PEGAS INVEST FUND INC. κ.α. ν. IRONFX GLOBAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3732/15, 2/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3732/15 ΜΕΤΑΞΥ:
- PEGAS INVEST FUND INC., από Παναμά
- DIRECT PARTNERSHIP INC, από Παναμά Ενάγοντες και
- IRONFX GLOBAL LIMITED, εκ Λεμεσού
- ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 02 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Ε. Σκούλλου με κα. Κυπριανού για M. Economides Kranos & Co LLC Για Εναγόμενη 1: κα. Μ. Τζιουτ με κα. Δ. Ιωαννίδου για Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα. Μ. Τριανταφυλλίδη με κ. Παναγή και κα. Χριστοδούλου για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοι ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες 1 και 2, εταιρείες από τον Παναμά, αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 τα ποσά των $15.744,20 και $24.853,35 αντίστοιχα, ως ποσά που είχαν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς με αρ. XXXXX4256 και XXXXX5890 στην επενδυτική πλατφόρμα των εναγομένων 1 δυνάμει ξεχωριστών ηλεκτρονικών συμφωνιών για παροχή υπηρεσιών στο τομέα της επένδυσης σε ξένο συνάλλαγμα (FOREX). Οι εν λόγω συμφωνίες είχαν συναφθεί μεταξύ εναγόντων 1 και 2 και εναγομένων 1 περί τον Οκτώβριο 2013 και Ιανουάριο 2014 αντίστοιχα. Πρόσθετα της εν λόγω αξίωσης, αμφότεροι οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και γενικές αποζημιώσεις για «. άρνηση και/ή αμέλεια και/ή παράλειψη και/ή καθυστέρηση τους να επιστρέψουν και/ή να προχωρήσουν στην απόσυρση χρημάτων και/ή κεφαλαίων από τους λογαριασμούς των εναγόντων 1 και 2», καθώς επίσης και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις «.για την παράνομη κατακράτηση των επίδικων ποσών και/ή των ποσών που κατά τους επίδικους χρόνους ήταν κατατεθειμένα και/ή είναι μέχρι σήμερα κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των εναγόντων 1 και 2». Ζητούν τέλος οι ενάγοντες και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 όπως κλείσουν τους προαναφερόμενους επενδυτικούς λογαριασμούς. Εναντίον των εναγομένων 2, οι ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν γενικές αποζημιώσεις λόγω της «.αμέλειας τους να προβούν στις δέουσες ενέργειες και/ή να ασκήσουν τον δέοντα και/ή επαρκή εποπτικό έλεγχο στους εναγόμενους 1 και/ή να επιδείξουν την δέουσα και/ή επαρκή επιμέλεια για να επιστραφούν τα επίδικα ποσά στους ενάγοντες 1 και 2 άμεσα και χωρίς καθυστέρηση» καθώς επίσης και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις «.για την αμέλεια τους να ασκήσουν επαρκή εποπτεία και/ή επαρκή έλεγχο και/ή για την αμέλεια και/ή παράλειψη τους να λάβουν τα δέοντα και/ή επαρκή μέτρα για την προστασία των εναγόντων 1 και 2 και/ή των χρηματικών τους καταθέσεων και/ή για την συμμόρφωση των εναγομένων 1 με τη νομοθεσία και/ή τις συμφωνίες τους που είχαν με τους ενάγοντες 1 και 2 και/ή για την επιστροφή των χρημάτων των εναγόντων 1 και 2». Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων είναι ουσιαστικά ότι περί το Μάιο 2015 και Ιούλιο 2015, όταν οι προαναφερόμενοι επενδυτικοί λογαριασμοί τους παρουσίαζαν τα αξιούμενα ποσά ως πιστωτικά υπόλοιπα, αμφότεροι άσκησαν το δικαίωμα που τους παρείχαν οι συμφωνίες τους με τους εναγόμενους 1 και ζήτησαν από αυτούς με γραπτές ειδοποιήσεις του κοινού αντιπροσώπου τους xx Savelko (εφ' εξής Savelko), όπως τερματιστεί η λειτουργία των λογαριασμών και όπως τους επιστραφούν τα ποσά που παρέμεναν κατατεθειμένα εκεί. Επειδή όμως οι εναγόμενοι 1 αυθαίρετα και αντισυμβατικά αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την απαίτηση των εναγόντων, οι τελευταίοι προχώρησαν και κατήγγειλαν το θέμα στην εναγόμενη 2 (εφ' εξής Κεφαλαιαγορά), η οποία είναι, δυνάμει του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου Ν.144(Ι)/07, το νομικό όργανο που επιβλέπει και εποπτεύει τις Κυπριακές Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ) ως είναι οι εναγόμενοι
- Παρά ταύτα, σύμφωνα με τους ενάγοντες, η Κεφαλαιαγορά αδιαφόρησε και/ή αμέλησε να εξετάσει τις καταγγελίες τους παρά τη νομοθετική υποχρέωση που είχε προς τούτο και ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να υποχρεώσει τους εναγόμενους 1 να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να επιστρέψουν τα χρήματα στους δικαιούχους τους, ήτοι τους ενάγοντες. Με την υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι 1 δεν αρνούνται ότι στους αντίστοιχους λογαριασμούς των εναγόντων υπήρχαν κατατεθειμένα χρήματα και ότι αυτά απαιτήθηκαν από τους τελευταίους. Ισχυρίζονται όμως ότι ο ενάγοντας 1 υπέβαλε την απαίτηση του στις 09/07/15 και όχι το Μάιο 2015 που ισχυρίζεται και ότι χρησιμοποιούσε τον συγκεκριμένο λογαριασμό του μέχρι και τον Απρίλη του 2016 όταν και το υπόλοιπο του, αν και πιστωτικό, ήταν λιγότερο από το αξιούμενο. Αναφορικά με τον ενάγοντα 2, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτός υπέβαλε τη δική του απαίτηση στις 17/8/
- Δεν αρνούνται επίσης οι εναγόμενοι 1 ότι δεν ανταποκρίθηκαν θετικά στο αίτημα των εναγόντων και ότι δεν έκλεισαν τους λογαριασμούς ούτε επέστρεψαν τα χρήματα. Ισχυρίζονται όμως ότι αυτή η ενέργεια τους ήταν απόρροια άσκησης από μέρους τους δικαιώματος που τους παρείχετο από τις συμφωνίες που υπήρχαν μεταξύ των μερών. Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 1, οι συμφωνίες των μερών τους έδιναν το δικαίωμα όπως σε περίπτωση που υποπτεύονταν ενδεχόμενη καταχρηστική και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά κατά τη χρήση ενός λογαριασμού, όπως υποπτεύθηκαν να είχε γίνει στην περίπτωση των εναγόντων, να διεξάγουν σχετική έρευνα στο λογαριασμό και στα ποσά που ήταν εκεί κατατεθειμένα. Αν το αποτέλεσμα της έρευνας επιβεβαίωνε τις υποψίες τους και διαπίστωναν καταχρηστική και αντισυμβατική συμπεριφορά, όπως τελικά διαπίστωσαν και στην εδώ περίπτωση, τότε δικαιούνταν, με βάση τις συμφωνίες, όπως μην επιστρέψουν τα χρήματα που βρίσκονταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό αλλά να τα κατακρατήσουν ως χρήματα που τους οφείλονται από τον κάτοχο του λογαριασμού, ήτοι τους ενάγοντες, λόγω επιβλαβούς και ζημιογόνας συμπεριφοράς προς τα συμφέροντα τους. Θέση των εναγομένων 1 είναι ότι από την έρευνα που διεξήγαγαν στους επίδικους λογαριασμούς των εναγόντων κατ' εφαρμογή των συμβατικών όρων, διαπίστωσαν ότι όντως οι τελευταίοι είχαν προβεί σε καταχρηστική και αντισυμβατική χρήση των λογαριασμών τους κατά τρόπο μάλιστα που ήταν επιβλαβής και ζημιογόνα για τους εναγόμενους
- Συγκεκριμένα διαπίστωσαν, ως ισχυρίζονται, τα εξής: Α) Με απώτερο σκοπό την αποκόμιση κέρδους χωρίς κανένα ρίσκο (riskless profit), οι ενάγοντες, μέσω του Savelko, χρησιμοποιούσαν κατά παράβαση ρητού συμβατικού όρου τη λογισμική εφαρμογή (Expert Advisor) για να προβαίνουν σε κλείσιμο και ολοκλήρωση συναλλαγών σε λανθάνουσες τιμές (price latencies) και όχι στις πραγματικές τιμές που ίσχυαν στην αγορά τη συγκεκριμένη στιγμή. Η εν λόγω συμπεριφορά των εναγόντων και των αντιπροσώπων τους ήταν, κατά τους εναγόμενους 1, επιβλαβής για τα συμφέροντα των τελευταίων και σκοπούσε στην αποκόμιση κερδών και προμηθειών χωρίς καθόλου ρίσκο. Β) Με ξεχωριστές συμφωνίες, οι εναγόμενοι 1 χρησιμοποιούσαν διάφορα φυσικά πρόσωπα ως Διαμεσολαβητές Σύστασης (Introducing Brokers - εφ' εξης ΙΒ), τα οποία πρόσωπα αναλάμβαναν να προσελκύουν νέους πελάτες με αντάλλαγμα τη λήψη προμήθειας από τους εναγόμενους 1 επί των συναλλαγών που έκαναν οι πελάτες που είχαν εγγραφεί στο όνομα τους. Οι ενάγοντες, κατά τους εναγόμενους 1, είχαν «εγγραφεί κάτω» από συγκεκριμένους ΙΒ, ήτοι κάποια xxx Korneeva και κάποιο xxx Savelko, οι οποίοι όμως, όπως τελικά διαπιστώθηκε, στην πραγματικότητα δεν είχαν προσελκύσει τους ενάγοντες αλλά ήταν πρόσωπα εξ' υπαρχής άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένα με αυτούς. Με τη χρήση συνεπώς του λογισμικού Expert Advisor και τη διεκπεραίωση των συναλλαγών κατά καταχρηστικό και αντισυμβατικό τρόπο, οι ενάγοντες, σύμφωνα με τους εναγόμενους 1, κατάφεραν να αποσπάσουν χρηματικά ποσά από τους τελευταίους μέσω των προμηθειών που λάμβαναν οι συνδεδεμένοι με αυτούς ΙΒ. Οι πιο πάνω ενέργειες των εναγόντων συνιστούσαν, σύμφωνα με τους ενάγοντες, σοβαρές παραβάσεις των όρων των συμφωνιών και ως εκ τούτου, οι επίδικοι λογαριασμοί τελικά τερματίστηκαν από τους εναγόμενους 1 στις 19/04/16 και δυνάμει των όρων 24.4 - 24.7 των συμφωνιών, τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμού κατακρατήθηκαν, ως οφειλές των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 οι οποίες προέκυψαν από την επιβλαβή και ζημιογόνα συμπεριφορά των τελευταίων. Ως εκ τούτου, σε κανένα ποσό δεν δικαιούνται οι ενάγοντες κατά τους εναγόμενους 1 εφόσον δικαιωματικά τα χρήματα που υπήρχαν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς κατακρατήθηκαν από τους τελευταίους. Ισχυρίζονται τέλος οι εναγόμενοι 1 ότι κατά το χρόνο που παραπονέθηκαν οι ενάγοντες για τη μη επιστροφή των χρημάτων τους μέσω δικηγόρου, βρισκόταν σε εξέλιξη έρευνα της Κεφαλαιαγοράς ως προς τον τρόπο λειτουργίας των εναγομένων 1, έναυσμα για την οποία αποτέλεσαν διάφορα παράπονα που είχαν υποβληθεί από πελάτες τους και η οποία έρευνα ολοκληρώθηκε περί τα τέλη Νοεμβρίου
- Ως εκ τούτου, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 1, αν και στα παράπονα των εναγόντων απάντησαν οι δικοί τους δικηγόροι, εντούτοις δεν μπορούσαν να κλείσουν τους επίδικους λογαριασμούς κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά ούτε και μπορούσαν να αποκαλύψουν το γεγονός ότι διεξαγόταν έρευνα. Απαντώντας στους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγομένων 1, οι ενάγοντες δέχονται ότι χρησιμοποίησαν κατά διαστήματα τη λογισμική εφαρμογή Expert Advisor για να διεκπεραιώσουν συναλλαγές, αρνούνται όμως ότι αυτό συνιστούσε καταχρηστική ή αντισυμβατική χρήση είτε με τον τρόπο που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 1 είτε άλλως πώς. Δέχονται επίσης οι ενάγοντες ότι ο λογαριασμός του ενάγοντα 1 χρησιμοποιείτο μέχρι και τον Απρίλιο του 2016 αλλά ισχυρίζονται ότι αυτό έγινε εξ' ανάγκης και σε μια προσπάθεια να μετριαστούν οι ζημιές που προκαλούνταν από την άρνηση των εναγομένων 1 να επιστρέψουν τα χρήματα που ήταν εκεί κατατεθειμένα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 σε σχέση με την εμπλοκή των ΙΒ στους επίδικους λογαριασμούς, οι ενάγοντες δέχονται ότι ως πελάτες των εναγομένων 1 είχαν όντως εγγραφεί κάτω από τους συγκεκριμένους ΙΒ που ισχυρίζονται οι τελευταίοι και ότι οι εν λόγω ΙΒ λάμβαναν προμήθεια επί των συναλλαγών που γίνονταν. Ισχυρίζονται όμως οι ενάγοντες ότι ουδέν μεμπτό υπήρχε σε σχέση με αυτό το γεγονός ή πρακτική, η οποία ήταν πλήρως επιτρεπτή και εντός των συμβατικών όρων. Τέλος οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους εναγόμενους 1 συνιστούν καθαρά εκ των υστέρων σκέψεις των τελευταίων για να δικαιολογήσουν την αντισυμβατική και αυθαίρετη συμπεριφορά τους να μην επιστρέψουν τα χρήματα που δεν τους ανήκουν. Σύμφωνα με τους ενάγοντες δε, οι εναγόμενοι 1 πρόβαλαν για πρώτη φορά τους εν λόγω ισχυρισμούς στις 19/04/16 όταν οι εναγόμενοι 1 αποφάσισαν, δήθεν συμβατικά, να τερματίσουν τους λογαριασμούς των εναγόντων. Η υπεράσπιση της Κεφαλαιαγοράς περιορίστηκε στα όσα της καταλογίζουν οι ενάγοντες εφόσον καμία εμπλοκή είχε στη συμβατική σχέση και στα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ εναγόντων και εναγομένων
- Δέχεται η Κεφαλαιαγορά ότι ήταν και είναι το θεσμοθετημένο εποπτικό όργανο επενδυτικών εταιρειών όπως είναι οι εναγόμενοι 1 και ότι είχε λάβει κατά τον ουσιώδη χρόνο καταγγελίες από τους ενάγοντες σε σχέση με αυτούς. Αρνούνται όμως ότι αμέλησαν να ενεργήσουν ισχυριζόμενοι ότι στις 06/08/15 ανακοίνωσαν δημοσίως ότι στη βάση των εν λόγω καταγγελιών αλλά και άλλων παρόμοιων καταγγελιών από άλλους επενδυτές, είχαν αρχίσει έρευνα σε σχέση με ενδεχόμενες παραβάσεις της νομοθεσίας από τους εναγόμενους
- Ισχυρίζεται δε η Κεφαλαιαγορά ότι χωρίς πρώτα να περιέλθει σε γνώση της πιθανή παράβαση της νομοθεσίας από κάποια εταιρεία, είτε μέσω καταγγελίας είτε άλλως πώς, δεν μπορεί να ξεκινήσει έρευνα εναντίον τέτοιας εταιρείας εξ' ου και στην περίπτωση των εναγομένων 1, η Κεφαλαιαγορά άρχισε την έρευνα της όταν περιήλθαν σε γνώση της καταγγελίες όπως αυτή των εναγόντων. Ισχυρίζεται επίσης η Κεφαλαιαγορά ότι με την ολοκλήρωση της έρευνας της εναντίον της εναγομένης 1 σε εύλογο χρόνο μετά την υποβολή των καταγγελιών και συγκεκριμένα στις 02/11/15 και 18/11/15, ήτοι μόλις τρεις μήνες μετά την έναρξη της έρευνας, διαπιστώθηκαν διάφορες παραβάσεις για τις οποίες η Κεφαλαιαγορά, εξασκώντας τις ρητές αλλά περιορισμένες εξουσίες που έχει από το Ν. 73(Ι)/09, προέβη σε συμβιβασμό με τους εναγόμενους 1 ύψους €335.
