← Κύπρος

Gorbachev κ.α. ν. First Link Management Services Ltd υπό την ιδιότητα της ως επιτρόπου του εμπιστεύματος 'The Goaliva Trust', Γενική Αίτηση: 62/2018,

Gorbachev κ.α. ν. First Link Management Services Ltd υπό την ιδιότητα της ως επιτρόπου του εμπιστεύματος 'The Goaliva Trust', Γενική Αίτηση: 62/2018, 8/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 62/2018 Αναφορικά με τον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, Κεφ. 193 και Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Ν.69(Ι)/92, όπως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με το Εμπίστευμα 'The Goaliva Trust' ημ. 3.8.07 Μεταξύ 1. . Gorbachev 2. . Smirnova 3. . Gorbachev 4. . Gorbacheva Αιτητών - Δικαιούχων και First Link Management Services Ltd υπό την ιδιότητα της ως επιτρόπου του εμπιστεύματος 'The Goaliva Trust' Καθ΄ ης η Αίτηση - Επιτρόπου Αίτηση ημ. 5.3.18 από Αιτητές για παύση της επιτρόπου και διορισμού νέου επιτροπού του ως άνω εμπιστεύματος Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ρ. Ζέικο για Π.Ν. Ονουφρίου ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Παπαμιχαήλ για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν: (
  2. i)Απόφαση και ή Δήλωση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Καθ΄ ης έχει εκπέσει της θέσης της ως επίτροπος του Goaliva Trust (εφεξής «το εμπίστευμα») λόγω παράβασης νόμιμου καθήκοντος παροχής αναγκαίας πληροφόρησης στους Αιτητές, μέσω των πιο κάτω αντιπροσώπων και ή διευθυντών και ή άλλων υπηρετών της · ΑΧ (εφεξής «η ΑΧ») · ΜΛ (εφεξής «η ΜΛ») · ΣΕ (εφεξής «ο ΣΕ») (ως διευθυντές της επιτρόπου) (
  3. ii)Δήλωση ως προς την αναγνώριση του δικαιώματος των δικαιούχων του εμπιστεύματος, ήτοι των Αιτητών, να ζητήσουν την απομάκρυνση και αντικατάσταση της επιτρόπου λόγω της άρνησης της να παραχωρήσει πληροφορίες οι οποίες ζητήθηκαν από τους Αιτητές, ενώ είχε τη νομική υποχρέωση να το πράξει. (iii) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ΄ ης να συνεχίσει να ενεργεί ως επίτροπος του εμπιστεύματος. (
  4. iv)Διάταγμα με το οποίο να παύεται η Καθ΄ ης από του να ενεργεί ως επίτροπος του εμπιστεύματος. (
  5. v)Διάταγμα με το οποίο να γίνεται αποδεκτός ο διορισμός νέου επιτρόπου από τους δικαιούχους του εμπιστεύματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση συνοψίζονται στα εξής: 1) Το εμπίστευμα συστάθηκε στις 3.8.07. 2) Με βάση ένορκη δήλωση της ΑΧ σε άλλη δικαστική διαδικασία, αναφέρεται πως αρχικώς συστάθηκε το Gamini Trust το οποίο αγόρασε ακίνητη περιουσία και ειδικότερα το Ormidale House το οποίο θα χρησιμοποιείτο ως οικία στο Ηνωμένο Βασίλειο του Αιτητή 1 και της οικογένειας του. Το εμπίστευμα (Goaliva Trust) συστάθηκε για τον διαχωρισμό της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας από το δικαίωμα αγοράς του 5% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Phosco Industries Ltd και των μελλοντικών δραστηριοτήτων του εμπιστεύματος. Συνεπώς η ακίνητη ιδιοκτησία παρέμεινε στο Gamini Trust και το δικαίωμα εκχωρήθηκε στο εμπίστευμα (Goaliva Trust). 3) Με βάση διάφορες ένορκες δηλώσεις τόσο της ΑΧ όσο και ένορκη δήλωση του ΣΕ, διευθυντών της επιτρόπου, στα πλαίσια άλλων δικαστικών διαδικασιών (Γενική Αίτηση 103/16 και Αγωγές 1151/16 και 4027/15), και σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις του εμπιστεύματος για τα έτη 2010-2013, η Καθ΄ ης έχει δημιουργήσει αμφιβολία κατά πόσο το εμπίστευμα είναι διεθνές ή όχι και σε ποια φορολογική αρχή υπάγεται, ήτοι την Κυπριακή ή την Αγγλική. 4) Οι Αιτητές, ως δικαιούχοι του εμπιστεύματος, απέστειλαν δύο διπλοσυστημένες επιστολές ημ. 16.1.18 και 23.1.18 στην Καθ΄ ης και τους διευθυντές της ξεχωριστά, με τις οποίες ζητούσαν επεξηγήσεις και καλύτερες λεπτομέρειες και ή έγγραφα αναφορικά με τη διαχείριση και ή τη διαφανή διαχείριση του εμπιστεύματος, οι οποίες (επιστολές) παρέμειναν αναπάντητες. 5) Προηγήθηκε επιστολή ημ. 10.10.16 των δικηγόρων των Αιτητών προς την ΑΧ, αναφορικά με τις παραγράφους 1 και 4 της επιστολής ημ. 16.1.18, η οποία απαντήθηκε με επιστολή ημ. 23.2.17 των Άγγλων λογιστών για λογαριασμό της επιτρόπου και της ΑΧ. 6) Λόγω αδιαφάνειας της επιστολής ημ. 23.2.17 οι Αιτητές απέστειλαν την επιστολή ημ. 16.1.18 επιδιώκοντας σαφέστερες πληροφορίες τις οποίες η Καθ΄ ης αρνήθηκε να παράσχει. 7) Αναφορικά με την παράγραφο 6 της επιστολής ημ. 16.1.18, οι Αιτητές είχαν αποστείλει επιστολές ημ. 11.10.17 και 18.10.17 προς την ΑΧ, οι οποίες και πάλι παρέμειναν αναπάντητες. 8) Ως προς την παράγραφο 4(a-
  6. d)της επιστολής ημ. 16.1.18 για την οποία δεν δόθηκε απάντηση από την Καθ΄ ης, οι Αιτητές έστειλαν επιστολή ημ. 16.2.18 προς την Anodos Investments Ltd η οποία απάντησε με επιστολή ημ. 20.2.18, αρνούμενη την εκτέλεση οποιωνδήποτε εμπορικών δοσοληψιών με την Καθ΄ ης. 9) Στις 13.2.18 οι Αιτητές έστειλαν νέα διπλοσυστημένη επιστολή στην Καθ΄ ης ζητώντας εξηγήσεις ως προς την παράλειψη διορισμού Προστάτη όπως προνοούσε το έκτο παράρτημα του ιδρυτικού εγγράφου του εμπιστεύματος. 10) Περαιτέρω οι Αιτητές με επιστολή τους ημ. 31.3.16 ζήτησαν από την επίτροπο να παραιτηθεί και ορίσει νέο επίτροπο την εταιρεία PNO Corporate Trustees Ltd. Λόγω μη απάντησης της επιτρόπου, στις 20.4.16 οι Αιτητές καταχώρισαν τη Γενική Αίτηση 103/16 με την οποία ζητούσαν την παύση της επιτρόπου. Η ΑΧ καταχώρισε ένσταση και, κατόπιν ακρόασης, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 19.12.17 η Αίτηση απερρίφθη. 11) Οι Αιτητές καταχώρισαν την Αγωγή 4027/15 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της επιτρόπου, με την οποία ζητούν αποζημιώσεις για κακοδιαχείριση του εμπιστεύματος ενώ η επίτροπος καταχώρισε υπεράσπιση στην οποία επικαλείται διάφορες αιτιολογίες για να μην λογοδοτεί. 12) Οι Αιτητές θεωρούν πως η παράλειψη της επιτρόπου να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες και ή έγγραφα που αφορούν τη διαφανή διαχείριση του εμπιστεύματος αποτελεί σοβαρή παράβαση καθηκόντων της, εκπίπτοντας από την εμπιστευτική θέση της επιτρόπου και ενεργοποιούν το δικαίωμα τους να ζητήσουν την απομάκρυνση της επιτρόπου ούτως ώστε το εμπίστευμα να σταματήσει να παρανομεί και η διαχείριση του να είναι διαφανής και πρέπουσα. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΟ (εφεξής «ο ΠΟ»), η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Εγώ, ο κάτωθι προαναφερόμενος ΠΟ, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος υπό των Αιτητών να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση. Η προσωπική μου γνώση προέρχεται από το γεγονός ότι ήμουν ο δικηγόρος που χειρίστηκε πολλαπλές υποθέσεις και απαιτήσεις που καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αστικής ή/και ποινικής μορφής εναντίον τόσο της Καθ΄ ης η αίτησις όσο και εναντίον άλλων προσώπων ως οι διευθυντές της και είμαι περαιτέρω ο δικηγόρος που συνέταξε όλες τις επιστολές που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση. Όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην αίτηση και επισυνάπτονται στην παρούσα ένορκη δήλωση αποτελούν τεκμήρια τα οποία καταχωρήθηκαν προηγουμένως σε άλλες δικαστικές διαδικασίες μέσω των οποίων έχουν περιέλθει εις γνώση μου. 2. Όθεν ευσεβάστως πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα ανωτέρω διατάγματα». Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της Αίτησης. 2. Η κατ΄ ισχυρισμό παράβαση της υποχρέωσης εμπιστοσύνης από την επίτροπο δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας Πρωτογενούς Αίτησης αλλά Αγωγής. 3. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να παρέχει τις αιτούμενες θεραπείες. 4. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. 5. Τα διατάγματα δεν ζητούνται για νόμιμο σκοπό. 6. Η Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. 7. Δεν έχει ζητηθεί άδεια του Δικαστηρίου για την έγερση της Αίτησης. 8. Με την Αίτηση δεν επιζητείται η παύση της Καθ΄ ης και ταυτόχρονη αντικατάσταση της με συγκεκριμένο πρόσωπο ως οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες. 9. Ουδέν κίνδυνος έχει καταδειχθεί ότι επηρεάζεται η ευημερία των δικαιούχων ή το αντικείμενο του εμπιστεύματος. 10. Ουδεμία θετική ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους της Καθ΄ ης έχει καταδειχθεί ούτως ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για την απομάκρυνση των εμπιστευματοδόχων. 11. Οι Αιτητές έχουν καταχωρίσει αστικές και ή ποινικές υποθέσεις και η παρούσα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 12. Η Αίτηση έγινε κακόπιστα και χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης της Καθ΄ ης. 13. Η επίτροπος ενήργησε πάντοτε σύμφωνα με τα καθήκοντα της, τίμια και με ακεραιότητα προς το συμφέρον των δικαιούχων. 14. Θα ήταν ανεπιθύμητο να απομακρυνθεί η επίτροπος ενόσω εκκρεμεί δικαστική διαδικασία σε σχέση με το εμπίστευμα και κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε έξοδα και απώλειες για το εμπίστευμα. 15. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διατάξει την απομάκρυνση της επιτρόπου επειδή ένας δικαιούχος σε διακριτικό εμπίστευμα, χωρίς οριστικοποιημένο δικαίωμα σε αυτό αλλά μόνο με ελπίδα να λάβει δικαίωμα, έχει προσωπική αντιδικία με τα πρόσωπα που ελέγχουν την επίτροπο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΑΧ. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται τα εξής: (α) Όλες οι ενέργειες της επιτρόπου έγιναν με αποκλειστικό στόχο το όφελος των δικαιούχων του εμπιστεύματος και η επίτροπος ενήργησε με πλήρη ακεραιότητα και καλή πίστη, οι δε δικαιούχοι, και ειδικότερα ο Αιτητής 1, ήταν πάντοτε πλήρως ενήμεροι για τις ενέργειες της και συναινούσαν σε αυτές. (β) Το εμπίστευμα είναι διακριτικής ευχέρειας και επομένως η επίτροπος έχει πλήρη ελευθερία πράξεων σε σχέση με την περιουσία του εμπιστεύματος και πλήρες δικαίωμα προσθήκης ή εξαίρεσης δικαιούχου και μεταβολής του εμπιστεύματος. (γ) Η τάξη των δικαιούχων δεν είναι κλειστή και επομένως οι Αιτητές, ως διακριτοί δικαιούχοι, δεν έχουν αυτόματο δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες. (δ) Παρά ταύτα, οι δικηγόροι της επιτρόπου έχουν απαντήσει στις επιστολές ημ. 16.1.18 και 23.1.18 με επιστολή τους ημ. 16.3.18. (ε) Και οι επιστολές ημ. 11.10.17 και 18.10.17 έχουν επίσης απαντηθεί με ξεχωριστή επιστολή των δικηγόρων της επιτρόπου ημ. 16.3.18. (στ) Επιπλέον, η επίτροπος, με επιστολή ημ. 23.2.17, ενημέρωσε σχετικά τους Αιτητές και απέστειλε τις οικονομικές καταστάσεις, ως το αίτημα τους. (ζ) Όπως επεξηγείται και στην επιστολή, το εμπίστευμα ιδρύθηκε βάσει του Κυπριακού δικαίου, και όχι ειδικά βάσει του Ν.69(Ι)/92, και από εκεί και πέρα είναι διεθνές εμπίστευμα και η φορολογική του μεταχείριση είναι σαφής ως αναλύεται περαιτέρω στην εν λόγω επιστολή. (η) Η θέση των Αιτητών περί μη απάντησης της επιτρόπου έχει εκλείψει και επομένως η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί. (θ) Ο ισχυρισμός των Αιτητών πως η επιστολή ημ. 10.10.16 της επιτρόπου ήταν αδιαφανής δεν διευκρινίζεται και εν πάση περιπτώσει ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την επιστολή ημ. 16.1.18 είναι πολύ μεγάλος για να στοιχειοθετείται αφενός αυτός ο ισχυρισμός και αφετέρου ότι η επίτροπος έχει παραβεί καθήκον ενημέρωσης. (ι) Λόγω των πολλών δικαστικών μέτρων εναντίον της, αναλώνεται μεγάλος μέρος των ενεργειών της επιτρόπου στην ενημέρωση των Άγγλων δικηγόρων της και στην προετοιμασία για τις υποθέσεις στην Κύπρο, και επομένως τυχόν καθυστέρηση στην απάντηση της είναι αναμενόμενη και δικαιολογημένη. Ειδικότερα, όταν θα δοθούν απαντήσεις σε πρόσωπα που καταχωρούν υποθέσεις καταχρηστικά και με σκοπό τον εκφοβισμό. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Ι. Ορθότητα Δικονομικού Μέσου - Εναρκτήρια Κλήση ή Αγωγή Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει επίλυσης είναι το κατά πόσο η Εναρκτήρια Κλήση είναι το ορθό δικονομικό μέσο για την υποβολή των αιτημάτων των Αιτητών η κατά πόσο αυτοί έπρεπε να είχαν εγείρει Αγωγή ζητώντας τις εν λόγω θεραπείες. Αντίγραφο του εγγράφου εμπιστεύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ. Σύμφωνα με αυτό, εμπιστευματοπάροχοι είναι η ΑΧ και η ΜΛ. Με βάση την ερμηνεία του όρου «διεθνές εμπίστευμα» στο άρθρο 2 του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Ν.69(Ι)/92, το υπό κρίση εμπίστευμα δεν είναι διεθνές εφόσον οι εμπιστευματοπάροχοι ήταν κάτοικοι της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το ημερολογιακό έτος πριν τη δημιουργία του εμπιστεύματος. Επομένως αυτό διέπεται από τις πρόνοιες του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου, Κεφ. 193, το οποίο είναι πανομοιότυπο με τον Αγγλικό Trustee Act 1925. Σύμφωνα με τον όρο 13 του εγγράφου εμπιστεύματος, αυτό διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο και υπάγεται στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Εδώ σημειώνεται πως οι παραπομπές, στο σώμα της Αίτησης, σε δηλώσεις των διευθυντών της επιτρόπου ως προς το κατά πόσο το εμπίστευμα είναι διεθνές ή όχι και αν διέπεται από τον Ν.69(Ι)/92 δεν δίδουν πλήρη εικόνα, η οποία εν πάση περιπτώσει συμπληρώνεται και διευκρινίζεται από τις θέσεις της ΑΧ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Εκεί αναφέρει ρητώς πως το υπό κρίση εμπίστευμα ιδρύθηκε βάσει του Κυπριακού δικαίου, και όχι ειδικά βάσει του Ν.69(Ι)/92, και πως αποτελεί διεθνές εμπίστευμα μόνο για φορολογικούς σκοπούς, όπως επεξηγείται σε σχετική επιστολή της. Εν πάση περιπτώσει οι όποιες δηλώσεις των διευθυντών της επιτρόπου δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και να εντάξουν το εμπίστευμα στις πρόνοιες ενός Νόμου ο οποίος δεν το καλύπτει. Το άρθρο 40

(1)του Κεφ. 193 προνοεί ως ακολούθως: «40.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται, όταν είναι σκόπιμο να διορίζει νέο επίτροπο εμπιστευμάτων ή νέους επιτρόπους εμπιστευμάτων, και όταν διαπιστώνεται ότι είναι άσκοπο, δύσκολο και μη πρακτικό να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό χωρίς τη βοήθεια του Δικαστηρίου, να εκδίδει διάταγμα που να διορίζει νέο επίτροπο εμπιστευμάτων ή νέους επιτρόπους εμπιστευμάτων είτε σε υποκατάσταση είτε επιπρόσθετα προς οποιοδήποτε υφιστάμενο επίτροπο εμπιστευμάτων ή επιτρόπους εμπιστευμάτων, ή έστω και αν δεν υπάρχει υφιστάμενος επίτροπος.» Από τη στιγμή που αυτή η πρόνοια δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διορίζει νέο επίτροπο εις αντικατάσταση οποιουδήποτε υφιστάμενου επιτρόπου, τότε σαφώς παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να παύει επίτροπο. Το άρθρο 55 του Κεφ. 193 καθορίζει τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν διάταγμα διορισμού νέου επιτρόπου κατόπιν αίτησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 55
