← Κύπρος

Ευαγγέλου προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια ή/και κληρονόμος της περιουσίας του Κωνσταντή κ.α. ν. Χρυστοστόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1

Ευαγγέλου προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια ή/και κληρονόμος της περιουσίας του Κωνσταντή κ.α. ν. Χρυστοστόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1881/14, 2/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1881/14 Mεταξύ:

  1. xxxx Ευαγγέλου από τη Λεμεσό, προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια ή/και κληρονόμος της περιουσίας του xxxx Κωνσταντή.
  2. xxxx Ευαγγέλου από τη Λεμεσό, προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής ή/και κληρονόμος της περιουσίας του xxxx Κωνσταντή.
  3. xxxx Νικολάου από τη Λεμεσό, προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής ή/και κληρονόμος της περιουσίας του xxxx Κωνσταντή Εναγόντων και
  4. xxxx Χρυστοστόμου από τη Λεμεσό
  5. xxxx Βασιλείου από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 22.01.2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 02 Απριλίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Λαφαζάνης για Ανδρέας Ασσιώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Λουϊζάκη για Θεόδωρος Σ. Τριγκή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά στη δεύτερη αίτηση που καταχώρησε η πλευρά των εναγομένων για να τροποποιήσει την υφιστάμενη υπεράσπιση της και να εγείρει ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Πανομοιότυπη αίτηση οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει και στις 17/05/18, η οποία, αφού προσέκρουσε σε ένσταση των εναγόντων οδηγήθηκε σε ακρόαση ενώπιον άλλης αδελφού Δικαστή. Με σχετική ενδιάμεση απόφαση στις 29/11/18, η αίτηση εγκρίθηκε και δόθηκαν οδηγίες όπως «Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης.» Ο λόγος για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης ήταν το γεγονός ότι παρά την επιτυχία της προηγούμενης αίτησης της, η πλευρά των εναγομένων δεν καταχώρησε το τροποποιημένο δικόγραφο της εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο, ήτοι εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, με αποτέλεσμα, στις 22/01/19 που εμφανίστηκαν οι συνήγοροι στο Δικαστήριο για σκοπούς ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης, το διάταγμα τροποποίησης να είχε εκπνεύσει και να θεωρείτο πλέον εξ' υπαρχής άκυρο (ipso facto void). Συνεπεία τούτου, καταχωρήθηκε η παρούσα την ίδια μέρα ώστε να ξαναδοθεί άδεια για να τροποποιηθεί η υπεράσπιση και η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης αναβλήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ως ήδη ανέφερα, η παρούσα αίτηση και υποστηρικτική Ε/Δ είναι πανομοιότυπη με την αίτηση της 17/05/18 και την Ε/Δ που την υποστήριζε, με τη μόνη διαφορά να είναι ότι στην εδώ υποστηρικτική Ε/Δ των εναγομένων γίνεται αναφορά και στα όσα γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29/11/
  6. Συγκεκριμένα, πέραν της επανάληψης των όσων περιβάλλουν την ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αν και είχαν ζητήσει τη σύνταξη του διατάγματος στις 17/12/18, εντούτοις, μέχρι και τη λήξη της δικαστικής περιόδου για τις διακοπές των Χριστουγέννων, το διάταγμα δεν τους είχε ακόμη δοθεί από το Πρωτοκολλητείο. Με την επαναλειτουργία των Δικαστηρίων τον Ιανουάριο 2019, αναζήτησαν και πάλι το συνταγμένο διάταγμα πλην όμως, μέχρι και τις 16/01/19 δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί ο φάκελος της υπόθεσης. Όταν τελικά ανευρέθη ο φάκελος και τους δόθηκε πιστό αντίγραφο του διατάγματος της 29/11/18, διαπίστωσαν ότι αυτό είχε συνταχθεί στις 18/12/18 και επομένως η προθεσμία των 10 ημερών είχε ήδη παρέλθει. Ήταν πλέον αναγκασμένοι να καταχωρήσουν νέα αίτηση τροποποίησης. Παρά την απλότητα του όλου θέματος, η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε και πάλι ένσταση στην αίτηση των εναγομένων, προβάλλοντας έντεκα λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση περιστρέφεται γύρω ισχυρισμούς περί