναγόμενο 9 και/ή στον Εναγόμενο 12. Ο Εναγόμενος 9 και/ή ο Εναγόμενος 12 παρείχαν χρηματοδότηση στον Εναγόμενο 8 μεταξύ άλλων με μετρητά και/ή με ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων.» (α) Να δηλωθεί πώς ο Εναγόμενος 8 προσέγγισε τους Εναγόμενους 9 και 12 (γραπτά ή προφορικά), πότε, για ποια επένδυση και/ή ποια επιχειρηματική δραστηριότητα και σε ποιους τομείς. Να δοθούν επίσης λεπτομέρειες της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποίαν γίνεται αναφορά. Θεωρώ πως αυτοί αφορούν ουσιώδη ζητήματα για την υπόθεση, εφόσον αφορούν σε διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό οδήγησαν στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, χωρίς όμως να παρέχονται οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τη φύση αυτών των διαβουλεύσεων. Εφόσον αυτοί οι ισχυρισμοί καταγράφονται με εμφανή γενικότητα και ασάφεια, θεωρώ πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες ούτως ώστε να γνωρίζει η πλευρά της Ενάγουσας τις θέσεις της άλλης πλευράς και να μην αναμένει την ακρόαση για να πληροφορηθεί γι΄ αυτά τα ζητήματα, πράγμα το οποίο θα της επιτρέψει να είναι σε καλύτερη θέση να τα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη. (β) Να δηλωθεί αν η συμφωνία για χρηματοδότηση ήταν μια ή περισσότερες αν ήσαν γραπτές ή προφορικές, πότε είχε συναφθεί η καθεμιά, πόσο ποσό αφορούσε και υπό ποιους όρους είχε παρασχεθεί με ιδιαίτερη αναφορά στον τόκο και την ημερομηνία ή τρόπο και διάρκεια αποπληρωμής (μετρητά ή με δόσεις κ.λπ.). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Athina Leatherwoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ.787, σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης σύμβασης, τα ονόματα των μερών και κατά πόσο αυτή ήταν προφορική ή γραπτή. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ακόμα πως «εφόσον οι εφεσείοντες έκαναν ρητή αναφορά σε συμφωνία, το επίδικο διάταγμα για παροχή λεπτομερειών ήταν πλήρως δικαιολογημένο και θέματα που σχετίζονται με το βάρος απόδειξης δεν διαδραματίζουν οποιοδήποτε ρόλο». Πέραν του ότι η Ενάγουσα στο δικό της δικόγραφο αναφέρεται σε δύο γραπτές συμφωνίες ημ. 29.9.06 και 12.9.08 παραθέτοντας τα μέρη, τις ημερομηνίες και τα ποσά αυτών, και για τις οποίες φέρει το βάρος απόδειξης, και οι Εναγόμενοι, στα πλαίσια της ίδιας παραγράφου πιο κάτω, και ειδικότερα στις παρ. 31.2(α) και (β) και 31.3, προβαίνουν σε ισχυρισμούς ως προς το ιστορικό σύναψης των συμφωνιών για τις οποίες γίνεται αναφορά στην εν λόγω παράγραφο (31.1), δίδοντας στοιχεία ως προς τη φύση τους (γραπτή), αριθμό, ημερομηνία, ήτοι 29.9.06 και 12.9.08, τα μέρη, ποσά και τους όρους τους, καθώς επίσης και το συνολικό ποσό που έχει πληρωθεί δυνάμει αυτών. Επομένως θεωρώ πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι αναγκαίες καθότι ήδη αποκαλύπτονται και περιέχονται στην Υπεράσπιση. (γ) Να δηλωθεί μέσω ποιας τράπεζας οι Εναγόμενοι 1 είχαν εμβάσει τα ποσά στα οποία γίνεται αναφορά προς τον Εναγόμενο 8 και να δοθούν καταστάσεις των σχετικών τραπεζικών λογαριασμών. Θεωρώ πως το αιτητικό για την Τράπεζα και τις καταστάσεις αφορά μαρτυρία και έτσι δεν γίνεται δεκτό. Ειδικότερα, το αιτητικό για τις καταστάσεις αφορά την παράδοση εγγράφων και την αποκάλυψη στοιχείων και εν πάση περιπτώσει μια εκ των τελικών θεραπειών που ζητούνται και επομένως δεν δικαιολογείται η παροχή αυτών των στοιχείων μέσω λεπτομερειών. (δ) Να δηλωθεί μέσω ποιων εταιρειών (άλλην από την Εναγόμενη 1) οι Εναγόμενοι 9 και 12 είχαν παράσχει χρηματοδότηση στον Εναγόμενο 8. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αποσκοπεί στη διασαφήνιση της γενικής αναφοράς σε άλλες εταιρείες των οποίων ο Εναγόμενος 9 είναι ο τελικός δικαιούχος και ή οι οποίες ανήκουν σε αυτόν, και ως εκ τούτου αυτό εγκρίνεται. (ε) Να δηλωθεί μέσω ποιων τραπεζών είχαν γίνει οι ηλεκτρονικές μεταφορές στις οποίες γίνεται αναφορά και για ποια ποσά. Να δοθούν καταστάσεις των σχετικών λογαριασμών. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αφορά σε εκμαίευση μαρτυρίας. Επίσης το αιτητικό για τις καταστάσεις αφορά την παράδοση εγγράφων και την αποκάλυψη στοιχείων και εν πάση περιπτώσει αποτελεί μέρος της τελικής αιτούμενης θεραπείας και ως εκ τούτου δεν δύναται να εγκριθεί. (στ) Πόσα χρήματα δόθηκαν σε μετρητά όπως γίνεται ισχυρισμός, πότε έγινε η κάθε πληρωμή, ποιο ποσό αφορούσε και υπό ποιους όρους είχε δοθεί η κάθε μια εξ αυτών. Αυτό το αιτητικό αφορά στην διασαφήνιση ισχυρισμών που αφορούν στις συμφωνίες και στον τρόπο εκτέλεσης και υλοποίησης αυτών. Οι συναφείς ισχυρισμοί των Εναγομένων τίθενται με γενικότητα και αοριστία και ως εκ τούτου θεωρώ πως η Ενάγουσα δικαιούται να γνωρίζει αυτά ως μέρος της υπόθεσης των Εναγομένων, ούτως ώστε να έχει πλήρη εικόνα του τρόπου παροχής των χρημάτων, αντικείμενο των επίδικων συμφωνιών δανείου.
(4)Αναφορικά με την παρ. 31.2(α) Αυτή έχει ως ακολούθως: «31.
  1. Προς τον σκοπό αυτό, κατά την περίοδο από το 2001 μέχρι το 2009, ο Εναγόμενος 9 και/ή ο Εναγόμενος 12 παρείχαν χρηματοδότηση και/ή υπηρεσίες στον Εναγόμενο 8 στη βάση κοινών επενδυτικών συμφωνιών (co-investment) και/ή συμφωνιών αντιπροσωπείας και/ή συμφωνιών παροχής υπηρεσιών ως ακολούθως: (α) Το 2003 ο Εναγόμενος 9 και/ή ο Εναγόμενος 12 διευθέτησαν μέσω της τράπεζας Clariden Bank στη Γενεύη το άνοιγμα λογαριασμού για τον Εναγόμενο 8 και διευθέτησαν ο Εναγόμενος 8 να καταστεί ο τελικός δικαιούχος στις εταιρείες Wide Company Incorporated S.A. και/ή Gran Canale Ventures Corp. Αυτές οι εταιρείες χρησιμοποιήθηκαν μεταγενέστερα από τον Εναγόμενο 8 για δικούς του σκοπούς και προώθηση δικών του συμφερόντων. Μαζί με αυτές τις εταιρείες οι Εναγόμενοι 9 και 12 διευθέτησαν ώστε ο Εναγόμενος 8 να λάβει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα χρηματοδότηση από τους Εναγόμενους 9 και/ή
  2. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 8 έλαβε από τους Εναγόμενους 9 και/ή 12 όλες τις αναγκαίες συστάσεις και/ή επαφές και/ή νομικές συμβουλές και/ή άλλες υπηρεσίες ώστε να είναι σε θέση να αρχίσει να διεξάγει εμπορικές δραστηριότητες, ως ανωτέρω αναφέρεται. Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ των μερών ότι η οικονομική αξία των πιο άνω υπηρεσιών και χρηματοδοτήσεων και/ή οι υποχρεώσεις και/ή τα δικαιώματα τους θα ενσωματωθούν μεταγενέστερα σε έγγραφη συμφωνία και για τον λόγο αυτό στις 29.09.2006 υπογράφτηκε μεταξύ του Εναγόμενου 8 και της Εναγόμενης 1 η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29.09.