- Είναι δε η θέση της Κεφαλαιαγοράς ότι αν και μεταξύ των θέσμιων εξουσιών της είναι και η επιβολή διοικητικού προστίμου και/ή η παραπομπή της υπόθεσης στο Γενικό Εισαγγελέα, εντούτοις, καμία εξουσία έχει να επιβάλει σε εταιρείες την υποχρέωση να τηρήσουν τους όρους ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν συνάψει με τους πελάτες τους, ως απαιτούν οι ενάγοντες . Από τη στιγμή λοιπόν που σε σχέση με τους εναγόμενους 1 διεξήχθη άμεσα έρευνα στη βάση των καταγγελιών που είχαν υποβληθεί, η εν λόγω έρευνα ολοκληρώθηκε σε εύλογο χρόνο από την έναρξη της, οι παραβάσεις που εντοπίστηκαν αντιμετωπίστηκαν άμεσα και σύμφωνα με τις ρητές εξουσίες που παρέχει ο Νόμος ενώ για το θέμα αυτό εκδόθηκε και δημόσια ανακοίνωση στις 27/11/15, η θέση της Κεφαλαιαγοράς είναι ότι σε καμία αμέλεια και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος υπέπεσε ως τις αποδίδουν οι ενάγοντες και ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον της θα πρέπει να απορριφθεί ως στερούμενη κάθε ερείσματος. Η απάντηση των εναγόντων στους πιο πάνω ισχυρισμούς της Κεφαλαιαγοράς ήταν βεβαίως απορριπτική, με τους πρώτους να επιμένουν στις θέσεις που προέβαλαν στην Ε/Α τους. Εντός του πιο πάνω δικογραφημένου πλαισίου είναι που η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με τη δια ζώσης μαρτυρία να προσφέρεται μόνο από δύο μάρτυρες, ήτοι τον Savelko ως κοινό εκπρόσωπο των εναγόντων (ΜΕ1) και τον xxx Κασιουρή, συνιδρυτή και Διευθύνοντα Σύμβουλο (CEO) των εναγομένων 1 για τους τελευταίους (ΜΥ1). Εκ μέρους της Κεφαλαιαγοράς δεν κατέθεσε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, στην παρουσία όλων των επηρεαζόμενων διαδίκων και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς εναγομένων 1 ότι είχε μόλις υποβληθεί πρόταση προς την πλευρά των εναγόντων για άνευ βλάβης και χαριστική (ex gratia) καταβολή όλων των ποσών που είχαν παραμείνει στους επίδικους λογαριασμούς και τα οποία αξιώνονταν με την παρούσα αγωγή, πλέον τα σχετικά δικηγορικά έξοδα. Η εν λόγω πρόταση έγινε, σύμφωνα με τους εναγόμενους 1, με αποκλειστικό σκοπό την πλήρη εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης και την αποφυγή αχρείαστης σπατάλης του χρόνου του Δικαστηρίου αλλά και των διαδίκων καθώς επίσης και την αποφυγή δημιουργίας περιττών εξόδων. Την υποβολή της πρότασης την επιβεβαίωσε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων, η οποία όμως ανέφερε ότι οι πελάτες της την απέρριψαν λόγω του ότι επιθυμούσαν να επιμείνουν στην πλήρη εκδίκαση της υπόθεσης ώστε να προωθήσουν και την αξίωση τους για επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον και των δύο εναγομένων. Όπως δήλωσε η συνήγορος, οι πελάτες της κατέληξαν σε αυτή την απόφαση έχοντας πλήρως ενημερωθεί και τύχει νομικής συμβουλής αναφορικά με τις συνέπειες που η εν λόγω απόφαση τους ενδεχομένως να συνεπάγεται στο θέμα των εξόδων της αγωγής τουλάχιστο, σε περίπτωση που δεν καταφέρουν να αποδείξουν και την αξίωση τους για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Επανερχόμενος στη μαρτυρία, σημειώνω ότι αν και αυτή προήλθε από δύο μάρτυρες μόνο, η ουσία της κυρίως εξέτασης των οποίων έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α και Β αντίστοιχα), ήταν εκτενής εφόσον και οι δύο μάρτυρες αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια τόσο στα επίδικα γεγονότα όσο και στα λογιστικά και επενδυτικά θέματα της υπόθεσης καθώς επίσης και στα θέματα που αφορούσαν στη χρήση λογισμικών εφαρμογών κατά τη διενέργεια επενδυτικών συναλλαγών μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας FOREX. Κατά τη μαρτυρία τους δε, κατατέθηκαν πενήντα ένα
(51)στο σύνολο τους τεκμήρια, περιλαμβανομένων και καταστάσεων πολύπλοκων λογιστικών και επενδυτικών πράξεων. Από το περιεχόμενο των μη αμφισβητούμενων εγγράφων, των Εγγράφων Α και Β καθώς επίσης και από τα όσα προέκυψαν κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΥ1, διαπιστώνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα συνιστά κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ όλων των μερών. Συνοψίζω τα εν λόγω γεγονότα, τα οποία κρίνω αναγκαίο για σκοπούς εύκολης κατανόησης όπως τα παραθέσω κατά τη χρονολογική σειρά που έλαβαν χώρα και όχι κατά τη σειρά που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη. Δυνάμει ξεχωριστών πανομοιότυπων συμφωνιών με τους εναγόμενους 1, οι ενάγοντες 1 και 2 αντίστοιχα, μέσω του κοινού πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους Savelko, ζήτησαν περί τον Οκτώβριο 2013 και Ιανουάριο 2014 όπως ανοίξουν τους δύο επίδικους λογαριασμούς στην διαδικτυακή επενδυτική πλατφόρμα των πρώτων, με σκοπό τη διενέργεια συναλλαγών τύπου FOREX (online forex trading). Για το σκοπό αυτό ο Savelko εφοδίασε τους εναγόμενους 1 με τα σχετικά έγγραφα για τον κάθε ενάγοντα (Τεκ. 1, 2, 4, 5, 36 και 38). Για να ολοκληρωθούν οι συμφωνίες και να ανοίξουν οι λογαριασμοί, ο Savelko, έπρεπε να αποδεχτεί εκ μέρους των εναγόντων τους όρους και προϋποθέσεις των εναγομένων 1 - Trading Terms and Conditions STP/ECN (Τεκ. 3, 37 και 38). Μεταξύ των όρων ήταν και οι εξής: «6.24 The Company bears no responsibility when the Client uses additional functionalities / plug-ins such as Expert Adviser or Trailing Stop since they depend on the Client terminal. In case where the Company suspects that a Client is using additional functionalities /plug-ins where it affects the reliability and/or smooth operation and/or orderly of the Company's Trading Platform the Company has the right to activate any clause specifically under clause 24, including sub-clause 24.4. . 6.26 In case where a Client is trading in a way that aims to take advantage of price disparities resulting from rare/occasional price latencies with the purpose of benefiting from a possible pricing arbitrage to the Company's detriment, either by using additional functionalities/plug-ins (i.e. Expert Adviser, etc.) or by any other means, then the Company has the right to activate any clause specifically under clause 24, including sub-clause 24.4. .. 24.4 The Company may terminate the Agreement immediately without giving five
(5)business days written notice, and the Company has the right to reverse and/or cancel all previous transactions on a Client's account, in the following cases:
- a)The Client involves the Company directly or indirectly in any type of fraud, in which it places the Company's as well as other Company's clients interests at risk prior to terminating the Agreement.