(1): «55.-
(1)Διάταγμα δυνάμει του Νόμου αυτού για το διορισμό νέου επιτρόπου εμπιστευμάτων ή το οποίο αφορά οποιοδήποτε συμφέρον σε ακίνητη ιδιοκτησία, χρεώγραφα ή αγώγιμο δικαίωμα που υπόκειται σε εμπίστευμα δυνατό να εκδοθεί με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην ακίνητη ιδιοκτησία, χρεώγραφα ή αγώγιμο δικαίωμα, είτε το οποίο τελεί υπό ανικανότητα είτε μη, ή με την αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που διορίστηκε δεόντως επίτροπος εμπιστευμάτων αυτού.» Είναι κοινώς αποδεκτό πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια είτε στον ίδιο τον Νόμο, Κεφ. 193, είτε και σε Κανονισμούς, η έκδοση των οποίων προβλέπετο στο άρθρο 64 του Κεφ. 193 αλλά ποτέ δεν έγινε, ως προς τον τρόπο έναρξης διαδικασίας παύσης και διορισμού επιτρόπου, ήτοι τον τύπο της «αίτησης». Θεωρώ πως αυτή η διαδικασία αποτελεί αυτοτελή διαδικασία η οποία αποσκοπεί στην παροχή τελικής θεραπείας, και ελλείψει ρητής πρόνοιας επί τούτου, αυτή η αίτηση δύναται να υποβληθεί με εναρκτήρια κλήση δυνάμει της Δ.55, ή με αγωγή δυνάμει της Δ.1 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται επίσης πως ακόμα και εκεί όπου η διαδικασία εγείρεται με εναρκτήρια κλήση βάσει της Δ.55 θ.1, το Δικαστήριο διατηρεί ευχέρεια να αποφασίσει πως δεν είναι πρόσφορο όπως το υπό κρίση ζήτημα επιλυθεί με εναρκτήρια κλήση - Δ.55 θ.4. Η εμβέλεια και ο τρόπος εφαρμογής της Δ.55 επεξηγείται με γλαφυρότητα στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Junport International Ltd κ.ά., Πολ. Αίτηση αρ. 115/17, ημ. 15.9.17, στην οποία ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε τα εξής: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
  1. Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κατάλληλο μέσο έναρξης της παρούσας διαδικασίας. Με αυτή βασικά ζητείται η παύση της υφιστάμενης επιτρόπου και ο διορισμός νέου επιτρόπου λόγω ισχυριζόμενης παράβασης νόμιμου καθήκοντος και ή παράλειψης παροχής πληροφοριών στους Αιτητές. Το αντικείμενο και τα εγειρόμενα στην Αίτηση ζητήματα αφορούν σε νομικά θέματα και απλά γεγονότα, αποσκοπούν στον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το έγγραφο εμπιστεύματος και ουδόλως αφορούν πολύπλοκα και ή αμφισβητούμενα γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να ακουστεί προφορική μαρτυρία. Ούτε και στα πλαίσια της παρούσας προβάλλεται ισχυρισμός για δόλο ή αποκαλύπτεται βάση αγωγής δυνάμει της οποίας να στηρίζεται τυχόν απαίτηση για αποζημιώσεις, κάτι το οποίο θα δικαιολογούσε όπως το αίτημα για παύση της επιτρόπου και διορισμού νέου επιτρόπου συμπεριλαμβάνετο στα πλαίσια αγωγής. Το ακόλουθο απόσπασμα από το The Annual Practice 1952, σελ. 1151-1152, κάτω από τον τίτλο «Trustee Αct, 1925» στο οποίο παρέπεμψε η δικηγόρος της Καθ΄ ης επιβεβαιώνει ακριβώς πως η αγωγή κρίνεται ως πρόσφορο μέτρο εάν εγείρονται αμφισβητούμενα γεγονότα ως προς το κατά πόσο ο επίτροπος ενήργησε έντιμα και εύλογα: «Breach of Trust. - An application by summons is not the proper procedure where beneficiaries are hostile and where there is disputed question of fact as to whether trustee had acted 'honestly and reasonably' (Re Dove's Will Trust, Hedley v. Dove, {1939} W.N.230.» Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Χατζιηωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Λτδ, Πολ. Αίτηση αρ. 15/19, ημ. 6.2.19, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. πρωτογενής αίτηση («originating summons»), όπως αυτή προσδιορίζεται βασικά με τη Δ.55 των ιδίων Θεσμών. Η τελευταία έχει αναφορά και συναρτάται προς τα όσα εκεί προνοούνται ως προσδιοριστικά της εμβέλειας της, ήτοι την έκδοση δηλωτικής απόφασης («declaration on Originating Summons»), ζητήματα που προκύπτουν από την ερμηνεία εγγράφων, διαθήκης ή άλλου γραπτού συμβολαίου. Η Δ.55 προσφέρεται, όπως είναι νομολογημένο, όταν ανακύπτει νομικό ζήτημα ερμηνείας βάσει ενόρκων δηλώσεων επί μαρτυρίας ως το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, (Mikis + Markos Sideris Holdings Ltd ν. Χρίστου Τριανταφυλλίδη Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019).» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τέλος, επί τούτου επισημαίνω πως η απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) στα πλαίσια της προγενέστερης Γενικής Αίτησης 103/16, ημ. 19.12.17, Τεκμήριο 37 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ, αποφασίστηκε βάσει των δικών της δεδομένων, τα οποία διαφέρουν από αυτά της παρούσας. Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο κατέληξε πως στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, η εν λόγω εναρκτήρια κλήση έπρεπε να παραμεριστεί λόγω της περιπλοκότητας της υπόθεσης και της αναγκαιότητας προσκόμισης και αξιολόγησης σημαντικής μαρτυρίας. Όπως ανέφερε το Δικαστήριο, υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων ως προς την οικονομική κατάσταση του εμπιστεύματος και τον τρόπο με τον οποίο η επίτροπος κατέληξε στην εκτίμηση των US$20εκ. για την πώληση του επίδικου μετοχικού πακέτου, ενώ οι ισχυρισμοί για παράνομη πώληση του πακέτου μετοχών και για καταδολίευση και παράβαση βασικών όρων του εμπιστεύματος λόγω σύγκρουσης συμφερόντων κρίθηκαν σοβαρά θέματα τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν μόνο με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση η εναρκτήρια αίτηση βάσει της Δ.55 η οποία αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης, είναι το ορθό μέσο έναρξης και προώθησης της παρούσας διαδικασίας, και η οποία δύναται να εγερθεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Η κοινώς αποδεκτή ιδιότητα των Αιτητών ως δικαιούχων του εμπιστεύματος σαφώς τους δίδει δικαίωμα καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης και υποβολής αιτήματος παύσης της επιτρόπου. ΙΙ. Μαρτυρία προς Υποστήριξη της Αίτησης Σύμφωνα με τη Δ.55 θ.3, η εναρκτήρια αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από τέτοια μαρτυρία όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον. Σαφώς αυτή η μαρτυρία δύναται να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, όπως άλλωστε επισημαίνεται στην προαναφερόμενη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Χατζιηωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Λτδ (ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσκομίστηκε, ούτε ζητήθηκε η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας και επομένως οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτή μαρτυρία. Σύμφωνα με τη Δ.39 αυτή η μαρτυρία θα πρέπει να είναι υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης στην οποία να επισυνάπτονται τυχόν τεκμήρια - βλ. Δ.39 θ.
