← Κύπρος

PJSC "Alfa-Bank" ν. Podolskiy, Γενική Αίτηση αρ. : 46/2018, 19/4/2019

PJSC "Alfa-Bank" ν. Podolskiy, Γενική Αίτηση αρ. : 46/2018, 19/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. : 46/2018 Αναφορικά με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (Ν.31(Ι)/92) και Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 805/04 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τη Θέσπιση Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου για μη Αμφισβητούμενες Αξιώσεις και Αναφορικά με την ερήμην απόφαση (default judgement) ημ. 24.10.2017 του Εμπορικού Δικαστηρίου (Commercial Court) του Τμήματος Queen's Bench του Αγγλικού Δικαστηρίου High Court of Justice στην αγωγή ενώπιον του με Αρ. Απαίτησης (Claim No.) 2017-000374 και τον Ευρωπαϊκό Εκτελεστό Τίτλο ημ. 7.12.2017 επί του εν λόγω διατάγματος («ΕΕΟ») και Αναφορικά με τον ΕΕΟ που έχει εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στο Μητρώο Εγγραφής Ευρωπαϊκών Εκτελεστών Τίτλων με αρ. εγγραφής 1/2018 Μεταξύ: PJSC "Alfa-Bank", εκ Ουκρανίας Αιτήτριας και . Podolskiy, εκ Ρωσίας Καθ΄ ου η Αίτηση Αίτηση ημ. 23.7.18 από AnywayAnyday Holding Ltd, Smart Seeds Holding Ltd και . Τιχομίροβα για Ακύρωση και ή Παραμερισμό Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 19 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τις AnywayAnyday Holding Ltd, Smart Seeds Holding Ltd και XXXXX Τιχομίροβα - Αιτήτριες: κ. Γ. Λεοντίου με κα Μ. Κρασά για Γ. Λεοντίου ΔΕΠΕ Για την PJSC "Alfa-Bank" - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ν. Στάροβλα για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτήτριες AnywayAnyday Holding Ltd, Smart Seeds Holding Ltd και . Τιχομίροβα (εφεξής «AWH, SSH και NT» αντίστοιχα), ζητούν: (
  2. i)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται και ή παραμερίζονται τα επιβαρυντικά διατάγματα των παρ. 1(α)-(γ) ημ. 1.3.18 τα οποία εκδόθηκαν κατόπιν της μονομερούς αίτησης ημ. 23.2.18. (
  3. ii)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το διάταγμα της παρ. 2 στον βαθμό που αφορά τα διατάγματα των παρ. 1(α)-(γ) ημ. 1.3.18, το οποίο επίσης εκδόθηκε κατόπιν της προαναφερόμενης μονομερούς αίτησης. Τα διατάγματα των οποίων ζητείται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός έχουν ως εξής: 1. Διάταγμα επιβάλλον επιβάρυνση στο συμφέρον που έχει ο Καθ΄ ου η Αίτηση . Podolskiy, εκ Ρωσίας: (α) Στις μετοχές που ανήκουν δικαιωματικά στον Καθ΄ ου και είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι της AnywayAnyday Holding Ltd εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, στην Κυπριακή εταιρεία Awadticket Ltd, Λευκωσία, ήτοι 1000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 εκάστη, (β) Στις μετοχές που ανήκουν δικαιωματικά στον Καθ΄ ου και είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι της Smart Seeds Holding Ltd εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, στην Κυπριακή εταιρεία Smart Seeds Ltd, Λευκωσία, (γ) Στις μετοχές που ανήκουν δικαιωματικά στον Καθ΄ ου και είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι της κας . Τιχομίροβα εκ Λευκωσίας, στην Κυπριακή εταιρεία Leglan Holding Ltd, Λευκωσία, ήτοι 2000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 εκάστη, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού από τον Καθ΄ ου προς την PJSC "Alfa-Bank" δυνάμει του διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου στην αγωγή με Αρ. Απαίτησης 2017-000374 και του Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου ημ. 7.12.17 επί του εν λόγω διατάγματος και ο οποίος ενεγράφη στο Μητρώο Εγγραφής Εκτελεστών Τίτλων με αρ. εγγραφής 1/18 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ήτοι του ποσού των US$12,319,935.42 και των £50,000 ως έξοδα αγωγής και αίτησης. 2. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, ρευστοποίηση και ή διάθεση των μετοχών που αναφέρονται στην παρ. 1 ανωτέρω και το οποίο να επεκτείνεται στην απαγόρευση πληρωμής και ή καταβολής οποιουδήποτε μερίσματος και ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου σε σχέση με τις πιο πάνω μετοχές. Αξίζει να σημειωθεί πως στα πλαίσια της εν λόγω μονομερούς αίτησης εκδόθηκε και επιβαρυντικό διάταγμα «στις μετοχές που ανήκουν δικαιωματικά στον Καθ΄ ου και είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι της Grainwell Holding Ltd εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, στην Κυπριακή εταιρεία Grainwell Overseas Ltd, Λευκωσία, ήτοι 2000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 εκάστη», το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από συνολικά πέντε ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη είναι ένορκη δήλωση του κ. AP (εφεξής «ο AP»), Διευθυντή της C & P Administration Ltd (εφεξής «η C&P»), εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία, η οποία παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης εταιρειών. Σε αυτή ο ΑΡ αναφέρει πως υπό την επαγγελματική του ιδιότητα και εκ μέρους της εταιρείας του ενήργησε σε σχέση με τη σύσταση των AWH, SSH και Leglan Holding Ltd (εφεξής «η Leglan»). Αναφέρει πως γνωρίζει προσωπικά τον ΚΡ και πως αυτός δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τις προαναφερόμενες ή άλλες εταιρείες - πελάτες του ΑΡ. Ακολούθως ο ΑΡ προβαίνει στο ιστορικό της κάθε εταιρείας και αναφέρει τα εξής: · ΑWH Η κα JS (εφεξής «η JS») ήταν και εξακολουθεί να είναι η μοναδική τελική πραγματική δικαιούχος των μετοχών της εν λόγω εταιρείας, οι οποίες τώρα είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του AP ο οποίος τις κατέχει ως ονομαστικός μέτοχος και εμπιστευματοδόχος της JS. · SSH Αυτή η εταιρεία ιδρύθηκε κατόπιν οδηγιών του κ. AK (εφεξής «ο ΑΚ») ο οποίος ήταν και εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός τελικός πραγματικός δικαιούχος των μετοχών αυτής, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του ΑΡ ο οποίος τις κατέχει ως ονομαστικός μέτοχος και εμπιστευματοδόχος του ΑΚ. Η SSH είναι η μητρική εταιρεία της Smartseeds Ltd (εφεξής «η SSL»), κατόπιν απόκτησης των μετοχών της τελευταίας με βάση τις οδηγίες του ΑΚ. · Leglan Αυτή η εταιρεία ιδρύθηκε κατόπιν οδηγιών του κ. AS (εφεξής «ο ΑS») ο οποίος ήταν και εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός τελικός πραγματικός δικαιούχος των μετοχών αυτής, οι οποίες τώρα είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της ΝΤ η οποία τις κατέχει ως ονομαστικός μέτοχος και εμπιστευματοδόχος του ΑS. Ο ΑΡ επισυνάπτει και όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τις εν λόγω εταιρείες και δηλώνει πως ο ΚΡ ουδέποτε κατείχε οποιαδήποτε μετοχή είτε άμεσα είτε έμμεσα και δεν υπήρξε ποτέ ο τελικός δικαιούχος των μετοχών των εν λόγω εταιρειών. Αναφέρεται επίσης σε δικαστικές διαδικασίες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ισχυριζόμενος πως εκεί τα αντίστοιχα μονομερή επιβαρυντικά διατάγματα τα οποία είχαν εξασφαλιστεί από την Τράπεζα (εκεί αιτήτρια) παραμερίστηκαν πριν την επίδοση των υπό κρίση επιβαρυντικών διαταγμάτων. Σύμφωνα με τον ΑΡ, η παράλειψη αναφοράς αυτής της εξέλιξης στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 23.2.18, δυνάμει της οποίας η Τράπεζα εξασφάλισε τα διατάγματα, αποτελεί μη αποκάλυψη η οποία από μόνη της δικαιολογεί την ακύρωση των διαταγμάτων. Οι υπόλοιπες τέσσερις ένορκες δηλώσεις προέρχονται από τους ΝΤ, JS, ΑΚ και ΑS, στις οποίες βασικά επαναλαμβάνουν τα όσα περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ΑΡ ως προς το ποιος είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των μετοχών των ως άνω εταιρειών. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι Αιτήτριες δεν εξασφάλισαν άδεια για να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία με σκοπό να ζητήσουν την ακύρωση των υπό κρίση διαταγμάτων. 2) Τα επιβαρυντικά διατάγματα εκδόθηκαν ορθά και κατόπιν εκπλήρωσης των νομικών προϋποθέσεων. 3) Τα γεγονότα που παρατίθενται στην Αίτηση δεν στοιχειοθετούν την ακύρωση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι με βάση το αποδεικτικό υλικό που παρουσίασε η Τράπεζα αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν και ή ελέγχονται ουσιαστικά από τον ΚΡ. 6) Άνευ βλάβης των ανωτέρω και ή διαζευκτικά, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι με το αποδεικτικό υλικό που παρουσίασε η Τράπεζα αποδεικνύεται τουλάχιστον συζητήσιμη υπόθεση και ύπαρξη καλού λόγου για να υποτεθεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο ότι τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πραγματικότητα και ή ελέγχονται ουσιαστικά από τον ΚΡ. 7) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν τους λόγους ακύρωσης των διαταγμάτων καθότι ως επηρεαζόμενα μέρη δεν δικαιούνται να προβάλλουν λόγους που αφορούν τον ΚΡ τους οποίους μόνο αυτός δύναται να προβάλει. 8) Άνευ βλάβης των ανωτέρω και ή διαζευκτικά, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι: 8.1 Πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. 8.2 Ουδεμία παραπλάνηση ή απόκρυψη έγινε από την Τράπεζα στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης. 8.3 Η Τράπεζα προσήλθε με καθαρά χέρια και δεν επιδίωξε αθέμιτο όφελος και εις βάρος οποιουδήποτε προσώπου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης, στις ένορκες δηλώσεις της κας ΜΠ (εφεξής «η ΜΠ») και της κας ΤΑ (εφεξής «η ΤΑ»), διερμηνέως, που συνόδευαν τη μονομερή αίτηση ημ. 23.2.18, στην ένορκη δήλωση της κας ΑΛ (εφεξής «η ΑΛ») ημ. 24.7.18 ως προς την επίδοση των διαταγμάτων στον ΚΡ και στη συνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση της κας ΕΛ (εφεξής «η ΕΛ»). Στην ένορκη της δήλωση η ΕΛ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα η ΕΛ παραπέμπει στην ένορκη δήλωση της ΜΠ που συνόδευε τη μονομερή αίτηση, στην οποία επισυνάπτονται αρκετά άρθρα και δημοσιεύματα από ιστοσελίδες τα οποία φέρουν τον ΚΡ ως τον πραγματικό ιδιοκτήτη και το πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο επί των υπό κρίση περιουσιακών στοιχείων τα οποία είναι μεν εγγεγραμμένα σε τρίτα πρόσωπα αλλά αυτά (τα πρόσωπα) τα κατέχουν για λογαριασμό του. Η ΕΛ επισυνάπτει και κάποια επιπρόσθετα πρόσφατα άρθρα προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Υπάρχει επίσης ισχυρισμός περί προσπάθειας του ΚΡ να αποκρύψει τα επιχειρηματικά του συμφέροντα και τα περιουσιακά του στοιχεία. Περαιτέρω, η ΕΛ επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της ΜΠ πως ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Leglan κατέχεται από την Ελβετική εταιρεία Hermitage η οποία με τη σειρά της κατέχει το 50% της Nomadcar ενώ το άλλο 50% της τελευταίας κατέχεται από τη JS, πρώην σύζυγο του ΚΡ και προσθέτει πως, βάσει του Ρωσικού δικαίου, ο ΚΡ είναι δικαιούχος επί του 50% της περιουσίας της πρώην συζύγου η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου. Ι. Νομότυπο Αίτησης - Μη Εξασφάλιση Άδειας για Καταχώριση Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας είναι το κατά πόσο αυτή είναι νομότυπη λόγω του ότι οι Αιτήτριες δεν εξασφάλισαν άδεια του Δικαστηρίου ως προς την καταχώριση αυτής. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως τα υπό κρίση επιβαρυντικά διατάγματα εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 3 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92. Σύμφωνα με την υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1463, οι μετοχές δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επιβαρυντικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 4
(2)(α)(ii) του εν λόγω Νόμου εφόσον συμπεριλαμβάνονται στα «ομόλογα (stock)», όπως ο όρος ερμηνεύεται στο άρθρο 2
(1). Το άρθρο 3 του Ν.31(Ι)/92 προνοεί τα ακόλουθα: «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.» Μετά την έκδοση τέτοιου διατάγματος παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο ακύρωσης ή διαφοροποίησης αυτού κατόπιν σχετικής αίτησης η οποία δύναται να καταχωριστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(4): «
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Συνεργατικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ, Πολ. Αίτηση αρ. 167/13, ημ. 11.10.13, λέχθηκε πως «Το άρθρο 3