  3. Σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας ο Εναγόμενος 8 θα αποπλήρωνε μέχρι το τέλος του 2011 το συμφωνηθέν ποσό των €7.300.000 και USD 2.000.000 πλέον τόκο 7%. Τελικά τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν κοινώς όπως η αποπληρωμή της συμφωνίας μετατεθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.» (α) Πώς οι Εναγόμενοι 9 και 12 διευθέτησαν ώστε ο Εναγόμενος 8 να καταστεί ο τελικός δικαιούχος των εταιρειών Gran Canale Ventures Corp και Wide Company Incorporated S.A. και πότε. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αφορά σε μαρτυρία και επομένως δεν γίνεται δεκτό. Όσον αφορά τον χρόνο θεωρώ πως η αναφορά στο έτος 2003 είναι επαρκής και επομένως ούτε και αυτό το σκέλος χρήζει λεπτομερειών. (β) Να αναφερθεί σε ποια διευθέτηση οι Εναγόμενοι 9 και 12 είχαν προβεί για να πάρει χρηματοδότηση ο Εναγόμενος 8, πόσα του έδωσαν, πού, μέσω ποιας τράπεζας και υπό ποιους όρους. Η διευθέτηση αναφέρεται στην ίδια παράγραφο κατωτέρω, με παραπομπή στη συμφωνία ημ. 29.9.06, επομένως θεωρώ πως παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη διευθέτηση, εφόσον αναφέρεται ότι αυτή κατέληξε σε γραπτή συμφωνία και αποκαλύπτεται η ημερομηνία, τα μέρη της, το ποσό και οι όροι αυτής. Το αιτητικό για το πού δόθηκαν τα χρήματα και μέσω ποιας Τράπεζας αφορά σε μαρτυρία και επομένως δεν εγκρίνεται. (γ) Να δοθούν λεπτομέρειες για τις συστάσεις που οι Εναγόμενοι 9 και 12 έδωσαν για τον Εναγόμενο 8, σε ποιους τις έδωσαν και για ποιο λόγο. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες όσον αφορά τις συστάσεις και για ποιον λόγο δόθηκαν δεν είναι απαραίτητες εφόσον παρέχονται μέσω του δικογράφου. Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως επρόκειτο για τις αναγκαίες συστάσεις ούτως ώστε ο Εναγόμενος να αρχίσει να διεξάγει τις εμπορικές δραστηριότητες, για τις οποίες θα δοθούν λεπτομέρειες, ενώ το σε ποιους δόθηκαν αφορά μαρτυρία. Ως εκ τούτου αυτό το αιτητικό δεν κρίνεται δικαιολογημένο. (δ) Να δηλωθούν οι υπηρεσίες που παρέσχον οι Εναγόμενοι 9 και 12 στον Εναγόμενο 8 και για ποιο πράγμα του έδωσαν νομικές συμβουλές και εις τι συνίσταντο. Θεωρώ πως ο λόγος για τον οποίο δόθηκαν οι νομικές συμβουλές περιλαμβάνεται στην εν λόγω παράγραφο, ήτοι για να δύναται ο Εναγόμενος 8 να αρχίσει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Το είδος των υπηρεσιών και των νομικών συμβουλών αφορά μαρτυρία και επομένως δεν κρίνεται δικαιολογημένη η παροχή λεπτομερειών ως προς αυτά. (ε) Να δηλωθεί πού υπογράφτηκε η συμφωνία ημ. 29.9.06, ποιος την υπέγραψε εκ μέρους των Εναγομένων 1 και με ποιου τις οδηγίες. Ποιος την υπέγραψε εκ μέρους του Εναγόμενου
  4. Πού και πότε. Θεωρώ πως τα στοιχεία που παρέχονται στην Υπεράσπιση ως προς την εν λόγω συμφωνία είναι επαρκή και τα αιτητικά αποσκοπούν στην αλίευση μαρτυρίας και επομένως δεν κρίνονται δικαιολογημένα. (στ) Να δηλωθεί επίσης πώς κατέληξαν τα μέρη στα ποσά των €7.300.000 και $2.000.