  2. Είναι αξιοσημείωτο πως στην παρούσα Αίτηση, στα πλαίσια της παράθεσης των λόγων στους οποίους αυτή στηρίζεται, γίνεται αναφορά στα σχετικά έγγραφα με παραπομπή και στον αριθμό τεκμηρίων όπως αυτά επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ΠΟ. Πρόκειται για το έγγραφο του εμπιστεύματος, οικονομικές καταστάσεις, διάφορες επιστολές και διάφορα έγγραφα, όπως ένορκες δηλώσεις και δικόγραφα, σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες. Η ένορκη δήλωση του ΠΟ, η οποία αποτελεί τη μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης, δεν περιέχει οποιονδήποτε ισχυρισμό ως προς το υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση, ήτοι πως οι Αιτητές δεν έλαβαν απάντηση ή έλαβαν ελλιπή και αδιαφανή απάντηση στις προαναφερόμενες επιστολές τους. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο αυτής το οποίο παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω, ο ΠΟ απλώς επισυνάπτει τα τεκμήρια, επιβεβαιώνει την πιστότητα αυτών και αναφέρει πως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως η Αίτηση βασικά δεν υποστηρίζεται από την απαραίτητη μαρτυρία. Στην ένορκη δήλωση δεν περιλαμβάνεται κάποιο υποστηρικτικό γεγονός αλλά απλώς επισυνάπτονται μόνο τεκμήρια. Κάποιες θέσεις περιλαμβάνονται στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση αλλά κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες ως προς τον τρόπο προσκόμισης της μαρτυρίας προς υποστήριξη αίτησης. Παρά ταύτα, από τη στιγμή που τα συνημμένα στην ένορκη δήλωση έγγραφα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και είναι σε αυτά που βασικά στηρίζονται τα αιτητικά της παρούσας, καθώς επίσης και από τη στιγμή που δεν ηγέρθη ένσταση ως προς την κανονικότητα της μαρτυρίας και της ένορκης δήλωσης, τότε θα προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση επί της ουσίας. ΙΙΙ. Νομικές Αρχές για Παύση Επιτρόπου Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Hayton & Mashall, Commentary and Cases on The Law of Trusts and Equitable Remedies, 12η έκδοση, σελ. 547, παρ. 9-01, η ιδιότητα του επιτρόπου είναι ιδιαίτερα επιφορτισμένη και απαιτητική εκτός αν αποφορτίζεται από τις πρόνοιες του εγγράφου εμπιστεύματος. Συγκεκριμένα, ο ρόλος του επιτρόπου είναι διπλός: ρόλος διανομής, ήτοι διανομής εσόδων και περιουσίας στους κατάλληλους δικαιούχους και ρόλος διαχείρισης και διεύθυνσης, ήτοι διασφάλισης και ανάπτυξης της αξίας του εμπιστεύματος. Κατά την άσκηση αυτών των ρόλων, ο επίτροπος θα πρέπει να τηρεί τους όρους του εγγράφου εμπιστεύματος, να επιδεικνύει πλήρη αφοσίωση στους δικαιούχους και στον διαχειριστικό του ρόλο και να ενεργεί με βάση το καθήκον της δέουσας προσοχής και επιμέλειας (equitable duties of skill and care). Επίσης ο επίτροπος έχει καθήκον πίστης να μην ενεργεί με κακή πίστη, να μην αποκτά όφελος από το εμπίστευμα, να μην βάζει τον εαυτό του σε σύγκρουση προσωπικού συμφέροντος και να μην ενεργεί για δικό του όφελος ή για το όφελος τρίτου προσώπου. Χρήσιμη ανάλυση των καθηκόντων του επιτρόπου περιέχεται και στο σύγγραμμα Alastair Hudson, Equity and Trusts, 6η έκδοση, σελ. 320-355, παρ. 8.3.1-8.3.
  3. Οι νομικές αρχές που διέπουν την παύση και αντικατάσταση του επιτρόπου εμπιστεύματος έχουν καθιερωθεί στην Αγγλική υπόθεση Letterstedt v. Broers and Another
(1884)9 App Cas 371. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το καθοριστικό κριτήριο για την άσκηση της εξουσίας παύσης επιτρόπου είναι η ευημερία των δικαιούχων. Τονίζεται ότι εκεί όπου υπάρχει θετική ανάρμοστη συμπεριφορά τα Δικαστήρια της επιείκειας δεν διστάζουν να παρέμβουν και παύσουν τον επίτροπο ο οποίος έχει καταχραστεί τη θέση εμπιστοσύνης, ενώ υποδεικνύεται πως δεν είναι κάθε πράξη ή παράλειψη ικανή να οδηγήσει σε παύση του επιτρόπου παρά μόνο όταν τέτοια πράξη ή παράλειψη θέτει σε κίνδυνο την περιουσία του εμπιστεύματος ή καταδεικνύει έλλειψη εντιμότητας ή ακαταλληλότητα εκτέλεσης των καθηκόντων. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Story says, s. 1289, "But in cases of positive misconduct, Courts of Equity have no difficulty in interposing to remove trustees who have abused their trust; it is not indeed every mistake or neglect of duty, or inaccuracy of conduct of trustees, which will induce Courts of Equity to adopt such a course. But the acts or omissions must be such as to endanger the trust property or to shew a want of honesty, or a want of proper capacity to execute the duties, or a want of reasonable fidelity." It seems to their Lordships that the jurisdiction which a Court of Equity has no difficulty in exercising under the circumstances indicated by Story is merely ancillary to its principal duty, to see that the trusts are properly executed. This duty is constantly being performed by the substitution of new trustees in the place of original trustees for a variety of reasons in non-contentious cases. And therefore, though it should appear that the charges of misconduct were either not made out, or were greatly exaggerated, so that the trustee was justified in resisting them, and the Court might consider that in awarding costs, yet if satisfied that the continuance of the trustee would prevent the trusts being properly executed, the trustee might be removed. It must always be borne in mind that trustees exist for the benefit of those to whom the creator of the trust has given the trust estate. In exercising so delicate a jurisdiction as that of removing trustees, their Lordships do not venture to lay down any general rule beyond the very broad principle above enunciated, that their main guide must be the welfare of the beneficiaries. Probably it is not possible to lay down any more definite rule in a matter so essentially dependent on details often of great nicety. But they proceed to look carefully into the circumstances of the case.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Angus v Emmott
(2010)WTLR 531 υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Williams, Mortimer & Sunnucks, 20 έκδοση, παρ. 62-15: «Ιf the administration has come to a standstill because relations between the personal representatives have broken down, or relations between the representatives and the beneficiaries have broken down, the court will ordinarily remove the personal representatives and appoint new ones to enable the administration to be completed. It is not necessary to establish wrongdoing or fault by the personal representative to obtain his removal. If, for whatever reason, (such as clash of personalities, or the lack of confidence in the personal representative by the beneficiaries, even if unjustified) it has become impossible or difficult for the administration to be completed by an existing personal representative, then an order for his removal will usually be made.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην πιο πάνω απόφαση αναγνωρίζεται πως ακόμα και χωρίς μαρτυρία για κακή διαχείριση ή λάθος, εκεί όπου η σχέση επιτρόπου και δικαιούχου έχει καταρρεύσει με αποτέλεσμα την αδυναμία ή δυσκολία διαχείρισης του εμπιστεύματος, τότε το Δικαστήριο θα παύσει τον επίτροπο και θα διορίσει νέο. Οι ίδιες αρχές αναφέρθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση John Arthur Williams James and Stephen Neil Mountford v. Kathleen Louisewilliams e.a.