(4)του Νόμου 31(Ι)/92 προβλέπει ότι σε περίπτωση που εκδοθεί «επιβαρυντικό διάταγμα» ως μέτρο εκτέλεσης, ο οφειλέτης ή άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει δικαίωμα να αποταθεί στο δικαστήριο και με αίτηση να ζητήσει την ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος». Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η νομολογία στην οποία η δικηγόρος της Καθ΄ ης παρέπεμψε ως προς το ότι απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση αίτησης για ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος, δεν κρίνεται σχετική εφόσον εκείνη αφορούσε άλλες διαδικασίες και όχι αίτηση βάσει του Ν.31(Ι)/92. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί παλαιότερα με το ποια πρόσωπα έχουν δικαίωμα και νομιμοποιούνται να αιτηθούν την ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος, στα πλαίσια της απόφασης του ημ. 10.5.16 στην Γενική Αίτηση 279/16 ΕΔ Λευκωσίας και θεωρεί σκόπιμο να επαναλάβει αυτούσια τα όσα ανέφερε επί αυτού του θέματος: «Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως στο άρθρο 3 του Νόμου χρησιμοποιούνται διάφοροι όροι αναφορικά με τα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται στη διαδικασία έκδοσης ή ακύρωσης ή διαφοροποίησης επιβαρυντικού διατάγματος. Ειδικότερα, στο άρθρο 3
(2)χρησιμοποιείται ο όρος «άλλος πιστωτής», στο άρθρο 3
(3)ο όρος «άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο» και στο άρθρο 3
(4)ο όρος «πρόσωπο που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται στο διάταγμα». . Είναι γεγονός πως ο Αγγλικός Charging Orders Act 1979, ο οποίος προσάρμοσε και την παλαιά O.50 των Αγγλικών Θεσμών (Rules of the Supreme Court), αποτέλεσε το πρότυπο για τη θέσπιση του δικού μας Νόμου. Βεβαίως εντοπίζεται μια διαφορά μεταξύ των δύο νομοθετημάτων, ήτοι στο ότι βάσει του Αγγλικού εκδίδεται προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης το οποίο σε μεταγενέστερο στάδιο δυνατόν να καταστεί απόλυτο ενώ βάσει του Κυπριακού εκδίδεται απ΄ ευθείας οριστικό διάταγμα επιβάρυνσης. Και στα δύο όμως νομοθετήματα περιέχεται πρόνοια για τη δυνατότητα ακύρωσης και ή διαφοροποίησης του διατάγματος επιβάρυνσης. Συγκεκριμένα το άρθρο 3
(5)του Αγγλικού Νόμου αναφέρει πως: «The court by which a charging order was made may at any time, on the application of the debtor or of any other person interested in any property to which the order relates, make an order discharging or varying the charging order.» Επισημαίνεται πως το Αγγλικό άρθρο αναφέρεται σε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σε οποιαδήποτε περιουσία ενώ το άρθρο 3
(4)του δικού μας Νόμου σε «πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον» σε περιουσιακό στοιχείο. Έχει ήδη επισημανθεί πως ο όρος «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» («interested person») παρουσιάζεται στο άρθρο 3
(3), το οποίο ρυθμίζει την «κατά την έκδοση» επιβολή όρων σε σχέση με άλλο πρόσωπο, και όχι στο άρθρο 3
(4), το οποίο θεσμοθετεί την εκ των υστέρων υποβολή αίτησης από άλλο πρόσωπο. Εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται πως η χρήση διαφορετικών όρων στα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου 3 παραπέμπει σε διαφορετική ερμηνεία και κατ΄ επέκταση σε διαφορετικά πρόσωπα. Με άλλα λόγια, με μιαν εκ πρώτης όψεως ανάγνωση των εν λόγω εδαφίων, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως συνάγεται το συμπέρασμα ότι η χρήση διαφορετικών όρων αποσκοπεί στον διαχωρισμό των προσώπων τα οποία το καθένα περιλαμβάνει. Πιθανόν δηλαδή να δίδεται η εντύπωση συγκεκριμένα ότι ο όρος «άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο» είναι πολύ πιο ευρύς από τον όρο «άλλο πρόσωπο που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο», επειδή ο νομοθέτης ίσως επεδίωκε όπως στο αρχικό στάδιο λαμβάνεται πρόνοια γενικά για ενδιαφερόμενους ή επηρεαζόμενους ενώ μετά την τυχόν έκδοση να περιορίζεται ο αριθμός αυτών που δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση ακύρωσης ή διαφοροποίησης. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεται πως αυτό δεν ισχύει απόλυτα και πάντως δεν φαίνεται να ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη. Και τούτο καθότι στο άρθρο 6 του Νόμου, το οποίο ρυθμίζει την έκδοση διατάγματος πώλησης περιουσιακών στοιχείων, και ειδικότερα στο εδάφιο
(3), παρατηρείται ένας συσχετισμός των όρων αυτών ο οποίος καταδεικνύει και καθοδηγεί προς μια διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την ερμηνεία αυτών. Το άρθρο 6
(3)προνοεί ως εξής: «Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους..» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση το λεκτικό του εν λόγω εδαφίου προκύπτει πως οι όροι «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» και «πρόσωπο που δυνατό να έχει συμφέρον» δεν είναι ασύνδετοι μεταξύ τους αλλά αντιθέτως ο πρώτος χρησιμοποιείται και αποτελεί τη βάση για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη συμφέροντος. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί πως οι δύο αυτοί όροι δεν είναι αυτοτελείς με ξεχωριστή νομική ερμηνεία αλλά θα πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση μεταξύ τους. Βασικά παρατηρείται ότι εν σχέσει με το στάδιο πώλησης ο νομοθέτης επανέρχεται στον βασικό όρο του «ενδιαφερόμενου προσώπου» τον οποίον διευρύνει ακόμα περισσότερο στην επεξήγηση του λόγου της εξασφάλισης των απόψεων τους, καθορίζοντας ότι αυτό γίνεται με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος το οποίο πιθανόν να έχουν κάποιοι στα συγκεκριμένα υπό πώληση περιουσιακά στοιχεία, αλλά και όσοι πιθανόν να επηρεάζονται γενικά από τέτοια πώληση, επανερχόμενος έτσι (ο νομοθέτης) και στην έννοια του επηρεαζόμενου προσώπου την οποία χρησιμοποιεί και στο άρθρο 3
(3). Έτσι καθίσταται καταρχάς χρήσιμη η ερμηνεία που δίδεται στον αντίστοιχο όρο «interested person» για σκοπούς του Αγγλικού άρθρου 3
(5). Στην Αγγλία ο όρος «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» («interested person») έχει ερμηνευθεί πως περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία έχουν κάποιου είδους ενδιαφέρον, όπως ιδιοκτησίας ή συγγενικό με αυτό, μέσω του οποίου νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις επηρεάζονται άμεσα από το επιβαρυντικό διάταγμα. Αυτά αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (Reissue), σελ. 176, παρ. 320, και ειδικότερα: «The interested persons have to have some form of interest, such as a proprietary interest or something akin to that, whereby legal rights and liabilities are directly affected by the charging order.» Στο ίδιο σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Banque National de Paris v. Montman Ltd
(1999)All E.R. (D) 837, στην οποία λέχθηκε πως ο αιτητής δυνάμει του άρθρου 3
(5)του Νόμου του 1979 πρέπει να είναι πρόσωπο το οποίο να επηρεάζεται άμεσα από το διάταγμα επιβάρυνσης και επίσης να είναι σε θέση να καταδείξει δικαίωμα βάσει νόμου ή των αρχών της επιείκειας στην περιουσία, ή κάτι συγγενικό προς τέτοιο δικαίωμα.» Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, οι Αιτήτριες φέρονται ως οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των μετοχών, αντικείμενο των υπό κρίση επιβαρυντικών διαταγμάτων, τις οποίες κατέχουν ως ονομαστικοί μέτοχοι προς όφελος τρίτων προσώπων δυνάμει εγγράφων εμπιστεύματος. Τόσο αυτοί οι ισχυρισμοί όσο και τα συνημμένα έγγραφα, ήτοι πιστοποιητικά μετόχων και έγγραφα εμπιστεύματος, τα οποία υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντίκρουσης ή αμφισβήτησης από την Καθ΄ ης, η οποία προβάλλει τη θέση πως ο πραγματικός δικαιούχος των εν λόγω μετοχών είναι ο ΚΡ, ανεξαρτήτως της εικόνας που παρουσιάζεται στα σχετικά έγγραφα. Η ιδιότητα των Αιτητριών ως των εγγεγραμμένων ιδιοκτητριών των μετοχών τις οποίες κατέχουν, δυνάμει των εγγράφων εμπιστεύματος, προς όφελος τρίτων προσώπων, σαφώς τις καθιστά ενδιαφερόμενα και επηρεαζόμενα πρόσωπα και πρόσωπα που έχουν συμφέρον στις μετοχές, αφού τα επιβαρυντικά διατάγματα αφορούν και επηρεάζουν άμεσα περιουσία, ήτοι μετοχές, οι οποίες φέρεται να είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι τους και τις οποίες κατέχουν ως εμπιστευματοδόχοι, με τις ανάλογες υποχρεώσεις και καθήκοντα προς τους τελικούς δικαιούχους αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του καθήκοντος διαφύλαξης αυτής προς όφελος των δικαιούχων. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του Ν.31(Ι)/92, η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος έχει ως συνέπεια την επιβάρυνση προς όφελος και κατά προτεραιότητα της Τράπεζας - Καθ΄ ης και τη δέσμευση των μετοχών καθότι απαγορεύεται η όποια μεταβίβαση και πώληση αυτών καθώς επίσης και η όποια πληρωμή μερισμάτων. Αυτά τα δεδομένα καθιστούν τις Αιτήτριες ενδιαφερόμενα πρόσωπα στις μετοχές στις οποίες αφορούν τα επιβαρυντικά διατάγματα, καθώς επίσης και πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον σε αυτές. Έτσι το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Αιτήτριες εμπίπτουν εντός των προνοιών του άρθρου 3
(4)του Νόμου και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται και είχαν κάθε δικαίωμα να καταχωρίσουν την παρούσα Αίτηση, χωρίς την αναγκαιότητα οποιασδήποτε άδειας προς τούτο. ΙΙ. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων - Δικαίωμα Έγερσης από Αιτήτριες Αποτελεί λόγο ένστασης πως οι Αιτήτριες δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα και ή δεν νομιμοποιούνται να προβάλουν τους λόγους ακύρωσης των διαταγμάτων ως το αιτητικό της παρούσας Αίτησης διότι ως επηρεαζόμενα μέρη δεν θα πρέπει να προβάλουν λόγους που αφορούν τον ΚΡ και οι οποίοι δύνανται να εγερθούν μόνο από αυτόν. Αυτούσιος επαναλαμβάνεται και στην ένορκη δήλωση της ΕΛ. Από τη στιγμή που αυτός ο λόγος τίθεται με πλήρη γενικότητα και δεν εξειδικεύεται με οποιονδήποτε τρόπο είτε στην ένσταση είτε στην ένορκη δήλωση, θεωρώ πως δεν δύναται να τύχει εξέτασης. Η εξειδίκευση αυτού του λόγου στα πλαίσια της αγόρευσης της δικηγόρου της Καθ΄ ης δεν είναι ικανή να την καταστήσει μέρος της ένστασης ούτως ώστε αυτός ο λόγος να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στη Δ.48 θ.4
(1)και στον Τύπο 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις υποθέσεις Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1(B) A.A.Δ. 825 και Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 92. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, αναφέρω πως στην αγόρευση επεξηγείται ότι αυτός ο λόγος αφορά τον ισχυρισμό για τη μη αποκάλυψη εκ μέρους της Καθ΄ ης (εκεί Αιτήτριας) στη μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν τα υπό κρίση επιβαρυντικά διατάγματα, ήτοι πως οι Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται αυτόν τον ισχυρισμό. Θεωρώ πως οι Αιτήτριες ως επηρεαζόμενα και ενδιαφερόμενα πρόσωπα έχουν κάθε δικαίωμα να εγείρουν αυτό το ζήτημα καθότι ουδόλως περιορίζεται στον ΚΡ, αλλά αντιθέτως αφορά στη συμπεριφορά και στάση της Καθ΄ ης στα πλαίσια της μονομερούς Αίτησης η οποία (συμπεριφορά) αφενός οδήγησε στην έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων και αφετέρου άπτεται και ενδεχομένως καθορίζει την όλη τύχη της Αίτησης εφόσον δύναται να οδηγήσει και στην ακύρωση των διαταγμάτων χωρίς καν την εξέταση επί της ουσίας της Αίτησης. Ως εκ τούτου θεωρώ πως οι Αιτήτριες έχουν κάθε δικαίωμα και νομιμοποιούνται να εγείρουν αυτό το ζήτημα. Η ουσία του ισχυρισμού περί μη αποκάλυψης αφορά στη δικαστική διαδικασία στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, στα πλαίσια της οποίας αποτελεί κοινό έδαφος πως είχαν εκδοθεί προσωρινά διατάγματα παγοποίησης των υπό κρίση μετοχών. Ειδικότερα, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται πως η Καθ΄ ης είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο πως τελικώς το αλλοδαπό Δικαστήριο, στη βάση ακριβώς της ίδιας μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές σε εκείνη τη διαδικασία, ακύρωσε τα εν λόγω διατάγματα, γεγονός το οποίο, κατ΄ ισχυρισμό των Αιτητριών, από μόνο του οδηγεί στην ακύρωση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Η Καθ΄ ης ισχυρίζεται πως στη μονομερή αίτηση γίνεται αναφορά στην εν λόγω δικαστική διαδικασία και στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, πλην όμως η έκδοση της απορριπτικής απόφασης ακολούθησε την καταχώριση της μονομερούς αίτησης και επομένως η Καθ΄ ης δεν είχε υποχρέωση αποκάλυψης μεταγενέστερου γεγονότος. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος εξετάζεται με βάση μονομερή αίτηση. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ψάλτης v. Χ΄΄Λοή
(2001)1(B) 1454, τέτοια μονομερής αίτηση θεωρείται ως ενδιάμεση εντός της έννοιας της Δ.39 θ.2 και συνεπώς ήταν επιτρεπτή η συμπερίληψη σε αυτήν εξ ακοής μαρτυρίας. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Wortham κ.ά. v. Τσίμον κ.ά.