  5. Τι υπολογισμοί είχαν γίνει για τέτοια κατάληξη. Ποιαν περίοδο αντιπροσώπευαν τα εν λόγω ποσά και σε τι αντιστοιχούσαν. Πότε καταγράφτηκε στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και με ποιου τις οδηγίες. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία αφορούν μαρτυρία και ως εκ τούτου ούτε και αυτό το αιτητικό κρίνεται δικαιολογημένο. (ζ) Να δοθούν λεπτομέρειες των πρακτικών των διευθυντών της εταιρείας για την σύναψη τέτοιας συμφωνίας. Αυτό το αιτητικό αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας και εγγράφων, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει εντός του πλαισίου και σκοπού των λεπτομερειών και επομένως δεν γίνεται δεκτό.
(5)Αναφορικά με την παρ. 31.2(β) Αυτή αναφέρει τα ακόλουθα: «Στις 12.09.2008 η οποία υπογράφτηκε μεταξύ του Εναγόμενου 8 και της Εναγόμενης 1 δεύτερη συμφωνία δανείου η οποία ενσωματώνει και συγκεντρώνει τις άμεσες και έμμεσες επιπλέον πληρωμές οι οποίες έγιναν προς τον Εναγόμενο 8 και/ή προς συνδεδεμένα με αυτόν νομικά πρόσωπα, από τον Εναγόμενο 9 και/ή τον Εναγόμενο 12 και/ή από εταιρείες οι οποίες ανήκουν και/ή ελέγχονται άμεσα και/ή έμμεσα από αυτούς και/ή συνδέονται με αυτούς, για το συνολικό ποσό των €10.000.000.» (α) Να δηλωθεί πού υπογράφτηκε η συμφωνία ημερ. 12.9.08, ποιος την υπέγραψε εκ μέρους των Εναγομένων 1 και με ποιου τις οδηγίες. Ποιος την υπέγραψε εκ μέρους του Εναγόμενου 8. Πού και πότε. Πότε καταγράφηκε στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και με ποιου τις οδηγίες. Θεωρώ πως τα απαραίτητα στοιχεία όσον αφορά την εν λόγω συμφωνία - βλ. Athina Leatherwoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.ά. (ανωτέρω), περιέχονται στο δικόγραφο και επομένως δεν χρήζουν περαιτέρω λεπτομερειών. Το αιτητικό βασικά αφορά σε μαρτυρία. (β) Να δηλωθεί μέσω ποιας τράπεζας δόθηκαν τα επιπλέον ποσά στα οποία αναφέρεσθε. Πότε δόθηκαν αυτά και πόσα δόθηκαν κάθε φορά. Το αιτητικό για την Τράπεζα αφορά μαρτυρία. Θεωρώ όμως πως δικαιολογείται η παροχή λεπτομερειών όσον αφορά τον γενικό ισχυρισμό περί πληρωμής του συνολικού ποσού των €10.000.000, ούτως ώστε να υπάρχει επαρκής πληροφόρηση για τον χρόνο και τα ποσά που πληρώθηκαν στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας. (γ) Να δοθούν λεπτομέρειες για τις εταιρείες που ελέγχονται από τους Εναγόμενους 9 και 12 μέσω των οποίων έγιναν οι πληρωμές στις οποίες γίνεται αναφορά. Θεωρώ πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν στην πληρέστερη εικόνα της θέσης των Εναγομένων και ως εκ τούτου αυτό το αιτητικό εγκρίνεται. (δ) Να δοθούν λεπτομέρειες των πρακτικών των διευθυντών της εταιρείας για την σύναψη τέτοιας συμφωνίας. Αυτό το αιτητικό αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας και δη εγγράφων και ως εκ τούτου δεν γίνεται δεκτό.
(6)Αναφορικά με την παρ. 31.3 Αυτή αναφέρει τα εξής: «Ο Εναγόμενος 8 έλαβε τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 31.2 ανωτέρω σε μετρητά και/ή με ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων προς τον ίδιο και/ή προς εταιρείες των οποίων ήταν ο τελικός δικαιούχος και/ή οι οποίες ελέγχονται και/ή συνδέονται και/ή ανήκουν σε αυτόν.» (α) Να δοθούν λεπτομέρειες για τις πληρωμές που έγιναν σε μετρητά. Ημερομηνίες, ποσά και από ποιον δόθηκαν. Σε προέκταση των όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως δικαιολογείται η παροχή των αιτούμενων πληροφοριών ούτως ώστε να υπάρχει μια σαφής και ολοκληρωμένη εικόνα των πληρωμών που έγιναν στα πλαίσια εκτέλεσης της ως άνω συμφωνίας. (β) Να δοθούν οι αποφάσεις Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 εξουσιοδοτούντων τις εν λόγω πληρωμές και από ποια αποθέματα της εταιρείας είχαν καταβληθεί. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία αφορούν σε μαρτυρία και δεν γίνονται δεκτά. (γ) Να δοθούν λεπτομέρειες των ηλεκτρονικών εμβασμάτων από τις εκατέρωθεν τράπεζες. Θεωρώ πως αυτά τα στοιχεία επίσης αποτελούν μαρτυρία και δεν γίνονται δεκτά.