δεδικασμένου, κακοπιστίας, καταφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας. Ειδικότερα οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εφόσον οι εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο στις 29/11/18 που εκδόθηκε η απόφαση στην προηγούμενη αίτηση τους, δεν μπορούν τώρα να επικαλούνται τις οποιεσδήποτε παραλείψεις του Πρωτοκολλητείου για την δική τους αδράνεια. Πρόσθετα τούτου δε, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι εφόσον η δική τους πλευρά είχε ζητήσει πρώτη αντίγραφο του διατάγματος στις 14/12/18 και το έλαβε στις 19/12/18, ήτοι την επομένη που αυτό συντάχθηκε, δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι εκείνους δεν τους είχε δοθεί το διάταγμα πριν τις 16/01/19 εφόσον το είχα ζητήσει στις 17/12/
  7. Σε κάθε περίπτωση όμως, αναφέρουν οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι όφειλαν να επιδείξουν περισσότερη επιμέλεια και ενδιαφέρον για τη δικαστική διαδικασία και όχι απλά να ξαναζητήσουν το διάταγμα στις 15/01/19 και έτσι να επαναπαυθούν. Θα μπορούσαν κάλλιστα οι εναγόμενοι, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, είτε να προχωρήσουν με αίτημα για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης του τροποποιημένου δικογράφου τους είτε να το καταχωρήσουν χωρίς διάταγμα αλλά με μια επιστολή που να αναφέρει την καθυστέρηση που είχε προκύψει. Εφόσον όμως τίποτα τέτοιο δεν έκαμαν οι εναγόμενοι, αναφέρουν οι ενάγοντες, το υπό κρίση αίτημα τους θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αντινομικό, κακόπιστο και καταχρηστικό. Την αντίστοιχη επιχειρηματολογία τους οι συνήγοροι την ανέπτυξαν με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις 09/04/19 που η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Θα πρέπει κατ' αρχή να αναφέρω ότι στην απόφαση του ημερ. 29/11/18, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι εφόσον «.ο ενάγοντας 2 έχει αποβιώσει στις 26.7.17 και . δεν φαίνεται να ελήφθησαν τα απαιτούμενα δικονομικά μέτρα για την αντικατάσταση του ενάγοντα 2 με τον διαχειριστή της περιουσίας του.ο δικηγόρος των εναγόντων δεν είχε πλέον δικαίωμα (locus standi) να εμφανίζεται για τον ενάγοντα 2 και συνεπώς ούτε και εξουσιοδότηση να καταχωρήσει εκ μέρους του ένσταση στην υπό κρίση αίτηση». Αυτή την επισήμανση του Δικαστηρίου φαίνεται να μην την αντιλήφθηκε ο συνήγορος των εναγόντων εφόσον και πάλι, χωρίς να έχουν ληφθεί τα απαραίτητα δικονομικά μέτρα για αντικατάσταση του ενάγοντα 2 και εξουσιοδότηση του συνηγόρου, η ένσταση που καταχωρήθηκε στην παρούσα προβάλλεται να είναι εκ μέρους και εκείνου του ενάγοντα. Δεν θα θεωρήσω εσκεμμένη την ενέργεια του δικηγόρου να καταχωρήσει ένσταση άνευ εξουσιοδότησης του διαδίκου που φέρεται να εκπροσωπεί αλλά ως μια καλόπιστη παράλειψη από πλευράς του. Οφείλει όμως ο συνήγορος να προβεί άμεσα στις απαιτούμενες ενέργειες αν θα συνεχίσει να εκπροσωπεί τον ενάγοντα
  8. Σε κάθε περίπτωση, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκ μέρους του ενάγοντα 2 έχει καταχωρηθεί νομότυπα ένσταση οπόταν η ένσταση που έχει καταχωρηθεί, θα θεωρηθεί ότι προβάλλεται μόνο από τους ενάγοντες 1 και
  9. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Έχοντας διεξέλθει των παραστάσεων των μερών, θα πρέπει να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων περί δεδικασμένου δεν ευσταθεί. Αυτό γιατί η παράλειψη των εναγομένων να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα το τροποποιημένο δικόγραφο τους, κατέστησε την όλη διαδικασία τροποποίησης που προηγήθηκε με την αίτηση της 17/05/19, εξ' υπαρχής άκυρη - ipso facto void (βλ. Δ.25 Θ.2 ως ισχύει για την παρούσα αγωγή αλλά και υφιστάμενη Δ.25 Θ.3 για τις «νέες» αγωγές καθώς επίσης και την FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. ΝΙΚΟΣ Κ. ΣΙΑΚΟΛΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, 11/11/2015). Ορθά συνεπώς οι εναγόμενοι προέβαλαν εκ νέου μαρτυρία προς υποστήριξη της αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης εφόσον πρόκειται για ένα εντελώς νέο και ανεξάρτητο αίτημα και οι όποιες θέσεις των εναγόντων περί δεδικασμένου ή κατάχρησης της διαδικασίας, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Τούτου λεχθέντος, έχω διεξέλθει της αίτησης και της υποστηρικτικής Ε/Δ και παρατηρώ ότι δεν έχει επέλθει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφοροποίηση στα όσα είχαν προβληθεί στα πλαίσια της αίτησης της 17/05/18 ως προς την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο στην απόφαση της 29/11/