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1442, στην οποία αποφασίστηκε πως αίτηση ή διαδικασία που μπορεί να απολήγει στην έκδοση διαταγής που θα επάγεται τη συνέχιση της, χαρακτηρίζεται ως ενδιάμεση. Περαιτέρω, είναι καλά καθιερωμένη η νομική αρχή πως σε μονομερείς αιτήσεις για την έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453, η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει τη χορήγηση θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Λόγω της φύσης της αίτησης για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος και κυρίως των σοβαρών συνεπειών που τέτοιο διάταγμα συνεπάγεται, ο Νόμος θέτει ρητώς την υποχρέωση στον αιτητή να αποκαλύψει εκείνους τους παράγοντες οι οποίοι κρίνονται σχετικοί και πρέπει να εξετάζονται από το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης απόφασης περί της έκδοσης ή μη τέτοιου επιβαρυντικού διατάγματος καθώς επίσης και για σκοπούς επιβολής όρων σχετικά με την πληροφόρηση προσώπων για την έκδοση τέτοιου διατάγματος - άρθρα 3
(2)και
(3). Έτσι συνάγεται χωρίς δυσκολία πως το καθήκον αποκάλυψης εφαρμόζεται και σε μονομερείς αιτήσεις για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος. Μέσα από τη σχετική νομολογία προκύπτει πως η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης αφορά στο στάδιο καταχώρισης της μονομερούς αίτησης με σκοπό την παράθεση όλων των στοιχείων που δύνανται να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αυτής, και ουδόλως επεκτείνεται σε μεταγενέστερα δεδομένα τα οποία πλέον δεν δύνανται να επηρεάσουν ένα ήδη εκδοθέν διάταγμα. Αυτά ενδεχομένως μπορούν να παρουσιαστούν από την άλλη πλευρά και επομένως θα αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης από το Δικαστήριο στα πλαίσια είτε οριστικοποίησης είτε ακύρωσης μονομερούς διατάγματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Harvardskiy Prumyslovy Holding AS v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 801 και Bloczek Ltd v. Vianova Holdings Ltd
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1410. Η Αγγλική υπόθεση Commercial Bank of the Near East Plc v. A
(1989)2 Lloyd's Law Reports 319, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος των Αιτητριών δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα. Εκείνη η υπόθεση καθιερώνει την αρχή πως σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση αποκάλυψης από τον αιτητή οποιουδήποτε ουσιώδους στοιχείου συνεχίζει και μετά την έκδοση μονομερώς διατάγματος, Mareva στην προκειμένη περίπτωση, εκεί όπου η διαδικασία παραμένει και εξακολουθεί να συνεχίζεται μονομερώς. Στην παρούσα σαφώς η διαδικασία δεν διεξάγεται μονομερώς αλλά στα πλαίσια δια κλήσεως αίτησης η οποία καταχωρίστηκε από την αντίδικη πλευρά. Ο δικηγόρος των Αιτητριών παρέπεμψε επίσης στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, QC, 6η έκδοση, στις σελ. 288-290, παρ. 9-026 - 9-027, κάτω από τον τίτλο «Effect of new developments after the ex parte application, including fresh information». Σε αυτό γίνεται αναφορά στην προαναφερόμενη υπόθεση καθώς επίσης και στην αρχή πως η υποχρέωση αποκάλυψης ισχύει και για νέες εξελίξεις στην υπόθεση, στις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος βρίσκεται σε συνεχή αδυναμία να προστατεύσει τα δικά του συμφέροντα και δικαιώματα. Εδώ, παρόλο που η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου εκδόθηκε πριν την επίδοση των υπό κρίση επιβαρυντικών διαταγμάτων, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, εντούτοις οι Αιτήτριες ουδόλως επηρεάστηκαν ούτε και στερήθηκαν της όποιας δυνατότητας προάσπισης και προστασίας των δικαιωμάτων τους εφόσον οι ίδιες αποτάθηκαν στο ημεδαπό Δικαστήριο για ακύρωση των υπό κρίση διαταγμάτων, επικαλούμενες το γεγονός της απόφασης του αλλοδαπού Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της θέσης της Καθ΄ ης περί πλήρους αποκάλυψης, η ΕΛ παραπέμπει στην ένορκη δήλωση της ΜΠ η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση για την έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Σε αυτή συμπεριλαμβάνεται ένα κεφάλαιο με τίτλο «Διαδικασία που καταχωρήθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους» και αποτελείται από συνολικά οκτώ παραγράφους (παρ. 29-36). Σε αυτό το κεφάλαιο γίνεται μια αναλυτική περιγραφή του όλου ιστορικού της συγκεκριμένης διαδικασίας ως εξής: § Η καταχώριση της μονομερούς αίτησης και η έκδοση παγοποιητικών διαταγμάτων, επισυνάπτοντας την απόφαση ημ. 2.2.18 του αλλοδαπού Δικαστηρίου για την έκδοση αυτών και την απόφαση ίδιας ημερομηνίας για έγκριση του αιτήματος αναγνώρισης του Αγγλικού διατάγματος ως απόφαση Δικαστηρίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων § Η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στα πλαίσια της αίτησης, επισυνάπτοντας τις δύο ένορκες δηλώσεις § Ισχυρισμό πως το Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί πως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων § Τα έγγραφα των οποίων την επίδοση διέταξε το Δικαστήριο § Η επίδοση αυτών, επισυνάπτοντας αντίγραφα των επιδόσεων § Η καταχώριση επιβεβαίωσης ("affirmation") και γραπτής κατάθεσης στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας από τον ΑΡ στην οποία αναφέρει πως ο ΚΡ ουδέν συμφέρον έχει στις υπό κρίση μετοχές, επισυνάπτοντας την επιβεβαίωση του § Ισχυρισμό πως η JS είναι η πρώην σύζυγος του ΚΡ την οποία χρησιμοποιεί για να κατέχει μέσω της μετοχές και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ο ισχυρισμός της ΕΛ πως η έκδοση της απορριπτικής απόφασης του αλλοδαπού Δικαστηρίου ακολούθησε την καταχώριση της μονομερούς αίτησης ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου και την έκδοση των υπό κρίση επιβαρυντικών διαταγμάτων δεν αντικρούστηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τις Αιτήτριες. Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίζεται η ΕΛ, η μονομερής αίτηση καταχωρίστηκε στις 8.2.18, τα επιβαρυντικά διατάγματα εκδόθηκαν την 1.3.18 ενώ η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 11.4.18. Κατ΄ αρχάς θεωρώ πως η πιο πάνω περιγραφή στην ένορκη δήλωση της ΜΠ καταδεικνύει μια ολοκληρωμένη και πλήρη περιγραφή της συγκεκριμένης διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας παρουσιάζεται και η εκδοχή και θέση της αντίδικης πλευράς. Επομένως, ικανοποιούμαι πως η Καθ΄ ης προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των δεδομένων της συγκεκριμένης αλλοδαπής διαδικασίας αποκαλύπτοντας και τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, ήτοι όλων των δεδομένων τα οποία μέχρι στιγμής ήταν σε γνώση της, ούτως ώστε στο στάδιο μελέτης της αίτησης από το ημεδαπό Δικαστήριο, είχε τεθεί με σαφήνεια και η αντίθετη θέση της άλλης πλευράς. Σύμφωνα με την ως άνω νομολογία και τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, δεν υιοθετώ τη θέση των Αιτητριών πως η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και σε διαδραματισθέντα μετά την καταχώριση της μονομερούς αίτησης, την έκδοση μονομερώς διατάγματος μέχρι και την επίδοση στον καθ΄ ου η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως η έκδοση της απόφασης του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν είναι ουσιώδους σημασίας για το ημεδαπό Δικαστήριο για σκοπούς της μονομερούς αίτησης για έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Σχετική ως προς το τι θεωρείται ουσιώδες είναι η υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1672. Η όποια απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν δεσμεύει το ημεδαπό Δικαστήριο και επομένως η απόφαση αυτή καθ΄ εαυτή δεν είναι τέτοιας καθοριστικής σημασίας ως προς την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου κατά την εξέταση της αίτησης. Θεωρώ πως ουσιώδεις και σχετικοί είναι οι αντίθετοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς, οι οποίοι τέθηκαν με σαφήνεια και πληρότητα ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο είχε ενώπιον του τις (εκ διαμέτρου αντίθετες) θέσεις και των δύο πλευρών, τότε εναπόκειτο πλέον στο ίδιο να καταλήξει επί της έκδοσης ή μη μονομερώς διαταγμάτων και η όποια κρίση αλλοδαπού δικαστηρίου δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Περαιτέρω, οι Αιτήτριες προέβαλαν αυτό το γεγονός στα πλαίσια της δικής τους υπό κρίση Αίτησης για παραμερισμό των διαταγμάτων. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως η Καθ΄ ης συμμορφώθηκε πλήρως με το καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης για έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων και πως δεν είχε μεταγενέστερη υποχρέωση αποκάλυψης της έκδοσης της ως άνω αλλοδαπής απόφασης. ΙΙΙ. Εξέταση Αίτησης επί της Ουσίας Έχει ήδη διαφανεί πως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών το ότι οι Αιτήτριες φέρονται οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες των μετοχών που αποτελούν το αντικείμενο των υπό κρίση επιβαρυντικών διαταγμάτων. Οι ισχυρισμοί των Αιτητριών πως οι AP και ΝΤ κατέχουν τις μετοχές αυτών δυνάμει εμπιστεύματος προς όφελος τρίτων προσώπων, ήτοι των JS, AK και AS αντίστοιχα, δεν αντικρούστηκαν από την Καθ΄ ης. Άλλωστε αυτοί οι ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται από τα σχετικά έγγραφα εμπιστεύματος τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ΑΡ που συνοδεύει την Αίτηση. Επιπλέον εκ μέρους των Αιτητριών υπάρχουν και οι ένορκες δηλώσεις αναφερόμενες στο ότι ο ΚΡ ουδέποτε, είτε άμεσα είτε έμμεσα, κατείχε τις εν λόγω μετοχές ούτε είχε οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτές, παρά μόνο είναι ο Γενικός Διευθυντής της θυγατρικής της SSH, της Smartseeds LLC. Η βασική θέση της Καθ΄ ης που ξεπροβάλλει τόσο στην ένσταση όσο και στη μονομερή της αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν τα επιβαρυντικά διατάγματα είναι πως, ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάστασης, ουσιαστικά πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ο ΚΡ ο οποίος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος των εν λόγω μετοχών. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης επικαλείται διάφορα δημοσιεύματα, τα οποία και επισυνάπτει, καθώς επίσης και διάφορες άλλες πληροφορίες και στοιχεία ως προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ΚΡ και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε αυτές, ήτοι στενοί συνεργάτες του που ενεργούν για λογαριασμό και προς όφελος του. Οι πιο πάνω θέσεις των δύο πλευρών θέτουν ως πρωταρχικό ερώτημα το κατά πόσο στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το καθεστώς ιδιοκτησίας των μετοχών εκτός και πέραν του παρουσιαζόμενου νομικού πλαισίου, ήτοι να ελέγξει εάν και ποιοι πραγματικά βρίσκονται πίσω από την παρουσιαζόμενη νομική κατάσταση, και ποιο είναι το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για σκοπούς ακύρωσης των διαταγμάτων στην προκειμένη περίπτωση. Η δικηγόρος της Καθ΄ ης παρέπεμψε εκτεταμένα επί τούτου σε νομολογία η οποία αφορά διατάγματα παγοποίησης τύπου Chabra και Mareva. Θεωρώ πως η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων γίνεται σε διαφορετική νομική βάση, ήτοι στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60(βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ.926, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises SA
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Αναφορικά με τη Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1(A) A.A.Δ. 201 και Sea Μark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162) από την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων τα οποία είναι επίσης ενδιάμεσης φύσης αλλά βασίζονται στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92και προορίζονται τελικώς εξ ολοκλήρου προς εκτέλεση ήδη εκδοθείσας απόφασης. Επομένως, θεωρώ πως η νομολογία επί του συγκεκριμένου Νόμου είναι πιο πρόσφορη για χρήσιμη καθοδήγηση. Ελλείψει Κυπριακής νομολογίας επί του συγκεκριμένου ζητήματος, το Δικαστήριο θα ανατρέξει σε Αγγλική νομολογία η οποία βασίζεται στον αντίστοιχο Charging Orders Act 1979, έχοντας βεβαίως υπόψιν πως ο Αγγλικός Νόμος προβλέπει δύο στάδια στην έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος σε αντίθεση με τον ημεδαπό Νόμο που προβλέπει μόνο ένα. Η υπόθεση Interpool Ltd v. Galani & Another