(7)Αναφορικά με την παρ. 31.4 Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το 2009 έγινε ληστεία στο σπίτι του Εναγόμενου 9 στη Βιέννη με αποτέλεσμα τα αντίγραφα των συμφωνιών τα οποία φυλάσσονταν στο χρηματοκιβώτιο του Εναγόμενου 9 μαζί με άλλα τιμαλφή να κλαπούν.» (α) Να αναφερθεί κατά πόσο η κατ΄ ισχυρισμό ληστεία αναφέρθηκε στην Αστυνομία. Αν ναι, κατά πόσο ζητήθηκε και/ή δόθηκε κατάλογος κλοπιμαίων αντικειμένων και κατά πόσο ο Εναγόμενος 9 περιέλαβε στον κατάλογο τις εν λόγω συμφωνίες. Αυτό το αιτητικό αφορά σε εκμαίευση μαρτυρίας και δεν γίνεται δεκτό.
(8)Αναφορικά με την παρ. 31.5 Αυτή έχει ως εξής: «Μετά την απώλεια των συμφωνιών οι Εναγόμενοι 9 και 12 ζήτησαν από τον Εναγόμενο 8 πληρωμή των ποσών που οφείλονταν και/ή την επανεκτέλεση των απολεσθεισών συμφωνιών και/ή υπογραφή συμφωνίας αναγνώρισης χρέους (promissory note) με την οποία να επιβεβαιώνονται οι οφειλές του Εναγόμενου 8 προς αυτούς. Ο Εναγόμενος 8 επιβεβαίωνε προφορικά το χρέος του και υποσχέθηκε να το αποπληρώσει αλλά αρνήθηκε να υπογράψει συμφωνία αναγνώρισης χρέους. Αναφορικά με την επανεκτέλεση των συμφωνιών ήταν πάντα θετικός αλλά απέφευγε να λάβει τα αναγκαία βήματα για να υπογραφθούν οι εν λόγω συμφωνίες.» (α) Να δηλωθεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι 9 και 12 ζήτησαν την πληρωμή των ποσών που τους όφειλε γραπτά ή προφορικά και πόσες φορές το είχαν ζητήσει κατά την περίοδο 2008-2014. Θεωρώ πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν στην παροχή πληρέστερης εικόνας για τη θέση των Εναγομένων και αυτό το αιτητικό εγκρίνεται.
(9)Αναφορικά με την παρ. 31.7 Αυτή αναφέρει τα ακόλουθα: «Προς τον σκοπό αυτό κατά ή περί τον Οκτώβριο και/ή Νοέμβριο του 2014 ο Εναγόμενος 9 ζήτησε από τον Εναγόμενο 7 και/ή τον Εναγόμενο 11 και/ή τον Εναγόμενο 6 να ετοιμάσουν και/ή να επανεκτελέσουν τις προαναφερόμενες συμφωνίες δανείου και να τις χρονολογήσουν με τις ίδιες ημερομηνίες με τις αρχικές συμφωνίες δανείου. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 9 ζήτησε από τα προαναφερόμενα πρόσωπα να υπογραφτούν οι συμφωνίες από πρόσωπα τα οποία ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Επειδή ο Εναγόμενος 9 δεν γνώριζε προσωπικά οποιοδήποτε από τους υπογράφοντες, ζήτησε την πιστοποίηση (notarisation) των υπογραφών τους.» (α) Να δηλωθεί αν ο Εναγόμενος 9 ζήτησε από τους Εναγόμενους 7 και/ή 11 γραπτώς να επανεκτελέσουν τις ως άνω συμφωνίες και πότε οι εν λόγω Εναγόμενοι εξετέλεσαν τις εντολές του. Αν του έστειλαν τις σχετικές συμφωνίες και πώς. Να δηλωθεί επίσης αν για τις πιο πάνω ενέργειες υπάρχει μεταξύ Εναγομένου 9 και Εναγομένων 7 και/ή 11 οποιαδήποτε αλληλογραφία ή αν έχει μεταξύ τους ανταλλαγεί οποιοδήποτε έγγραφο γι' αυτό τον σκοπό. Το μόνο αιτητικό που κρίνεται δικαιολογημένο είναι το κατά πόσο ο Εναγόμενος 9 ζήτησε προφορικά και ή γραπτώς την επανεκτέλεση των συμφωνιών, ούτως ώστε να υπάρχει πληρέστερη πληροφόρηση επί αυτού του ισχυρισμού ο οποίος τίθεται με γενικότητα. Στην παρ. 31.8 γίνεται αναφορά ως προς τον χρόνο και το γεγονός της αποστολής αντιγράφων των συμφωνιών, την υπογραφή αυτών και εκτέλεση τους, επομένως θεωρώ πως μέρος του αιτητικού καλύπτεται από αυτή, ενώ το υπόλοιπο σκέλος ως προς το πώς στάληκαν τα αντίγραφα και ως προς την αλληλογραφία αφορά μαρτυρία και δεν γίνεται δεκτό. (β) Να δηλωθεί επίσης από ποιον ζήτησε ο Εναγόμενος 9 πιστοποίηση των υπογραφών των προσώπων που υπέγραψαν τις κατ΄ ισχυρισμό καινούργιες ετεροχρονισμένες συμφωνίες. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αφορά σε διασαφήνιση του προσώπου από το οποίο ο Εναγόμενος 9 ζήτησε την πιστοποίηση των συμφωνιών και επομένως δύναται να εγκριθεί. Παρόλο που ζητείται η αποκάλυψη ονομάτων προσώπων, εντούτοις θεωρώ πως αυτό από μόνο του δεν αποτελεί εμπόδιο στην παροχή λεπτομερειών αφού πρόκειται για μια από τις περιπτώσεις όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για πληρέστερη πληροφόρηση του αιτούντος διάδικου. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από το The Annual Practice 1957, σελ. 350, κάτω από τον τίτλο «Disclosing Names of Witnesses, etc.» όπου αναφέρονται τα εξής: «If the only object of the summons be to obtain the names of witnesses or some other clue to the evidence of the other party, it will be dismissed . But where the information asked for is clearly necessary to enable the applicant properly to prepare for trial, or in other respects the application is a proper one, the information must be given even though it discloses some portion of the evidence on which the other party proposes to rely at the trial (Marriott v. Chamberlain, 17 Q. B. D. 154, 161; Zierenberg v. Labouchere, [1893] 2 q.b. pp.187, 188; Bishop v. B, [1901] P. 325; Wootton v. Sievier, [1913] 3 K. B. 499, C. A. .» (γ) Να δηλωθεί ποιος κατέχει σήμερα τα πρωτότυπα των εν λόγω συμφωνιών. Θεωρώ πως το αιτητικό αποσκοπεί σε αλίευση μαρτυρίας και επομένως δεν γίνεται δεκτό.
(10)Αναφορικά με την παρ. 31.10 Σε αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο Εναγόμενος 8 επιβεβαίωσε την εγκυρότητα των συμφωνιών δανείου τις οποίες υπέγραψε με την Εναγόμενη 1 καθώς και το χρέος του, με την εκτέλεση ακόμα μίας συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2014 με την οποία συμφώνησε να μεταβιβάσει στην Εναγόμενη 1 ένα διαμέρισμα στη Μάλτα αξίας €600.000, το οποίο ενεγράφη στο όνομα του Εναγόμενου 10, με την προϋπόθεση ότι το ποσό των €600.000 θα αφαιρείτο από το συνολικό του χρέος, το οποίο προέρχεται από τις προαναφερόμενες συμφωνίες. Η εν λόγω αξία του διαμερίσματος, το οποίο μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 10, ήταν δίκαια και/ή αντικατόπτριζε και/ή αντιπροσώπευε την αγοραστική αξία του διαμερίσματος κατά τον χρόνο της πώλησης. Περαιτέρω, αυτή η αξία επιβεβαιώθηκε από ανεξάρτητο εκτιμητή και/ή ειδικό και/ή πραγματογνώμονα. Το διαμέρισμα ενεγράφη στο όνομα του Εναγομένου 10 επειδή ο Εναγόμενος 9 έλαβε νομική και/ή άλλη επαγγελματική συμβουλή ότι θα ήταν πιο εύκολο και πιο γρήγορο να μεταβιβαστεί η ακίνητη περιουσία στον Εναγόμενο 10 παρά σε μία αλλοδαπή εταιρεία και/ή στην Εναγόμενη 1.» (α) Να δηλωθεί πώς οι Εναγόμενοι 1 εξουσιοδότησαν τον Εναγόμενο 10 να δεχθεί μεταβίβαση του διαμερίσματος για λογαριασμό τους. Αν του δόθηκε πληρεξούσιο ή άλλη εξουσιοδότηση και ποιος την υπέγραψε. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αφορά σε μαρτυρία και επομένως δεν εγκρίνεται. (β) Να δηλωθεί επίσης αν η αξία του διαμερίσματος καταγράφηκε στα λογιστικά ή άλλα βιβλία της εταιρείας και αν αφαιρέθηκε από τα ποσά που της όφειλε ο Εναγόμενος 8. Θεωρώ πως και αυτό το αιτητικό αφορά σε μαρτυρία και δεν εγκρίνεται.