  10. Συμφωνώ δε πλήρως με το σκεπτικό της αδελφού Δικαστή που εκδίκασε εκείνη την αίτηση καθώς επίσης και με τους λόγους που την οδήγησαν στο να την εγκρίνει με την απόφαση της ημερ. 29/11/
  11. Υιοθετώ πλήρως το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της 29/11/18 για σκοπούς της παρούσας, το οποίο απόσπασμα θεωρώ καλύπτει πλήρως τα εγειρόμενα θέματα και στην παρούσα διαδικασία χωρίς να χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε περισσότερο. Επισημαίνω μόνο ότι στην παρούσα αίτηση οι ενάγοντες επέλεξαν να μην ασχοληθούν με την ουσία της τροποποίησης. «Κατ' αρχή όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αποκαλύπτεται ότι ο ενάγοντας 2 έχει αποβιώσει στις 26.7.17 και προς τούτο επισυνάπτεται σχετικό διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας του ημερ. 13.10.
  12. Παρόλα αυτά δεν φαίνεται να ελήφθησαν τα απαιτούμενα δικονομικά μέτρα για την αντικατάσταση του ενάγοντα 2 με τον διαχειριστή της περιουσίας του. Ως εκ τούτου στις 20.6.18 που ήταν για πρώτη φορά ορισμένη η υπό εξέταση αίτηση ο δικηγόρος των εναγόντων δεν είχε πλέον δικαίωμα (locus standi) να εμφανίζεται για τον ενάγοντα 2 και συνεπώς ούτε και εξουσιοδότηση να καταχωρήσει εκ μέρους του ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Τούτου δεδομένου η ένσταση θεωρείται ότι έχει καταχωρηθεί νομότυπα μόνο εκ μέρους των εναγόντων 1 και 3.. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν εντοπίζονται στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διαφοροποιήσουν την έκθεση υπεράσπισης τους με την εισαγωγή νέων ισχυρισμών σε σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου δεν κρίνεται στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι ενάγοντες στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους των εναγόμενων στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(2012)1Α Α.Α.Δ 745 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους ενάγοντες με την αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε θα προκληθεί ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.. Προβάλλεται με την ένσταση ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν τα έγγραφα που παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες για να στοιχειοθετήσουν εκ των υστέρων υπεράσπιση και ανταπαίτηση επιφέροντας καίριο πλήγμα με αυτό τον τρόπο στην διεξαγωγή δίκαιης δίκης και εις βάρος της αρχής της ισότητας των όπλων. Η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού η αποκάλυψη των εγγράφων αποτελεί υποχρέωση του διαδίκου και ο πρωταρχικός της σκοπός είναι η παροχή της βάσης για την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής με το υποβοηθηθεί η δίκαιη επίλυση της υπόθεσης κατά ή πριν τη δίκη είτε μέσα από διευθέτηση ή συμβιβασμό είτε μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης και την ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί νέο έγγραφο ή νέο δεδομένο στηρίζεται στο ότι από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των αιτητών ημερομηνίας 13.4.16 προκύπτει ότι αυτοί είχαν στην κατοχή τους προ πολλού πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου για το επίδικο τεμάχιο. Η θέση αυτή των καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία δεδομένου του ότι όπως διαπιστώνεται το πιστοποιητικό έρευνας που οι αιτητές αποκαλύπτουν στην ένορκη αποκάλυψης εγγράφων είναι ημερομηνίας 19.11.2010 ενώ το έγγραφο τεκμ Α βάσει του οποίου επικαλούνται ότι προέκυψαν τα νέα στοιχεία και δεδομένα είναι ημερομηνίας 28.11.2017.. Δεν μου διαφεύγει στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι αίτηση καταχωρίστηκε σχεδόν 3 1/2 χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και