(1987)Lexis Citation 911 (CA) αφορούσε ακύρωση προσωρινού διατάγματος επιβάρυνσης επί κατοικίας η οποία βρισκόταν εγγεγραμμένη στο όνομα του αιτούντος την ακύρωση και το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είχε οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτή. Ο πρωτόδικος Δικαστής δεν ικανοποιήθηκε από την ένορκη δήλωση του ιδιοκτήτη και του αιτητή πως ο τελευταίος δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον σε αυτή, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, αλλά έλαβε υπόψιν και την υπόλοιπη διαθέσιμη μαρτυρία εκ μέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή η οποία έθετε τους ισχυρισμούς εκείνων των δύο προσώπων υπό αμφισβήτηση. Έτσι κατέληξε πως με βάση το σύνολο της μαρτυρίας ήταν ορθό να εξεταστεί το κατά πόσο η εν λόγω κατάσταση ήταν εικονική ("sham") ή όχι. Κατ΄ έφεση το ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση ήταν κατά πόσο ο Δικαστής είχε εξουσία να καταλήξει στην εν λόγω απόφαση του. Το Εφετείο δέχθηκε πως ο πρωτόδικος Δικαστής μπορούσε να μη δεχθεί τη μαρτυρία στην όψη της και μόνο ("at its face value") και πως, από τη στιγμή που υπήρχε άλλη μαρτυρία η οποία εύλογα τον οδηγούσε σε εκείνη την άποψη, τότε δεν υπήρχε λόγος για επέμβαση σε αυτή. Όπως χαρακτηριστικά κατέληξε το Εφετείο: «Having referred to that evidence at some length, I can state my conclusion briefly. In my view it would be impossible for this court to say that Judge Oddie was plainly wrong in feeling insufficient confidence in the untested affidavit evidence of the judgment debtor and Mr Margaronis. I think that the other evidence was sufficient to enable him to take that stance. Whether I would have shared his lack of confidence is something which I do not know. What I do know is that his decision was well within his discretion and that it would be quite wrong for this court to interfere.» H υπόθεση Walker International Holdings Ltd v. Republique Populaire Du Congo and others
(2005)EWHC 2813 (Comm) αφορούσε επιβαρυντικό διάταγμα βάσει του Charging Orders Act 1979 επί ακίνητης περιουσίας, ιδιοκτησίας εταιρείας, ο εξ αποφάσεως πιστωτής ήταν το Κράτος του Κογκό και το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο η εταιρεία ήταν εικονική ("sham") με σκοπό την απόκρυψη των περιουσιακών στοιχείων στο Κογκό. Το Δικαστήριο προέβη σε μια ενδελεχή αξιολόγηση όλης της μαρτυρίας που είχε τεθεί ενώπιον του. Στα πλαίσια της αξιολόγησης κατ΄ αρχάς είναι αξιοσημείωτη η παρατήρηση του Δικαστηρίου για την παράλειψη εμφάνισης κάποιων προσώπων στη διαδικασία αλλά και για την παράλειψη των μετεχόντων σε αυτή να προσκομίσουν μαρτυρία, στοιχείο το οποίο συνεκτίμησε κατά την αξιολόγηση, μη διστάζοντας να αναφέρει πως αυτή η παράλειψη ήταν εσκεμμένη και στόχευε στη μη παρουσίαση όλης της αλήθειας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως χαρακτηριστικά είπε: «. This was not an accidental failure to call relevant evidence; it was not a failure due to language or distance since the court has access to satisfactory video links; nor was it a failure because of expense; it was deliberate so as to avoid the court having a full and comprehensive picture of the truth.» Ακολούθως το Δικαστήριο επισήμανε πως δεν ήταν ασφαλές να στηριχθεί στην όψη των εγγράφων καθότι ο τύπος και η πραγματικότητα πιθανόν να μην συμπίπτουν και φαίνεται να υιοθέτησε το βάρος απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να καταλήξει στην απόφαση του πως παρόλο που η Fininco ήταν ο ονομαστικός μέτοχος, στην πραγματικότητα οι μετοχές ανήκαν στη SNPC/Kongo. Θεωρώ διαφωτιστικές τις ακόλουθες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου: «[100] Furthermore, I am not persuaded that it would be safe to rely on the face value of the documents. Form and reality may not coincide. . [106] Since I have had no reliable oral evidence, and no evidence at all from people who could have helped most, including in particular Mr Itoua, I have had to rely upon documents, which may be more for show than reality. I cannot conclude for certain that Fininco was set up because Walker had made attempts to seize the assets of SNPC in France. On a balance of probabilities, this seems a reasonable inference to draw. The circumstances in which it was incorporated [see paras 20 - 40 above] show that it was done in a hurry. The cross investment between COSER and Fininco is very odd: each apparently investing in the other, even though Fininco's investment in COSER is not recorded in its books and COSER itself never paid any money by way of share capital to Fininco. [107] I am satisfied for the reasons referred to earlier in this judgment that the shares in Jackson were acquired with SNPC funds without any management participation by the Board of Fininco, which had no money or bank account when the contract to buy the shares was made. Fininco's incorporation was, as was noted, incompatible with the objectives of the World Bank/IMF that the State oil company should be privatised. I infer from the circumstances of its incorporation, the way the compte courant was established, and the way the shares were bought that Fininco was simply a tool of the Congo /SNPC in 2002 and 2003. Although Fininco nominally held the shares in Jackson, in reality ownership of them was retained by SNPC/Congo. Fininco was no more than an extension of SNPC using Government money to undertake various projects. As such, it was a device used by Congo to spend more of the money, which should have gone to the Treasury, for its own ends. Whether Mr Trace QC is right to say that it was used for the purpose of frustrating creditors I am not absolutely sure, but reach that conclusion on a balance of probabilities. . [128] It follows, therefore, that I hold that Congo are beneficially interested in the shares of Jackson and Jackson's property.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ζήτημα του βάρους απόδειξης επανήλθε πιο πρόσφατα στην υπόθεση Walton and another v. Allman
(2015)EWHC 3325 (Ch). Σε εκείνη την υπόθεση μεταξύ της έκδοσης του προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος και της ακρόασης για την οριστικοποίηση του ο σύζυγος της εξ αποφάσεως οφειλέτιδος, (στο όνομα του οποίου ήταν εγγεγραμμένη η περιουσία), αμφισβήτησε ότι αυτή είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην εν λόγω περιουσία. Παρόλο που το σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου ήταν ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει επιβαρυντικό διάταγμα στις περιπτώσεις όπου ικανοποιείται πως ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει κάποιο συμφέρον επί της σχετικής περιουσίας, χωρίς την αναγκαιότητα καθορισμού του ακριβούς βαθμού κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, εντούτοις και εδώ το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως η σύζυγος είχε συμφέρον με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης και την πρόθεση των μερών, παρόλο που ο μοναδικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο σύζυγος της και δεν αφορούσε οικογενειακή οικία όπου εκεί ισχύουν διαφορετικές αρχές. Τέλος, η υπόθεση Shalabayev v. JSC BTA Bank
(2016)EWCA Civ 987, αφορούσε επιβαρυντικό διάταγμα επί ακίνητης περιουσίας βάσει δύο αποφάσεων εναντίον του Ablyazov όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε την αίτηση του εφεσείοντος να παρέμβει ενώ ισχυρίζετο πως αυτός ήταν ο δικαιούχος της υπό κρίση περιουσίας και πως αυτή δεν ανήκε στον Ablyazov. H θέση της Τράπεζας ήταν πως ο Ablyazov χρησιμοποιούσε ένα μεγάλο και πολύπλοκο δίκτυο εταιρειών, συσταθείσες σε διάφορες δικαιοδοσίες, Βρετανικές Παρθένες Νήσους, Σεϋχέλλες, Κύπρο και Νήσους Marshall, για να διαχειρίζεται και αποκρύβει τα περιουσιακά του στοιχεία, στο οποίο δίκτυο χρησιμοποιούσε διάφορα πρόσωπα εμπιστοσύνης του, συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντος. Το Δικαστήριο δεν του επέτρεψε να παρέμβει στη βάση κατάχρησης διαδικασίας και κωλύματος. Το Εφετείο ανέτρεψε αυτή την απόφαση θεωρώντας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του και πως ο εφεσείων είχε δικαίωμα να αμφισβητήσει το επιβαρυντικό διάταγμα εφόσον φέρετο ως ο μοναδικός δικαιούχος. Παρόλο που το σκεπτικό της απόφασης αφορά διαφορετική βάση, εντούτοις διαφαίνεται πως στα πλαίσια της εξέτασης των θέσεων του εφεσείοντος ως προς το συμφέρον του, το Δικαστήριο δικαιούται να υπεισέλθει σε όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και να δει κατά πόσο πίσω από τον εφεσείοντα τελικός δικαιούχος είναι άλλο πρόσωπο, και δη ο εξ αποφάσεως οφειλέτης. Στη βάση των όσων προκύπτουν από τις πιο πάνω αποφάσεις, θεωρώ πως κατ΄ αντιστοιχία στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να δει πίσω από τη φαινόμενη κατάσταση πραγμάτων για να διαπιστώσει κατά πόσο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης βρίσκεται ή κρύβεται πίσω από αυτή. Βεβαίως αυτό το ζήτημα είναι θέμα γεγονότων το οποίο θα αποφασιστεί στη βάση όλων των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στη βάση της μόνης λογικής διαπίστωσης ως προς το ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διατηρεί συμφέρον επί της περιουσίας που είναι αντικείμενο επιβαρυντικού διατάγματος, χωρίς την ανάγκη καθορισμού του σε αυτό το στάδιο που είναι ένα και μοναδικό για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, με το επόμενο στάδιο να είναι η έκδοση διατάγματος πώλησης. Σε αυτό ακριβώς το πρώτο στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο συνάγεται ως εύλογη διαπίστωση ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διατηρεί οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία, αντικείμενο των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Στο επόμενο στάδιο αποφασίζεται η πώληση αυτής (βλ. άρθρο 6 του Ν.31(Ι)/92) και οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν είναι ο καθορισμός του συμφέροντος και πιθανόν συνταγματικά ζητήματα όπως στην περίπτωση που η περιουσία αφορά κατοικία. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Walton and another v. Allman (ανωτέρω): «60. The obvious juncture at which the court would be likely to be called upon to resolve the precise extent of the judgment debtor's beneficial interest in the property would be if and when the judgment creditor decided to apply for an order for sale. But there is nothing inappropriate in having to resolve the precise extent of the judgment debtor's interest some time after the final charging order has been made. Even when a judgment creditor obtains a final charging order, he may not be able to obtain an order for the sale of the property for some time or at all. The process of obtaining an order for sale is a separate step from the obtaining of a charging order itself: see e.g. CPR 73.10 and the notes thereto in Civil Procedure (The White Book). This makes the point that the decision whether to grant an order for sale is a very different discretionary decision to the decision to make a charging order final. On the application for an order for sale, a variety of other factors must be taken into account, including rights under Article 8 of the ECHR where the property in question is a home. It might well be, for example, that an order for sale would not be granted if there were infant children of the judgment debtor in occupation of the house and the judgment debt was relatively small.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αυτή η διαπίστωση βρίσκει έρεισμα και στις πρόνοιες του ίδιου του Ν.31(Ι)/92. Το άρθρο 3
(4)αναφέρεται γενικά σε συμφέρον του εξ αποφάσεως οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου ενώ το άρθρο 6
(3)αναφέρεται σε εξακρίβωση του συμφέροντος. Ειδικότερα το άρθρο 6 προνοεί τα εξής: «6.-
(1)Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους τους οποίους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι διάδικοι.