(11)Αναφορικά με την παρ. 31.11 (Λόγω του αιτητικού είναι προφανές πως αυτό αφορά την παρ. 31.11 και όχι την 31.12 όπως καταγράφεται στην Αίτηση) Αυτή έχει ως εξής: «Οι Εναγόμενοι ακολούθως ανακάλυψαν ότι ο Εναγόμενος 8 αναφέρθηκε στις συμφωνίες δανείου με την Εναγόμενη 1 και/ή παραδέχθηκε τις υποχρεώσεις του, οι οποίες πηγάζουν από τις εν λόγω συμφωνίες, σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με τη διανομή των οικογενειακών περιουσιακών στοιχείων που απέκτησαν ο Εναγόμενος 8 και η Ενάγουσα. Σε αυτές τις διαδικασίες ο Εναγόμενος 8 ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξη ή την εγκυρότητα των συμφωνιών δανείου ή των υποχρεώσεων του έναντι στην Εναγόμενη 1.» (α) Να αναφερθεί πώς οι Εναγόμενοι ανακάλυψαν ότι ο Εναγόμενος 8 είχε αναφερθεί στις συμφωνίες δανείου σε Ρωσικά Δικαστήρια. Αυτό το αιτητικό αφορά σε αλίευση μαρτυρίας και δεν γίνεται δεκτό.
(12)Αναφορικά με την παρ. 33 Αυτή αναφέρει τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την παράγραφο 21.3, οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 31.7 ανωτέρω και ισχυρίζονται ότι τα ονόματα των Εναγομένων 2 και 3 εμφανίζονται κάτω από τις υπογραφές των προσώπων τα οποία υπέγραψαν εκ μέρους της Εναγόμενης 1 τις ανωτέρω συμφωνίες. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι διαφαίνεται ότι οι υπογραφές των Εναγομένων 2 και 3 φαίνεται να έχουν πιστοποιηθεί και/ή επιβεβαιωθεί από τον Εναγόμενο 13. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν ότι δεν γνωρίζουν προσωπικά τους Εναγόμενους 2 και/ή 3 και/ή 13 και ότι δεν ήταν παρόντες όταν οι συμφωνίες δανείου εκτελέστηκαν και/ή υπογράφηκαν. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς στην εν λόγω παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης.» (α) Να δηλωθεί σε ποιον έδωσε ο Εναγόμενος 9 ή οποιοσδήποτε άλλος, οδηγίες να ζητηθεί από τους Εναγόμενους 2 και 3 να υπογράψουν τις σχετικές συμφωνίες και σε ποιον έδωσαν οδηγίες να τις πιστοποιήσει. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αφορά σε μαρτυρία και δεν γίνεται δεκτό.
(13)Αναφορικά με την παρ. 37 Αυτή έχει ως εξής: «Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 21.7 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 είχε κεφάλαια από τις εμπορικές της δραστηριότητες καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί έλλειψη κεφαλαίων αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα και/ή δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας.» (α) Να δοθούν λεπτομέρειες των κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 κατά την περίοδο 2006 - 2014. Αυτό το αιτητικό αφορά σε αλίευση μαρτυρίας, αποτελεί μέρος των αξιώσεων της Αγωγής και δεν γίνεται δεκτό. (β) Να δηλωθεί πότε καταρτίσθηκαν για τελευταία φορά εξηλεγμένοι λογαριασμοί ή οικονομικές καταστάσεις για τους Εναγόμενους 1 και αν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία για τα οποία γίνεται λόγος έχουν περιληφθεί στους εν λόγω λογαριασμούς όπως προβλέπεται από τον νόμο. Θεωρώ πως αυτό το αιτητικό αφορά σε μαρτυρία και ενδεχομένως να ενοχοποιεί τους Εναγόμενους και επομένως δεν είναι θέμα λεπτομερειών.