(2015)EWHC 1166 (Ch), στην οποία αφού υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Letterstedt, λέχθηκαν τα εξής: «In the National Westminster Bank v. Lucas case, Patten LJ said this at paragraph [83]: "But, as Lord Blackburn indicated in this passage, the direct intervention by the court in the administration of a trust or an estate by the removal of the trustee or personal representative has, for the most part, to be justified by evidence that their continuation in office is likely to prove detrimental to the interests of the beneficiaries. A lack of confidence or feeling of mistrust are not therefore sufficient in themselves to justify removal unless the breakdown in relations is likely to jeopardise the proper administration of the trust or estate. This is something which requires to be objectively demonstrated and considered on a case-to-case basis having regard to the particular circumstances.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι ίδιες αρχές αναφέρονται στο σύγγραμμα Hayton & Mashall, Commentary and Cases on The Law of Trusts and Equitable Remedies (ανωτέρω), σελ. 541-544, παρ. 8-29 - 8-
  1. Κατ΄ ανάλογον τρόπο, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ διαχειριστή και κληρονόμων ήταν ο λόγος που οδήγησε στην παύση διαχειριστή στην υπόθεση Μιχαηλίδη κ.ά. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα κ.ά., Πολ. Έφεση Ε34/16, ημ. 7.7.
  2. IV. Καθήκον Παροχής Πληροφοριών Λόγω του ότι το αίτημα για παύση της επιτρόπου βασίζεται στην παράλειψη παροχής πληροφοριών εκ μέρους της προς τους Αιτητές - δικαιούχους του εμπιστεύματος, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση των νομικών αρχών που διέπουν αυτό το ζήτημα. Στο σύγγραμμα Alastair Hudson, Equity and Trusts (ανωτέρω), σελ. 355-370, παρ. 8.4.1-8.4.9, γίνεται μια αναλυτική παράθεση των αρχών που διέπουν το καθήκον του επιτρόπου να παρέχει πληροφορίες και να λογοδοτεί στους δικαιούχους. Η αρχική σύνοψη αυτών των αρχών θέτει το ζήτημα με σαφήνεια: «The trustees bear only a limited obligation to give information to beneficiaries in relation to administration and management of the trust fund and in relation only to that part of a trust fund in which they have a proprietary interest. Recent case law has emphasised the court's inherent discretion to make orders relating to the administration of trusts and therefore the access of beneficiaries to information may be enlarged in the future or alternatively it may continue to be exercised in accordance with traditional principles. Trustees are not obliged to disclose to beneficiaries any matter in relation to any exercise of their fiduciary discretion, nor are they obliged to disclose any confidential matter. The court reserves discretion as to the manner in which trustees exercise their powers, but not as to the content of any such decision unless there has been palpable wrongdoing.» Στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο εμπιστεύματος δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια ως προς το ζήτημα παροχής πληροφοριών, όπως η προκειμένη, η κλασική υπόθεση επί αυτού είναι η O' Rourke v. Darbishire
(1920)AC 581, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «[A beneficiary] is entitled to see all the trust documents because they are trusts documents and because he is a beneficiary. They are in a sense his own. Action or no action, he is entitled to access to them. This has nothing to do with discovery. The right to discovery is a right to see someone else's document. A proprietary right is a right to access to documents which are your own.» Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αυτή η υπόθεση δημιουργεί δύο ερωτήματα, πρώτον ποιος είναι ο δικαιούχος και δεύτερον κατά πόσον δικαιούχος ο οποίος ανήκει σε μια τάξη δικαιούχων έχει δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες και ειδικότερα σε αυτές που αφορούν άλλη τάξη δικαιούχων. Βεβαίως στην προαναφερόμενη υπόθεση τέτοιο θέμα δεν εγείρετο εφόσον ο δικαιούχος ήταν ο μοναδικός που είχε δικαίωμα σε ολόκληρη την περιουσία του εμπιστεύματος. Στην υπόθεση Re Londonderry
(1964)3 All ER 855, το Εφετείο, υιοθετώντας την προσέγγιση στην προαναφερόμενη υπόθεση, έκρινε πως ένας δικαιούχος έχει δικαίωμα σε έγγραφα τα οποία αφορούν μέρος του εμπιστεύματος στο οποίο ο ίδιος διατηρεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα (proprietary rights). Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, και πάλι εγείρονται δύο βασικά θέματα. Πρώτον, δεν υπάρχει λόγος μυστικότητας εφόσον ο επίτροπος έχει καθήκον πίστης προς τους δικαιούχους και επομένως υπέχει υποχρέωση ενημέρωσης και λογοδοσίας σε αυτούς, επομένως θα πρέπει να υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τις ενέργειες και παραλείψεις του. Δεύτερον, οι δικαιούχοι θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ούτως ώστε να τους παρέχεται η δυνατότητα να ελέγχουν κατά πόσο υπάρχει παράβαση του εμπιστεύματος και να μπορούν να λαμβάνουν μέτρα εναντίον του επιτρόπου. Το Ανακτοβούλιο στην υπόθεση Schmidt v. Rosewood Trust Ltd
(2003)2 WLR 1442, υιοθέτησε μια διαφορετική προσέγγιση. Αντί να εκλάβει πως ένας δικαιούχος έχει πρόσβαση βάσει του δικαιώματος ιδιοκτησίας, εισηγήθηκε πως η δυνατότητα διαταγής παροχής πληροφοριών βασίζεται στην εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου να αναλάβει έλεγχο του εμπιστεύματος και να ελέγξει τις πράξεις του επιτρόπου. Έτσι, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει πρόσβαση σε πληροφορίες εκεί όπου αυτό είναι αναγκαίο. Βασικά η εν λόγω απόφαση αναφέρει πως ένας δικαιούχος μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για παροχή πληροφοριών και το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια ως προς το ποιοι δικαιούχοι δικαιούνται σε πληροφορίες και ποιοι όχι, χωρίς όμως να καθορίζει ποιες τάξεις δικαιούχων έχουν τέτοιο δικαίωμα και σε ποιες πληροφορίες και ποιοι όχι. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα, αυτή η υπόθεση έχει μόνο καθοδηγητικό χαρακτήρα και επομένως απομένει να φανεί μέσα από μεταγενέστερη νομολογία κατά πόσο θα υιοθετηθεί η αρχή περί ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή πληροφοριών έναντι της καθιερωμένης αρχής περί ύπαρξης δικαιώματος στους δικαιούχους στην πρόσβαση σε πληροφορίες, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις. Παρά τις πιο πάνω προσεγγίσεις, προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές: · Υπάρχει δικαίωμα σε παροχή πληροφοριών το οποίο βασίζεται στην ιδιοκτησία της περιουσίας του εμπιστεύματος (ownership of property) στην οποία αφορά η πληροφορία - βλ. O' Rourke v. Darbishire (ανωτέρω). Δεν υπάρχει σαφής ερμηνεία ως προς τη φύση των εγγράφων εμπιστεύματος. Αναφορικά με εμπίστευμα διακριτικής ευχέρειας, όπως το υπό κρίση εμπίστευμα, τα έγγραφα δεν περιλαμβάνουν έγγραφα που σχετίζονται με τη βάση της άσκησης της ευχέρειας του επιτρόπου στη λήψη αποφάσεων. Όπως αναφέρεται στο ανωτέρω σύγγραμμα, σελ. 360, παρ. 8.4.4: «Trust documents in relation to a discretionary trust do not include documents relating to the basis on which the trustees have made their decisions as to the use of their discretion. By contrast, a beneficiary is entitled to see all documents held by the trustee in her capacity as trustee whether those documents relate to the creation of the trust, receipts as to payments made by the trustees or on their behalf, or advice received from counsel. So, the beneficiary is entitled to see all documents as to the management or condition of the trust, but not documents relating to the exercise of the trustees' decisions in relation to the management of the trust.. The obligation to provide information (albeit of limited types) as to management accounts is an important part of the control of the trustee by the court and by the beneficiaries.» Στις σελ. 362-363, παρ. 8.4.6 αναφέρεται επίσης πως: «Trustees are required to give accounts and to provide details as to the decisions which have been made in accordance with the management of the trust. The beneficiaries, or the class of objects of a power, are entitled to be informed of a decision, but are not entitled to be given the reasons as to why that decision was taken. The trustees may be required to disclose the material on which they based their decision, but are not obliged to divulge their reasoning in reaching the decision that they did: this may have the effect that the trustees are not obliged to disclose any material on which they based their decision if that would reveal the reasoning behind their decision.» · Σε εμπίστευμα διακριτικής ευχέρειας δικαιούχος σε οποιαδήποτε τάξη έχει δικαίωμα σε πληροφορίες ως προς την αξία της περιουσίας και το εισόδημα του εμπιστεύματος, καθώς επίσης και τον τρόπο διαχείρισης αυτού. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Murphy v. Murphy
(1999)1 WLR 282 και Re Ralli's WT
(1964)2 WLR 144. Τόσο από την πιο πάνω ανάλυση όσο και με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 193, δεν υπάρχει οποιοδήποτε νομικό καθήκον επιτρόπου για παροχή πληροφοριών, αλλά αυτό απορρέει από τις υποχρεώσεις του ως εκ της ιδιότητας και φύσης της θέσης του ως επιτρόπου. Επομένως η επίκληση ύπαρξης τέτοιου νομικού καθήκοντος και η ισχυριζόμενη παράβαση αυτού, ως περιέχεται στα αιτητικά, κρίνεται αβάσιμη και ανεδαφική. V. Πραγματικό Υπόβαθρο Αίτησης Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης, θα πρέπει να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Ειδικότερα:
(1)Η επιστολή των Αιτητών ημ. 10.10.16 απαντήθηκε με την επιστολή ημ. 23.2.17 εκ μέρους της επιτρόπου, Τεκμήρια 25 και 26 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ αντίστοιχα.