παράλληλα δεν παραβλέπω τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δόθηκε από τους αιτητές η εξήγηση όπως πιο πάνω περιγράφεται και ειδικότερα το γεγονός ότι περιήλθαν σε γνώση τους νέα στοιχεία και δεδομένα σε σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις και τα νέα στοιχεία καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Παρά το ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά όλες τις παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης εντούτοις δεν θεωρώ ότι η ζητούμενη τροποποίηση διαφοροποιείται σε τέτοιο βαθμό από την ουσία της παρούσας υπόθεσης ώστε να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα αφού αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων ουσιαστικά παραμένει να είναι η ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση ενός αιτήματος για τροποποίηση είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο θεωρώ ότι θα εξυπηρετηθεί με την αποδοχή του αιτήματος αντί με την απόρριψη του. . Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που οι εναγόμενοι επιχειρούν με την αιτούμενη τροποποίηση να εισάγουν στην υπεράσπιση του καθώς και να τους αντικρούσουν μέσα από την διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζά (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές.» Στρεφόμενος τώρα στα γεγονότα που έλαβαν χώρα από τις 29/11/18 μέχρι της καταχώρησης της παρούσας παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, οι οδηγίες του Δικαστηρίου ημερ. 29/11/18 ήταν όπως η τροποποιημένη υπεράσπιση καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Οι εναγόμενοι δηλαδή, αφ' ης στιγμής ζητούσαν τη σύνταξη του διατάγματος, σε καμία άλλη ενέργεια υποχρεούνταν να προβούν μέχρι αυτό να συνταχθεί και να τους παραδοθεί από το Πρωτοκολλητείο. Σίγουρα θα μπορούσαν να «ενοχλήσουν» το Πρωτοκολλητείο για να επισπεύσει τη διαδικασία, όμως ούτε υποχρέωση τους ήταν αυτό αλλά ούτε και θέμα εντός του ελέγχου τους. Ούτε μπορούσαν όμως να καταχωρήσουν το τροποποιημένο δικόγραφο τους πριν να συνταχθεί το διάταγμα ως υποστηρίζει η πλευρά των εναγόντων αφού το Δικαστήριο έθεσε ως όρο της καταχώρησης τη σύνταξη του διατάγματος τροποποίησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι έπρεπε να αποταθούν στο Δικαστήριο πριν να παρέλθει η προθεσμία του διατάγματος, κρίνεται αβάσιμη, αφού η προθεσμία καταχώρησης της τροποποιημένης υπεράσπισης δεν θα ξεκινούσε να μετρά παρά μόνο όταν συντάσσετο το διάταγμα κάτι που έγινε στις 18/12/
  1. Μέχρι τότε, το οποιοδήποτε εγχείρημα για παράταση του χρόνου θα ήταν προφανώς πρόωρο και άνευ αντικειμένου. Κατά δεύτερο, στο φάκελο της υπόθεσης που παρέπεμψε η πλευρά των εναγόντων όντως εντοπίζονται δύο αιτήματα (certifications) των εναγομένων προς το Πρωτοκολλητείο για να εφοδιαστούν με το διάταγμα της 29/11/18, ένα στις 17/12/18 και ένα στις 15/01/
  2. Το τελευταίο δε certification, επιβεβαιώνει χρονικά τη θέση των εναγομένων ότι μέχρι εκείνη την ημέρα αναζητούσαν ακόμη το διάταγμα ενώ στο πρώτο certification σημειώνεται η ένδειξη «επείγον», γεγονός που υποδηλοί και το έντονο ενδιαφέρον που επέδειξαν από την αρχή οι εναγόμενοι για να εξασφαλίσουν το διάταγμα και να συμμορφωθούν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ώστε να μην καθυστερήσει περαιτέρω η διαδικασία. Αυτά, σε συνδυασμό με το ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μόλις μία εβδομάδα μετά το δεύτερο certification, καταρρίπτουν και τις θέσεις των εναγόντων περί έλλειψης ενδιαφέροντος, αδικαιολόγητης ολιγωρίας και κακοπιστίας από πλευράς εναγομένων. Τέλος δεν θα μπορούσε να μην σχολιαστούν και τα εξής δύο σημεία: Το πρώτο είναι ότι ενώ οι ενάγοντες έσπευσαν να εξασφαλίσουν πρώτοι το διάταγμα, προφανώς για να επισπεύσουν την διαδικασία και να ενεργοποιήσουν την προθεσμία των εναγομένων, εντούτοις ουδέποτε επεδίωξαν είτε να πληροφορήσουν τους τελευταίους ότι το διάταγμα είχε συνταχθεί και ότι το είχαν εξασφαλίσει από τις 19/12/18, είτε να φέρουν σε γνώση τους ότι η προθεσμία είχε ξεκινήσει να μετρά από τις 18/12/