(14)Αναφορικά με την παρ. 45 (αποσύρθηκε)
(15)Αναφορικά με την παρ. 46 (αποσύρθηκε) Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως, στον βαθμό που τα αιτητικά θεωρούνται δικαιολογημένα, η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τις εγκριθείσες λεπτομέρειες για να γνωρίζει τη θέση της άλλης πλευράς και έτσι να δύναται να την αντικρούσει στο πλαίσιο της δίκης. Οι εγκριθείσες λεπτομέρειες δεν αφορούν μαρτυρία αλλά στοιχεία σε σχέση με ισχυρισμούς αναφορικά με ουσιώδη επίδικα θέματα της υπόθεσης τα οποία οι Εναγόμενοι θέτουν με πλήρη γενικότητα και αοριστία και επομένως αυτά θα πρέπει να διασαφηνιστούν για να δοθεί η πλήρης εικόνα και έκταση της υπόθεσης των Εναγομένων και να ετοιμάσει τη δική της υπόθεση η Ενάγουσα χωρίς να βρεθεί προ εκπλήξεως κατά τη δίκη. Το Δικαστήριο κρίνει ακόμα ότι οι λεπτομέρειες ουδόλως αφορούν μαρτυρία την οποία η πλευρά των Εναγομένων θα προσκομίσει προς απόδειξη των ισχυρισμών της, ούτε και αποσκοπεί στην αποκάλυψη αυτής. Επίσης, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε για αλλότριο σκοπό και δεν συμφωνώ ότι είναι καταχρηστική. Θεωρώ ότι αυτή έγινε καλόπιστα σε μια γνήσια προσπάθεια εξασφάλισης ενημέρωσης για την υπόθεση της άλλης πλευράς και καλύτερης προετοιμασίας για την ακρόαση, εφόσον προηγούμενο αίτημα της Ενάγουσας μέσω επιστολής παρέμεινε αναπάντητο και ανικανοποίητο - βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 460. Τέλος, δεν μου διαφεύγει πως όλες οι πλευρές έχουν προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων μεταγενέστερα της καταχώρισης της παρούσας. Το γεγονός της αποκάλυψης δεν αποκλείει εκ προοιμίου την παροχή λεπτομερειών, όπως προκύπτει από το The Annual Practice 1958, σελ. 461, και τις υποθέσεις Ross v. Blakes Motors Ltd.
(1951)2 All E.R. 689, Waynes v. Merthyr Co.
(1896)1 Ch. 29 και Millar v. Harper
(1888)38 Ch. D.
  1. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται και στο σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 12, σελ.
  2. Άλλωστε τέτοιο ζήτημα δεν έχει εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο από την πλευρά των Εναγομένων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1, 9, 10 και 12 διατάσσονται όπως εντός 40 ημερών από σήμερα παράσχουν λεπτομέρειες ως εξής:
(1)Παρ. 10, αιτητικό (α) όσον αφορά τι σημαίνει «εμπορικοί λόγοι»
(2)Παρ. 10, αιτητικό (β) όσον αφορά το γιατί ανακλήθηκε η διαγραφή της Εναγομένης 1 από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών
(3)Παρ. 31.1, αιτητικά (α), (δ) και (στ)
(4)Παρ. 31.2(α), αιτητικό (στ)
(5)Παρ. 31.2(β), αιτητικό (β) όσον αφορά το πότε και πόσα δόθηκαν κάθε φορά
(6)Παρ. 31.2(β), αιτητικό (γ)
(7)Παρ. 31.3, αιτητικό (α)
(8)Παρ. 31.5, αιτητικό (α)
(9)Παρ. 31.7, αιτητικό (α) όσον αφορά το κατά πόσο ο Εναγόμενος 9 ζήτησε προφορικά ή γραπτώς την επανεκτέλεση των συμφωνιών
(10)Παρ. 31.7, αιτητικό (β). Όσον αφορά τα έξοδα, με δεδομένη τη μερική επιτυχία της Αίτησης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1, 9, 10 και 12 - Καθ΄ ων η Αίτηση στο 1/3 των εξόδων της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.