- b)The Company has grounds to believe that the Client's trading activity affects in any manner the reliability and/or smooth operation and/or orderly of the Company's Trading Platform. 24.5 The termination of the Agreement shall not in any case affect, the rights of which have arisen, existing commitments or any contractual commitments which were intended to remain in force after the termination and in the case of termination, the Client shall pay for:
- a)Any pending fees / commissions of the Company and any other amount payable to the Company;
- b)Any charges and additional expenses incurred or to be incurred by the Company as a result of the termination of the Agreement;
- c)Any damages which arose during the arrangement or settlement of pending obligations. 24.6 The Company has the right to subtract all above pending obligations from the Client's account.» (Σε ελεύθερη μετάφραση) «6.24 Η Εταιρεία δεν φέρει καμία ευθύνη όταν ο Πελάτης χρησιμοποιεί πρόσθετες λειτουργίες / λογισμικές εφαρμογές όπως το Expert Adviser ή το Trailing Stop, εφόσον εξαρτώνται από το τερματικό του Πελάτη. Σε περίπτωση που η Εταιρεία υποπτευθεί ότι ο Πελάτης χρησιμοποιεί πρόσθετες λειτουργίες / λογισμικές εφαρμογές όπου επηρεάζει την αξιοπιστία και / ή την ομαλή λειτουργία ή / και την τάξη της πλατφόρμας συναλλαγών της Εταιρείας, η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να ενεργοποιήσει οποιαδήποτε ρήτρα ειδικά κάτω από τον όρο 24, συμπεριλαμβανομένης της υπο-παραγράφου 24.4. 6.26 Σε περίπτωση που ο Πελάτης συναλλάσσεται κατά τρόπο που αποσκοπεί στην αξιοποίηση των διαφορών στις τιμές που προκύπτουν από σπάνιες / περιστασιακές καθυστερήσεις των τιμών, με σκοπό να επωφεληθεί από ενδεχόμενη διαφοροποίηση σε βάρος της Εταιρείας, είτε χρησιμοποιώντας πρόσθετες λειτουργίες / λογισμικές εφαρμογές (π.χ. Expert Adviser κλπ.) ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, τότε η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να ενεργοποιήσει οποιαδήποτε ρήτρα ειδικά κάτω από τον όρο 24, συμπεριλαμβανομένης της υπο-παραγράφου 24.4. 24.4 Η Εταιρεία μπορεί να τερματίσει άμεσα τη συμφωνία χωρίς γραπτή ειδοποίηση πέντε
(5)εργάσιμων ημερών και η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να αντιστρέψει και / ή να ακυρώσει όλες τις προηγούμενες συναλλαγές στο λογαριασμό του Πελάτη στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Ο Πελάτης εμπλέκει την Εταιρεία άμεσα ή έμμεσα σε οποιαδήποτε μορφή απάτης, κατά την οποία θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της Εταιρείας και των άλλων πελατών της πριν από τη λήξη της Συμφωνίας. β) Η Εταιρεία έχει λόγους να πιστεύει ότι η εμπορική δραστηριότητα του Πελάτη επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία και / ή την ομαλή λειτουργία ή / και την τάξη της πλατφόρμας συναλλαγών της Εταιρείας. 24.5 Ο τερματισμός της συμφωνίας δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση τα δικαιώματα που προέκυψαν, τις υπάρχουσες υποχρεώσεις ή τις συμβατικές δεσμεύσεις που επρόκειτο να παραμείνουν σε ισχύ μετά τον τερματισμό και σε περίπτωση τερματισμού, ο Πελάτης θα καταβάλει: α) Οποιεσδήποτε εκκρεμείς αμοιβές / προμήθειες της Εταιρείας και οποιοδήποτε άλλο ποσό πληρωτέο στην Εταιρεία. β) Οποιεσδήποτε χρεώσεις και πρόσθετα έξοδα που προέκυψαν ή που θα προκύψουν από την Εταιρεία ως αποτέλεσμα του τερματισμού της Συμφωνίας. γ) Οποιεσδήποτε ζημιές που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της διευθέτησης εκκρεμούντων υποχρεώσεων. 24.6 Η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει όλες τις παραπάνω εκκρεμούσες υποχρεώσεις από τον λογαριασμό του Πελάτη .» Αφού ο Savelko, ως ο ίδιος ανέφερε, διάβασε προσεχτικά και κατανόησε πλήρως τους όρους των εναγομένων 1, τους αποδέχτηκε, οπόταν και ανοίχτηκαν οι λογαριασμοί και ενεργοποιήθηκε η δυνατότητα διεκπεραίωσης συναλλαγών από τους ενάγοντες, οι οποίοι προχώρησαν και κατέθεσαν χρήματα στους λογαριασμούς τους. Σημειώνεται εδώ ότι ο ενάγοντας 2 είχε ανοίξει και δύο άλλους λογαριασμούς οι οποίοι δεν είναι επίδικοι. Μετά το άνοιγμα των λογαριασμών, ο Savelko ζήτησε από τους εναγόμενους 1 όπως οι επίδικοι λογαριασμοί καθώς επίσης και άλλοι παρόμοιοι επενδυτικοί λογαριασμοί που αυτός είχε ανοίξει ως εκπρόσωπος άλλων εταιρειών, εγγραφούν κάτω από το όνομα των Διαμεσολαβητών Σύστασης (ΙΒ) xxx Savelko και xxx Korneeva. Τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα είχαν ήδη συμφωνήσει με τους εναγόμενους 1 με ξεχωριστές συμφωνίες όπως προσελκύουν νέους πελάτες στην πλατφόρμα με αντάλλαγμα την πληρωμή προμηθειών επί των συναλλαγών που θα διενεργούσαν οι πελάτες που ήταν γραμμένοι κάτω από το όνομα τους, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της συναλλαγής (Τεκ. 42, 46 - 49). Το αίτημα του Savelko εγκρίθηκε και η Korneeva, η οποία ήταν φίλη ενός συνεργάτη του Savelko, ενεγράφη ως ΙΒ του ενάγοντα 1 και ο xxx Savelko, ο οποίος είναι ο αδελφός του Savelko, ενεγράφη ως ΙΒ του ενάγοντα
- Μέσω του Savelko διενεργήθηκαν στη συνέχεια διάφορες επενδυτικές συναλλαγές από πλευράς εναγόντων. Για τη διενέργεια των εν λόγω συναλλαγών, ο Savelko, έχοντας τις ανάλογες τεχνικές γνώσεις, χρησιμοποίησε, ως ο ίδιος ανέφερε, μια μορφή του λογισμικού προγράμματος Expert Adviser, την οποία είχε «γράψει» (προγραμματίσει) ο ίδιος. Μία από τις ιδιότητες την εν λόγω λογισμικής εφαρμογής, την οποία ο Savleko γνώριζε, είναι ότι επέτρεπε την αυτόματη εκτέλεση πολυάριθμων συναλλαγών σε πολύ γρήγορους ρυθμούς και επί εικοσιτετραώρου βάσεως, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να γίνει από έναν ανθρώπινο χρήστη. Οι επενδύσεις των εναγόντων τελικά δεν ήταν κερδοφόρες, με αποτέλεσμα τα μόνα χρήματα που παρέμειναν στο τέλος στους επίδικους λογαριασμούς, να ήταν όσα χρήματα είχαν απομείνει από τις καταθέσεις τους (Τεκ. 13, 14, 32 και 33). Στις 13/05/15 ο Savelko ενημέρωσε τους εναγόμενους 1 μέσω email ότι ο συνεργάτης του, xxx Mernenko, με τον οποίο είχαν ανοίξει μαζί το λογαριασμό του ενάγοντα 1, είχε επιχειρήσει να κλείσει το λογαριασμό και να αποσύρει το ποσό των $15.744,20 που παρέμενε κατατεθειμένο πλην όμως για άγνωστο λόγο αυτό δεν κατέστη εφικτό. Αναφέροντας ότι πλέον το θέμα το χειριζόταν ο ίδιος, ζήτησε από τους εναγόμενους 1 όπως τον παραπέμψουν στο αρμόδιο πρόσωπο για να συζητήσει το θέμα (Τεκ.9). Στις 18/5/2015, ο Savelko υπέβαλε εκ μέρους του ενάγοντα 1 νέα εντολή για απόσυρση ολόκληρου του τότε πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού του πρώτου, ήτοι του ποσού των $ 15.744 (Τεκ.6). Μέχρι και τις 27/05/15, η εν λόγω εντολή δεν εκτελέστηκε από τους εναγόμενους 1 και παρέμενε σε εκκρεμότητα - «waiting for processing» (Τεκ.6). Ακολούθως ο Savelko, υπέβαλε διαδικτυακά εκ μέρους του ενάγοντα 1 στις 27/05/15, καταγγελία εναντίον των εναγομένων 1 στην Κεφαλαιαγορά, ισχυριζόμενος ότι δεν εκτελούνται οι εντολές του, ότι η μόνη ενημέρωση που του έδιναν οι εναγόμενοι 1 είναι ότι το αίτημα για απόσυρση έχει πάρει σειρά και θα τύχει επεξεργασίας το συντομότερο και ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν καθορίσει στους όρους τους, το χρονικό διάστημα που μπορεί να παραμένει σε εκκρεμότητα μια εντολή. Ζήτησε συναφώς από την Κεφαλαιαγορά όπως τον βοηθήσει με το αίτημα του για απόσυρση των χρημάτων από το λογαριασμό του ενάγοντα 1 και όπως αναγκάσει τους εναγόμενους 1 να καθορίσουν για το μέλλον τα χρονοδιαγράμματα εκτέλεσης εντολών των πελατών τους (Τεκ. 20). Εκκρεμούσης της καταγγελίας του, ο Savelko έστειλε νέο email στους εναγόμενους 1 εκ μέρους του ενάγοντα 1, παραπονούμενος μεταξύ άλλων για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση της εντολής του για κλείσιμο του λογαριασμού του τελευταίου και απόσυρση των χρημάτων που βρίσκονταν εκεί κατατεθειμένα. Τους ενημέρωσε επίσης ότι θεωρούσε την εν λόγω καθυστέρηση ως παραβίαση των συμβατικών όρων και ότι είχε ήδη καταγγείλει το θέμα στη Κεφαλαιαγορά και τους ζήτησε όπως τον εφοδιάσουν με την επίσημη απάντηση τους ώστε να ενημερώσει την Κεφαλαιαγορά. Παρόμοια αιτήματα και παράπονα προς τους εναγόμενους 1, ο Savelco υπέβαλε μέσω email και κατά την περίοδο 03/06/15 - 09/06/15 και η απάντηση που είχε λάβει ήταν ότι η εντολή του τυγχάνει επεξεργασίας (Τεκ.9). Ανικανοποίητος από τη στάση των εναγομένων 1, ο Savelko προχώρησε στις 10/06/15 και παραπονέθηκε εκ μέρους του ενάγοντα 1 στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο (Financial Ombudsman), από τον οποίο ζήτησε όπως ενημερωθεί για το τι χρειαζόταν να πράξει ώστε να διερευνηθεί το παράπονο. Το παράπονο που υπεβλήθη προς τον Επίτροπο ήταν παρόμοιας φύσης με αυτό είχε υποβληθεί στην Κεφαλαιαγορά (Τεκ. 25). Στις 11/06/15, ο Savelko επικοινώνησε εκ νέου με την Κεφαλαιαγορά ζητώντας να πληροφορηθεί για το πότε χρονικά αναμένετο να διερευνηθεί το παράπονο που είχε υποβάλει εναντίον των εναγομένων
- Στο email αυτό η Κεφαλαιαγορά απάντησε την επόμενη μέρα, ήτοι στις 12/06/15 αναφέροντας στο Savelko ότι σύμφωνα με την πολιτική της Κεφαλαιαγοράς, η οποία του είχε κοινοποιηθεί κατά την υποβολή της καταγγελίας του (Τεκ.19), αν και οι θεσμικές εξουσίες της τελευταίας εκτείνονταν στη διερεύνηση πιθανών παραβιάσεων της νομοθεσίας και επιβολή κυρώσεων, εντούτοις, καμία εξουσία είχε η Κεφαλαιαγορά να διατάξει τους εναγόμενους 1 να καταβάλουν αποζημιώσεις ή να αποκαταστήσουν κάποιο πελάτη τους. Όσον αφορά τις έρευνες της Κεφαλαιαγοράς, η τελευταία ενημέρωσε το Savelko ότι με την ολοκλήρωση των ερευνών, τα αποτελέσματα δημοσιεύονται στην επίσημη ιστοσελίδα της και ότι δεν μπορούν να παρέχονται πληροφορίες για έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ο Savelko δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή και απέστειλε νέο email στην πρόεδρο της Κεφαλαιαγοράς στις 16/06/15, απαιτώντας όπως τηρηθούν οι θεσμικές υποχρεώσεις της τελευταίας, εξεταστεί άμεσα το παράπονο του και ανακληθεί η άδεια των εναγομένων 1 (Τεκ.15). Στις 02/07/15, ο Savelko έστειλε email στο ΜΥ1 ενημερώνοντας τον ότι εκπροσωπούσε τους δύο ενάγοντες και ότι η εντολή του να κλείσει το λογαριασμό του ενάγοντα 1 και να αποσύρει τα χρήματα που ήταν εκεί κατατεθειμένα παρέμενε ανεκτέλεστη από τις 18/05/