(2)Στην επιστολή ημ. 10.10.16 οι Αιτητές ζητούσαν την παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2011-2015 και τη διευκρίνιση ως προς την πηγή κάποιων εσόδων (που αφορούν την Anodos και τη Frandelle) και τι αντιπροσωπεύουν. Αναφέρεται επίσης πως το Τμήμα Φορολογίας στην Αγγλία ζήτησε διευκρινίσεις για τα εν λόγω ποσά και παρά το ότι οι Αιτητές και Άγγλοι ελεγκτές ζήτησαν τη βοήθεια της επιτρόπου γι΄ αυτά, εντούτοις δεν έλαβαν απάντηση.
(3)Στην επιστολή ημ. 23.2.17 επισυνάπτονται οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2011-2013 και αναφέρεται πως οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2014-2015 βρίσκονται στο τελικό στάδιο προετοιμασίας και θα δοθούν στους Αιτητές μόλις αυτό είναι εφικτό. Στην ίδια επιστολή δίδονται κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με τα εν λόγω ποσά.
(4)Οι επιστολές των Αιτητών ημ. 11.10.17 και 18.10.17, Τεκμήρια 27 και 28 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ, απαντήθηκαν με την επιστολή ημ. 16.3.18 των Άγγλων δικηγόρων της επιτρόπου, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ΑΧ που συνοδεύει την ένσταση.
(5)Στην επιστολή ημ. 11.10.17 οι Αιτητές επισυνάπτουν την επιστολή ημ. 11.9.17 του Τμήματος Φορολογίας της Αγγλίας προς τους Αιτητές της οποίας αντικείμενο είναι κάποια συναλλαγή, ήτοι αγορά μετοχών της Frandelle από το εμπίστευμα, για την οποία ο Αιτητής 1 δηλώνει άγνοια. Στην επιστολή αναφέρεται πως σε περίπτωση που τέτοια συναλλαγή συμπεριλήφθηκε εκ παραδρομής στις οικονομικές καταστάσεις του 2012, οι Αιτητές ζητούν όπως γίνει η σχετική διόρθωση.
(6)Στην επιστολή ημ. 18.10.17 αναφέρεται πως οι Αιτητές έχουν υποβάλει έφεση κατά της απόφασης του Τμήματος Φορολογίας και επαναλαμβάνουν πως στην επιστολή ημ. 11.10.17 ζητούσαν επαναθεώρηση των οικονομικών καταστάσεων του 2012 και σωστή καταγραφή της πηγής των ποσών της Frandelle, ούτως ώστε το Τμήμα Φορολογίας να ακυρώσει την αντίστοιχη ειδοποίηση φορολογίας.
(7)Στην απαντητική επιστολή ημ. 16.3.18, Τεκμήριο 1, αρχικά προβάλλεται ο λόγος για την καθυστέρηση στην απάντηση και αποστολή της εν λόγω επιστολής, ήτοι πως αυτή οφείλεται στον αριθμό διαφόρων και ποικίλλων νομικών διαδικασιών εναντίον της ΑΧ αναφορικά με το εμπίστευμα, και πως ενώ κάθε φορά ετοίμαζαν προσχέδιο απάντησης, προέκυπταν νέες διαδικασίες. Αναφέρεται επίσης πως οι δικηγόροι χρειάζονταν να ζητήσουν νομική συμβουλή από την Κυπριακή δικαιοδοσία και να διευκρινίσουν τις αναγκαίες πληροφορίες πριν απαντήσουν, εφόσον, όπως προβάλλεται στην επιστολή, οι Αιτητές έχουν παρεξηγήσει την υφιστάμενη κατάσταση. Ακολούθως δίδονται στοιχεία αναφορικά με τη Frandelle και δηλώνεται πως η αναφορά στο μέρισμα της Frandelle στις οικονομικές καταστάσεις του 2012 είναι ορθή και δεν χρήζει διόρθωσης. Αναφορικά με την επιστολή του Τμήματος Φορολογίας ημ. 11.9.17 επισημαίνονται διάφορα οφέλη που παραχωρήθηκαν από την επίτροπο στον Αιτητή 1 και τα οποία, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης της επιτρόπου, κατά τη γνώμη των Άγγλων δικηγόρων, θα πρέπει να αποκαλυφθούν στο Τμήμα Φορολογίας.
(8)Οι επιστολές των Αιτητών ημ. 16.1.18 και 23.1.18, Τεκμήρια 9 και 11 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ, απαντήθηκαν με ξεχωριστή επιστολή ημ. 16.3.18 των Άγγλων δικηγόρων της επιτρόπου, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ΑΧ που συνοδεύει την ένσταση.
(9)Στην επιστολή ημ. 16.1.18 ζητούνται § οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2014-2017 § διευκρινίσεις ως προς το κατά πόσο το εμπίστευμα είναι διεθνές και ιδρύθηκε βάσει του Νόμου για διεθνή εμπιστεύματα και γιατί στις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2011-2013 αναφέρεται πως το εμπίστευμα είναι διεθνές ενώ στην ένορκη της δήλωση η ΑΧ αρνείται κάτι τέτοιο § πληροφορίες για την Anodos σύμφωνα με την επιστολή ημ. 23.2.17 § πληροφορίες για τη Frandelle § πληροφορίες για τον τρόπο χρήσης διαφόρων ποσών και για τη φύση διαφόρων επενδύσεων.
(10)Στην επιστολή ημ. 23.1.18 ζητούνται o αντίγραφα εκτιμήσεων μετοχών οι οποίες αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ΑΧ που κατατέθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 103/16 o επεξήγηση της θέσης της στην ίδια ένορκη της δήλωση πως η τάξη των δικαιούχων δεν είναι κλειστή και επομένως η επίτροπος έχει ευχέρεια να προσθέτει δικαιούχους ανά πάσα στιγμή o επεξήγηση του καθεστώτος ιδιοκτησίας του Ormidale House από τον Αιτητή 1 o αντίγραφα της αλληλογραφίας με τη Phosco για τις διαπραγματεύσεις αγοράς του 5% του μετοχικού κεφαλαίου της από την επίτροπο o αποδείξεις για πληρωμή από το εμπίστευμα προς τη Roland για το Ormidale House, για πληρωμή των μετοχών της Phosco και εξηγήσεις ως προς την παράλειψη άσκησης του δικαιώματος αγοράς του 5% μέχρι και τις 31.12.06 παρά μόνο περί τις 26.11.07 για πολύ μεγαλύτερο ποσό.
(11)Στην επιστολή ημ. 16.3.18, Τεκμήριο 2, αρχικά επαναλαμβάνεται ο ίδιος λόγος για την καθυστέρηση απάντησης και αποστολής επιστολής ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, με την προσθήκη πως ανέμεναν την υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2014-2017 πριν απαντήσουν. Αναφορικά με την επιστολή ημ. 16.1.18 Ø επισυνάπτονται οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2014-2017 Ø δίδονται διευκρινίσεις ως προς το ότι το εμπίστευμα ιδρύθηκε βάσει της Κυπριακής Νομοθεσίας, πώς αυτό εξακολουθεί να υπόκειται και στη διεθνή νομοθεσία περί εμπιστευμάτων και επεξηγεί τις αναφορές της ΑΧ στην ένορκη της δήλωση Ø γίνεται παραπομπή στην επιστολή ημ. 23.2.17 στην οποία γίνεται αναφορά στη συναλλαγή με την Anodos κατά την οποία ο Αιτητής 1 ήταν παρών και επομένως γνωρίζει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν υπάρχει υποχρέωση παροχής περαιτέρω πληροφοριών Ø οι πληροφορίες για τη Frandelle περιέχονται στην επιστολή ημ. 13.6.18, Τεκμήριο 1 Ø ζητείται διευκρίνιση ως προς τα ποσά και τις επενδύσεις καθότι αυτά δεν εντοπίζονται στις οικονομικές καταστάσεις. Αναφορικά με την επιστολή ημ. 23.1.18 v αντίγραφα εκτιμήσεων μετοχών δεν αφορούν υποχρέωση αποκάλυψης βάσει των όρων του εγγράφου εμπιστεύματος, αφορούν εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία και επομένως θα αποκαλυφθούν στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας και αφού διαταχθούν από το Δικαστήριο v δίδεται επεξήγηση της θέσης πως η τάξη των δικαιούχων δεν είναι κλειστή με παραπομπή στον όρο 10 του εγγράφου εμπιστεύματος v δίδεται επεξήγηση του καθεστώτος ιδιοκτησίας του Ormidale House από τον Αιτητή 1 v για τα υπόλοιπα ζητήματα επαναλαμβάνετα πως αυτά δεν αφορούν υποχρέωση αποκάλυψης βάσει των όρων του εγγράφου εμπιστεύματος, αφορούν εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία και επομένως θα αποκαλυφθούν στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας και αφού διαταχθούν από το Δικαστήριο.