(3)Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου είναι ξεκάθαρο. Για σκοπούς εξέτασης της αίτησης για πώληση το άρθρο 6
(3)πλέον εναποθέτει την υποχρέωση στο Δικαστήριο να εξακριβώσει, διαπιστώσει και καθορίσει με ακρίβεια το συμφέρον του οφειλέτη και ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου έχει συμφέρον ή επηρεάζεται από την πώληση. Η λέξη «εξακρίβωση» στη συνήθη έννοια της ερμηνεύεται στο Λεξικό της Δημοτικής «Εταιρείας Ελλ. Εκδόσεων», ως «διαπίστωση με ακρίβεια, ακριβής προσδιορισμός». Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Δ. Μπαμπινιώτη, 2η έκδοση, η «εξακρίβωση» ερμηνεύεται ως «το να εξακριβώνει κανείς κάτι» και η λέξη «εξακριβώνω» ως «υποβάλλω (κάτι) σε λεπτομερή έλεγχο για να διαπιστώσω και προσδιορίσω την ακρίβεια του». Επομένως, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος το Δικαστήριο δύναται να αξιολογήσει τα ενώπιον του στοιχεία για να καταλήξει κατά πόσο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει κάποιο συμφέρον στην περιουσία, αντικείμενο του διατάγματος επιβάρυνσης, ενώ στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για πώληση υποχρεούται πλέον να προσδιορίσει και καθορίσει αυτό το συμφέρον και ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου πριν προχωρήσει στο μέτρο εκτέλεσης, ήτοι την πώληση αυτής της περιουσίας. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με το λεκτικό του Νόμου και την πρόθεση του Νομοθέτη, καθότι εάν στα πλαίσια αίτησης για ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος δεν διαφανεί στον απαιτούμενο βαθμό η ύπαρξη κάποιου συμφέροντος του εξ αποφάσεως οφειλέτη στην υπό επιβάρυνση περιουσία, τότε δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος το διάταγμα επιβάρυνσης, που επιφέρει δραστικές συνέπειες, να παραμένει σε ισχύ. Στα πλαίσια της Αίτησης, έχει τεθεί ένορκη μαρτυρία, ως επιβεβαιώνεται από έγγραφα, πως οι μετοχές που αποτελούν αντικείμενο των υπό κρίση επιβαρυντικών διαταγμάτων είναι εγγεγραμμένες στις AWH, SSH και NT και πως οι μετοχές αυτών των εταιρειών κατέχονται από τους ΑΡ και ΝΤ ως ονομαστικοί μέτοχοι και εμπιστευματοδόχοι των εν λόγω μετοχών προς όφελος των JS, AK και AS, αντίστοιχα, δυνάμει εγγράφων εμπιστεύματος. Πέραν του ότι οι JS, AK και AS φέρονται ως οι μοναδικοί τελικοί δικαιούχοι των μετοχών υπάρχει και ένορκη μαρτυρία πως ο ΚΡ ουδέν συμφέρον είχε ή έχει, είτε άμεσο είτε έμμεσο, στις εταιρείες AWH, Awadticket, SSL και Leglan. Εάν το Δικαστήριο στηριζόταν εξ ολοκλήρου σε αυτή τη μαρτυρία, τότε σαφώς δεν θα είχε οποιαδήποτε δυσκολία να καταλήξει πως ο ΚΡ δεν είχε ούτε και έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις εν λόγω μετοχές και αυτή η διαπίστωση θα οδηγούσε δίχως άλλο στην ακύρωση των επιβαρυντικών διαταγμάτων. Όμως, με βάση τη μαρτυρία που προσάχθηκε από την Καθ΄ ης, το Δικαστήριο καλείται, όπως και έχει εξουσία να πράξει, να κοιτάξει πίσω από τον τύπο και να εξετάσει κατά πόσο η κατάσταση, όπως παρουσιάζεται, δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα και μήπως πίσω από αυτή βρίσκεται ο ΚΡ. Προς τούτο η Καθ΄ ης στηρίζεται, σε μεγάλο βαθμό, σε αριθμό δημοσιευμάτων τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 6-11 και 17 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για την έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων και ως Τεκμήρια 1-4 στην ένορκη δήλωση της ΕΛ που συνοδεύει την ένσταση. Τα εν λόγω δημοσιεύματα προέρχονται από διάφορα άρθρα, ιστοσελίδες, Ρωσικά έντυπα και ανακοινώσεις εταιρειών και αφορούν τα έτη 2013-2018. Θα πρέπει να τονιστεί εξαρχής πως οι Αιτήτριες προσκόμισαν την ως άνω ένορκη μαρτυρία όσον αφορά το καθεστώς ιδιοκτησίας των υπό κρίση μετοχών, χωρίς όμως να προβούν σε οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με τα δημοσιεύματα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό της Καθ΄ ης φέρουν τον ΚΡ ως τον ιδρυτή των εν λόγω εταιρειών και ιδιοκτήτη και δικαιούχο των μετοχών αυτών. Παρόλο που θα μπορούσε να λεχθεί πως η όποια αναφορά σε αυτά αφορά και θα έπρεπε να προέλθει από τον ίδιο τον ΚΡ, είναι αξιοσημείωτο πως αυτός δεν επιθυμεί να λάβει μέρος σε αυτή τη διαδικασία, εξ ου και δεν εμφανίστηκε ούτε στη διαδικασία ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε ερήμην απόφαση εναντίον του, ούτε και στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Παρά ταύτα, παρόλο που η ένορκη μαρτυρία που προσάχθηκε από τις Αιτήτριες αποσκοπεί στο να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης, εν τούτοις οι Αιτήτριες δεν προβαίνουν καν σε άρνηση ή αμφισβήτηση, ή ακόμα σε οποιοδήποτε σχολιασμό, των όσων καταγράφονται εκεί και ειδικότερα των όποιων δηλώσεων του ΚΡ. Για σκοπούς εξαγωγής οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί αυτών των δημοσιευμάτων, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με το καθένα ξεχωριστά και μάλιστα με χρονολογική σειρά: Ø Άρθρο ημ. 18.7.13 που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα. , Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ. Αυτό βασικά αναφέρεται στη NS, διευθύντρια του αντιπροσώπου της AnywayAnyday στην Ουκρανία, η οποία σε μια απάντηση της δηλώνει πως ο ΚΡ είναι ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης και ασχολείται και με τον γεωργικό τομέα. Ø Άρθρο ημ. 24.3.15 στο Forbes, Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, στο οποίο γίνεται μια ιστορική αναδρομή στον ΚΡ και ειδικότερα στις επιχειρήσεις AnywayAnyday και στον γεωργικό τομέα. Σε αυτό αναφέρεται επίσης πως ο ΚΡ προσπαθούσε να πωλήσει την AnywayAnyday της οποίας ήταν ιδιοκτήτης και πως το 2008 αγόρασε τη Valars. Ø Δημοσίευμα ημ. 19.8.15 στην ιστοσελίδα ., Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ στο οποίο ο ΚΡ δεν παραδέχεται δημόσια πως είναι ο ιδρυτής της «AnywayAnyday», ως ισχυρίζεται η ΜΠ, αλλά στην εισαγωγή αυτού ο ΚΡ παρουσιάζεται ως ο ιδρυτής αυτής. Στη συνέντευξη ο ΚΡ αναφέρεται τόσο στη λειτουργία της AnywayAnyday η οποία παρέχει ηλεκτρονικά υπηρεσίες αεροπορικών εισιτηρίων, ενοικίασης αυτοκινήτων και ταξιδιών όσο και στην ίδρυση της Nomadcar η οποία θα ασχολείται με αυτοκίνητα και δηλώνει πως η τελευταία δεν χρηματοδοτείται από την AnywayAnyday. Οι απαντήσεις του καταδεικνύουν πως αυτές είναι δικές του, τις διαχειρίζεται και γνωρίζει όλες τις πληροφορίες γι΄ αυτές. Ø Άρθρο ημ. 5.6.17 από την ιστοσελίδα ., Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, στο οποίο ο ΚΡ φέρεται ως ο ιδρυτής και κύριος ιδιοκτήτης της AnywayAnyday και ότι προάγει τη Smart Seeds, της οποίας είναι ο CEO. Αναφέρεται επίσης πως το 2016 συστάθηκε η Smart Seeds LLC της οποίας μοναδική διευθύντρια ήταν η GI, πως ο ΚΡ ήταν ο ιδιοκτήτης της Valinor την οποία πώλησε το 2015, λόγω οικονομικών προβλημάτων, στην Agrocomplex, και πως η AnywayAnyday Holdings Ltd ιδρύθηκε το 2008 και ελέγχει διάφορες άλλες Ρωσικές νομικές οντότητες από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Ø Άρθρο ημ. 5.6.17 από την ιστοσελίδα .,Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, στο οποίο ο ΚΡ παρουσιάζεται ως ο ιδρυτής και κύριος μέτοχος της AnywayAnyday, ίδρυσε τη Smartseeds και θα είναι υπεύθυνος για τη λειτουργική διαχείριση και στρατηγική ανάπτυξης της. Ø Άρθρο ημ. 28.8.17 από την ιστοσελίδα ., Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, στο οποίο αναφέρεται σε συμπεριφορά του ιδρυτή της AnywayAnyday ΚΡ έναντι της φίλης του. Ø Δημοσίευμα ημ. 1.2.18 στην ιστοσελίδα ., Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ΕΛ, στο οποίο αποδίδεται δόλια συμπεριφορά στον ΚΡ εις βάρος της Valinor η οποία πωλήθηκε για την αγορά ενός γιωτ. Ø Δημοσίευμα ημ. 27.6.18 στην ιστοσελίδα ., Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ΕΛ, στο οποίο γίνεται αναφορά σε μια εκπομπή στη Ρωσία όπου εμφανίστηκε ο ΚΡ. Εκεί ο ΚΡ παρουσιάζεται ως ο πρώην ιδρυτής της Valars και της AnywayAnyday και ο CEO της Smart Seeds. Ø Άρθρο ημ. 8.8.18, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ΕΛ, στο οποίο καταγράφεται πως υπεγράφη συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της AnywayAnyday και της Aeroclub JSC και πως και οι δύο εταιρείες λειτουργούν με επιτυχία. Ø Άρθρο ημ. 8.8.18, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΕΛ, που δημοσιεύτηκε στο Ρωσικό έντυπο Vedomost. Σε αυτό αναφέρεται πως τον Αύγουστο του 2018 ο ΚΡ πώλησε την AnywayAnyday στην Aeroclub JSC και περιέχεται δήλωση του ΚΡ πως δεν διατηρεί οποιαδήποτε σχέση με την AnywayAnyday εδώ και πολύ καιρό. Αναφέρεται επίσης πως ο ΚΠ πώλησε τη Valars το 2012 λόγω πολλών χρεών και πως πριν ένα έτος ξεκίνησε τη Smartseeds, συνιδιοκτήτης της οποίας είναι ο ΑΚ. Τέλος, αναφέρεται πως η πώληση της AnywayAnyday επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον ΚΡ και από τον επικεφαλής της εταιρείας ο οποίος δήλωσε πως η εταιρεία AnywayAnyday Holdings Ltd είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ανήκει σε «ιδιώτες επενδυτές». Ø Δελτίο τύπου, Τεκμήριο 17 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, της Smart Seeds το οποίο περιέχει δήλωση του ΑΚ πως ο ΚΡ είναι