  3. Μπορεί να μην ήταν νομικά υποχρεωμένοι να το πράξουν τούτο οι ενάγοντες, όμως αφ' ης στιγμής αποφάσισαν να ζητήσουν οι ίδιοι τη σύνταξη του διατάγματος στις 14/12/18 και να ενεργοποιήσουν έτσι την προθεσμία των αντιδίκων τους, όφειλαν, από δεοντολογικής τουλάχιστο άποψης, να ενημερώσουν τους τελευταίους ως προς το γεγονός αυτό. Αν μη τι άλλο, έτσι θα εξοικονομείτο πολύτιμος χρόνος και έξοδα και για τις δύο πλευρές και θα αποφεύγετο ο περαιτέρω εκτροχιασμός και καθυστέρηση της διαδικασίας. Το δεύτερο σχόλιο αφορά στην παράλειψη του δικηγόρου των εναγόντων να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες συνεπεία του θανάτου του ενάγοντα 2, μία από τις οποίες είναι και η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής (βλ. Έλληνας κ.ά. ν. Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 485). Αυτή η παράλειψη λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία ως προς το δικαιολογημένο της ένστασης που προέβαλαν οι ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία, αφού όποιο και να ήταν το αποτέλεσμα της αίτησης, η αγωγή θα πρέπει και πάλι να τροποποιηθεί ώστε να μπορεί να συνεχίσει, ιδιαίτερα εφόσον πρόθεση των εναγομένων είναι να εγείρουν ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Κοντολογίς, σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση που προκλήθηκε και που αναπόφευκτα θα προκληθεί στο μέλλον, οφείλεται στις πράξεις και παραλείψεις των ίδιων των εναγόντων. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υφιστάμενης υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός εφτά ημερών από σήμερα και σε περίπτωση που το παρόν διάταγμα δεν καταστεί δυνατό να συνταχθεί ως τότε, η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί χωρίς το διάταγμα και να φέρει την ανάλογη ένδειξη περί τροποποίησης της δυνάμει του σημερινού διατάγματος. Νοείται ότι σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι θα μεριμνήσουν όπως το παρόν διάταγμα συνταχθεί και πιστό αντίγραφο του τοποθετηθεί στο φάκελο της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης και παράδοσης της στο συνήγορο των εναγόντων 1 και 3, ο τελευταίος να ενημερώσει γραπτώς τους δικηγόρους των εναγομένων αν έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να εκπροσωπεί και την περιουσία του αποβιώσαντα ενάγοντα 2 ώστε να του δοθεί αντίγραφο της τροποποιημένης υπεράσπισης σε σχέση και με εκείνο το διάδικο ενώ σε περίπτωση που δεν έχει τέτοια εξουσιοδότηση, η τροποποιημένη υπεράσπιση να επιδοθεί στο διαχειριστή της περιουσίας του ενάγοντα 2 ως αυτός φαίνεται στο σχετικό διάταγμα διαχείρισης ημερ. 13/10/17 που παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αίτησης ημερ. 17/05/
  1. Επειδή θα πρέπει να ξεκαθαρίσει το θέμα με τον ενάγοντα 2 και τον τίτλο της υπόθεσης προτού καταχωρηθούν περαιτέρω δικόγραφα, οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση θα δοθούν στις 06/05/19 που ορίζεται η αγωγή ώστε να ενημερωθεί το Δικαστήριο ως προς το πώς αναμένεται να προχωρήσει η υπόθεση σε σχέση με τον ενάγοντα
  2. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας, λαμβανομένης υπόψη αφ' ενός της ευθύνης που φέρουν οι εναγόμενοι για την ανάγκη που προέκυψε να καταχωρηθεί η παρούσα και αφ' ετέρου της όλης στάσης των εναγόντων ως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όσον αφορά τα τυχόν σπαταληθέντα έξοδα (thrown away), σημειώνω ότι η προηγούμενη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου στην απόφαση της 27/11/19 έχει συμπαρασυρθεί από την εξ' υπαρχής ακυρότητα της όλης διαδικασίας οπόταν και το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί εκ νέου. Επειδή όμως οι ενάγοντες δεν καταχώρησαν ακόμη νέα δικόγραφα και η αγωγή ενδέχεται να τροποποιηθεί και πάλι λόγω του θανάτου του ενάγοντα 2, θεωρώ ορθό όπως το θέμα των σπαταληθέντων εξόδων που ενδεχομένως να προκύπτουν από την παρούσα τροποποίηση, αφεθεί να αποφασιστεί στην πορεία της υπόθεσης αναλόγως και των εξόδων που πιθανόν να προκύψουν από μια νέα τροποποίηση. (Υπ.) .............. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.