- Απαιτώντας όπως του επιστραφούν άμεσα τα χρήματα του, ενημέρωσε το ΜΥ1 ότι είχε ήδη καταγγείλει το όλο θέμα στην Κεφαλαιαγορά (Τεκ. 9). Στις 06/07/15, ο Savelko έστειλε νέο email στην Κεφαλαιαγορά ζητώντας να πληροφορηθεί ως προς το ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της τελευταίας ως εποπτικό όργανο των κυπριακών επενδυτικών εταιρειών, πώς είναι που προστατεύει τους πελάτες τέτοιων εταιρειών καθώς επίσης και το λόγο που τα παράπονα του παραμένουν αναπάντητα για τόσο καιρό. (Τεκ. 15). Την ίδια μέρα, στις 06/07/15 δηλαδή, ο Savelko έστειλε νέο email προς τους εναγόμενους 1, απαιτώντας όπως πληροφορηθεί για την κατάσταση του λογαριασμού των εναγόντων 1 και κατά πόσο ήταν όλα εντάξει και δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε απαιτήσεις των εναγομένων 1 σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό - «I want to know if everything is alright with it and you don't have any claims regarding this account». Ο λόγος που ο Savelko ζήτησε αυτή την πληροφορία ήταν, ως ο ίδιος αναφέρει στο email του, διότι είχε ακούσει ότι υπήρχαν πολλά προβλήματα με «καταχραστές (abusers)» οι οποίοι χρησιμοποίησαν τα μπόνους που έλαβαν από την εναγόμενη 1 για να προβούν σε παράνομες πράξεις και ως εκ τούτου αρκετοί λογαριασμοί είχαν τεθεί υπό διερεύνηση - «I've heard a lot, that there are many problems with "abusers", who used bonuses received from your company for illegal actions, so you put many accounts under investigation process». Εξέφρασε δε ο Savelko την επιθυμία του να του επιβεβαιωθεί ότι ο λογαριασμός του ήταν «καθαρός» και ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα με αυτόν και ζήτησε όπως μετά που θα επιβεβαιωθεί ότι ο λογαριασμός του είναι καθαρός, να εκτελεστεί άμεσα η τελευταία εντολή του για απόσυρση των χρημάτων που ήταν εκεί κατατεθειμένα. Τα πιο πάνω αιτήματα του, ο Savelko τα επανέλαβε στους εναγόμενους 1 και στις 08/07/15 όταν ζήτησε να πληροφορηθεί επίσης κατά πόσο υπήρχαν οποιασδήποτε απαιτήσεις ή υποψίες των εναγομένων 1 σε σχέση με το λογαριασμό του ενάγοντα 1 (Τεκ.9). Μη λαμβάνοντας οποιαδήποτε απάντηση μέχρι τις 09/07/15, ο Savelko έστειλε νέο email προς τους εναγόμενους 1 με το οποίο, επικαλούμενος τον όρο 24 της συμφωνίας των τελευταίων με τον ενάγοντα 1, τερμάτισε τη συμφωνία και απαίτησε επιστροφή όλων των ποσών που ήταν εκεί κατατεθειμένα, ήτοι του ποσού των $15.744 (Τεκ.8). Στο email αυτό του Savelko δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση από πλευράς εναγομένων 1 μέχρι και τις 19/01/
- Εκκρεμούσης της πιο πάνω κατάστασης, ο Savelko προχώρησε στις 16/07/15 και έδωσε εντολή όπως αποσυρθεί από το λογαριασμό του ενάγοντα 2 το υπόλοιπο ποσό που ήταν κατά την εν λόγω ημερομηνία εκεί κατατεθειμένο, ήτοι το ποσό των $24.853,
- Και η εντολή αυτή όμως δεν εκτελέστηκε και παρέμεινε σε εκκρεμότητα (Τεκ.7). Ακολούθως, οι δικηγόροι του ενάγοντα 1 απέστειλαν επιστολή προς τους εναγόμενους 1 στις 21/07/15 απαιτώντας το κλείσιμο του λογαριασμού του πρώτου και επιστροφή του ποσού των $15.744 (Τεκ.10). Στην εν λόγω επιστολή απάντησαν οι δικηγόροι των εναγομένων 1 στις 30/07/15, οι οποίοι ανέφεραν ότι επειδή το όλο θέμα τελούσε υπό διερεύνηση θα επανέρχονταν εντός των επόμενων εβδομάδων. Στις 03/08/15, ο Savelko προχώρησε με νέα καταγγελία στην Κεφαλαιαγορά, αυτή τη φορά για τη μη εκτέλεση της εντολής που είχε δώσει σε σχέση με το λογαριασμό του ενάγοντα 2 (Τεκ.22). Στις 06/08/15, ήτοι τρεις μέρες αργότερα, με αφορμή δημοσιεύματα στον τύπο και τη συνεχή υποβολή καταγγελιών εναντίον των εναγομένων 1 από διάφορους επενδυτές πελάτες τους, η Κεφαλαιαγορά εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση με την οποία ενημέρωνε το κοινό ότι βρισκόταν σε εξέλιξη σχετική έρευνα για ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας και ότι τα αποτελέσματα θα δημοσιεύονταν μόλις ολοκληρώνετο η έρευνα. Μεταξύ των καταγγελιών που διερευνούνταν από την Κεφαλαιαγορά, ήταν και οι καταγγελίες του Savelko σε σχέση και με τους δύο ενάγοντες. Με την ίδια ανακοίνωση της, η Κεφαλαιαγορά επεσήμανε στους παραπονούμενους ότι η έρευνα της γίνεται αποκλειστικά εντός του θεσμικού πλαισίου που διέπει την λειτουργία της και παρότρυνε τους τελευταίους όπως για απαιτήσεις αποζημιώσεων, αποταθούν στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο που είναι και το αρμόδιο όργανο για να εξετάσει εξωδικαστικά τέτοιες απαιτήσεις (Τεκ.23). Μετά που είδε την πιο πάνω ανακοίνωση, ο Savelko αποτάθηκε στον Επίτροπο με email ημερ. 12/08/15, στο οποίο έκαμε αναφορά στην προαναφερόμενη ανακοίνωση της Κεφαλαιαγοράς ημερ. 06/08/15 και ζήτησε επιβεβαίωση λήψης των παραπόνων και των δύο εναγόντων από τον Επίτροπο καθώς και των αξιώσεων τους για αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων
- Ο Επίτροπος απάντησε στον Savelko στις 24/08/15 ενημερώνοντας τον ότι είχε παραλάβει τα παράπονα του για τους εναγόμενους 1 πλην όμως για να μπορέσει να προχωρήσει η διερεύνηση των εν λόγω παραπόνων θα έπρεπε να υποβληθεί το επίσημο έντυπο υποβολής παραπόνου (Τεκ. 27), το οποίο όμως τον τότε καιρό ήταν διαθέσιμο μόνο στα Ελληνικά. Ενημερώθηκε παράλληλα ο Savelko από τον Επίτροπο ότι θα τον ειδοποιούσαν πότε θα υπήρχε διαθέσιμο το σχετικό έντυπο και στα Αγγλικά, ώστε να μπορέσει να υποβάλει επίσημη καταγγελία. Στις 17/08/15, οι δικηγόροι των εναγόντων απέστειλαν δεύτερη επιστολή στους εναγομένους 1, όμοια με αυτή της 21/07/15, αυτή τη φορά όμως απαιτώντας όπως τερματιστεί ο λογαριασμός του ενάγοντα 2 και όπως του επιστραφούν τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό του (Τεκ. 10). Οι δικηγόροι των εναγομένων 1 απάντησαν και σε αυτή την επιστολή στις 24/08/15 επαναλαμβάνοντας ότι το όλο θέμα θα διερευνάτο και ότι ενδεχομένως να υπήρχε καθυστέρηση στις έρευνες λόγω των θερινών διακοπών (Τεκ. 11). Ο Savelko δεν υπέβαλε ποτέ επίσημο έντυπο παραπόνου στον Επίτροπο για να αξιώσει αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1 και στις 18/09/15, μη έχοντας ακόμη ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις των εναγόντων, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον και των δύο εναγομένων αξιώνοντας τα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Στις 27/11/15, ήτοι μετά την καταχώρηση της αγωγής, η Κεφαλαιαγορά εξέδωσε δημόσια ανακοίνωση αναφορικά με το πόρισμα της διερεύνησης των διαφόρων καταγγελιών που είχαν υποβληθεί εναντίον των εναγομένων 1, μεταξύ των οποίων ήταν και οι καταγγελίες του Savelko. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Κεφαλαιαγορά είχε διαπιστώσει εύλογη υποψία για ενδεχόμενες παραβιάσεις της νομοθεσίας από πλευράς εναγομένων 1 σε σχέση, μεταξύ άλλων και με τον τρόπο που οι εναγόμενοι 1 εκτελούσαν τις οδηγίες των πελατών τους. Ενεργώντας στη βάση των διαπιστώσεων της αυτών, η Κεφαλαιαγορά, ασκώντας τις εξουσίες της με βάση το Νόμο, προέβη σε συμβιβασμό με τους εναγόμενους 1 ύψους €335.000, ποσό το οποίο οι τελευταίοι κατέβαλαν πλήρως στο Γενικό Λογιστήριο του κράτους (Τεκ. 24). Ο Savelko έλαβε γνώση της απόφασης της Κεφαλαιαγοράς και αποτάθηκε εκ νέου κοντά της. Ενημερώθηκε δε με email ημερ. 07/12/15 ότι αν και η Κεφαλαιαγορά δεν είχε εξουσία να αποζημιώσει η ίδια τους παραπονούμενους ούτε και εξουσία για να διερευνήσει ατομικά παράπονα, εντούτοις οι καταγγελίες του είχαν ληφθεί υπόψη κατά την εκτέλεσή του εποπτικού της ρόλου κατά τη διερεύνηση των εναγομένων 1 και ότι αν δεν ένιωθε ικανοποιημένος από την απόφαση για συμβιβασμό των παραβιάσεων, μπορούσε να αποταθεί στον Χρηματοικονομικό Επίτροπο, για να αξιώσει αποζημιώσεις. Αντιδρώντας στο email αυτό της Κεφαλαιαγοράς, ο Savelko έστειλε νέο email στις 21/12/15 παραπονούμενος για αμέλεια από πλευράς της πρώτης και συγκάλυψη της απάτης των εναγομένων 1 (Τεκ. 15 και 16). Μετά την καταχώρηση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 19/01/16, οι εναγόμενοι 1 έστειλαν email στο Savelko ενημερώνοντας τον ότι κατόπιν έρευνας των επίδικων λογαριασμών διαπιστώθηκε καταχρηστική χρήση τους, γεγονός που συνιστούσε παραβίαση των όρων των συμφωνιών (Τεκ.40). Παρά το πιο πάνω email, οι επίδικοι λογαριασμοί δεν έκλεισαν και μέχρι τις 19/04/16 που έμειναν ανοικτοί, ο λογαριασμός του ενάγοντα 1 χρησιμοποιήθηκε για να γίνουν περαιτέρω επενδυτικές συναλλαγές οι οποίες μείωσαν το υπόλοιπο του λογαριασμού στις $14.447,08 (Τεκ. 32). Στις 19/04/16, οι εναγόμενοι 1, με νέα email τους προς το Savelko σε σχέση και με τους δύο ενάγοντες, επικαλούμενοι τον όρο 24.4 των συμφωνιών, τον ενημέρωσαν ότι είχαν ικανοποιητικά στοιχεία στην κατοχή τους τα οποία υποδηλούσαν ότι είχε συνωμοτήσει με τρίτα πρόσωπα και ότι είχε εμπλακεί σε καταχρηστικές επενδυτικές πράξεις με σκοπό να τους εξαπατήσει. Για το λόγο αυτό τον κάλεσαν όπως εντός πέντε ημερών κλείσει όλες τις εκκρεμείς συναλλαγές εφόσον σε αντίθετη περίπτωση το κλείσιμο θα γινόταν αυτόματα (Τεκ.12). Αν και οι επίδικοι λογαριασμοί τελικά έκλεισαν μετά τα email της 19/04/16, ο Savelko επεχείρησε στις 23/05/18, ήτοι λίγο πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, να αλλάξει τους κωδικούς πρόσβασης στους λογαριασμούς χωρίς όμως επιτυχία (Τεκ.18). Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Στη βάση των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων και ιδιαίτερα της παραδοχής των εναγομένων 1 ότι τα χρήματα που βρίσκονταν στους επίδικους λογαριασμούς και τα οποία κατακρατήθηκαν είναι εναπομείναντα χρήματα των εναγόντων, τα επίδικα θέματα που παρέμειναν να απαντηθούν μέσω της μαρτυρίας, είναι τα εξής: Α. Κατά πόσο η όλη συμπεριφορά των εναγόντων κατά τη χρήση των επίδικων λογαριασμών συνιστούσε τέτοια παράβαση των συμβατικών όρων που ενεργοποίησε τα συμβατικά δικαιώματα των εναγομένων 1 και ειδικότερα το δικαίωμα που τους παρέχετο από τον όρο 24 των συμφωνιών για κατακράτηση των ποσών που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς. Αν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική, τότε κατά πόσο όντως προκλήθηκε οικονομική ζημιά στους εναγόμενους 1, ποιο το ύψος αυτής και ποιες οι συνέπειες του συμψηφισμού της με τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς. Β. Κατά πόσο η εναγόμενη 2, δηλαδή η Κεφαλαιαγορά, επέδειξε αμέλεια ή ολιγωρία κατά την εκτέλεση των θέσμιων καθηκόντων και υποχρεώσεων της απέναντι στους ενάγοντες ενόψει των καταγγελιών του Savelko. Γ. Αναλόγως των απαντήσεων που θα δοθούν στο Α και Β ανωτέρω, κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται και σε παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις από τους εναγόμενους. Σημειώνω εδώ ότι αν και αρκετά από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της αγωγής, αυτά αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας η οποία καταχωρήθηκε αργότερα καθώς επίσης και της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω γεγονότα θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς της απόφασης μου εκτός εκεί όπου η νομολογία επιβάλλει διαφορετικά. Επανερχόμενος στη μαρτυρία, αναφορικά με το επίδικο θέμα υπό στοιχείο Α ανωτέρω, η προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν η εξής. Η πλευρά των εναγόντων δέχεται ότι χρησιμοποίησαν την εφαρμογή Expert Advisor για τη διεκπεραίωση των επενδυτικών τους συναλλαγών και ότι ενέπλεξαν στους λογαριασμούς τους ως ΙΒ, τον αδελφό του Savelko και τη φίλη του συνεργάτη του, xxxx Korneeva. Η θέση του Savelko ήταν ότι χρησιμοποίησε το Expert Advisor αποκλειστικά ως βοηθητικό εργαλείο ώστε να μη χρειάζεται να είναι ο ίδιος συνέχεια μπροστά από τον υπολογιστή. Χρησιμοποιήθηκε δηλαδή το συγκεκριμένο πρόγραμμα κατά το Savelko, όχι για οποιοδήποτε αντισυμβατικό ή παράνομο σκοπό ως του υπεβλήθη από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων 1 αλλά καθαρά λόγω της θεμιτής ιδιότητας που το εν λόγω πρόγραμμα έχει με το να επιτρέπει την αυτόματη και συνεχή εκτέλεση συναλλαγών κατά τρόπο που δεν θα μπορούσε να γίνει με ανθρώπινο χέρι (manually). Ως προς την εμπλοκή των ΙΒ, αν και ο Savelko δέχτηκε ότι ήταν κατόπιν δικής του απαίτησης που οι επίδικοι λογαριασμοί γράφτηκαν κάτω από τους συγκεκριμένους ΙΒ μετά που ανοίχθηκαν και ότι αυτός είχε από προηγουμένως σχέση με τους εν λόγω ΙΒ, ο ένας ήταν αδελφός του και η άλλη φίλη του συνεργάτη του, αρνήθηκε υποβολή ότι αυτό έγινε στα πλαίσια συνομωσίας ή ότι συνιστούσε παράνομη ή αντισυμβατική συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε ο Savelko, καμία ζημιά προκλήθηκε στους εναγόμενους 1 από τη χρήση του Expert Advisor εφόσον όχι μόνο οι επενδύσεις των εναγόντων δεν ήταν κερδοφόρες αλλά ούτε ήταν τα χρήματα των εναγομένων 1 που συναλλάσσονταν ούτε και ήταν αυτοί που θα πλήρωναν την τυχόν επιτυχία των επενδύσεων. Ομοίως ο Savelko αρνήθηκε ότι η εμπλοκή των συγκεκριμένων ΙΒ προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στους εναγόμενους 1 αφού ήταν απόλυτα θεμιτό και συμβατικό να ζητηθεί η εμπλοκή οποιουδήποτε ΙΒ ήθελε ο πελάτης, με την πληρωμή των σχετικών προμηθειών του εν λόγω ΙΒ να είναι θέμα που αφορούσε αποκλειστικά τους εναγόμενους 1 και τον κάθε ΙΒ λόγω των ξεχωριστών συμφωνιών που υπήρχαν μεταξύ τους. Ως προς το ότι ο λογαριασμός του ενάγοντα 1 χρησιμοποιείτο μέχρι και τις 14/04/16 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού να μειωθεί από $15.744 σε $14.447,08, ο Savelko ισχυρίστηκε ότι περί το Μάιο ή Απρίλιο του 2016 είδε τυχαία ότι είχαν γίνει κάποιες πράξεις στο λογαριασμό, τις οποίες όμως δεν είχε κάνει ο ίδιος. Αφού ερεύνησε το θέμα, ως ισχυρίστηκε, διαπίστωσε ότι κάποιος είχε παραβιάσει το λογαριασμό του προσωπικού του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και «έκλεψε» τους κωδικούς του (hack). Ως εκ τούτου ενημέρωσε άμεσα τους εναγόμενους 1 και προχώρησε σε αλλαγή των κωδικών πρόσβασης του λογαριασμού. Είχαν όμως ήδη χαθεί περί τα $