επιχειρηματίας με συμμετοχή στη δημιουργία μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων και ιδρυτής υπηρεσιών πληροφορικής και δηλώσεις του ΚΡ για την εταιρεία, όπου ο ΑΚ περιγράφεται ως ο χορηγός του έργου και ο ΚΡ ως ο CEO της εταιρείας, υπεύθυνος για τη διαχείριση ("operational issues") της εταιρείας και τη στρατηγική ανάπτυξη. Αυτό φέρει ημερομηνία 6 Ιουνίου, χωρίς χρονολογία όμως αναφέρεται στο επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας για τα τέλη του 2017. Η ΜΠ ισχυρίζεται πως το όνομα στο δελτίο τύπου έχει γραφεί λανθασμένα λόγω τυπογραφικού λάθους που προέκυψε από τις μεταβολές στη μετάφραση από Ρωσικά σε Αγγλικά και πως πρόκειται για τον ΚΡ, καθώς επίσης πως αυτό το δελτίο παραμένει προσβάσιμο μέσω άλλου συνδέσμου ο οποίος δεν περιέχεται πλέον στην ιστοσελίδα της Smart Seeds. Θεωρώ πως η υπόθεση της ΜΠ ότι η ιστοσελίδα έχει ανανεωθεί ούτως ώστε να αφαιρεθεί οποιαδήποτε αναφορά στη συμμετοχή του ΚΡ στην εταιρεία παραμένει παντελώς μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Κατ΄ αρχάς, παρά την παράλειψη αναφοράς στα δημοσιεύματα από πλευράς Αιτητριών, εντούτοις θεωρώ βάσιμη την εισήγηση του δικηγόρου τους κατά την αγόρευση πως αυτά προέρχονται από ανεπίσημες πηγές, χωρίς μαρτυρία ως προς την εγκυρότητα αυτών και τον έλεγχο της ακρίβειας του περιεχόμενου τους, ώστε το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να εξακριβώσει την αλήθεια των όσων καταγράφονται σε αυτά. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, μια προσεκτική ανάγνωση των πιο πάνω δημοσιευμάτων αρχικά καταδεικνύει πως τα πλείστα εξ αυτών αναφέρονται στην AnywayAnyday Holdings Ltd η οποία φέρεται να είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, ήτοι μια εκ των Αιτητριών. Ο ΑP στην ένορκη του δήλωση αναφέρει πως ο ΚΡ ήταν ο ιδρυτής και μέτοχος της εταιρείας AnywayAnyday Ltd (Cyprus) η οποία ετέθη υπό εκκαθάριση και εξεδόθη διάταγμα διάλυσης της από το ΕΔ Λευκωσίας, κατόπιν αιτήματος της AWH. Σχετικό αντίγραφο του διατάγματος ημ. 5.7.18 επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση. Είναι γεγονός πως στην Έκθεση ημ. 10.4.17, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, (για την οποία θα γίνει εκτενέστερη αναφορά πιο κάτω) η εταιρεία AnywayAnyday Ltd φέρεται να είχε μέτοχο κατά το 40% την εταιρεία Tiger Global, συσταθείσα στις Νήσους Cayman. Προφανώς το Τεκμήριο 7 αναφέρεται στην Κυπριακή εταιρεία εφόσον εκεί μιλά για επένδυση κατά το 2010 στην εν λόγω επιχείρηση από το Ταμείο Tiger Global. Η ίδια διαπίστωση ενδεχομένως συνάγεται και για το Τεκμήριο 11, το οποίο ξεκινά με αναφορά στο Ταμείο και στην πώληση κατά το 2010 του 40% του μεριδίου του ΚΡ. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως αυτά τα δύο Τεκμήρια αναφέρονται στην Κυπριακή εταιρεία, σαφώς υπάρχουν και αρκετά άλλα που ρητώς αναφέρονται στην Αιτήτρια. Έτσι θεωρώ αβάσιμη τη θέση του δικηγόρου των Αιτητριών στην αγόρευση του πως η Καθ΄ ης επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο μέσω της παρουσίασης των δημοσιευμάτων ως προς το ότι αυτά αφορούν την Αιτήτρια. Σε αυτά όντως γίνεται ρητή αναφορά στην Αιτήτρια η οποία εξακολουθεί μέχρι και το 2018 να υφίσταται, λειτουργεί και συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, και σαφώς δεν πρόκειται για την AnywayAnyday Ltd (Cyprus) η οποία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση από το 2016 και εκδόθηκε διάταγμα διάλυσης της το 2018. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι πως υπάρχουν δημοσιεύματα τα οποία φέρουν τον ΚΡ ως τον ιδρυτή και αρχικό ιδιοκτήτη της AWH, πως αυτός έχει πλέον πωλήσει την εταιρεία, εννοώντας το μετοχικό του μερίδιο, και πως δεν έχει σχέση με αυτή. Από τις δηλώσεις του ιδίου στα εν λόγω δημοσιεύματα, φέρεται όντως να μιλά για την εταιρεία και τη δραστηριότητα ωσάν να ήταν δική του η εταιρεία, όμως και ο ίδιος επιβεβαίωσε την πώληση και πως δεν έχει σχέση με αυτή εδώ και καιρό. Όσον αφορά τη SSL, στα δημοσιεύματα γίνεται λόγος γενικά για τη Smart Seeds της οποίας ο ΑΚ είναι ο ιδρυτής και χορηγός και ο ΚΡ ο CEO, χωρίς να διευκρινίζεται σε ποια εταιρεία αφορά. Μόνο στο Τεκμήριο 10 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην εταιρεία Smart Seeds LLC της οποίας αποκλειστική μέτοχος είναι η GI (εφεξής «η GI»). Η ιδιότητα του ΚΡ ως CEO είναι ικανή να εξηγήσει και τη γνώση και τις δηλώσεις του για την επιχειρηματική δραστηριότητα της Smartseeds καθώς επίσης και τις αναρτήσεις στο Facebook, πρώτον στις 20.2.17 φωτογραφίας του για τη συμμετοχή του στο Ρωσικό Επενδυτικό Φόρουμ και τη βράβευση της εταιρείας και δεύτερο για την παρουσία του σε αντίστοιχο Φόρουμ στις 14-16 Φεβρουαρίου 2018, Τεκμήρια 20 και 19 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ αντίστοιχα, στα οποία σημειώνεται πως και πάλι γίνεται αναφορά μόνο στη Smartseeds. Επομένως, εκείνο το οποίο δύναται να συναχθεί από τις εν λόγω αναρτήσεις είναι πως ο ΑΚ είναι ο ιδρυτής και ο ΚΡ ο CEO της Smartseeds. Επιπρόσθετα με τα δημοσιεύματα, η Καθ΄ ης παρουσίασε Έκθεση ημ. 10.4.17 Ερευνητών, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ. Όπως καταγράφεται σε αυτή, πρόκειται για Έκθεση της GlobalSource Cyprus Ltd, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν αιτήματος και περιέχει ευρήματα από έρευνα για εντοπισμό προσωπικών περιουσιακών στοιχείων των ΚΡ και της πρώην συζύγου του JS στην Κύπρο και στην Ελβετία. Κατ΄ αρχάς θεωρώ σημαντικό να λεχθεί ότι στην πρώτη σελίδα αναφέρεται πως τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά και πως χρειάζεται περαιτέρω έρευνα προς επιβεβαίωση και διευκρίνιση κάποιων σημείων. Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται «These are preliminary findings and further research is required to confirm and clarify some points.» Η Έκθεση, στον βαθμό που αφορά τις υπό κρίση εταιρείες, ξεκινά με διάφορες επισημάνσεις, μεταξύ των οποίων και οι εξής: o Ο ΚΡ φαίνεται να χρησιμοποιεί με επιτυχία ένα πολύπλοκο σχέδιο μετοχικών και διευθυντικών δομών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, Κύπρο και Ελβετία, για να κρύβει το ιδιοκτησιακό του καθεστώς πίσω από εταιρείες συνδεδεμένες με αυτόν. Ειδικότερα, τα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών στην Κύπρο επιβεβαιώνουν πως ο ΚΡ ήταν μέτοχος στη Valars Management Ltd (Cyprus) η οποία βρίσκεται υπό διάλυση και εξακολουθεί να είναι μέτοχος στην ενεργή Valinor Public Ltd (Cyprus), της οποίας βασική μέτοχος ήταν η Valars Management Ltd (Cyprus). Αυτές οι εταιρείες φαίνεται να αποτελούν μέρος μιας ξεχωριστής εταιρικής δομής και δεν έχουν σχέση με άλλες εταιρείες στην Κύπρο, Ελβετία και Βρετανικές Παρθένες Νήσους. o Μητρώα του Εφόρου Εταιρειών της Ελβετίας επιβεβαιώνουν πως η JS είναι η μέτοχος κατά το 50% της Nomadcar. o Εταιρείες συνδεδεμένες με τον ΚΡ και τη JS φαίνεται να έχουν μεγάλο αριθμό χρεών για τα οποία δόθηκαν ως εξασφαλίσεις προς τις Τράπεζες επιβαρύνσεις επί των εν λόγω εταιρειών, το οποίο πιθανόν εξηγεί τη χρήση από τον ΚΡ ονομαστικών διευθυντών και μετόχων και απουσία περιουσίας εγγεγραμμένης στο όνομα του στην Ελβετία και στην Κύπρο. o Ακόμα μια ένδειξη πως ο ΚΡ πιθανόν να αποκρύβει περιουσία και την ιδιοκτησία του σε διάφορες εταιρείες είναι η παράλειψη ενημέρωσης του Μητρώου Εφόρου Εταιρειών, όπως π.χ. συνέβη με τη Valars Management Ltd (Cyprus). Στη συνέχεια της Έκθεσης αποκαλύπτεται και σκιαγραφείται ένα σχέδιο με τη δομή αριθμού εταιρειών. Σε αυτό φαίνονται, μεταξύ άλλων, ομαδοποιημένες ξεχωριστά κάποιες εταιρείες, για τις οποίες ακολουθεί αναφορά στην κάθε όμαδα, ως εξής: Þ H Awadticket Ltd η οποία ανήκει αποκλειστικά στην ΑWH. Κατά το 2015 ο AP ήταν διευθυντής της Awadticket, όπως φαίνεται από την Έκθεση, Τεκμήριο 4, και την έρευνα στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 5. Þ H AnywayAnyday Ltd (Cyprus) η οποία ανήκει κατά 60% στη Zellen και κατά 40% στην Tiger Global. Παρά το ότι ο ΚΡ ήταν διευθυντής της AnywayAnyday Ltd (Cyprus) και το 2012 η Zellen ενεχυρίασε τις μετοχές της σε αυτή ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Valinor προς την τράπεζα, εντούτοις αυτή έχει πλέον διαλυθεί. Þ H Leglan η οποία ανήκει αποκλειστικά στη Hermitage, η οποία κατέχεται κατά 50% στη Nomadcar και κατά 50% στη JS η οποία κατέχει το 100% της RUS e-Ticket. Η JS είναι διευθύντρια της Nomadcar και κάτοχος κατά το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της, ενώ το άλλο 50% κατέχεται από την εταιρεία Hermitage Consulting (Cyprus) η οποία ανήκει σε εμπιστευματοδόχο. Ο ΚΡ κατείχε το 1% του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου της RUS e-Ticket. Þ Η εταιρεία Grainwell Holding Ltd η οποία ανήκει αποκλειστικά στην εταιρεία Grainwell Overseas Ltd (Cyprus) η οποία με τη σειρά της ανήκει στην Grainwell Overseas Ltd (Switzerland). Þ Μεγάλος αριθμός εταιρειών οι οποίες τελικώς καταλήγουν στη Valars Agro Ltd (Cyprus). Παρά την εκτεταμένη αναφορά στη δομή των εταιρειών του Ομίλου Valars, εντούτοις διαφαίνεται πως κάποιες από αυτές έχουν πλέον διαλυθεί ή τελούν υπό εκκαθάριση. Η ΜΠ, στην ένορκη της δήλωση για έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων, επικαλείται και κάποια άλλα στοιχεία και πληροφόρηση που έλαβε από την Καθ΄ ης και υποστηρίζει πως ο συνδυασμός αυτών μαζί με τα δημοσιεύματα και τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση δημιουργούν καλό λόγο για να υποτεθεί πως ο ΚΡ είναι ο τελικός δικαιούχος των υπό κρίση μετοχών. Θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην κάθε εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τα επιβαρυντικά διατάγματα, ξεχωριστά με παραπομπή στο σύνολο των τεθέντων στοιχείων, στις θέσεις των δύο πλευρών και στην κατάληξη των όποιων διαπιστώσεων ή συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. v Awadticket Η Αιτήτρια στηρίζεται στα ακόλουθα: (
