← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ν. ΡΟΥΣΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2005/18, 23/4/2019

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ν. ΡΟΥΣΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2005/18, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2005/18 Μεταξύ: ** ** ** ** ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ Ενάγοντος -και- ** ΡΟΥΣΟΥ Εναγομένου Αίτηση ημερ. 19.12.18 υπό Ενάγοντος για Αντεξέταση 23 Απριλίου 2019 Για Ενάγοντα: κ. Π. Κονταξής για Σωφρόνιος Σωφρονίου Για Εναγόμενο: κ. Κ. Γιατρού για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων αιτείται άδειας για αντεξέταση του Εναγομένου και της εξαδέλφης του επί ισχυρισμών τους, περιεχομένων σε ένορκες δηλώσεις υποστηρίζουσες την ένσταση σε ενδιάμεσο διάταγμα. Ειδικότερα, κατόπιν σχετικής αίτησης του ημερ. 18.9.18 ο Ενάγων είχε εξασφαλίσει στις 20.9.18 μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα διατάσσον τον Εναγόμενο να μην επεμβαίνει σε διαμέρισμα στο οποίο διαμένει (ο Ενάγων). Βασική θέση του 75χρονου Ενάγοντος ήταν πως από το 1995 συζούσε με τη μητέρα του Εναγομένου (μέχρι τον θάνατο της στις 21.2.18) στο εν λόγω διαμέρισμα, το οποίο ήταν και είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της. Η αξίωση του είναι όπως εγγραφεί επ' ονόματι του το διαμέρισμα αφενός επειδή ο ίδιος συνέβαλε με χρήματα στην απόκτηση του και αφετέρου διότι τού το είχε υποσχεθεί η αποβιώσασα λόγω της αγάπης που είχαν, της φροντίδας του στην ίδια και του ότι συγκατοικούσαν ως σύζυγοι. Ο Εναγόμενος, καταχώρισε ένσταση στη συνέχιση ισχύος του διατάγματος, συνοδεύομενη από δυο ένορκες δηλώσεις, ήτοι του ιδίου και της εξαδέλφης του, της κας Καραντώνη. Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγων ζητά να αντεξετάσει και τους δύο ως εξής: Α. Τον Εναγόμενο «(α) Ως προς την παρ.4 - Για το θέμα της σχέση τους Ενάγοντα-Αιτητή με την αποβιώσασα και τις σχέσεις του με την ΧΧΧΧΧ Χαραλάμπους. (β) Ως προς την παρ.6 - Για το θέμα των δύο

(2)Βεβαιώσεων του Κοινοτάρχη. (γ) Ως προς την παρ.7- Για το θέμα της συνεισφοράς του Αιτητή στην ανακαίνιση. (δ) Ως προς την παρ.12 - Για το θέμα της υποθήκευσης του επίδικου διαμερίσματος προς όφελος του Εναγόμενου. (ε) Ως προς τις παρ.13 και 14 - Για το θέμα της κατ' ισχυρισμόν του Εναγόμενου συνεισφοράς του στα προβλήματα υγείας της αποβιώσασας και με τη συνεισφορά του Ενάγοντα προς αυτήν. (στ) Ως προς την παρ.15 - Για το θέμα της αγοράς των αυτοκινήτων. (ζ) Ως προς την παρ.18 - Για το γεγονός και ισχυρισμό κατά πόσο ο Ενάγοντας διέμενε στο επίδικο διαμέρισμα προσωρινά μόνο ως φιλοξενούμενος και όχι επί μονίμου βάσεως ως συμβίος της αποβιώσασας». B. Την κα Καραντώνη «(α) Ως προς την παρ.4 - Για το κατά πόσο επισκεπτόταν την αποβιώσασα, πότε, υπό ποίες συνθήκες και τι συζητούσαν και/ή έβλεπε στο διαμέρισμα που διέμενε η αποβιώσασα, ως επίσης και πότε και αν συναντούσε εκεί τον Ενάγοντα. (β) Ως προς την παρ.5 - Για το τι είναι το κατ' ισχυρισμό της μεμπτό στη συμπεριφορά του Αιτητή απέναντι στον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση και τον αδελφό του. (γ) Ως προς την παρ.6 - Τι ψεύδη καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα-Αιτητή και από πού και/ή πώς τα γνωρίζει. (δ) Ως προς την παρ.7 - Για το κατά πόσο ουδέποτε συνάντησε τον Αιτητή κατά τις επισκέψεις της στο διαμέρισμα της αποβιώσασας και πώς κρίνει ότι διέμενε περιστασιακά εκεί ο Αιτητής. (ε) Ως προς την παρ.8 - Για το κατά πόσο φρόντιζαν την αποβιώσασα τα παιδιά της και πώς αυτή το γνωρίζει εφόσον ζούσε στο εξωτερικό». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.30, 39, 26, 48 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του ο Ενάγων αναφέρει προς υποστήριξη του αιτήματος του βασικά τα εξής: «Στις εν λόγω παραγράφους αναγράφονται γεγονότα και ισχυρισμοί επί των οποίων είναι σκόπιμο και για το συμφέρον της Δικαιοσύνης αυτοί να αντεξεταστούν καθ' ότι μετά την καταχώρηση των Ενόρκων Δηλώσεων τους έχει διαφανεί ότι τα όσα οι ρηθέντες διατείνονται σ' αυτές θα πρέπει να διασαφηνιστούν και συγκεκριμενοποιηθούν υπό τύπο αντεξέτασης καθ' ότι δημιουργούνται κενά, ασάφειες και/ή αναγράφονται με αόριστο και/ή αναληθή τρόπο γεγονότα που άπτονται σημαντικών και/ή θεμελιωδών επίδικων ζητημάτων κατά τέτοιο μάλιστα τρόπο που η παρουσία τους στο Δικαστήριο και η Αντεξέταση τους επ' αυτών καθίσταται αναγκαία ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα ζητήματα και το Δικαστήριο να μπορέσει να τα αξιολογήσει ούτως ώστε ή να τα αποδεχθεί ή να τα απορρίψει». Ένσταση Με την ένσταση του ο Εναγόμενος προέβαλε 14 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι το αίτημα είναι ασαφές, αβάσιμο και καταχρηστικό, ότι στοχεύει την αξιοπιστία των ενόρκων δηλούντων και γενικά δεν συντρέχουν οι καθιερωθείσες προϋποθέσεις. Τους λόγους αυτούς επαναλαμβάνει και αναλύει στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στον κ.1 της Δ.39, ο οποίος προνοεί πως το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενόρκως δηλούντος για να αντεξεταστεί. Είναι σαφές από τη νομολογία πως πρόκειται για ζήτημα το οποίο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Αναφορικά με αίτηση των Λ. Μήλου και Π. Χατζηλοϊζου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280, Αναφορικά με αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1660). Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί πως και μετά την τροποποίηση της Δ.48 και την πρόβλεψη για ακρόαση των αιτήσεων με ένορκες δηλώσεις το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στον διάδικο, ο οποίος αιτείται την έκδοση διατάγματος, να ικανοποιήσει τις τιθέμενες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου η παράλειψη χρήσης του δικαιώματος αντεξέτασης που παρέχουν η Δ.39 και η Δ.48 κ. 4, ενδεχομένως να έχει τη σημασία της ως προς την εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων. Για αυτό και ο διάδικος που αμφισβητεί ισχυρισμό της άλλης πλευράς οφείλει - εάν επιμένει στη θέση του - να ζητήσει την αντεξέταση (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει κανόνας περί υποχρεωτικής αποδοχής μαρτυρίας για τον λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση όταν το Δικαστήριο έχει σχηματίσει δυσμενή εντύπωση γι' αυτή (βλ. Αντωνάκης Σολωμονίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 491). Περαιτέρω σημειώνεται όμως πως σπάνια χορηγείται άδεια αντεξέτασης σε ακροάσεις αιτήσεων για ενδιάμεσα διατάγματα (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, §311: "Cross examination is very rare on affidavits used in applications for interlocutory injunctions"). Σχετικό με το θέμα είναι όντως το απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, §878 στο οποίο αναφέρεται ότι: "The Court has a discretionary power of action upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Τα πιο πάνω συνάδουν με τη γενικότερη αρχή ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο το οποίο απαιτείται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. Τ.Α. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802), χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16). Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος στη δική του ένορκη δήλωση δέχεται ότι: - ο Ενάγων ευρίσκετο από το 1995 σε διάσταση με τη σύζυγο του, καθώς και ότι από τότε περίπου διέμενε με την αποβιώσασα αλλά ισχυρίζεται ότι αυτό γινόταν περιστασιακά - ο Ενάγων μετέφερε και αυτός την αποβιώσασα στο Νοσοκομείο για αιμοκάθαρση αλλά ισχυρίζεται ότι δεν ήταν ο μόνος που έπραττε κάτι τέτοιο - ο Ενάγων κατέχει από τον θάνατο της και μέχρι αυτή τη στιγμή το επίδικο διαμέρισμα αλλά ισχυρίζεται ότι το κατέχει παράνομα. Τα πιο πάνω αφορούν τη συγκατοίκηση και τις σχέσεις Ενάγοντος-αποβιωσάσας. Σαφέστατα οι δύο πλευρές προβάλλουν διαφορετικές θέσεις και σε διάφορα άλλα ή και επιμέρους ζητήματα. Ο Ενάγων ισχυρίζεται με την Έκθεση Απαίτησης του ότι θα πρέπει να εγγραφεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης και αυτό θα είναι το βασικό θέμα κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης εν σχέσει με τη στοιχειοθέτηση πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή θα εξεταστεί με αναφορά στην αξίωση του να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης στη βάση υπόσχεσης της αποβιώσασας και της όλης συνεισφοράς του, ως ισχυρίζεται και ο ίδιος στην Έκθεση Απαίτησης του. Ο Ενάγων επικαλείται προφορικές δηλώσεις της αποβιώσασας, καθώς και χρηματική δική του συνεισφορά. Συνεπώς αυτό είναι το βασικό θέμα το οποίο θα απασχολήσει αλλά και τούτο όχι με την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Είναι εμφανές, από το περιεχόμενο της υπό κρίσιν αίτησης και της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος, πως ο ίδιος παραγνωρίζει το αναμενόμενο δικαστικό έργο σε αυτό το στάδιο, ζητώντας από το δικαστήριο «να τα αξιολογήσει ούτως ώστε ή να τα αποδεχθεί ή να τα απορρίψει». Προβάλλει πως τα γεγονότα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν για να μην υπάρχουν ασάφειες, κενά, αοριστίες, αναλήθειες και ψεύδη, στόχος και έργο βεβαίως το οποίο δεν συνάδει καθόλου με το ενδιάμεσο στάδιο. Σε αντίθεση με τις πιο πάνω εισηγήσεις, θα πρέπει να σημειωθεί πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, πως δεν τίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα επίδικα θέματα και πως η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας (βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Όπως έχει νομολογηθεί επίσης στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση, όσον αφορά τα επιμέρους ζητήματα και διαφορές. Στην παρούσα περίπτωση και έχοντας υπόψιν την υφιστάμενη μαρτυρία δεν κρίνεται ότι παρίσταται ανάγκη σε ένα τέτοιο ενδιάμεσο στάδιο να υποστούν τη δοκιμασία της αντεξέτασης οι ενόρκως δηλούντες για κάποιο από τα εγειρόμενα ζητήματα. Πέραν του ότι το Δικαστήριο ούτως ή άλλως δεν δύναται να επιλύσει κατά οριστικό και τελεσίδικο τρόπο τα όποια αμφισβητούμενα ζητήματα, κρίνεται βασικά πως μέσα από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία στη βάση της οποίας δύναται να αποφασιστεί η αίτηση. Τονίζεται ειδικότερα πως στα βασικά ζητήματα τα οποία ενδιαφέρουν για την κυρίως αίτηση έχουν εκτεθεί οι εκατέρωθεν θέσεις μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και πως ακόμα και στην περίπτωση που θα υπήρχε καλός λόγος για προσθήκη ή διευκρίνιση οποιουδήποτε γεγονότος αυτό θα μπορούσε να επιχειρηθεί μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, (όπως ήδη έχει πράξει ο Ενάγων, με άλλη σχετική αίτηση καταχωρισθείσα ταυτόχρονα με την παρούσα αίτηση). Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κρίνω ότι δεν υφίσταται λόγος έγκρισης της αίτησης, η οποία και απορρίπτεται με έξοδα €600 συν ΦΠΑ υπέρ του Εναγομένου και εις βάρος του Ενάγοντος. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για Αντεξέταση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.