- Του υπεδείχθη ότι αυτός ο ισχυρισμός του προβάλλετο τώρα για πρώτη φορά και ότι ήταν σε πλήρη αντίθεση με το δικόγραφο της Απάντησης όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι οι ενάγοντες που έκαμαν τις εν λόγω συναλλαγές προσπαθώντας να μετριάσουν τις κατ' ισχυρισμό ζημιές τους. Ο Savelko απέρριψε την υποβολή και επέμεινε ότι τα όσα ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ήταν η πραγματικότητα. Στην αντίπερα όχθη, η αντίθετη θέση του ΜΥ1 ήταν διττή. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε αφ' ενός ότι λόγω της πολύ γρήγορης αυξομείωσης των τιμών συναλλάγματος (ανά δευτερόλεπτο), η διαφορετική ταχύτητα με την οποία μεταδίδονται διαδικτυακά οι τιμές ανά το παγκόσμιο, προκαλεί το φαινόμενο της καθυστέρησης τιμών (price latencies). Λόγω του φαινομένου αυτού, υπάρχει, για κλάσματα του δευτερολέπτου, διαφοροποίηση μεταξύ της τιμής που «δίνεται» στους επενδυτές από τον επενδυτικό μεσίτη (broker), ως είναι οι εναγόμενοι 1 και της τιμής που δίνει η αγορά στην πραγματικότητα. Με τη χρήση του Expert Advisor όμως, ο επενδυτής, σύμφωνα με το ΜΥ1, καταφέρνει να δει την αυξομείωση της τιμής πριν από το μεσίτη και με τον τρόπο αυτό «προβλέπει» την αυξομείωση πριν την υποβολή της εντολής του, εξαλείφοντας ουσιαστικά το οποιοδήποτε ρίσκο στην επένδυση. Επειδή όμως όλα θα πρέπει να γίνουν σε κλάσματα δευτερολέπτου, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να επιτευχθεί η «πρόβλεψη» και η εκτέλεση της εντολής χωρίς τη χρήση λογισμικού προγράμματος. Η εντολή που δίνεται στη συνέχεια από τον επενδυτή στον μεσίτη μέσω του λογισμικού για διενέργεια συναλλαγής στην «προβλεπόμενη» τιμή, συνιστά, σύμφωνα με το ΜΥ1, συναλλαγή σε «λανθάνουσα» τιμή και ουσιαστικά «ξεγελά» το μεσίτη. Αυτό είναι που σύμφωνα με το ΜΥ1 έκαμναν οι ενάγοντες, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας το Expert Advisor, ξεγελούσαν τους εναγόμενους 1 και προέβαιναν σε κλείσιμο και ολοκλήρωση των συναλλαγών τους σε λανθάνουσες τιμές (price latencies) και όχι στις πραγματικές τιμές που ίσχυαν στην αγορά τη συγκεκριμένη στιγμή, αποφεύγοντας έτσι το επενδυτικό ρίσκο. Από την εσωτερική έρευνα που διεξήγαγαν οι εναγόμενοι, διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός τέτοιων συναλλαγών στους επίδικους λογαριασμούς και κατατέθηκαν ενδεικτικά κάποιες από αυτές ως Τεκ.
- Αφ' ετέρου ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι με την διεκπεραίωση πολυάριθμων συναλλαγών μέσω της χρήσης του Expert Advisor, οι ενάγοντες, μέσω του Savelko, κατάφεραν να εξασφαλίσουν στους εμπλεκόμενους ΙΒ προμήθειες και κέρδη από τους εναγόμενους
- Ειδικότερα, σύμφωνα με το ΜΥ1, η Korneeva έλαβε από τους εναγόμενους 1 ως IB του ενάγοντα 1, το συνολικό ποσό των $6,398.80, και ο xxxx Savelko, ως IB του ενάγοντα 2, το συνολικό ποσό των $2,564.
- Πρόσθετα όμως αυτών των ποσών, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι από τις έρευνες των εναγομένων 1 διαπιστώθηκε ότι όχι μόνο οι εν λόγω ΙΒ είχαν από πριν σχέση με το Savelko και τους ενάγοντες αλλά και ότι είχαν εγγραφεί ως IB και άλλων εταιρειών στις οποίες εμπλέκετο ο Savelko και οι συνεργάτες του (Τεκ. 50). Από αυτή την εμπλοκή, σύμφωνα με το ΜΥ1, η Korneeva είχε λάβει ακόμη $10,768.85 ως προμήθεια από τους εναγόμενους 1 με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό που κατέβαλαν οι τελευταίοι στους συνεργάτες τελικά των εναγόντων και κατ' επέκταση στους τελευταίους, ανέρχετο στο ποσό των $19,731.75 το οποίο συνιστά κατά το ΜΥ1, την πραγματική ζημιά των εναγομένων
- Προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού του, ο ΜΥ1 ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκ. 51 σχετικό πίνακα κατανομής των προμηθειών που έλαβαν οι ΙΒ που βρέθηκαν να συνδέονται με τους ενάγοντες καθώς και τους σχετικούς λογαριασμούς που είχαν εγγραφεί κάτω από το όνομα τους. Όσον αφορά το Β επίδικο θέμα ανωτέρω, η προσκομισθείσα σχετική μαρτυρία προήλθε από την εξέταση και αντεξέταση του Savelko όπου ο τελευταίος δέχτηκε ότι η Κεφαλαιαγορά εξέτασε και τις δικές του καταγγελίες στα πλαίσια της έρευνας της σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των εναγομένων 1, ότι αυτός γνώριζε από πριν για τη θεσμική αδυναμία της Κεφαλαιαγοράς να εξετάσει ατομικά παράπονα και να επιβάλλει συμμόρφωση με ιδιωτικούς συμβατικούς όρους και ότι γνώριζε επίσης ότι το αρμόδιο όργανο μέσω του οποίου θα μπορούσε να εξασφαλιστεί κάποια αποζημίωση ήταν ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος και όχι η Κεφαλαιαγορά. Δέχτηκε επίσης ο Savelko ότι η Κεφαλαιαγορά του υπέδειξε την οδό του Επιτρόπου ως προς το θέμα των αποζημιώσεων και ότι ήταν αποκλειστικά δική του απόφαση να μην υποβάλει επίσημο παράπονο στον Επίτροπο αλλά να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή. Όπως τέλος ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο Savelko, οι απαιτήσεις του είναι εναντίον των brokers, δηλαδή εναντίον των εναγομένων 1 και όχι εναντίον της Κεφαλαιαγοράς, από την οποία δεν ανέμενε να δώσει συγκεκριμένες οδηγίες για επιστροφή των χρημάτων του, αφού γνώριζε ότι αυτό δεν ενέπιπτε στις εξουσίες της, αλλά ότι θα επέβαλλε κάποια μέτρα στους εναγόμενους 1 ή κάποιο πρόστιμο ώστε να καταδειχθούν οι γενικότερες παραβιάσεις της νομοθεσίας από μέρους τους και να αναγκαστούν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις απέναντι στους ενάγοντες. Βλέποντας όμως ότι οι καταγγελίες του και το πόρισμα της Κεφαλαιαγοράς δεν έφεραν το επιθυμητό για εκείνον αποτέλεσμα και ότι οι εναγόμενοι 1 διατήρησαν την άδεια τους, δικαιολογημένα θεώρησε και θεωρεί, ως ισχυρίστηκε, ότι η Κεφαλαιαγορά δεν έκαμε σωστά τη δουλειά της. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, υποστηρίζοντας την ορθότητα και το βάσιμο των θέσεων των αντίστοιχων πελατών τους τόσο επί της πραγματικής όσο και επί της νομικής τους πτυχής. Στις εν λόγω αγορεύσεις κάνω αναφορά πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως ανέφερα ανωτέρω, ενόψει των κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν κρίνεται αναγκαία η αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσκομισθείσας μαρτυρίας παρά μόνο αυτής που αφορά στα πραγματικά εναπομείναντα επίδικα θέματα (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28). Επί αυτής της μαρτυρίας παρατηρώ τα εξής. Ο Savelko και γενικότερα οι ενάγοντες, ισχυρίστηκαν ότι η έρευνα για τυχόν καταχρηστική και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων που πρόβαλαν οι εναγόμενοι 1 ως δικαιολογία για τη μη εκτέλεση των εντολών απόσυρσης των χρημάτων που βρίσκονταν στους επίδικους λογαριασμούς, ήταν εκ των υστέρων σκέψεις των τελευταίων, οι οποίες προβλήθηκαν μόνο μετά που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και καθαρά για να δικαιολογήσουν την προηγούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά τους. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 δε, επιχειρήθηκε να πληγεί η γνησιότητα του επί του προκειμένου ισχυρισμού του μάρτυρα με ειδική αναφορά στο χρόνο που αποκαλύφθηκε η εν λόγω έρευνα, ήτοι μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η αδιαμφισβήτητη προσκομισθείσα μαρτυρία όμως, επιβεβαιώνει το ΜΥ1 και την εκδοχή των εναγομένων
- Εξηγώ. Κατά πρώτο, η δικογραφημένη παραδοχή των εναγόντων ότι για τη διενέργεια επενδυτικών συναλλαγών μέσω των επίδικων λογαριασμών, χρησιμοποιήθηκε η λογισμική εφαρμογή Expert Advisor, χρήση η οποία έγινε παραδεχτή και από το Savelko κατά τη μαρτυρία του, επιβεβαιώνει το ΜΥ1 στο ότι ορθά οι εναγόμενοι 1 υποπτεύθηκαν εξ' υπαρχής τη χρήση του εν λόγω λογισμικού προγράμματος από τους ενάγοντες. Κατά δεύτερο, η παραδεχτή χρήση του προαναφερόμενου λογισμικού προγράμματος, έστω υπό τον τρόπο που ισχυρίστηκε ο Savelko ότι το χρησιμοποίησε, ήτοι για να μπορεί να εκτελεί αυτόματα και συνεχώς επενδυτικές συναλλαγές, επιβεβαιώνει την εκδοχή του ΜΥ1 ότι εύλογα οι εναγόμενοι 1 υποπτεύθηκαν ότι με τη χρήση του Expert Advisor, ενδεχομένως να υπήρξε παράβαση των συμβατικών όρων από πλευράς εναγόντων οπόταν και έπρεπε να διεξάγουν σχετική έρευνα για να δουν πώς αυτό τους επηρέασε. Υπενθυμίζω εδώ ότι σύμφωνα με τον όρο 6.24 των συμφωνιών, απλή υποψία των εναγομένων 1 ότι χρησιμοποιείται το εν λόγω λογισμικό, ανεξαρτήτως του πώς αυτό χρησιμοποιείται, είναι αρκετή για να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του όρου 24 - «.Σε περίπτωση που η Εταιρεία υποπτευθεί ότι ο Πελάτης χρησιμοποιεί πρόσθετες λειτουργίες / λογισμικές εφαρμογές όπου επηρεάζει την αξιοπιστία και / ή την ομαλή λειτουργία ή / και την τάξη της πλατφόρμας συναλλαγών της Εταιρείας, η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να ενεργοποιήσει οποιαδήποτε ρήτρα ειδικά κάτω από τον όρο 24, συμπεριλαμβανομένης της υπο-παραγράφου 24.4.». Κατά τρίτο, εφόσον αμφότερα τα μέρη δέχονται ότι είχαν συμφωνήσει ρητά όπως αν δημιουργούνταν υποψίες για την όποια χρήση του Expert Advisor, τότε οι εναγόμενοι 1, ανεξαρτήτως του αν διαπιστώθηκε και κατάχρηση σε βάρος τους κατά παράβαση του όρου 6.26, θα είχαν το δικαίωμα να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του όρου 24 των συμφωνιών και να κατακρατήσουν, μεταξύ άλλων, χρήματα από τους ενάγοντες μέχρι να διαπιστώσουν αν έπαθαν ζημιά, η θέση του ΜΥ1 ότι δικαιολογημένα οι εναγόμενοι 1 δεν επέτρεψαν την απόσυρση οποιονδήποτε χρημάτων από τους επίδικους λογαριασμούς μέχρις ότου ολοκληρώσουν τη σχετική έρευνα τους, κρίνεται εύλογη και αξιόπιστη. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, κατά τη μαρτυρία του ο Savelko δέχτηκε ότι όσον αφορά τον ενάγοντα 1, το αίτημα για τερματισμό εκείνου του λογαριασμού υπεβλήθη επίσημα στις 09/07/15 (Τεκ.8) αφού μέχρι τότε το αίτημα του αφορούσε μόνο στην εκτέλεση της εντολής του Μαΐου 2015 για απόσυρση των χρημάτων που βρίσκονταν στον εν λόγω λογαριασμό. Αυτό επιβεβαιώνεται από την κοινώς αποδεκτή ανταλλαγείσα αλληλογραφία του Savelko με τους εναγόμενους 1, την οποία ο πρώτος κατέθεσε ως Τεκ.