  1. i)Δημοσιεύματα, Τεκμήρια 7-11 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ και Τεκμήρια 1-4 στην ένορκη δήλωση της ΕΛ. (
  2. ii)Αντίγραφο αναζήτησης στο World Intellectual Property Organization, Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, στο οποίο φαίνεται ότι το εμπορικό σήμα «AnywayAnyday» με αριθμό -83 κατέχεται και ανήκει στην AWH και άλλο εμπορικό σήμα με το ίδιο όνομα και με αριθμό -84 κατέχεται και ανήκει στη διαλυθείσα ΑnywayAnyday Ltd Κύπρου. (iii) Τα εγγεγραμμένα γραφεία των εταιρειών AWH, Zellen και Grainwell Holding Ltd βρίσκονται στην ίδια διεύθυνση. (
  3. iv)Τα εγγεγραμμένα γραφεία των εταιρειών Awadticket και AnywayAnyday Ltd βρίσκονταν στην ίδια διεύθυνση. (
  4. v)Πληροφόρηση πως κατά την επίδοση εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης της Αγγλικής απόφασης, στη διεύθυνση κατοικίας του ΚΡ και στην εταιρεία AnywayAnyday Tour στη Ρωσία, το πρόσωπο που παρέλαβε τα έγγραφα επιβεβαίωσε πως ο ΚΡ βρισκόταν στο γραφείο και πως είναι μέτοχος της εταιρείας. (
  5. vi)Ο ΑΡ είναι διευθυντής της Awadticket, της Grainwell Overseas Ltd (που έχει το ίδιο εγγεγραμμένο γραφείο με τη RUS e-Ticket), και εταιρειών του Ομίλου Valars, ήτοι των Valars Holding Ltd (υπό εκκαθάριση), Valars Management Ltd και Valars Agro Ltd. (vii) Ο ΑΡ είναι μέλος του πληρώματος ιστιοπλοΐας της Ρωσικής ομάδας RUS7, η οποία δημιουργήθηκε και τελούσε υπό τη διαχείριση του ΚΡ, Τεκμήριο 14. (viii) To 2010 η AWH έγινε μέτοχος της RUS e-Ticket SA, της οποίας διευθύντρια ήταν η JS και ένας των μετόχων ο ΚΡ. Η JS και η Hermitage ήταν επίσης οι αρχικοί μέτοχοι της Nomadcar. Η μοναδική μέτοχος της Nomadcar είναι η Leglan. (
  6. ix)Οι επιβαρύνσεις επί της εταιρείας Grainwell Overseas Ltd για ποσό US$15εκ. (
  7. x)Έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών της Valars Holding κατά το 2011 ως εξασφάλιση προσωπικών υποχρεώσεων του ΚΡ. v SSH Η Αιτήτρια στηρίζεται στα ακόλουθα: (
  8. i)Δημοσιεύματα, Τεκμήρια 10 και 17. (
  9. ii)Φωτογραφίες, Τεκμήρια 19 και 20. (iii) Ιστορικά ο μοναδικός μέτοχος της είναι ο ΑΡ ο οποίος κατέχει διάφορες διευθυντικές θέσεις σε άλλες εταιρείες και είναι στενός συνεργάτης του ΚΡ. (
  10. iv)Η SSL ανήκει αποκλειστικά στην SSH. Η SSL είναι αποκλειστική ιδιοκτήτρια και της Smart Seeds LLC της οποίας μέτοχος είναι η GI, επίσης στενή συνεργάτης του ΚΡ. (
  11. v)Ο ΚΡ ίδρυσε παλαιότερα ένα φιλανθρωπικό ταμείο με την ίδια διεύθυνση ως οι εταιρείες Grainwell Trading και Smart Seeds. (
  12. vi)Οι ΑΡ και GI ήταν προηγουμένως ανώτατα στελέχη του Ομίλου Valars. v Leglan (
  13. i)Δομή της εταιρείας. (
  14. ii)Έγγραφο στο Facebook με αναγραφή της Nomadcar και κάποια σχόλια του ΚΡ για οχήματα, Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, που κατά την εισήγηση της δείχνουν πως ο ΚΡ έχει συμφέρον και διασυνδέσεις με αυτές τις εταιρείες. (iii) Συμβουλή που έλαβε η ΕΛ από Ρώσους δικηγόρους της Καθ΄ ης πως με βάση το Ρωσικό δίκαιο, η περιουσία που αποκτάται κατά τη διάρκεια του γάμου ανήκει κατά 50% και στους δύο συζύγους και επομένως η περιουσία που έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της JS ανήκει κατά τουλάχιστον 50% στον ΚΡ. Τέλος, η ΕΛ επικαλείται στοιχεία από πρόσφατες έρευνες τα οποία, ως η θέση της, υποστηρίζουν πως τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν και ή ελέγχονται ουσιαστικά από τον ΚΡ. Αυτά είναι τα δημοσιεύματα του 2018, Τεκμήρια 1-4 και τα εξής: (α) Μετά την έκδοση της Αγγλικής απόφασης ο ΚΡ άλλαξε διεύθυνση χωρίς να πληροφορήσει την Καθ΄ ης περί τούτου, ως είχε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης, για να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. (β) Αμέσως μετά την έκδοση της Αγγλικής απόφασης ο ΚΡ μεταβίβασε δόλια περιουσιακά στοιχεία του στη JS με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών του, συμπεριλαμβανομένης και της Καθ΄ ης. Με βάση το σύνολο της ως άνω μαρτυρίας, κατ΄ αρχάς φαίνεται να αποκαλύπτονται πέντε ομάδες εταιρειών οι οποίες περιλαμβάνουν εταιρείες εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, Ελβετία και Κύπρο. Οι Awadticket, Leglan, Grainwell και Velars ανήκουν στην κάθε ομάδα ξεχωριστά. Διάφορες εταιρείες από κάθε ομάδα έχουν τον ΑΡ ως διευθυντή, κάποιες έχουν κοινή διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου τους, σε κάποιες ο ΚΡ διατηρεί μετοχικό ποσοστό ενώ σε κάποιες η πρώην σύζυγος του και κάποιες εξ αυτών έχουν διαλυθεί ή βρίσκονται υπό εκκαθάριση. Η συνολική εικόνα που παρουσιάζεται είναι πως βασικά πρόκειται για συμπλέγματα εταιρειών οι οποίες ασχολούνται με διάφορους τομείς και στα οποία (συμπλέγματα) ο ΚΡ φαίνεται να έχει κάποια σχέση, γνώση ή και εμπλοκή, χωρίς να παρουσιάζεται ως εγγεγραμμένος μέτοχος. Πρόκειται όμως για πολύ γενικές διαπιστώσεις οι οποίες από μόνες τους δεν είναι ικανές να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε θετικό συμπέρασμα πως ο ΚΡ είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος των υπό κρίση εταιρειών, ήτοι των AWH, Awadticket, SSH και Leglan. Είναι σημαντικό να λεχθεί πως ούτε και η ίδια η Καθ΄ ης ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Η θέση της Καθ΄ ης, όπως προβάλλει μέσω των ενόρκων δηλώσεων της ΜΠ και της ΕΛ, είναι πως με βάση την εν λόγω μαρτυρία «υπάρχει καλός λόγος να υποτεθεί (good reason to suppose) ότι όντως ο Καθ΄ ου είναι το πρόσωπο που έχει τον απόλυτο και ουσιαστικό έλεγχο (substantive control) των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων». Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και να καταλήξει κατά πόσο αυτή ικανοποιεί το απαιτούμενο βάρος απόδειξης για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ήτοι κατά πόσο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ο ΚΡ είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος των υπό κρίση μετοχών. Αναφορικά με την AWH η οποία κατέχει το 100% των μετοχών της Awadticket, αρχικά επαναλαμβάνω πως τα σχετικά δημοσιεύματα, των οποίων η εγκυρότητα δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, καταδεικνύουν πως, ακόμα και εάν ο ΚΡ ήταν ο ιδρυτής αυτής, έχει πλέον πωλήσει το όποιο μερίδιο του σε αυτή. Τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση αποτελούν προκαταρκτικά ευρήματα τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης προς επιβεβαίωση, αρκετές εταιρείες έχουν πλέον διαλυθεί ενώ ο όμιλος εταιρειών Valars παρουσιάζεται ως ανεξάρτητος και χωρίς σύνδεση με οποιαδήποτε εταιρεία στην Κύπρο, Ελβετία ή Βρετανικές Παρθένες Νήσους, συμπεριλαμβανομένων των υπό κρίση εταιρειών. Επιπλέον, η Κυπριακή εταιρεία με το όνομα AnywayAnyday χρησιμοποιούσε ξεχωριστό εμπορικό σήμα και έχει διαλυθεί. Το γεγονός πως η Κυπριακή εταιρεία είχε την ίδια διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου με την Awadticket, η οποία είναι η μοναδική μέτοχος της AWH, και πως ο ΑΡ ήταν ο διευθυντής και των δύο αυτών εταιρειών, καθώς επίσης και πολλών άλλων, αποτελεί ένδειξη περί κάποιας σύνδεσης μεταξύ αυτών των εταιρειών. Ο ΑΡ, στην ένορκη του δήλωση, παραδέχεται την προσωπική του γνωριμία με τον ΚΡ, χωρίς όμως να αποκαλύψει την πλήρη έκταση αυτής και της επαγγελματικής τους σχέσης, εφόσον λακωνικά ισχυρίζεται πως προσφέρει διοικητικές υπηρεσίες από το 2006, πως η προσωπική του σχέση με τον ΚΡ δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ως προς το ότι οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες συνδέονται με τον ΚΡ και πως η εταιρεία του έχει πολλούς πελάτες οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με τον ΚΡ. Αξίζει να σημειωθεί πως ο AΡ αποφεύγει να αποκαλύψει την όποια σχέση και ιδιότητα του σε άλλες εταιρείες των συμπλεγμάτων και κυρίως να σχολιάσει το Τεκμήριο 14 και τη συμμετοχή του στην ομάδα ιστιοπλοΐας, της οποίας διευθυντής είναι ο ΚΡ. Η αναφορά του προσώπου στο γραφείο του ΚΡ όπου έγινε επίδοση, πως αυτός είναι μέτοχος της εταιρείας αφενός αναφέρεται στην AnywayAnyday Tour και αφετέρου αποτελεί μια δήλωση κάποιου τρίτου προσώπου, χωρίς να διασυνδέεται με την AWH. Τέλος, η παροχή των εξασφαλίσεων από τη Grainwell παραμένει παντελώς γενική και αόριστη, ενώ αυτή της Valars δεν έχει σχέση με τον ΚΡ. Η όποια προσπάθεια διασύνδεσης του ΚΡ μέσω της JS δεν αποβαίνει βοηθητική για την Καθ΄ ης. Κατ΄ αρχάς ο ισχυρισμός πως τo 2010 η AWH έγινε μέτοχος