(12)Στις 13.2.18 οι Αιτητές απέστειλαν νέα επιστολή, Τεκμήριο 31 στην ένορκη δήλωση του ΟΠ, με την οποία σημειώνουν πως εν συνεχεία των επιστολών ημ. 16.1.18 και 23.1.18, στις οποίες δεν έλαβαν απάντηση, επιθυμούν να πληροφορηθούν τους λόγους για τους οποίους η επίτροπος δεν διόρισε Προστάτη του εμπιστεύματος όπως είχε υποχρέωση με βάση παράρτημα του εγγράφου εμπιστεύματος. Οι Αιτητές δεν έλαβαν απάντηση στην εν λόγω επιστολή. VI. Εξέταση Παρούσας Αίτησης Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση τα προαναφερόμενα γεγονότα, κατ΄ αρχάς προκύπτει σαφώς πως το υπό κρίση εμπίστευμα παρέχει διακριτική και ευρεία εξουσία στην επίτροπο ως προς τον καθορισμό των δικαιούχων αυτού και τον τρόπο άσκησης των εξουσιών της, νοουμένου πως αυτό είναι προς το συμφέρον των δικαιούχων αυτού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 15 του εγγράφου εμπιστεύματος, η επίτροπος διατηρεί απόλυτη και χωρίς έλεγχο διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο άσκησης των εξουσιών της, όπως αυτή κρίνει πρέπον προς το συμφέρον όλων ή κάποιων εκ των προσώπων που έχουν ή μπορεί μελλοντικά να έχουν δικαίωμα ή συμφέρον στο καταπίστευμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τα δικαιώματα άλλου ή άλλων δικαιούχων. Σύμφωνα με τον όρο 1 του εγγράφου εμπιστεύματος, η επίτροπος έχει απόλυτη εξουσία να προσθέτει στην τάξη των δικαιούχων οποιοδήποτε ή οποιαδήποτε πρόσωπα (εκτός των εξαιρουμένων προσώπων τα οποία καταγράφονται στο τρίτο παράρτημα). Σύμφωνα με το τρίτο παράρτημα δικαιούχος είναι ο Ερυθρός Σταυρός στη Γενεύη νοουμένου πως δεν υπάρχει άλλος επιζών δικαιούχος, καθώς επίσης και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, εταιρεία ή εταιρείες ήθελαν διοριστεί από την επίτροπο. Δεν χωρεί αμφιβολία πως όλες οι επιστολές των Αιτητών (πλην της τελευταίας ημ. 13.2.18) έχουν απαντηθεί με επιστολές της επιτρόπου ή εκ μέρους αυτής. Σαφώς οι δύο τελευταίες επιστολές στάληκαν λίγες μέρες μετά την καταχώριση της Αίτησης (5.3.18) και επομένως κατά τον χρόνο καταχώρισης αυτής δεν ήταν εις γνώση των Αιτητών, πλην όμως γεγονός παραμένει πως ο προβαλλόμενος στην Αίτηση λόγος περί παράλειψης απάντησης στις επιστολές ημ. 11.10.17, 18.10.17, 16.1.18 και 23.1.18 δεν υφίσταται υπό την έννοια πως οι εν λόγω επιστολές έχουν εν πάση περιπτώσει απαντηθεί. Με βάση το περιεχόμενο των δύο επιστολών ημ. 16.3.18, σε αυτές αρχικά προβάλλεται λόγος για την καθυστέρηση στην απάντηση και αποστολή των δύο αυτών επιστολών. Οι πρώτες επιστολές ημ. 11.10.17 και 18.10.17 απαντήθηκαν λίγους μήνες αργότερα, ενώ οι δεύτερες ημ. 16.1.18 και 23.1.18 εντός δύο μηνών. Θεωρώ πως η δικαιολογία που προβλήθηκε από τους δικηγόρους της επιτρόπου βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα. Αφενός είναι κοινώς αποδεκτό πως οι Αιτητές έχουν εγείρει διάφορες διαδικασίες εναντίον της επιτρόπου, φαίνεται να αμφισβητούν την ικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων της και επιθυμούν την παύση της, γεγονός το οποίο εύλογα οδηγεί στην ανάγκη για προσεκτική μελέτη και απάντηση εκ μέρους της επιτρόπου. Αυτή η τοποθέτηση επιβεβαιώνεται και την ΑΧ στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Αφετέρου, η αναζήτηση νομικής συμβουλής ως προς το Κυπριακό δίκαιο και η διευκρίνιση της αναγκαίας πληροφόρησης, ως επίσης και η αναμονή της υπογραφής των οικονομικών καταστάσεων ασφαλώς απαιτούν κάποιο χρόνο πριν η επίτροπος να ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις στους Αιτητές και δεν κρίνεται ότι υπερέβη τον εύλογο χρόνο για ένα τέτοιο σκοπό. Όπως διαφαίνεται μέσα από τις απαντητικές επιστολές εκ μέρους της επιτρόπου, κατ΄ αρχάς έχουν ετοιμαστεί και δοθεί οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2011-
  1. Επιπλέον, δίδονται οι αιτούμενες απαντήσεις και εξηγήσεις, πλην εκεί όπου είτε η επίτροπος θεωρεί πως ο Αιτητής 1 έχει ήδη επαρκή γνώση, είτε αυτή αδυνατεί να τοποθετηθεί και ζητεί διευκρινίσεις είτε αυτή θεωρεί πως τα αιτούμενα στοιχεία αφορούν τις δικαστικές διαδικασίες στα πλαίσια της οποίας θα προβεί σε αποκάλυψη αυτών. Επομένως, στις απαντητικές επιστολές ουδόλως παρατηρείται είτε γενική άρνηση είτε παράλειψη απαντήσεων και παροχής των αιτούμενων πληροφοριών. Αντιθέτως διαπιστώνεται η παροχή απαντήσεων και η προβολή αιτιολογίας ως προς τη μη δυνατότητα ή παροχή κάποιων πληροφοριών, μέρος των οποίων αφορά στον τρόπο άσκησης της ευχέρειας της επιτρόπου στη λήψη αποφάσεων. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά στις επιστολές ημ. 10.10.16 και 23.2.17, πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην Αίτηση, ακολούθησε η αποστολή της επιστολής ημ. 16.1.18 λόγω του ότι οι Αιτητές έκριναν πως η επιστολή ημ. 23.2.17 ήταν «αδιαφανής». Επομένως θεωρώ πως η αναφορά στις παλαιότερες επιστολές έγινε για σκοπούς πλήρους παρουσίασης των γεγονότων και πως αντικείμενο της Αίτησης είναι οι μεταγενέστερες επιστολές του 2017 και
  2. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί πως θεωρώ βάσιμο τον ισχυρισμό της ΑΧ στην ένορκη της δήλωση πως παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην όλη συμπεριφορά των Αιτητών να επανέλθουν με αίτημα για πληροφορίες ένα έτος μετά τη λήψη της απαντητικής επιστολής ημ. 23.2.17 την οποία θεώρησαν αδιαφανή και μη ικανοποιητική, χωρίς οι ίδιοι να παρουσιάσουν οποιαδήποτε δικαιολογία ως προς τούτο. Ούτε μου διαφεύγει πως οι Αιτητές απέστειλαν επιστολή ημ. 16.2.18 στην Anodos, και έλαβαν απαντητική επιστολή ημ. 20.2.18, Τεκμήρια 29 και 30 στην ένορκη δήλωση του ΠΟ, με την οποία οι δικαιούχοι της Anodos δηλώνουν πως δεν υπήρξε συναλλαγή σε σχέση με το εμπίστευμα. Προφανώς αυτή η απάντηση ώθησε τους Αιτητές να ζητούν στοιχεία για το ζήτημα, πλην όμως θεωρώ πως ο λόγος για τον οποίο οι Αιτητές αποτάθηκαν και ζήτησαν πληροφορίες από την επίτροπο δεν επηρεάζει ούτε διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Το υπό εξέταση αντικείμενο ήταν η στάση της επιτρόπου έναντι των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, μέσω των επιστολών των Αιτητών. Ο δικηγόρος των Αιτητών εισηγήθηκε πως οι Αιτητές είναι οι μοναδικοί δικαιούχοι του εμπιστεύματος και ως εκ τούτου έχουν δικαίωμα λήψης των αιτούμενων πληροφοριών. Έχει ήδη λεχθεί πως η ιδιότητα των Αιτητών ως δικαιούχων αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Σαφώς η επίτροπος αναγνωρίζει αυτή την ιδιότητα των Αιτητών, εξ ου και προφανώς αποστέλλει απαντητικές επιστολές εκ μέρους της, πλην όμως προβάλλει τη θέση πως οι δικαιούχοι του εμπιστεύματος δεν είναι κλειστή τάξη, υπό την έννοια πως η επίτροπος διατηρεί την ευχέρεια να διορίζει και άλλους δικαιούχους, όπως ρητώς προνοείται στο τρίτο παράρτημα, και είναι σε αυτή τη βάση που ισχυρίζεται πως οι Αιτητές δεν έχουν «αυτόματο» δικαίωμα σε πληροφόρηση. Όσον αφορά την επιστολή ημ. 13.2.18, αυτή δεν έχει απαντηθεί. Σημειώνεται πως αυτή είναι η τελευταία που έχει αποσταλεί και πως μέχρι στιγμής έχουν απαντηθεί όλες οι προγενέστερες. Στην ένορκη της δήλωση η ΑΧ δεν κάνει αναφορά στην εν λόγω επιστολή ούτε και εκφράζει την πρόθεση μη απάντησης σε αυτή. Είναι όμως άξιο απορίας πως αυτό το ζήτημα εγείρεται με πολλή καθυστέρηση, εφόσον αφορά στον διορισμό Προστάτη, υποχρέωση η οποία κατ΄ ισχυρισμό υπήρχε από της δημιουργίας του εμπιστεύματος, ήτοι από το 2007, και εγείρεται 11 έτη αργότερα, και μάλιστα αφού ήδη έχουν προηγηθεί διάφορες άλλες επιστολές, δικαστικές διαδικασίες και προσπάθειες παύσης της επιτρόπου. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως δεν υφίστανται τέτοιες περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την παύση της επιτρόπου. Αυτή δεν έχει νομική υποχρέωση, ως η βασική θέση των Αιτητών, αλλά υποχρέωση ως εκ της ιδιότητας της να παρέχει πληροφορίες ως προς το εμπίστευμα και τη διαχείριση αυτού αλλά όχι να αποκαλύπτει πληροφορίες ως προς τον τρόπο άσκησης της ευχέρειας της και τη λήψη αποφάσεων. Πρόκειται για εμπίστευμα που της παρέχει ευρεία εξουσία ως προς τον τρόπο διαχείρισης αυτού και τον καθορισμό των δικαιούχων, νοουμένου βεβαίως ότι ενεργεί πάντοτε προς το συμφέρον των δικαιούχων που είναι το πρωταρχικό και καθοριστικό κριτήριο για την παύση επιτρόπου. Η πιο πάνω συμπεριφορά της επιτρόπου όσον αφορά τις επιστολές ουδόλως καταδεικνύει παντελή αδιαφορία και παράλειψη απάντησης ούτε και πως αυτή ενεργεί εις βάρος των δικαιούχων ή προκαλεί ζημιά στο εμπίστευμα ή ακόμα ενεργεί κατά παράβαση του καθήκοντος πίστης. Επομένως, η επίκληση στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση τέτοιας παράβασης δεν είναι βάσιμη. Ο δε ισχυρισμός του δικηγόρου των Αιτητών πως αυτή η στάση της επιτρόπου θέτει σε κίνδυνο την περιουσία του εμπιστεύματος και δείχνει την ανικανότητα της επιτρόπου δεν υποστηρίζεται από το σύνολο των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Με γνώμονα το καθήκον παροχής πληροφοριών, θεωρώ πως ακόμα και αν ήθελε φανεί πως η επίτροπος ενήργησε με κάποια καθυστέρηση στην παροχή αυτών και πως δεν αποκαλύπτει κάποιες πληροφορίες τις οποίες ενδεχομένως να έχει υποχρέωση να πράξει, αυτή η συμπεριφορά δεν οδηγεί αυτομάτως και από μόνη της στην παύση της. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Kershaw v. Micklewaite
(2010)EWCH 506 (Ch), όπου υπήρχε εισήγηση περί καθυστέρησης και παροχής μόνο μέρους των αιτούμενων πληροφοριών εκ μέρους του διαχειριστή διαθήκης, αυτά τα θέματα δεν αποτελούν βάση για την παύση του. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Even if things could have been handled better in certain particular respects, there is, in my judgement, no scope for any substantial criticism. In any case, as Lord Blackburn said in Letterstedt at pages 385 to 386, "it is not indeed every mistake or neglect of duty, or inaccuracy of conduct of trustees", which will induce Courts of Equity to remove a trustee (or, I would add, an executor).» Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην ένορκη της δήλωση, η ΑΧ ισχυρίζεται πως όλες οι ενέργειες της επιτρόπου είχαν ως αποκλειστικό στόχο το όφελος των δικαιούχων του εμπιστεύματος η οποία ενήργησε με καλή πίστη και πως ο Αιτητής 1 ήταν πάντοτε ενήμερος για τις ενέργειες της και συναινούσε σε αυτές. Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως ενώ οι Αιτητές επικαλούνται παράλειψη απάντησης στις επιστολές τους, κάτι το οποίο σαφώς δεν ισχύει, και αδιαφάνεια στις απαντήσεις της επιτρόπου, δεν προώθησαν οποιοδήποτε αίτημα λήψης αυτών των πληροφοριών εάν όντως θεωρούσαν πως είχαν δικαίωμα να τις λάβουν. Αντ΄ αυτού προχώρησαν εκ νέου και απ΄ ευθείας με αίτηση για παύση της επιτρόπου. Επισημαίνεται ακόμα πως οι Αιτητές έχουν καταχωρίσει την Αγωγή 4027/15 εναντίον της επιτρόπου και των διευθυντών αυτής για ισχυριζόμενη απάτη, συνωμοσία, παράβαση καθήκοντος εμπιστευτικότητας και ή σύγκρουσης συμφερόντων και ζητώντας αποζημιώσεις, στα πλαίσια της οποίας θα μπορούσαν να περιλάβουν και αίτημα για παύση της επιτρόπου σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η απαίτηση τους εναντίον της. Τέλος, συνεκτιμώ το γεγονός πως προφανώς υπάρχει ρήξη μεταξύ των Αιτητών και της επιτρόπου πλην όμως αυτή δεν είναι τέτοιου βαθμού που να καθιστά αδύνατη ή επιζήμια τη διαχείριση του εμπιστεύματος ούτως ώστε να δικαιολογεί την παύση της επιτρόπου. Ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει υπέρ της παύσης της επιτρόπου, αξίζει να σημειωθεί πως στην Αίτηση δεν κατονομάζεται νέος επίτροπος. Κάτι τέτοιο γίνεται μόνο στην αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών, και επομένως δεν αποτελεί μαρτυρία και μάλιστα απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει πως η προτεινόμενη επίτροπος (παρόλο που πρόκειται για δικηγόρο) είναι κατάλληλο πρόσωπο και αποδέχεται τέτοιο διορισμό. Είναι γνωστή η αρχή πως σε τέτοιου είδους θέσεις δεν μπορεί να διοριστεί πρόσωπο χωρίς τη δική του συγκατάθεση - βλ. Μιχαηλίδη κ.ά. v. Παρασκευαΐδου-Μαυρονικόλα κ.ά. (ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο πως συντρέχουν λόγοι για την παύση της επιτρόπου. VII. Κατάληξη Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.