- Από την εν λόγω αλληλογραφία όμως προκύπτει και το εξής σημαντικό. Από τις 06/07/15 μέχρι και τις 08/07/15, ο ίδιος ο Savelko παρουσιάζεται όχι μόνο να γνωρίζει για τις γενικές έρευνες που ήδη διεξήγαγαν οι εναγόμενοι 1 αλλά και να ζητά από αυτούς όπως ερευνήσουν το λογαριασμό του ενάγοντα 1 ώστε να του επιβεβαιώσουν ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα κατάχρησης και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε απαίτηση από τον ενάγοντα
- Ζήτησε μάλιστα ρητά ο Savelko από τους εναγόμενους 1 στις 06/07/15 και 08/07/15, όπως η εντολή του για απόσυρση των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό του ενάγοντα 1, εκτελεστεί μετά που θα επιβεβαιωθεί ότι ο λογαριασμός είναι «καθαρός» - «After your confirm that my account is clean I want you to execute my last instruction for withdrawal.». Η θέση επομένως που εξέφρασε ο Savelko κατά τη μαρτυρία του και που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, ήτοι ότι οι εναγόμενοι 1 αδικαιολόγητα παρέλειψαν να κλείσουν το λογαριασμό του ενάγοντα 1 από το Μάιο 2015, καταρρίπτεται. Από την προσκομισθείσα αδιαμφισβήτητη μαρτυρία προκύπτει επίσης και το ότι ο λογαριασμός του ενάγοντα 1, όχι μόνο παρέμεινε ενεργός μέχρι και τις 19/04/16 αλλά και ότι χρησιμοποιείτο από τον τελευταίο, μέσω του Savelko, μέχρι και τις 14/04/
- Η εξήγηση που έδωσε ο Savelko ως προς το γιατί ο λογαριασμός του ενάγοντα 1 βρέθηκε να χρησιμοποιείται μετά που αυτός έστειλε το email τερματισμού στις 09/07/15 και συγκεκριμένα μέχρι και τις 14/04/16, ήταν ότι κάποιος άγνωστος είχε παραβιάσει το λογαριασμό. Αυτή όμως η θέση του Savelko ούτε έρεισμα στη δικογραφία βρίσκει αλλά ούτε και συνάδει με τον σχετικό ισχυρισμό που προβάλλεται στο δικόγραφο της Απάντησης, όπου εκεί γίνεται παραδεχτή η χρήση του λογαριασμού από τον ενάγοντα 1 μέχρι τις 14/04/16 όπως και η διενέργεια συναλλαγών που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του υπολοίπου του λογαριασμού. Η επί του προκειμένου θέση του Savelko συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και απορρίπτεται, ενώ ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην Απάντηση, ήτοι ότι οι εν λόγω συναλλαγές έγιναν από τον ενάγοντα 1 εξ' ανάγκης, παρέμεινε άνευ προώθησης. Η θέση του ΜΥ1 όμως, ήτοι ότι ο λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα 1 μέχρι και τις 14/04/16 και ότι λόγω αυτής της χρήσης, το υπόλοιπο του λογαριασμού μειώθηκε σε $14.447,08 αποκλειστικά από εθελούσιες συναλλαγές του ενάγοντα 1, και επιβεβαιώνεται από τις δικογραφημένες παραδοχές αλλά και από την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε. Κρίνεται συνεπώς πλήρως αξιόπιστη. Όσον αφορά το λογαριασμό του ενάγοντα 2, η θέση του ΜΥ1 ότι για τον εν λόγω λογαριασμό ουδέποτε στάληκε οποιαδήποτε ειδοποίηση τερματισμού πριν τις 17/08/15 που οι δικηγόροι του ενάγοντα 2 απαίτησαν τέτοιο τερματισμό, όχι μόνο δεν αντικρούστηκε αλλά και επιβεβαιώθηκε από την υπόλοιπη μαρτυρία, εφόσον οι μόνες ενέργειες που φαίνεται να έγιναν σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό, ήταν στις 03/08/15 που ο Savelko υπέβαλε εντολή για απόσυρση χρημάτων και ο τερματισμός των δικηγόρων στις 17/08/
- Η έρευνα όμως των εναγομένων 1 στους λογαριασμούς των εναγόντων είχε ήδη ξεκινήσει όταν ζητήθηκε ο τερματισμός, όπως άλλωστε επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Savelko με τα emails του ημερ. 06/07/15 - 08/07/15 (Τεκ.9). Επομένως και αυτή η θέση του ΜΥ1 κρίνεται αξιόπιστη ενώ οι περί του αντιθέτου θέσεις του Savelko απορρίπτονται. Κοντολογίς, σε αντίθεση με το Savelko, η θέση του ΜΥ1 και κατ' επέκταση η θέση των εναγόντων ως προς το ότι τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, δικαιολογούσαν τους εναγόμενους 1 να μην επιτρέψουν την απόσυρση των χρημάτων που βρίσκονταν στους επίδικους λογαριασμούς λόγω της δικαιολογημένης έρευνας που εκκρεμούσε, κρίνεται εύλογη και πλήρως αξιόπιστη. Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται και αποδοχή της θέσης του ΜΥ1 ότι οι εναγόμενοι έπαθαν οικονομική ζημιά λόγω παραβίασης του όρου 6.26 των συμφωνιών και ότι δικαιολογούνταν να τη συμψηφίσουν με τα ποσά των επίδικων λογαριασμών, θέση την οποία προχωρώ να εξετάσω. Η επί του προκειμένου εκδοχή του ΜΥ1 και των εναγομένων 1 κύλησε πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο τους, ήτοι ότι χρησιμοποιώντας το Expert Advisor, οι ενάγοντες αφ' ενός προέβηκαν σε καταχρηστικές συναλλαγές κατά παράβαση του όρου 6.26 και αφ' ετέρου κατάφεραν να αποσπάσουν χρήματα από τους εναγόμενους 1 μέσω των προμηθειών που λάμβαναν οι ΙΒ συνεργοί τους. Παρά όμως το ότι ο μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματικός ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι ενάγοντες πέτυχαν κατ' εκείνον να προβούν σε καταχρηστικές συναλλαγές χρησιμοποιώντας το Expert Advisor, εντούτοις, η πραγματική οικονομική ζημιά που ισχυρίζονται ότι έπαθαν οι εναγόμενοι 1, καθορίστηκε ρητά από το μάρτυρα να έχει προκληθεί αποκλειστικά συνεπεία των προμηθειών που οι εναγόμενοι 1 κατέβαλαν στους ΙΒ των εναγόντων, συνολικού ύψους $19,731.75 και όχι από αυτό καθ' αυτό το καταχρηστικό πλεονέκτημα που είχαν οι ενάγοντες λόγω της χρήσης του Expert Advisor. Το εν λόγω πλεονέκτημα άλλωστε, σύμφωνα με τις εξηγήσεις του μάρτυρα, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει ζημιά στους εναγόμενους 1 αφού δεν ήταν αυτοί που θα πλήρωναν για την όποια επιτυχία ή αποτυχία των συναλλαγών και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πώς προκαλείται οικονομική ζημιά στους εναγόμενους 1 όταν «ξεγελιέται» ο broker με τη χρήση του Expert Advisor. Η ενδεικτική κατάσταση που κατάθεσε ο ΜΥ1 αναφορικά με τις καταχρηστικές, κατ' εκείνον, συναλλαγές των εναγόντων, Τεκ.41, ουδέποτε συνδέθηκε με οποιαδήποτε πραγματική οικονομική ζημιά των εναγομένων 1 αλλά έτεινε να καταδείξει μόνο το πώς οι ενάγοντες λάμβαναν πλεονέκτημα στις επενδύσεις τους. Η μόνη μαρτυρία που προσκομίστηκε προς επίρρωση του ισχυρισμού των εναγομένων 1 περί πρόκλησης ζημιάς από τις ενέργειες των εναγόντων, ήταν το Τεκ.51, ήτοι ο πίνακας με τις προμήθειες που κατ' ισχυρισμό των εναγομένων 1 έλαβαν οι ΙΒ των εναγόντων μέσω των επίδικων λογαριασμών καθώς επίσης και μέσω των λογαριασμών άλλων εταιρειών που φαίνεται να συνδέονται με το Savelko. Επί αυτής της μαρτυρίας παρατηρώ τα εξής. Η όλη βάση του ισχυρισμού του ΜΥ1 και των εναγομένων 1 ως προς το πιο πάνω θέμα της πρόκλησης οικονομικής ζημιάς από τις προμήθειες της Korneeva και του xxx Savelko, εδράζεται επί της κατ' ισχυρισμό σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Savelko και άλλων προσώπων, ήτοι των xxx Mernenko και xxx Asafov, οι οποίοι ενεργούσαν, άμεσα ή έμμεσα ως εκπρόσωποι άλλων εταιρειών που είχαν επίσης λογαριασμό με τους εναγόμενους
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, κατατέθηκαν μεταξύ άλλων τα έγγραφα της εταιρείας Detour Entertainment Inc, ο λογαριασμός της οποίας είχε επίσης εγγραφεί κάτω από τον όνομα της Korneeva ως ΙΒ (Τεκ. 43 και 47). Από τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς εναγόντων, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος της Detour ήταν ο Mernenko, ο οποίος είχε ζητήσει ρητά όπως η Korneeva εγγραφεί ως ΙΒ της Detour. Ο Mernenko δε, μαζί με κάποιο O.Asafov, είναι, σύμφωνα με τα έγγραφα που κατέθεσε ο ίδιος ο Savelko, διευθυντές του ενάγοντα 1 και τα πρόσωπα που εξουσιοδότησαν το Savelko να εκπροσωπεί τον τελευταίο στον επίδικο λογαριασμό (Τεκ. 4 και 36). Σύμφωνα και πάλι με το Savelko, ο Asafov είναι φίλος της Korneeva και ο ίδιος μαζί με τον Mernenko και τον Asafov, είναι συνεργάτες. Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα οποία αναλύθηκαν και τεκμηριώθηκαν πλήρως από το ΜΥ1, σε συνδυασμό με το email του Savelko ημερ. 13/05/15 στο οποίο ο ίδιος κάμνει αναφορά σε πρόσφατη επικοινωνία που είχε με το Mernenko ως ο «συνέταιρος» του - «my partner», επιβεβαιώνουν την εκδοχή του ΜΥ1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα προαναφερόμενα πρόσωπα είχαν συνεχώς άμεση ή έμμεση σχέση μεταξύ τους και καθιστά την περί του αντιθέτου θέση του Savelko ως μια έκδηλη προσπάθεια να αποκρυφτεί η πραγματικότητα. Η ύπαρξη όμως της προαναφερόμενης σχέσης δεν αποδεικνύει αυτόματα και τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του ΜΥ1 και των εναγομένων 1, ήτοι ότι οι ενάγοντες τους προκάλεσαν οικονομική ζημιά ύψους $19,731.75 λόγω των προμηθειών που καταβλήθηκαν στην Korneeva και στον Α.Savelko από τους εναγόμενους
- Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω τον εν λόγω ισχυρισμό. Σημειώνω κατ' αρχή ότι τέτοιος ρητός και συγκεκριμένος ισχυρισμός ουδέποτε τέθηκε στο Savelko κατά την αντεξέταση του, όπου η θέση των εναγομένων 1 περιορίστηκε σε μια γενική υποβολή ότι οι προμήθειες που έλαβαν τα πρόσωπα που ενεργούσαν ως ΙΒ των εναγόντων, ήτοι η Korneeva και ο xxx Savelko, συνιστούσαν την οικονομική ζημιά των εναγομένων
- Ενώ όμως ο Savelko απέρριψε εξ' ολοκλήρου την πιο πάνω γενική υποβολή, ουδέποτε του υποδείχτηκε ποιο ακριβώς ήταν το ύψος αυτών των προμηθειών που κατά τους εναγόμενους συνιστούσε τη βάση επί της οποίας δικαιούνταν να συμψηφίσουν όλα τα ποσά που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς, ήτοι το συνολικό ποσό των $39.302,
- Το Τεκ.51 δε, το οποίο καταδεικνύει κατά τους εναγόμενους 1 το ακριβές ύψος της κατ' ισχυρισμό ζημιάς και το πώς ακριβώς αυτή προέκυψε, παρουσιάστηκε στη ακρόαση μόνο κατά τη μαρτυρία του ΜΥ1 και μετά που ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Savelko. Εφόσον όμως η απόδειξη της συγκεκριμένης οικονομικής ζημιάς ήταν και η πεμπτουσία της υπεράσπισης, εύλογα αναμένετο ότι οι υπολογισμοί και τα στοιχεία του Τεκ.51 θα τίθεντο στο Savelko για σχολιασμό και όχι να παρουσιαστούν μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του (βλ. Ευσταθίου Δημήτρης ν. Alpha Bank Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682 καθώς επίσης και την αναφορά που η εν λόγω απόφαση κάνει στην Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, πέραν των εναγομένων 1, οι μόνοι άλλοι άμεσα εμπλεκόμενοι στο θέμα των καταβληθέντων προμηθειών, οι οποίοι είναι και τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν ότι όντως καταβλήθηκαν οι κατ' ισχυρισμό προμήθειες, είναι οι ΙΒ που φέρονται να τις έλαβαν, ένας εκ των οποίων είναι και ο αδελφός του Savelko. Η παράλειψη συνεπώς των εναγομένων 1 να θέσουν στο μάρτυρα των εναγόντων αυτή τη συγκεκριμένη και ουσιώδες για την υπεράσπιση θέση, στέρησε από τους τελευταίους το ευεργέτημα να απαντήσουν και να τη σχολιάσουν και αν το έκριναν αναγκαίο, να παρουσιάσουν μαρτυρία προς αντίκρουση της (βλ. M &TH PETROU & SONS DEVELOPERS LTD ν. ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΥΚΚΟΥΛΗ, Π.Ε 18/2011, 16/11/2016). Η επί του προκειμένου θέση του ΜΥ1 και των εναγομένων 1 συνεπώς, ήτοι ότι η ζημιά που προκάλεσαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους 1 συνίσταται σε καταβληθέντες προμήθειες ύψους $19,731.75 ως εξηγείται στο Τεκ.51, δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί (βλ. Adidas ανωτέρω). Πέραν και ανεξάρτητα όμως της πιο πάνω κατάληξης, η θέση των εναγομένων 1 ότι έπαθαν τέτοια ζημιά ώστε δικαιωματικά συμψήφισαν όλα τα ποσά που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς, ήτοι $39.302,08 στο σύνολο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τους εξής λόγους. Κατά πρώτο, το σύνολο των προμηθειών που κατ' ισχυρισμό των εναγομένων 1, έλαβαν οι Korneeva και ο xxx Savelko ως ΙΒ, ανέρχεται στις $19,731.75, πολύ λιγότερο δηλαδή από τις $39.302,08 που σύμφωνα με τους ίδιους τους εναγόμενους 1, παρέμειναν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς. Κατά δεύτερο, από το ποσό των $19,731.75, μόνο οι $8.962,90 αφορούν στις προμήθειες των επίδικων λογαριασμών ενώ οι άλλες $10.768,85, αφορούν σε προμήθειες που έλαβε η Korneeva ως ΙΒ της Detour και όχι των εναγόντων. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η θέση των εναγομένων 1 είναι ότι οι προμήθειες της Korneeva και του xxx Savelko αποσπάσθηκαν αντισυμβατικά λόγω της ιδιότητας του Expert Advisor να διεκπεραιώνει πολυάριθμες συναλλαγές σε ταχύτατο χρόνο, οπόταν και αυξάνονταν οι καταβληθείσες προμήθειες, θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να συνδεθούν οι εν λόγω προμήθειες με τις συναλλαγές που έγιναν τόσο στους επίδικους λογαριασμούς όσο και στο λογαριασμό της Detour Entertainment Inc. με τη χρήση του Expert Advisor. Καμία τέτοια μαρτυρία όμως προσκομίστηκε από πλευράς εναγομένων 1, ενώ αντίθετα, το Τεκ.51 που προσκομίστηκε, έστω και αν ήθελε ληφθεί υπόψη, δεν διαχωρίζει τις προμήθειες που αφορούν σε συναλλαγές με τη χρήση Expert Advisor και τις προμήθειες που αφορούν σε θεμιτές συναλλαγές. Αυτό λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας των εναγομένων 1 δεν προωθήθηκε η θέση ότι όλες οι συναλλαγές των εναγόντων έγιναν με τη χρήση του Expert Advisor. Ακόμη επομένως και να ήθελε ληφθεί υπόψη το Τεκ.51 και οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του ΜΥ1, και πάλι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή η θέση ότι συνεπεία της χρήσης του Expert Advisor, οι εναγόμενοι 1 έπαθαν ζημιά ύψους $39.302,08 λόγω των προμηθειών που κατέβαλαν στους Korneeva και xxx Savelko. Στη βάση των πιο πάνω επομένως, παρά το ότι κρίνονται αξιόπιστες οι θέσεις του ΜΥ1 ως προς το ότι οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν την λογισμική εφαρμογή Expert Advisor και ότι μέσω του Savelko, συνδέονταν με τους Mernenko, Asafov και Korneeva, η θέση του ότι οι εναγόμενοι 1 υπέστηκαν οικονομική ζημιά λόγω αυτών των στοιχείων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στους ισχυρισμούς των εναγόντων εναντίον της Κεφαλαιαγοράς. Η αδιαμφισβήτητη έρευνα στην οποία προέβη η Κεφαλαιαγορά εναντίον των εναγομένων 1 μετά που έλαβε την πρώτη καταγγελία του Savelko στις 27/05/15, η ολοκλήρωση της εντός πέντε μηνών (Τεκ.24) και δη μέσω της θερινής περιόδου, η διαπίστωση ενδεχόμενων παραβάσεων της νομοθεσίας και η επίτευξη συμβιβασμού με τους εναγομένους 1 ύψους €335.000, καταρρίπτει τον ισχυρισμό του Savelko περί αδράνειας της Κεφαλαιαγοράς και περί ολιγωρίας της. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώθηκε και από το Savelko κατά την αντεξέταση του όπου αναγνώρισε και αποδέχτηκε ότι κατά την έρευνα της Κεφαλαιαγοράς λήφθηκαν υπόψη και οι δικές του καταγγελίες. Υπενθυμίζω ότι συνιστά κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι επίδικες καταγγελίες του Savelko υποβλήθηκαν στην Κεφαλαιαγορά μεταξύ 27/05/15 και 03/08/15 και ότι στις 06/08/15, η έρευνα της τελευταίας ήδη βρισκόταν σε εξέλιξη. Η παραδοχή τέλος του Savelko ότι γνώριζε εκ των προτέρων ότι η Κεφαλαιαγορά δεν μπορούσε να προβαίνει σε εξατομικευμένες έρευνες, να επιβάλει τη συμμόρφωση με ιδιωτικές συμφωνίες ή να διατάξει την καταβολή αποζημιώσεων, εκθεμελιώνει και η θέση που προωθήθηκε κατά την κυρίως μαρτυρία του Savelko περί ανεπάρκειας και αναποτελεσματικότητας της Κεφαλαιαγοράς. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο Savelko ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, αυτό που ευελπιστούσε να γίνει μέσω των καταγγελιών του στην Κεφαλαιαγορά δεν ήταν αυτή καθ' αυτή η τιμωρία των εναγομένων 1 αλλά ο έμμεσος εξαναγκασμός τους να του επιστρέψουν τα λεφτά των εναγόντων. Εάν αυτό γινόταν, τότε κανένας λόγος υπήρχε κατά το Savelko για να προωθηθούν περαιτέρω οι καταγγελίες του. Ουσιαστικά ο Savelko χρησιμοποίησε την Κεφαλαιαγορά για να ασκήσει πίεση στους εναγόμενους 1 να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ενώ γνώριζε ότι κάτι τέτοιο δεν ενέπιπτε στις εξουσίες της Κεφαλαιαγοράς. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω στα εξής περαιτέρω ευρήματα. Κατά την υποβολή της εντολής του Savelko για απόσυρση των χρημάτων του ενάγοντα 1 στις 18/05/15, οι εναγόμενοι 1 είχαν υποπτευθεί ότι για τις επενδύσεις που έγιναν τόσο μέσω του εν λόγω λογαριασμού όσο και μέσω του λογαριασμού του ενάγοντα 2, που επίσης χειριζόταν ο Savelko, έγινε χρήση της λογισμικής εφαρμογής Expert Advisor. Αυτή η υποψία έδωσε συμβατικό έρεισμα στους εναγόμενους 1 για ενεργοποίηση του όρου 24 των συμφωνιών των μερών, οπόταν δεν μπορούσε να εκτελεστεί η εντολή του Savelko μέχρι να διερευνηθεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια καταχρηστική επενδυτική συμπεριφορά η οποία τους προκάλεσε ζημιές. Αν από την έρευνα διαπιστώνονταν τέτοιες ζημιές, τότε οι εναγόμενοι 1 θα μπορούσαν να τις συμψηφίσουν με τα ποσά που θα παρέμεναν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς κατά την ολοκλήρωση της έρευνας τους. Όταν υπεβλήθη η εντολή του Savelko το Μάιο 2015, ο λογαριασμός του ενάγοντα 1 παρουσίαζε υπόλοιπο $15.744 ενώ του ενάγοντα 2, $24.853,35. Αμφότερα τα εν λόγω ποσά συνιστούσαν ποσά που απέμειναν από τις καταθέσεις των εναγόντων. Στις 06/08/15, οι ενάγοντες, μέσω του Savelko, ζήτησαν από τους εναγόμενους 1 όπως διεξάγουν έρευνα στους επίδικους λογαριασμούς για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε καταχρηστική συμπεριφορά και όπως με την ολοκλήρωση της έρευνας, αν δεν διαπιστωνόταν οποιαδήποτε κατάχρηση, να αποδεσμευτούν τα λεφτά που ήταν εκεί κατατεθειμένα. Ένα μήνα αργότερα όμως και χωρίς να ενημερωθούν κατά πόσο οι έρευνες είχαν ολοκληρωθεί, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή ζητώντας τόσο το κλείσιμο των λογαριασμών όσο και τα ποσά που υπήρχαν σε αυτούς. Παρά τις εν λόγω αξιώσεις και την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας 1, μέσω του Savelko, συνέχισε να χρησιμοποιεί το λογαριασμό του μέχρι και τις 14/04/16, προβαίνοντας σε περαιτέρω επενδύσεις, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού να μειωθεί στις $14.447,08. Όταν ολοκληρώθηκε η έρευνα των εναγομένων 1 στις 19/04/16, ήτοι μετά την καταχώρηση της αγωγής, οπόταν και οι επίδικοι λογαριασμοί τερματίστηκαν, αυτοί παρουσίαζαν υπόλοιπα $14.447,08 και $24.853,35 αντίστοιχα. Τα εν λόγω ποσά μέχρι σήμερα δεν επιστράφηκαν στους ενάγοντες. Όσον αφορά τις καταγγελίες του Savelko προς την Κεφαλαιαγορά, αυτές, σύντομα μετά την υποβολή τους, εξετάστηκαν μαζί με άλλες παρόμοιες καταγγελίες τρίτων προσώπων, στα πλαίσια έρευνας που διεξήγαγε η Κεφαλαιαγορά σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των εναγομένων 1, η οποία έρευνα ολοκληρώθηκε περί το Νοέμβριο 2015, ήτοι μετά την καταχώρηση της αγωγής. Το ότι εκκρεμούσε η έρευνα της Κεφαλαιαγοράς οι ενάγοντες το γνώριζαν προτού καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή όπως γνώριζαν επίσης και ότι οι θεσμικές εξουσίες της Κεφαλαιαγοράς δεν μπορούσαν να επεκταθούν σε επιβολή υποχρέωσης προς τους εναγόμενους 1 να τηρήσουν τις ιδιωτικές συμβατικές τους υποχρεώσεις απέναντι τους. Οι ενάγοντες γνώριζαν επίσης πριν την καταχώρηση της αγωγής, ότι είχαν την επιλογή να επιδιώξουν αποζημίωση εναντίον των εναγομένων 1 μέσω του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, στον οποίο είχαν ήδη αποταθεί, πλην όμως επέλεξαν συνειδητά όπως μην ακολουθήσουν την εν λόγω οδό, προτιμώντας να καταφύγουν στο Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι η ενασχόληση με τις διάφορες νομικές πτυχές της υπόθεσης καθίσταται περιττή. Εξηγώ. Όσον αφορά την αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, ενόψει της παραδεκτής θέσης ότι η αξίωση των εναγόντων αφορά σε δικά τους χρήματα που παρέμειναν κατατεθειμένα στο λογαριασμό τους, εναπόκειτο στους εναγόμενους 1 να δικαιολογήσουν την κατακράτηση των εν λόγω χρημάτων, τόσο πριν όσο και μετά τις 19/04/16 που ολοκληρώθηκε η έρευνα τους και τερματίστηκε η λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Αν και με την αξιόπιστη μαρτυρία που προσκομίστηκε, οι εναγόμενοι 1 κατάφεραν να δικαιολογήσουν συμβατικά τη δέσμευση των ποσών μέχρι τις 19/04/16, ήτοι στη βάση της υποψίας που τους είχε δημιουργηθεί από την παραδεκτή χρήση του Expert Advisor, δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν την μετέπειτα κατακράτηση και συμψηφισμό των ποσών λόγω πρόκλησης οικονομικής ζημιάς. Ως εκ τούτου, κανένα πλέον δικαίωμα, συμβατικό ή άλλως πώς έχουν οι εναγόμενοι να κατακρατούν τα ποσά των $14.447,08 και $24.853,35 που παρέμεναν στους λογαριασμούς κατά τον τερματισμό τους στις 19/04/16. Επισημαίνω εδώ ότι εφόσον η μείωση του υπολοίπου του λογαριασμού του ενάγοντα 1 προήλθε αποκλειστικά από δικές του ενέργειες, η εν λόγω μείωση δεν μπορεί να «χρεωθεί» στους εναγόμενους 1. Ο ενάγοντας 1 συνεπώς δικαιούται να λάβει από τους εναγόμενους 1 το ποσό των $14.447,08 και ο ενάγοντας 2 το ποσό των $24.853,35. Όσον αφορά την αγωγή εναντίον της Κεφαλαιαγοράς αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Τα ευρήματα στα οποία έχω προβεί ανωτέρω καθώς και τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καταδεικνύουν ότι η Κεφαλαιαγορά δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια ή ολιγωρία που να ανάγεται σε παράλειψη επίδειξης επιμέλειας απέναντι στους ενάγοντες ούτε και παρέβη οποιοδήποτε θέσμιο καθήκον της (βλ. Μ.Σ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ ΣΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 378/2009 και 386/2009, 10/7/2015 και κατ' αναλογία Δημητρίου Nίκη κ.α ν. Σάββα Xατζησάββα και Άλλης,
(2009)1 Α.Α.Δ. 848 και Τάσος Χριστοφίδης ν Γενικού Εισαγγελέα