της RUS e-Ticket SA καταρρίπτεται από το νυν μετοχικό καθεστώς και στις δύο αυτές εταιρείες που φέρει αποκλειστική μέτοχο τη JS. Αξίζει να σημειωθεί πως στην Έκθεση, Τεκμήριο 4, τα συμπλέγματα των δύο αυτών εταιρειών παρουσιάζονται ξεχωριστά και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διασύνδεση μεταξύ τους. Τέλος, υπάρχει επίσης η ένορκη και θετική μαρτυρία της JS ως προς το ότι αυτή αγόρασε τις μετοχές της AWH από δικά της χρήματα, πως έχει χωρίσει από τον ΚΡ για πέραν των δύο ετών βάσει συμφωνίας ημ. 20.2.16, η οποία επικυρώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ελβετίας στις 8.7.16 και πως αυτή είναι η μοναδική δικαιούχος των μετοχών της AWH. Η JS δεν κλήθηκε προς αντεξέταση επί του περιεχομένου της ένορκης της δήλωσης. Υπάρχει ακόμα και ένορκη μαρτυρία του ΑΡ πως η AWH κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ουκρανικής Bookticket LLC η οποία διατηρεί τους λογαριασμούς της στην Καθ΄ ης και σύμφωνα με τους Κανονισμούς Αναγνώρισης Πελατών της Ουκρανίας, έχει προβεί σε δήλωση ημ. 8.4.16 προς την Καθ΄ ης ότι η Bookticket ανήκει εξ ολοκλήρου στην AWH η οποία ανήκει δικαιωματικά στη JS. Οι ισχυρισμοί αναφορικά με τα πρόσφατα γεγονότα, ήτοι η αλλαγή διεύθυνσης του ΚΡ για αποφυγή εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του και η δόλια μεταβίβαση περιουσίας του προς την πρώην σύζυγο του, παρέμειναν παντελώς γενικοί και αόριστοι, χωρίς να δοθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτούς. Θεωρώ πως το σύνολο των πιο πάνω δεδομένων αποτελεί ένδειξη ή καλύτερα δημιουργεί κάποια υποψία πως ο ΚΡ πιθανόν να σχετίζεται με την AWH και συνακόλουθα με την Awadticket. Αυτά τα δεδομένα, ιδωμένα και μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της όλης εικόνας των γεγονότων, δεν απολήγουν όμως σε εύλογη πιθανολόγηση για σχέση του ΚΡ με την AWH και συνακόλουθα με την Awadticket και υπό την έννοια αυτή δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό μια τέτοια σχέση. Εδώ είναι σημαντικό να τονιστεί πως ανεξαρτήτως των στοιχείων που η Καθ΄ ης παρουσίασε και στα οποία στηρίχθηκε, δεν ζήτησε την αντεξέταση οποιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων στην υπό κρίση Αίτηση, και ειδικότερα του ΑΡ και της πρώην συζύγου του ΚΡ, για να υποβάλει τις θέσεις της και να δοθεί ενδεχομένως η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτούς και την προσαχθείσα εκ μέρους τους μαρτυρία. Έτσι, βασικά το Δικαστήριο παρέμεινε με την εξαγωγή συμπερασμάτων από τη μια, στη βάση απλής υποψίας και πιθανολόγησης, και με τη θετική και σαφή μαρτυρία από την άλλη, στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως η Καθ΄ ης δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης και να καταδείξει ως εύλογο συμπέρασμα ότι ο ΚΡ βρίσκεται πίσω από την AWH ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος αυτής και συνακόλουθα της Awadticket. Αναφορικά με τη SSH, τα δημοσιεύματα παρουσιάζουν τον AK ιδρυτή της Smart Seeds και τον ΚΡ ως CEO αυτής. Αυτή η ιδιότητα του KΡ συνάδει και με τις σχετικές φωτογραφίες, χωρίς κατ΄ ανάγκη να είναι ο ιδιοκτήτης και δικαιούχος αυτής. Η δομή των εταιρειών SSL, SSH και Smartseeds LLC, η ιδιότητα της AG στην τελευταία και η φερόμενη στενή επαγγελματική της σχέση με τον ΚΡ αποτελούν ενδείξεις περί σύνδεσης του ΚΡ με την εταιρεία SSH, η οποία πάλι δύναται να πηγάζει λόγω της ιδιότητας του ως Γενικού Διευθυντή και όχι ως ιδιοκτήτη αυτής. Ούτε και η ίδρυση του φιλανθρωπικού ταμείου με την ίδια διεύθυνση των εταιρειών Grainwell Trading και Smart Seeds είναι ικανή να καταδείξει οτιδήποτε περαιτέρω από όσα αναφέρονται ανωτέρω. Ο ισχυρισμός πως οι ΑΡ και GI ήταν προηγουμένως ανώτατα στελέχη του Ομίλου Valars και πάλι δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις, κυρίως εφόσον οι εταιρείες Smartseeds δεν περιλαμβάνονται καν στην Έκθεση, Τεκμήριο 4, όπου οι εταιρείες του Ομίλου Valars φέρονται ασύνδετες με τις εταιρείες στην Κύπρο και στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Θεωρώ πως για την SSH δεν έχει τεθεί τέτοιο υπόβαθρο γεγονότων από το οποίο να εξάγεται ως εύλογη πιθανότητα ότι ο ΚΡ είναι ο ιδιοκτήτης και δικαιούχος αυτής. Και εδώ πρόκειται για υποψίες περί του ότι η σχέση του KP με τις εταιρείες πιθανόν να ξεπερνά την ιδιότητα του ως Γενικού Διευθυντή, οι οποίες όμως παραμένουν στο επίπεδο των εικασιών και απλών πιθανολογήσεων. Εξ ου και προφανώς η ΜΠ ισχυρίζεται πως υπάρχει καλός λόγος να υποτεθεί κάτι τέτοιο και πως μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια του ΚΡ να αποκρύψει τα επιχειρηματικά του συμφέροντα και περιουσιακά στοιχεία, ισχυρισμός ο οποίος δεν ικανοποιεί το απαιτούμενο βάρος απόδειξης στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, εν αντιθέσει με τη θετική μαρτυρία των Αιτητριών πως ο ιδρυτής και δικαιούχος της SSH είναι ο ΑΚ και πως ο ΚΡ είναι ο Γενικός Διευθυντής της θυγατρικής της SSL, της Smartseeds LLC. Αναφορικά με τη Leglan, κατ΄ αρχάς η δομή του συπλέγματος των εταιρειών που περιλαμβάνει και τη Leglan οδηγεί κάπως απομακρυσμένα και με πολύ μικρό ποσοστό στον ΚΡ, Τεκμήριο 4. Οι αναρτήσεις στο Facebook, Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση της ΜΠ, πέραν του ότι δεν αποτελούν εξακριβωμένες και έγκυρες πηγές, δεν αποκαλύπτουν σύνδεση πόσω μάλλον συμφέρον του ΚΡ σε αυτή. Η Καθ΄ ης βασικά επικαλείται νομική συμβουλή που έλαβε η ΕΛ πως με βάση το Ρωσικό δίκαιο, η περιουσία που αποκτάται κατά τη διάρκεια του γάμου ανήκει κατά 50% και στους δύο συζύγους και επομένως η περιουσία που έχει μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της JS ανήκει κατά τουλάχιστον 50% στον ΚΡ. Αποτελεί βασική νομολογιακή αρχή πως το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό και αποδεικνύεται όπως άλλα γεγονότα στο Δικαστήριο, με μαρτυρία εμπειρογνώμονα, όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Royal Bank of Scotland Plc v. Geodrill Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 753 και Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Εδώ η απλή επίκληση νομικής συμβουλής δεν είναι επαρκής, ειδικότερα εφόσον αυτή δεν υποστηρίζεται και από το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο, ήτοι ο γάμος, η διάλυση αυτού και πως πρόκειται για περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου. Τέτοια ζητήματα παραμένουν εντελώς άγνωστα προς το Δικαστήριο, το οποίο δεν έχει την απαραίτητη μαρτυρία ούτως ώστε να δύναται να καταλήξει έστω και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων πως οι μετοχές της JS στη Leglan ανήκουν κατά το 50% τουλάχιστον στον ΚΡ. Αντιθέτως η ίδια η JS παρουσίασε ένορκη μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, πως έχει χωρίσει από τον ΚΡ για πάνω από δύο έτη και πως υπέγραψε συμφωνία διαζυγίου στις 20.2.16 η οποία επικυρώθηκε από το Ελβετικό Δικαστήριο στις 8.7.
  2. Η αναφορά σε συμφωνία διαζυγίου εύλογα παραπέμπει σε γάμο και διάλυση αυτού, πλην όμως είναι βάσιμη η εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητριών πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο γάμος τελέστηκε βάσει του Ρωσικού δικαίου, ειδικότερα εφόσον η συμφωνία διαζυγίου επικυρώθηκε από Ελβετικό Δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει πως η JS κατέχει μετοχές και σε άλλες εταιρείες, πλην όμως, ελλείψει μαρτυρίας ως προς το αλλοδαπό δίκαιο και του απαραίτητου υπόβαθρου γεγονότων που να το υποστηρίζει, θεωρώ πως τα πιο πάνω δεν οδηγούν σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ακόμα και στη βάση της εύλογης πιθανολόγησης ότι ο ΚΡ είναι ο ιδιοκτήτης ή τελικός δικαιούχος των μετοχών της Leglan. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως το σύνολο του υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι τέτοιο που να το οδηγεί σε εύλογη πιθανολόγηση πως ο ΚΡ βρίσκεται πίσω από τις υπό κρίση μετοχές ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος αυτών. Yπάρχουν κάποιες ενδείξεις οι οποίες δημιουργούν απλές υποψίες, οι οποίες όμως δεν αποσείουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης. Εδώ είναι χρήσιμο να γίνει μια αντιπαραβολή με την Αγγλική υπόθεση Walker International Holdings Ltd v. Republique Populaire Du Congo and others (ανωτέρω), στην οποία το Δικαστήριο είχε ενώπιον του συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία έκρινε ότι μπορούσε με ασφάλεια να εξαγάγει εύλογα συμπεράσματα, σε αντίθεση με την παρούσα όπου το Δικαστήριο καλείται να εξαγάγει συμπεράσματα από δημοσιεύματα, μια έκθεση με προκαταρκτικά ευρήματα και πληροφορίες, καταλήγοντας μόνο σε υποψίες. Αυτή η διαπίστωση απολήγει καθοριστική ως προς την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία: (i) Aκυρώνονται και παραμερίζονται τα επιβαρυντικά διατάγματα των παρ. 1(α)-(γ) ημ. 1.3.18 τα οποία εκδόθηκαν κατόπιν της μονομερούς αίτησης ημ. 23.2.
  3. (ii) Aκυρώνεται και παραμερίζεται το διάταγμα της παρ. 2 στον βαθμό που αφορά τα διατάγματα των παρ. 1(α)-(γ) ημ. 1.3.18, το οποίο επίσης εκδόθηκε κατόπιν της προαναφερόμενης μονομερούς αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.