(2004)1β Α.Α.Δ 907). Ούτε όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Κεφαλαιαγορά είχε καθήκον να προβλέψει και να αποτρέψει την παραβίαση ιδιωτικών συμφωνιών που μια ΚΕΠΕΥ έχει με τον κάθε πελάτη της. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο ρόλος της Κεφαλαιαγοράς, εξ' ου και δεν της παρέχεται η εξουσία να υποχρεώσει μια ΚΕΠΕΥ να συμμορφωθεί με τις ιδιωτικές συμβατικές της υποχρεώσεις. Ο ρόλος της Κεφαλαιαγοράς είναι καθαρά να εποπτεύει αν τηρούνται οι πρόνοιες της νομοθεσίας και όχι αν τηρούνται οι ιδιωτικές συμφωνίες. Αρμοδιότητα γι' αυτό ίσως έχει ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος, όχι όμως η Κεφαλαιαγορά. Σε κάθε περίπτωση όμως, στη συγκεκριμένη υπόθεση η Κεφαλαιαγορά ενήργησε με επιμελή τρόπο εντός των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, όπως οι εν λόγω αρμοδιότητες και εξουσίες προκύπτουν από τους Ν. 64(Ι)/01, Ν.73(Ι)/09και Ν.144(Ι)/07και εντός ευλόγου υπό τις περιστάσεις χρόνου. Η δε ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες από τους εναγόμενους 1 ουδόλως συνδέθηκε με οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις της Κεφαλαιαγοράς ενώ η έκβαση της έρευνας της τελευταίας σε σχέση με τους εναγόμενους 1, επιβεβαιώνει την επιμέλεια που επέδειξε η Κεφαλαιαγορά στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και το αβάσιμο των όσων της καταλογίζουν οι ενάγοντες. Κρίνω συνεπώς ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι εναγόμενοι 1 οφείλουν να επιστρέψουν στον ενάγοντα 1 το ποσό των $14.447,08 και στον ενάγοντα 2 το ποσό των $24.853,35. Κρίνω όμως ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την οποιαδήποτε πτυχή της αγωγής τους εναντίον της εναγομένης 2 και ως εκ τούτου σε σχέση με την εν λόγω εναγόμενη, η αγωγή απορρίπτεται εξ' ολοκλήρου. Εφόσον οι επίδικοι λογαριασμοί τελικά έκλεισαν μετά την καταχώρηση της αγωγής, η επί του προκειμένου αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1 κατέστη άνευ αντικειμένου. Αυτό συνεπώς που απομένει να εξεταστεί είναι η αξίωση των εναγόντων για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1. Θεωρώ ότι το πιο κάτω απόσπασμα από την Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1(Γ) A.A.Δ. 1800, όπου γίνεται αναφορά στις, Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 και Constantinides v. Pitsillou and Another
(1980)J.S.C. 279, συνοψίζει με περισσή επάρκεια τη νομολογία επί του θέματος: «Ούτε η Papakokkinou (ανωτέρω) ούτε η Constantinides (ανωτέρω), που επικαλέστηκε ο εφεσείων δεν προάγουν το αίτημά του για την καταδίκη των εφεσιβλήτων σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη επιφύλαξη, καθίσταται σαφές, και στις δύο αποφάσεις, ότι η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Οι περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να διαταχθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E. R. 367, είναι οι ακόλουθες τρεις όπως διευκρινίζεται στην Papakokkinou (σελ. 75). (Eλληνική μετάφραση, ελεύθερη.) "(α) Αστικά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του Στέμματος (νοείται του δημοσίου). (β) Αστικά αδικήματα τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα. (γ) Όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων." Η ίδια προσέγγιση είχε υιοθετηθεί και στην Constantinides. Τόσο στην Papakokkinou, όσο και στην Constantinides, τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάστηκαν για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων, στην πρώτη για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία (Άρθρο 43 Κεφ. 148) και στη δεύτερη για το αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης διάρρηξης σύμβασης (Άρθρο 34
(1)Κεφ. 148). Πρέπει να επισημάνουμε ότι στην Constantinides δεν επιδικάστηκαν τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη διάρρηξη της σύμβασης, από τον αντισυμβαλλόμενο, τον εναγόμενο 1. Διατάχθηκαν μόνο εναντίον του εναγομένου 2, ο οποίος δεν ήταν μέρος στη σύμβαση και ο οποίος κρίθηκε ένοχος για το αστικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 34
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (exemplary damages), αποσαφηνίστηκαν στην Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R.
- Όπως εξηγείται στην απόφαση του Λόρδου Devlin στη Rookes (ανωτέρω), οι αποζημιώσεις σε αστικά αδικήματα δεν ήταν αυστηρά προκαθορισμένες. Τις διέκρινε πάντοτε στοιχείο ρευστότητας (at large). Εφόσον η αδικοπραγία ήταν ειδεχθής, στο βαθμό που να δικαιολογεί την τιμωρία του αδικοπραγούντος, μπορούσε να καταδικασθεί σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δεν θα διαπραγματευθούμε τις προϋποθέσεις για την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Σημειώνουμε μόνο ότι εξαρχής η εξουσία για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων είχε ταυτιστεί με τη διάπραξη αστικών αδικημάτων. (Βλ. Wilkes v. Wood [1763] Lofft.
- Huckle v. Moncy [1763] 2 Wils.
- Tullidge v. Wade [1769] 3 Wils.
- Leith v. Pope [1779] 2 Wm. Bl.
- Merest v. Harvey
(1814)5 Taunt.
- Sears v. Lyons [1818] 2 Stark.
- Williams v. Currie [1845] 1 C.B.
- Emblen v. Myers [1860] 6 H. & N. 54.) Δεν είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε ότι στα πρώτα χρόνια της εξέλιξης του κοινού δικαίου δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων. Η αυστηρή διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων που αναγνωρίστηκε συν τω χρόνω δεν εξάλειψε ολοσχερώς τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής τιμωρίας στον κατά το αστικό δίκαιο αδικοπραγούντα· περιορίστηκε όμως στις τρεις κατηγορίες που αναγνωρίστηκαν στη Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome και σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Βlackshaw v. Lord [1983] 2 All E. R.
- AB v. South West Water Services Ltd [1993] 1 All E.R.
- John v. MGN Ltd [1996] 2 All E.R. 35.)». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι προφανές ότι η επί του προκειμένου αξίωση των εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει. Αυτό κατ' αρχή γιατί στο βαθμό που η αγωγή εδράζεται επί παράβασης σύμβασης, δεν παρέχεται περιθώριο επιδίκασης παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Στο βαθμό που η αγωγή εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης (αρ. 37 Κεφ.148), η αξιόπιστη μαρτυρία που προσκομίσθηκε και τα ευρήματα στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, καταδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι 1 δικαιολογημένα και συμβατικά κατακράτησαν τα ποσά των επίδικων λογαριασμών μέχρι και τις 19/04/16 που ολοκληρώθηκε η έρευνα τους. Μάλιστα δε καταδείχτηκε και ότι οι ενάγοντες, μέσω του Savelko, είχαν και αυτοί προτείνει στους εναγόμενους όπως μην εκτελέσουν τις εντολές για απόσυρση των αξιούμενων ποσών μέχρι να διεξαχθεί έρευνα στους επίδικους λογαριασμούς. Ενημερώθηκαν όμως στη συνέχεια οι ενάγοντες μέσω της επιστολής των δικηγόρων των εναγομένων 1, ημερ. 17/08/15 ότι το όλο θέμα διερευνάτο και ότι ενδεχομένως να υπήρχε καθυστέρηση λόγω των θερινών διακοπών (Τεκ. 11). Το ότι οι ενάγοντες αποφάσισαν να μην περιμένουν να πληροφορηθούν για τα αποτελέσματα της έρευνας και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, ήταν βέβαια δικαίωμα τους όμως δεν αρκεί για να μεταβάλει το δικαιολογημένο της κατακράτησης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας. Το ότι τελικά διεφάνη κατόπιν ακρόασης ότι η κατακράτηση δεν δικαιολογείτο πλέον από τις 19/04/16 και εντεύθεν δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την επιδίκαση παραδειγματικών ή τιμωρητικών αποζημιώσεων αφού σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενοι 1 θεωρούσαν, έστω εσφαλμένα, ότι ασκούσαν συμβατικά δικαιώματα και τίποτα δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει κακοπιστία από μέρους τους. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το ότι ο ενάγοντας 1 τουλάχιστο συνέχισε να χρησιμοποιεί το λογαριασμό του μέχρι και τις 14/04/16 και παρά την καταχώρηση της αγωγής και λαμβανομένου υπόψη της ανεπιτυχούς προσπάθειας του Savelko να αποκρύψει το γεγονός αυτό κατά την ακρόαση, καθιστούν την αξίωση των εναγόντων για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1 παντελώς ανεδαφική και αβάσιμη. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 απορρίπτεται ενώ εναντίον των εναγομένων 1 επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του ενάγοντα 1 και εναντίον των εναγομένων 1 για το ποσό των $14.447,08 και απόφαση υπέρ του ενάγοντα 2 και εναντίον των εναγομένων 1 για το ποσό των $24.853,
- Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων μου και λαμβανομένου υπόψη ότι η κατακράτηση των προαναφερόμενων ποσών από τους εναγόμενους 1 κατέστη αδικαιολόγητη μόνο από τις 19/04/16 και εντεύθεν, ήτοι από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της έρευνας τους και τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών, ο τόκος που θα φέρουν τα πιο πάνω ποσά θα αρχίσει να μετρά από τις 19/04/16 και όχι από την καταχώρηση της αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της πλειοψηφίας στην ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010, 15/10/2015: «Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06 ημερ. 24.3.10).» Η νομολογία έχει καταδείξει ότι τέτοιοι «αποχρώντες λόγοι» που δυνατό να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλ. Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλ. Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 634 και Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389.). Στην παρούσα περίπτωση, η εναγόμενη 2, ως επιτυχόν διάδικος δικαιούται πλήρως στα έξοδα της εναντίον των εναγόντων και κανένας αποχρώντας λόγος δεν υπάρχει για να τα στερηθεί. Επιδικάζω συνεπώς έξοδα υπέρ της εναγομένης 2 και εναντίον των εναγόντων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο θεωρώ και στην περίπτωση των εναγόντων αναφορικά με την επιτυχία τους εναντίον των εναγομένων 1. Πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν πέτυχαν πλήρως στην αγωγή τους, το μέρος εκείνο που απέτυχαν να αποδείξουν, ήτοι την αξίωση τους για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, ήταν το μέρος εκείνο της αγωγής για το οποίο επέμειναν να δικαστούν παρά την πρόταση που τους έγινε πριν την ακρόαση, για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης με την επιστροφή των ποσών που διεκδικούσαν, η οποία ήταν και η ουσιαστική τους αξίωση. Αν και είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες, η εν λόγω απόφαση τους δεν παύει από του να συνέβαλε στη δημιουργία και διόγκωση των εξόδων της υπόθεσης και δη αδικαιολόγητα όπως τελικά διαφάνηκε. Δεν θα μπορούσε όμως να αγνοηθεί ούτε και το ότι και οι ίδιοι οι ενάγοντες είχαν ζητήσει από τους εναγόμενους 1 πριν την καταχώρηση της αγωγής να μην προχωρήσουν σε εκτέλεση της εντολής απόσυρσης των επίδικων ποσών προτού ολοκληρωθεί η έρευνα των τελευταίων και ότι ακόμη και μετά την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας 1 εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον λογαριασμό του και παρά ταύτα προσπάθησε να το αποκρύψει. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η επιμονή των εναγόντων να δικάσουν την υπόθεση ώστε να επιχειρήσουν να εξασφαλίσουν και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1 ήταν εξ υπαρχής αδικαιολόγητη και λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν τύχει νομικής συμβουλής ως προς τις συνέπειες που η εν λόγω επιμονή τους ενδεχομένως να συνεπάγετο στα έξοδα που θα δικαιούνταν σε περίπτωση που αποτύγχαναν στην εν λόγω αξίωση τους, κρίνω ότι υπάρχουν αποχρώντες λόγοι για να μειωθούν τα έξοδα στα οποία δικαιούνται ως επιτυχόντες διάδικοι. Αναφέρομαι εδώ σε μείωση των εξόδων και όχι σε πλήρη αποστέρηση αφ' ενός διότι οι ενάγοντες πέτυχαν μερικώς στην αγωγή τους και αφ' ετέρου διότι παρά την πρόταση τους, οι εναγόμενοι 1 δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε πληρωμή. Κρίνω συνεπώς ως ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν έξοδα υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των εναγομένων 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ, εφόσον οι ενάγοντες έτυχαν κοινής εκπροσώπησης και μειωμένα κατά το ήμισυ και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Κατακράτηση Λεφτών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο