← Κύπρος

Σιλβέστρου κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2960/2018, 7/5/2019

Σιλβέστρου κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2960/2018, 7/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:A275 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2960/2018 Μεταξύ: 1. XXXXX Σιλβέστρου 2. XXXXX Σιλβέστρου Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS COMPANY LIMITED Εναγομένης Ημερομηνία: 7 Μάϊου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/αιτητές: Ο κ. Α. Χαραλάμπους Για την εναγομένη/καθ' ης η αίτηση: Η κα Μ. Τριανταφυλλίδη για ΑΝΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση που αποσκοπεί σε έκδοση διαταγμάτων για αναβολή ή αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου) Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους η οποία καταχωρίστηκε μονομερώς και η οποία αφού κρίθηκε ότι στερείτο του κατεπείγοντος δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της, αιτείται την έκδοση τριών διαταγμάτων ως τα αιτητικά Α και Β της αίτησης με τα οποία ουσιαστικά επιδιώκεται η αναβολή ή η αναστολή ή η ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού. Με τη γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών απέσυρε το αιτητικό Γ και έτσι δεν θα με απασχολήσει πλέον αυτό. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Μέρος VIA πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, άρθρα 44Α ως και 44ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτών, καθώς και στα άρθρα 5, 36 ,και 44ΚΣΤ, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμών του 2015 Κ.Δ.Π. 185/2015, άρθρα 37-51, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 5 ,6, 7,8 και 9 , στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48 θ.1-9, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 30 ,επί του Περί Καταχρηστικών ρητρών νόμου του 1996,επί του περί Συμβάσεων νόμου, Στον Περί Προστασίας των Εγγυητών Νόμο όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα Άρθρα 9 και 10, επί διαφόρων Ευρωπαϊκών οδηγιών ως αναγράφονται ανωτέρω , ως επίσης και επί των εγγενών αρχών και εξουσιών του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση τoυ ο κ. Σιλβέστρου, ενάγων 1 και αιτητής 1 στην παρούσα ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει εξουσιοδότηση και από την ενάγουσα 2 και αιτήτρια 2 στην παρούσα -σύζυγο του -, όπως προβεί και εκ μέρους της σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Αναφέρεται σε αυτή στα γεγονότα της υπόθεσης παραπέμποντας σε διάφορα έγγραφα τα οποία στοιχειοθετούν αυτά και τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήρια τα οποία κατά την εισήγηση του δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων τα οποία επιζητούν. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 29, 30-32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο Μέρος VIΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2018(Ν. 87(I)/2018), στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 185/2015), στις Δ.35, Δ.40, Δ.47, Δ.48 ΘΘ 1-9, Δ.55 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23, 25, 28, 29, 30 - 35 και Μέρος 10 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 6 και 13 και Δωδέκατο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (όπως κυρώθηκε από το Νόμο Ν.39/62), στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις αρχές της δίκαιης δίκης και ισότητας των όπλων, στον περί Συμβάσεων Νόμο, ΚΕΦ. 149, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996, Ν. 93(I)/1996, στις αρχές του Κοινοδικαίου και Νομολογίας του Ανωτάτου και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, και στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση: « (α) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί εφόσον οδηγεί σε πολλαπλές διαδικασίες. (β) Άνευ βλάβης και διαζευκτικά του λόγου ένστασης (α) πιο πάνω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και/ή νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60: (
  2. i)Η αίτηση δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση. (
  3. ii)Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης - έφεσης. (iii) Οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης - έφεσης τους θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (
  4. iv)Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (
  5. v)Η καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (
  6. vi)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. (vii) Δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και/ή νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στη βάση του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. (δ) Η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί το ορθό και έννομο δικονομικό μέσο έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. (ε) Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. (στ) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί εφόσον ο σκοπός αυτής είναι αλλότριος και διότι τα αιτούμενα διατάγματα ζητούνται για αλλότριους σκοπούς. (ζ) Η διαδικασία πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων αποτελεί καθ' όλα νόμιμη και/ή νομότυπη διαδικασία και δεν αποτελεί καταχρηστική διαδικασία. (η) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καταστρατηγεί τα συμβατικά και/ή συνταγματικά δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. (θ) Οι αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή.» Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Θεοδώρου ο οποίος εργάζεται στην Καθ' ης η Αίτηση ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Δηλώνει και αυτός με τη σειρά του τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά ασφαλώς τα αντιλαμβάνεται η καθ' ης η αίτηση και επισυνάπτει επίσης στην ένορκη δήλωση αριθμό εγγράφων σχετιζόμενα με την υπόθεση τα οποία κατά την εισήγηση του στοιχειοθετούν τους λόγους ένστασης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Θα επιχειρήσω μια σύνοψη των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που αντίστοιχα υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση όπως και από τα τεκμήρια τα οποία έχουν επισυναφθεί σε αυτές και στα οποία γίνεται σχετική παραπομπή. Είχαν παραχωρηθεί από την EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD (στο εξής «η EMPORIKI») οι ακόλουθες πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες και εκτελέστηκε η επίδικη υποθήκη σε ακίνητο ιδιοκτησίας της αιτήτριας 2. (α) Με συμφωνία Πιστωτικής Κάρτας ημερομηνίας 12.06.2002 με την οποία η EMPORIKI παραχώρησε προς τον αιτητή 1 πιστωτικές διευκολύνσεις σε όριο σε λογαριασμό πιστωτικής κάρτας - Τεκμ. 2 στην ΕΔ Θεοδώρου. Η καθ' ης η αίτηση άνοιξε στο όνομα του αιτητή 1 το Λογαριασμό αρ. XXXXX0010 ο οποίος στη συνέχεια έλαβε τον αριθμό XXXXX0104. (β) Με συμφωνία Στεγαστικού Δανείου ημερομηνίας 13.02.2008 (στο εξής «η Συμφωνία Δανείου») με την οποία παραχωρήθηκε προς τους αιτητές στεγαστικό δάνειο (στο εξής «το Δάνειο») τακτής προθεσμίας ύψους €170.860,00 - Τεκμ. 3 και 4 στην ΕΔ Θεοδώρου. H καθ' ης η αίτηση άνοιξε στο όνομα των αιτητών λογαριασμό δανείου με αριθμό 454-56-4556-39, στον οποίο εκταμιεύθηκε όλο το ποσό του Δανείου. (γ) Με σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό ημερ. 16.03.2010 μεταξύ της καθ' ης η αίτηση και της αιτήτριας 2 παραχωρήθηκαν στην αιτήτρια 2 πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο ύψους €41.040 - Τεκμ. 9 και 10 στην ΕΔ Θεοδώρου. Η καθ' ης η αίτηση άνοιξε στο όνομα της αιτήτριας 2 τον Τρεχούμενο Λογαριασμό με αρ. XXXXX92-16. Προς εξασφάλιση του Δανείου χορηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω εγγυήσεις και εξασφαλίσεις: (α) Πρώτης Σειράς Υποθήκη με αριθμό Υ1086/2008 για το ποσό των €170.860,00 πλέον σύνθετο τόκο προς 5,25%, επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 1XXX2, Φ/ΣΧ. 54/22, ΤΜ. 1, Τεμ. 4X9, στην Παρεκκλησιά, Ποτός, της Επαρχίας Λεμεσού, 1/2 μερίδιο, ιδιοκτησία της αιτήτριας 2, υποθηκευμένο το 1000/7024 του όλου - Τεκμ. 5 και 6 στην ΕΔ Θεοδώρου. (β) Ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 13.02.2008, υπογεγραμμένο από την αιτήτρια 2, δυνάμει του οποίου η καθ' ης η αίτηση διορίστηκε ως ανέκκλητος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της αιτήτριας 2 - Τεκμ. 7 στην ΕΔ Θεοδώρου. Όταν εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι αναφορικά με το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 14362 - αντικείμενο της Υποθήκης Υ1086/2008, το μερίδιο που είχε υποθηκεύσει η αιτήτρια 2 προς όφελος της καθ' ης η αίτηση στο ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 14362 μεταφέρθηκε στο ακίνητο με νέο αρ. εγγραφής 1XXX1 με αποτέλεσμα η Υποθήκη Υ1086/2008 να μεταφερθεί σε ολόκληρο το μερίδιο της αιτήτριας 2 στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 1XXX1. Η εν λόγω μεταφορά περιγράφεται στην πρώτη σελίδα της κτηματολογικής έρευνας ημερ. 23.08.2018 αναφορικά με την αιτήτρια 2 που περιλαμβάνεται στο Τεκμ. 29 στην ΕΔ Θεοδώρου. Λόγω παράβασης από μέρους των αιτητών των συμβατικών τους υποχρεώσεων προς την EMPORIKI, και παρά τις προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 12.04.2011 που απέστειλε η τελευταία προς τους αιτητές - Τεκμ. 16, 17, 20, 21, 23 και 24 στην ΕΔ Θεοδώρου, η EMPORIKI με συστημένες επιστολές της προς τους αιτητές τερμάτισε τη λειτουργία των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων καθιστώντας απαιτητά ολόκληρα τα πιστωτικά υπόλοιπα των σχετικών λογαριασμών των αιτητών - Τεκμ. 18, 19, 22, 25, 26 και 27 στην ΕΔ Θεοδώρου. Έκτοτε οι αιτητές ουδέν ποσό κατέβαλαν έναντι των χρεωστικών υπολοίπων των πιο πάνω λογαριασμών και δη του Δανείου - Τεκμ. 41 στην ένορκη δήλωση Θεοδώρου. Ως εκ τούτου η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την 5.02.2013 την Αγωγή του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013. Κατά την 13.03.2015 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 127/2015 ενέκρινε Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης της EMPORIKI με την καθ' ης η αίτηση - Τεκμ. 1 στην ΕΔ Θεοδώρου - δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή απορροφήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση οι εργασίες και/ή η επιχείρηση και/ή η ιδιοκτησία και/ή οι υποχρεώσεις και/ή τα δικαιώματα της EMPORIKI και εξέδωσε διατάγματα τα οποία, μεταξύ άλλων, διατάζουν την παραχώρηση, ανάθεση, εκχώρηση και μεταβίβαση όλων των συμβάσεων που συνομολόγησε και όλες τις εξασφαλίσει που κατέχει η EMPORIKI, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων συμβάσεων και εξασφαλίσεων στην παρούσα Αγωγή, στην καθ' ης η αίτηση, και τη συνέχιση από την καθ' ης η αίτηση πάντων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και/ή εναντίον της EMPORIKI. Η καθ' ης η αίτηση την 2.02.2017 και την 23.08.2018 διεξήγαγε κτηματολογικές έρευνες αναφορικά με την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία των αιτητών - Τεκμ. 28 και 29 στην ΕΔ Θεοδώρου. Από τις εν λόγω κτηματολογικές έρευνες προκύπτει ότι το ενυπόθηκο ακίνητο της αιτήτριας 2 με αρ. εγγραφής 18321 (πρώην 14362) βαρύνεται με: i. Την Α' σειράς Υποθήκη Υ1086/2008 προς όφελος της καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Ευρώ 170.860, ii. Μέμο υπ' αριθμό 1683/2018 ημερ. 2.08.2016 προς όφελος του Τμήματος Φορολογίας, iii. Μέμο υπ' αριθμό 636/2017 ημερ. 21.03.2017 προς όφελος των XXXXX Σαρρή και XXXXX Μιχαηλίδου. Την 30.08.2018 η καθ' ης η αίτηση απέστειλε στους αιτητές μέσω ιδιώτη επιδότη Ειδοποιήσεις «Θ» & «Ι» μαζί με καταστάσεις λογαριασμού του ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους δυνάμει των προνοιών του Ν.9/1965. Η καθ' ης η αίτηση κοινοποίησε με επιστολές της ημερ. 30.08.2018 στους κ.κ. XXXXX Σαρρή, XXXXX Μιχαηλίδου και Τμήμα Φορολογίας ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα μέσω ιδιώτη επιδότη αντίγραφα των Ειδοποιήσεων «Θ» & «Ι» και των καταστάσεων λογαριασμού του ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους που στάληκαν στους αιτητές - Τεκμ. 30 - 32 στην ΕΔ Θεοδώρου και Τεκμ. 10 στην ΕΔ Σιλβέστρου. Οι Ειδοποιήσεις «Θ» και «Ι» επιδόθηκαν στους αιτητές την 3.10.2018. Λόγω της μη συμμόρφωσης των αιτητών με τις πρόνοιες των Ειδοποιήσεων «Θ» και «Ι» η καθ' ης η αίτηση απέστειλε στους αιτητές την 8.11.2018 μέσω ιδιώτη επιδότη Ειδοποιήσεις «ΙΑ» & «ΙΒ» στη βάση του Ν.9/1965. Η καθ' ης η αίτηση απέστειλε και/ή κοινοποίησε επιπλέον στους κ.κ. XXXXX Σαρρή, XXXXX Μιχαηλίδου και Τμήμα Φορολογίας ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα μέσω ιδιώτη επιδότη τις Ειδοποιήσεις «ΙΑ» & «ΙΒ» που στάληκαν στους αιτητές - Τεκμήρια 33 - 35 στην ένορκη δήλωση Θεοδώρου και Τεκμήρια 11 και 12 στην ένορκη δήλωση Σιλβέστρου. Οι Ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ» επιδόθηκαν στους αιτητές την 21/11/2018. Με τις εν λόγω Ειδοποιήσεις η καθ' ης η αίτηση ενημέρωνε τους αιτητές ότι το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει της Υποθήκης Υ1086/2008 προς την καθ' ης η αίτηση είχε καταστεί πληρωτέο και ότι προτίθετο την 7.05.2019 να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, καλώντας τους παράλληλα να προβούν στο διορισμό εκτιμητή για καθορισμό της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Λόγω παράλειψης εκ μέρους των αιτητών να διορίσουν εκτιμητή εντός 10 ημερών από την παραλαβή της Ειδοποίησης «ΙΒ» σύμφωνα με το περιεχόμενο της Ειδοποίησης «ΙΒ», η καθ' ης η αίτηση προχώρησε με τη διενέργεια εκτιμήσεων ολόκληρου του μεριδίου της αιτήτριας 2 στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1XXX1, αντικείμενο της Υποθήκης Υ1086/2008 από τους οίκους Εκτιμητών και Συμβούλων Ακινήτων κ.κ. Νίκος Λοϊζίδης & Συνεργάτες, Εκτιμήσεις Ακινήτων ΕΠΕ και κ.κ. Lefkios Vassiliou & Co. Τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων έχουν ως εξής: i. Οι κ.κ. Νίκος Λοϊζίδης & Συνεργάτες, Εκτιμήσεις Ακινήτων ΕΠΕ κατέληξαν την 17.12.2018 ότι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται σε Ευρώ 390.000 ενώ η αξία καταναγκαστικής πώλησης του ακινήτου σε Ευρώ 280.000 - Τεκμ. 36 στην ΕΔ Θεοδώρου. ii. Οι κ.κ. Lefkios Vassiliou & Co κατέληξαν την 12/12/2018 ότι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ανέρχεται σε Ευρώ 325.000 ενώ η αξία καταναγκαστικής πώλησης του ακινήτου σε Ευρώ 228.000 - Τεκμ. 37 στην ΕΔ Θεοδώρου. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ: Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης με τους οποίους απαντώνται όλες οι αιτιάσεις τις οποίες προβάλλουν οι αιτητές προς υποστήριξη του αιτήματός τους. Η εξέταση των λόγων ένστασης (α), (β), (γ) και (θ) θα γίνει συλλογικά εφόσον όσα τους αφορούν μπορούν να αντικριστούν από κοινού. Η νομική βάση της αίτησης έχει καταγραφεί πιο πάνω. Τα διατάγματα των αιτητικών Α και Β αιτούνται υπό μορφή ενδιάμεσης προσωρινής θεραπείας με απώτερο σκοπό την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του άρθρου 44Γ

(3)(δ) του Ν. 9/
  1. Ως δικαιοδοτική βάση έκδοσής τους, οι αιτητές επικαλούνται το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και τα άρθρα 5 και 9 του Κεφ.
  2. Όσον αφορά το άρθρο 5 του Κεφ. 6, συμφωνώ με τη θέση της καθ' ης η αίτηση ότι αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει νομικό υπόβαθρο για έκδοση των διαταγμάτων στα αιτητικά Α και Β της υπό εξέταση αίτησης. Ειδικότερα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 5 του Κεφ.6 καθ' ότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά την παρεμπόδιση απαλλοτρίωσης ή αποξένωσης ακίνητης περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση. Η θέση αυτή ενισχύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν. 9/1965 το οποίο ορίζει ως λόγο ακύρωσης διαδικασίας πλειστηριασμού στη βάση του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 μόνον και όχι στη βάση του άρθρου 5 του Κεφ.6. Συμφωνώ περαιτέρω ότι εάν ετύγχανε εφαρμογής το εν λόγω άρθρο του Κεφ. 6, ο νομοθέτης θα το συμπεριλάμβανε στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Ν. 9/1965. Επιπλέον, όσον αφορά το άρθρο 9 του Κεφ. 6, αφ' ης στιγμής διατάχθηκε η επίδοση της υπό εξέταση αίτησης, το εν λόγω άρθρο παύει να παρέχει νομικό υπόβαθρο έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά το άρθρο 32 του Ν.14/1960 αυτό προνοεί τις ακόλουθες ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα κρίνει δίκαια ή πρόσφορα: (i) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (ii) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Επιπρόσθετα, και νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να κλίνει υπέρ της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερου από απλής δυνατότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερου από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Ενώ η πρώτη προϋπόθεση σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στα δικόγραφα, η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί ένα βήμα πιο κάτω, συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων - βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, Έφεση Αρ. 43/2012, 24/03/2017. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή - βλ. Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις, και εάν υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, της μαρτυρίας που προκύπτει από την εν λόγω αντεξέταση. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του αιτητή στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 317) Επιπλέον, έχει νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Κυρισάββα ν. Κύζη,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποφασίζει τελεσίδικα τα θέματα, ούτε προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οφείλει όμως να προβεί σε κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο. (βλ. σχετικά Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). Επιπρόσθετα των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, εάν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το παρεμπίπτον διάταγμα (βλ. Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1603, Γρηγορίου (ανωτέρω). Σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας σχετική είναι η υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 όπου λέχθηκε ότι: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην FilmsRover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ενόψει της συνύπαρξης της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013, μέσω της οποίας η καθ' ης η αίτηση αξιώνει εναντίον των αιτητών θεραπείες στη βάση των προαναφερόμενων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων. Στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας οι αιτητές είχαν καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισής τους για να εγείρουν εναντίον της καθ' ης η αίτηση επιπρόσθετους ισχυρισμούς υπεράσπισης καθώς και ανταπαίτηση - Τεκμ. 43 στην ΕΔ Θεοδώρου. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε σχετικό διάταγμα τροποποίησης την 24.09.2015 - Τεκμ. 44 στην ΕΔ Θεοδώρου. Πλην όμως, οι αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με το εν λόγω διάταγμα και ουδέποτε καταχώρησαν τροποποιημένο δικόγραφο στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013, ενώ το σχετικό διάταγμα ημερ. 24.09.2015 εξέπνευσε μετά την πάροδο 14 ημερών από τη σύνταξή του και κατέστη ipso facto άκυρο (βλ. Σακκούλα κ.ά. ν. Αρέστη
(1989)1 ΑΑΔ 355). Κατ' επέκταση οι αιτητές ουδέποτε ήγειραν εναντίον της καθ' ης η αίτηση ανταπαίτηση στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/
  1. Το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και από τους αιτητές, οι οποίοι στην παράγραφο 6 της ΕΔ Σιλβέστρου παραδέχονται ότι στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013 καταχώρησαν μόνο Υπεράσπιση. Είναι δε μετά την πάροδο 4 σχεδόν ετών που οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Συγκρίνοντας το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής και την αίτηση τροποποίησης ημερ. 19.03.2015 - Τεκμ. 43 στην ΕΔ Θεοδώρου - προκύπτει αβίαστα ότι στην παρούσα αγωγή προωθούνται από τους αιτητές πανομοιότυπες αξιώσεις και θεραπείες με αυτές που προτίθεντο οι αιτητές να ανταπαιτήσουν εναντίον της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/
  2. Επιπλέον από το αιτητικό (Β) της αίτησης τροποποίησης ημερ. 19.03.2015 - Τεκμ. 43 στην ΕΔ Θεοδώρου - προκύπτει ότι οι αιτητές προτίθεντο στα πλαίσια της τροποποιημένης Υπεράσπισής τους στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013 να εγείρουν πανομοιότυπους ισχυρισμούς με αυτούς που προβάλλονται στην ΕΔ Σιλβέστρου. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί που οι αιτητές προτίθεντο να εγείρουν μέσω της νέας παραγράφου 13 της τροποποιημένης τους Υπεράσπισης στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013 είναι οι ίδιοι με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσω των παραγράφων 8.11 - 8.16, 8.22, 8.24, 8.25, 8.28, 8.29 -
  3. 32, 8.41, 8.42 και 8.65 της ΕΔ Σιλβέστρου. Αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, σχετική είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd,
(1983)1 C.L.R 348 όπου αναφέρθηκε: «Held, that though this Court cannot take cognizance in these proceedings of accusations that appellant committed criminal or civil contempt it has inherent power not only to restrain abuse of process but also to secure obedience to the law; that associated with the power to restrain abuse is the undoubted power of the Court to control proceedings before it; that not only conduct diminishing the authority and constitutional role of the Courts may be stopped in the exercise of the inherent powers of the Court, but the exercise of rights given by law as well, whenever fraught with an ulterior motive; that the jurisdiction to restrain abuse of process is the only power available to the Court to stop a party from subverting the course of justice». Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ορίζεται μεταξύ άλλων η υιοθέτηση από ένα διάδικο παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών. Στην υπόθεση Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217 αναφέρθηκε ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. ... Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 Κ.Β. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ....». Στην προκειμένη περίπτωση, είναι φανερόν ότι συντρέχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι, παρά την ευκαιρία που δόθηκε στους αιτητές δια της έκδοσης διατάγματος τροποποίησης στην Αγωγή υπ' αριθμό 491/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού - Τεκμ. 44 στην ΕΔ Θεοδώρου - να εγείρουν εναντίον της καθ' ης η αίτηση τους επιπρόσθετους ισχυρισμούς υπεράσπισης και να αξιώσουν εναντίον της τις θεραπείες που αξιώνουν με την παρούσα αγωγή, οι ίδιοι οι αιτητές αμέλησαν και οικειοθελώς επέλεξαν να μην προβούν στην καταχώρηση του τροποποιημένου δικογράφου τους με αποτέλεσμα το εν λόγω διάταγμα να εκπνεύσει και να απωλέσουν το δικαίωμα να εγείρουν τους επιδιωκόμενους ισχυρισμούς και να ανταπαιτήσουν τις εν λόγω θεραπείες από την καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αριθμό 491/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού. Η εν λόγω παράλειψη τους είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν οι αιτητές να προβούν στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αριθμό 491/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού στην καταχώρηση αίτησης για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. Ζhigachov Igor κ.ά. (Αρ. 1)
(2013)1 ΑΑΔ 133). Συνεπώς με την παρούσα αγωγή οι αιτητές επιχειρούν, μέσω πολλαπλών διαδικασιών, να διορθώσουν τις συνέπειες της παράλειψής τους να συμμορφωθούν με το διάταγμα ημερ. 24.09.
  1. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή συνιστά πολλαπλή διαδικασία εφόσον στην ουσία κατά την εκδίκασή της θα ακουστεί και θα αποφασιστεί εκ νέου η Αγωγή του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/
  2. Κρίνω επομένως ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα οι αιτητές να κωλύονται να την προωθούν. Κατ' επέκταση η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον δεν αποδεικνύεται καλή βάση αγωγής αλλά ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης των αιτητών. Ανάλογο σκεπτικό ακολούθησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1104/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας του κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ, 31/1/2019 όπου καταλήγοντας ανέφερε: «..κρίνω ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δεν αποδεικνύεται ως εκ τούτου καλή βάση αγωγής αλλά ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης των εναγόντων, στην παρούσα αγωγή αναφορικά με την απαίτηση τους για ακύρωση των υποθηκών και του επίδικου πλειστηριασμού». Επομένως για τον πιο πάνω λόγο θα απέρριπτα την αίτηση. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου θα με απασχολήσει στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό των αιτητικών Α και Β. Είναι ανάγκη να ανατρέξουμε προς αυτόν τον σκοπό στις θέσεις των αιτητών, ως αυτές προβάλλονται μέσα από το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής και την ΕΔ Σιλβέστρου, ως υπόβαθρο έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ισχυρίζονται ειδικότερα οι αιτητές ότι: i. Η Συμφωνία Δανείου αποτελείται από προ-διατυπωμένο έγγραφο και περιλαμβάνει καταχρηστικούς και παράνομους όρους οι οποίοι δημιουργούν ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη των μερών, γεγονός που τις καθιστά άκυρες (παρα. 8.7, 8.10 - 8.18 της ΕΔ Σιλβέστρου). Προβάλλεται, μεταξύ άλλων, θέση περί παράνομου υπολογισμού του τόκου του επίδικου λογαριασμού δανείου με το διαιρέτη των 360 ημερών αντί αυτόν των 365 ημερών, ότι ο όρος για τόκο υπερημερίας προς 5,00% αποτελεί ποινική ρήτρα, ότι ο όρος για μονομερή αύξηση του επιτοκίου, περιθωρίου κ.τ.λ. είναι καταχρηστικός, καθώς και ότι όροι της επίδικης συμφωνίας δανείου αντίκεινται στο Ν. 93(Ι)/1996(παρα. 8.12 της ΕΔ Σιλβέστρου). Προβάλλεται επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση δεν είχε δικαίωμα να χρεώνει επιτόκιο υπερημερίας σε ποσοστό 7,00% (παρα. 8.46 της ΕΔ Σιλβέστρου). ii. Λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο, για την οποία φέρει μερίδιο ευθύνης η καθ' ης η αίτηση, πρέπει να εκδοθεί διάταγμα παγοποίησης του επίδικου Δανείου μέχρι την άρση της οικονομικής κρίσης (παρα. 8.24, 8.40 και 8.43 της ΕΔ Σιλβέστρου). iii. Η καθ' ης η αίτηση εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία των αιτητών να αποπληρώσουν τις οφειλές τους και την οικονομική κρίση επιβάλλοντας στους αιτητές καταχρηστικές και τιμωρητικές χρεώσεις (παρα. 8.27, 8.44 - 8.45 της ΕΔ Σιλβέστρου). iv. Το Δάνειο χρεωνόταν με λανθασμένο επιτόκιο ενώ έπρεπε να χρεώνεται με το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (παρ.
  3. 28, 8.36 - 8.39 της ΕΔ Σιλβέστρου). v. Η καθ' ης η αίτηση ενήργησε κατά παράβαση του νόμου και/ή κανονισμών και/ή δόλια με σκοπό να αποκομίσει ίδιον όφελος (παρα. 8.42 και 8.83 της ΕΔ Σιλβέστρου). vi. Το αξιούμενο ποσό περιλαμβάνει παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις οι οποίες αντίκεινται στο Ν. 93(Ι)/1996(παρα. 8.29 - 8.34, 8.44 - 8.46, 8.65, 8.84 της ΕΔ Σιλβέστρου) και είναι συνεπώς εσφαλμένο. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι η καθ' ης η αίτηση δε δικαιούται να αυξήσει μονομερώς το επιτόκιο υπερημερίας σε ποσοστό 7,00% (παρα. 8.46 της ΕΔ Σιλβέστρου). vii. Η Υποθήκη Υ1086/2008 παραχωρήθηκε για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1XXX2, ενώ δια της Αγωγής Αρ. 491/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού επιδιώκεται η εκποίηση διαφορετικού ακινήτου (παρα. 8.58 - 8.59 της ΕΔ Σιλβέστρου). viii. Η επίδικη υποθήκη περιλαμβάνει καταχρηστικούς όρους και είναι κατ' επέκταση άκυρη (8.66 και 8.100 της ΕΔ Σιλβέστρου) και ότι η καθ' ης η αίτηση έχει προβεί σε λανθασμένο υπολογισμό του ενυπόθηκου χρέους εφόσον το έχει υπολογίσει με λανθασμένο επιτόκιο (παρα. 8.73 - 8.79 της ΕΔ Σιλβέστρου). ix. Το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 13/02/2008 - Τεκμήριο 7 στην ΕΔ Θεοδώρου - συνάφθηκε κατόπιν πίεσης και αθέμιτης επιρροής και χειραγώγησης υπό το κράτος απειλής, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους της καθ' ης η αίτηση (παρα. 8.41 της ΕΔ Σιλβέστρου). x. Η παράλληλη προώθηση της παρούσας αγωγής και της διαδικασίας πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και η καθ' ης η αίτηση κωλύεται από το να προωθεί τις εν λόγω διαδικασίες παράλληλα (παρα. 8.47 - 8.53, παρα. 8.61 - 8.63 της ΕΔ Σιλβέστρου). xi. Οι Ειδοποιήσεις «Ι» και «ΙΑ» είναι παράτυπες (παρ. 8.81 - 8.82 της ΕΔ Σιλβέστρου). xii. Η διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ του είναι παράνομη και παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα των αιτητών (παρα. 8.62 της ΕΔ Σιλβέστρου). Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η επίδικη Υποθήκη Υ1086/2008 εξασφάλιζε μόνον τις υποχρεώσεις των αιτητών προς την καθ' ης η αίτηση στη βάση της Συμφωνίας Δανείου και όχι στη βάση οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων. Αυτό είναι έκδηλο από την επιστολή προσφοράς ημερ. 7.02.2008 - Τεκμ. 3 στην ΕΔ Θεοδώρου - στην οποία αναφέρεται ρητώς ότι η πρώτη υποθήκη επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 1XXX1 (πρώην 1XXX2) θα εξασφάλιζε το Δάνειο. Επισημαίνεται επιπλέον ότι δεν υπάρχει ανάλογη πρόνοια στην επιστολή προσφοράς ημερ. 12.12.2009 - Τεκμ. 9 στην ΕΔ Θεοδώρου - η οποία αφορά τον Τρεχούμενο Λογαριασμό που παραχωρήθηκε προς την αιτήτρια
  4. Ως εκ τούτου, για σκοπούς της παρούσας αίτησης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο οι ισχυρισμοί που εγείρονται στην ΕΔ Σιλβέστρου και οι θεραπείες στο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής οι οποίοι αφορούν τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 13.02.2008 και την επίδικη Υποθήκη Υ1086/
  5. Οποιοιδήποτε ισχυρισμοί αφορούν και/ή άπτονται των άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων είναι επομένως άσχετοι για σκοπούς της υπό εκδίκαση αίτησης. Ως τέτοιοι είναι πράγματι οι ισχυρισμοί στις παραγράφους 8.19 - 8.22 της ΕΔ Σιλβέστρου. Είναι δε γεγονός ότι σε σχέση με τους διάφορους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ΕΔ Σιλβέστρου, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του για σκοπούς της παρούσας αίτησης μόνο τους ισχυρισμούς οι οποίοι αποτελούν ζητήματα τα οποία είναι επίδικα στα πλαίσια της αγωγής με βάση τις θεραπείες που αξιώνουν οι αιτητές με την παρούσα αγωγή. Σχετικά είναι όσα λέχθηκαν στην Ζhigachov (ανωτέρω) όπου επισημάνθηκε ότι: «Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina [1979] AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα. Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι-αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.6.12, στην Αγωγή 2473/12, δεν είχαν καταχωρήσει και παραδώσει, μέχρι τότε, οποιανδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και δεδομένου επίσης ότι τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα (απαγορευτικά και άλλα) διατάγματα που ζήτησαν δεν πηγάζουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σ' εκείνη την υπόθεση, ούτε και συνδέονται με αυτό, θεωρώ ότι δεν δικαιούντο, υπό τις περιστάσεις, και δεν νομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν και τους δόθηκαν, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στις 29.6.
  6. Δεν πληρούνταν δηλαδή οι προϋποθέσεις που το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 θέτει, στην επιφύλαξη του, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποίο, το πρωτόδικο δικαστήριο, να μπορεί να ασκήσει την εξουσία του και να εκδώσει τα ζητηθέντα διατάγματα. Επομένως τα διατάγματα που δόθηκαν στις 29.6.12 εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας». Σχετικά είναι επίσης όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. EATWISE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6234/15 Ε.Δ. Λευκωσίας υπό τον κ. Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. 17.09.2018 όπου υιοθετήθηκε το πιο πάνω σκεπτικό) Κατ' εφαρμογή του σκεπτικού της Ζhigachov (ανωτέρω) λοιπόν οποιοιδήποτε ισχυρισμοί στην Ε.Δ. Σιλβέστρου, οι οποίοι δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και τα οποία δεν θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης καθ' ότι δε νομιμοποιούν τους αιτητές στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, από το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής προκύπτει ότι δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία που να κηρύσσει άκυρη τη διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965 ή που να κηρύσσει άκυρες τις Ειδοποιήσεις «Ι» και «ΙΑ» που απέστειλε η καθ' ης η αίτηση προς τους αιτητές ή που να κηρύσσει την ταυτόχρονη προώθηση της διαδικασίας του πλειστηριασμού παράλληλα με την αγωγή του Ε.Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 491/2013 ως καταχρηστική. Κατ' επέκταση δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξέτασης της υπό εκδίκαση αίτησης οι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται μέσω της ΕΔ Σιλβέστρου, και συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί υπό τα σημεία (x), (xi) και (xii) ανωτέρω καθ' ότι αυτοί εγείρονται μόνο μέσω της ΕΔ Σιλβέστρου ενώ δεν αξιώνεται κάποια σχετική θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε κάθε όμως περίπτωση η Ειδοποίηση τύπου «Ι» δεν είναι εφέσιμη (βλ. ειδικότερα άρθρο 44Γ
(3)του Ν. 9/1965) ενώ ζήτημα εγκυρότητας των διάφορων Ειδοποιήσεων, καθώς και συνταγματικότητας του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια αίτησης - έφεσης στη βάση του άρθρου 44Γ
(3)του Ν. 9/
  1. Παρόμοια αντικρίστηκε το ζήτημα στην υπόθεση ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Διογένους κ.α., Aρ. Αγωγής 938/16 Ε.Δ.Πάφου από τον κ. Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε ημερ. 21.12.2018 όπου ανέφερε τα ακόλουθα με τα οποία και συμφωνώ και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Για τα θέματα αντισυνταγματικότητας του Νόμου που εγείρουν οι εναγόμενοι περιορίζομαι να πω τα εξής: Για δυο λόγους θεωρώ πως δεν μπορούν να εγείρουν τέτοιο θέμα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Καταρχήν, επειδή αυτό δεν είναι επίδικο στο πλαίσιο της αγωγής, υπό την έννοια ότι, ούτε με την υπεράσπισή τους μα ούτε και με την ανταπαίτησή τους το εγείρουν. Ακολούθως και ως θέμα δικαιοδοσίας, κατά τη γνώμη μου, μόνο στο πλαίσιο έφεσης σε σχέση με τη διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του Νόμου θα μπορούσε να εγερθεί θέμα αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου. Αποκλειστικό αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι η εξέταση συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Για τον ίδιο λόγο, ούτε και η θέση των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων τους - ότι η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 αποτελεί και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας έχει θέση στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και κατ' επέκταση, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής». Στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω) σχολιάστηκε ακόμα ότι: «Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν μεταξύ άλλων την ακύρωση των ειδοποιήσεων που εκδόθηκαν δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/65.... Οι απαιτήσεις για ακύρωση των ειδοποιήσεων που προβλέπει το μέρος VIA του Νόμου 9/65 δεν συνιστούν κατά την κρίση μου καλή βάση αγωγής ούτε και αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας τους. Σύμφωνα με το μέρος VIA του Νόμου 9/65, ακύρωση των εν λόγω ειδοποιήσεων και της συνακόλουθης διαδικασίας εκποίησης μπορεί να γίνει μόνο με αίτηση - έφεση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ως εκ τούτου δεν παρέχεται ευχέρεια για ακύρωση των εν λόγω ειδοποιήσεων με αγωγή όπως επιδιώκουν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους. Είναι γεγονός ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης διατηρεί πάντα το δικαίωμα να αμφισβητήσει γενικά με αγωγή το κύρος υποθήκης και να ζητήσει στα πλαίσια αυτής προσωρινή ενδιάμεση θεραπεία για την γενική αναστολή εκποίησης. Όμως όσον αφορά ειδικά τις ειδοποιήσεις που προβλέπει το Μέρος VII του Νόμου 9/65, η αμφισβήτηση τους και συνεπακόλουθα η ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού δυνάμει του πιο πάνω Μέρους, γίνεται μόνον με αίτηση - έφεση, όπως ειδικά προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις. Δεν παρέχεται ως εκ τούτου ευχέρεια για ακύρωση ειδοποιήσεων δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου 9/65 με το ένδικο μέσο της αγωγής όπως αιτούνται οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους». Επανέρχομαι στην ανάλυση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και στο κατά πόσο αυτές πληρούνται στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι αιτητές στην ΕΔ Σιλβέστρου, οι οποίοι δύνανται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αναφέρουμε τα ακόλουθα: Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, επισημαίνεται αρχικά ότι με την παρούσα αγωγή ζητείται η ακύρωση της Συμφωνίας Δανείου και της Υποθήκης Υ1086/2008 αποκλειστικά και μόνο για το λόγο ότι αυτές περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και/ή όρους που αντίκεινται στη νομοθεσία και δημιουργούν ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη των μερών. Σχετική είναι η θεραπεία υπό το αιτητικό 1 του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής. Επιπλέον, στην ΕΔ Σιλβέστρου προωθείται μόνον η θέση ότι η Συμφωνία Δανείου και η Υποθήκη Υ1086/2008 είναι άκυρες καθ' ότι περιέχουν καταχρηστικούς και/ή παράνομους όρους και/ή ρήτρες. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 8.18, 8.66 και 8.100 της ΕΔ Σιλβέστρου. Επισημαίνεται δε ότι στην ΕΔ Σιλβέστρου εξειδικεύονται μόνον οι κατ' ισχυρισμό των αιτητών καταχρηστικοί και/ή παράνομοι όροι της Συμφωνίας Δανείου - παρα. 8.11 - 8.16 της ΕΔ Σιλβέστρου - χωρίς όμως να εξειδικεύονται οι κατ' ισχυρισμό των αιτητών καταχρηστικοί και/ή παράνομοι όροι της Σύμβασης και Δήλωσης και Εγγράφου της Υποθήκης Υ1086/
  3. Σχετική είναι η παρα. 8.66 της ΕΔ Σιλβέστρου όπου γίνεται γενική και αόριστη αναφορά σε καταχρηστικές και παράνομες ρήτρες στη Σύμβαση και Δήλωση και στο Έγγραφο Υποθήκης. Χωρίς να γίνεται εξειδίκευση κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν συζητήσιμη υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει όμως, η ύπαρξη καταχρηστικών ή παράνομων όρων στη Συμφωνία Δανείου ή στη Σύμβαση και Δήλωση της Υποθήκης Υ1086/2008 δεν τις καθιστά εξ υπαρχής άκυρες. Σε τέτοια περίπτωση η μόνη επίπτωση θα είναι ο διαχωρισμός και η μη εφαρμογή των σχετικών προνοιών και όρων της Συμφωνίας Δανείου και της Σύμβασης και Δήλωσης της Υποθήκης Υ1086/2008 που θα κριθούν ως παράνομοι ή καταχρηστικοί, ενώ οι υπόλοιπο όροι της Συμφωνίας Δανείου και της Υποθήκης Υ1086/2008 θα παραμείνουν σε ισχύ και θα παράγουν έννομα αποτελέσματα στην καθ' ης η αίτηση. Η θέση αυτή ενσωματώνεται και στο Ν. 93(Ι)/1996, το άρθρο 6
(2)του οποίου ορίζει ότι: «Συνέπειες καταχρηστικών ρητρών 6.-
(1)Παρά τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δε δεσμεύει τον καταναλωτή.
(2)Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα.» Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι δεν προωθείται από τους αιτητές οποιοσδήποτε ισχυρισμός, ούτε παρέχεται οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων, ότι λόγω των συνθηκών σύναψής τους, η Συμφωνία Δανείου και η Υποθήκη Υ1086/2008 είναι άκυρες. Ειδικότερα οι αιτητές δεν ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία Δανείου ή η Υποθήκη Υ1086/2008 εξασφαλίστηκαν κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή αθέμιτης πίεσης ή δόλου από μέρους της καθ' ης η αίτηση ή συνάφθηκαν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες οι οποίες θα οδηγούσαν στην ακυρότητά τους εξ υπαρχής. Ούτε και αξιώνεται με την παρούσα αγωγή οποιαδήποτε σχετική θεραπεία. Με τη θεραπεία 2 του Κλητηρίου Εντάλματος επιδιώκεται μεν η ακυρότητα του πληρεξούσιου εγγράφου - Τεκμ. 7 στην ΕΔ Θεοδώρου - πλην όμως τυχόν ακυρότητά του ουδόλως εμποδίζει την καθ' ης η αίτηση ως ενυπόθηκο δανειστή να προχωρεί με τη διαδικασία πλειστηριασμού του Μέρους VIA του Ν. 9/1965. Καταλήγω επομένως ότι δεν προωθείται από τους αιτητές οποιαδήποτε βάσιμη αμφισβήτηση της εγκυρότητας της Συμφωνίας Δανείου ή της Υποθήκης Υ1086/2008 με αποτέλεσμα οι αιτητές να μην έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και να μην πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Οι αιτητές όμως απέτυχαν να καταδείξουν ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Ειδικότερα, σε σχέση με τις θέσεις που προβάλλουν οι αιτητές, και οι οποίες αποτελούν επίδικα θέματα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και συνεπώς δύνανται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης - ήτοι τις θέσεις στα σημεία (
  1. i)- (
  2. ix)ανωτέρω - θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: (α) Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αιτητών στις παραγράφους 8.5 - 8.7, 8.15 - 8.17 αλλά και 8.22 της ΕΔ Σιλβέστρου αναφορικά με τον τρόπο παραχώρησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων στη βάση της Συμφωνίας Δανείου, και τον τρόπο κατάρτισης των σχετικών εγγράφων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι ίδιοι οι αιτητές, ελεύθερα και με δική τους πρωτοβουλία και βούληση αποτάθηκαν στην καθ' ης η αίτηση για την παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και προχώρησαν στη σύναψη της επίδικης Συμφωνίας Δανείου με την ελεύθερη βούλησή τους. Δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι οι αιτητές δεν ήταν καθ' όλα ελεύθεροι να αποταθούν και σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Κυπριακή αγορά προς εξεύρεση χρηματοδότησης με εναλλακτικούς και/ή ευνοϊκότερους όρους. Είναι οι ίδιοι οι αιτητές επέλεξαν ελεύθερα και οικειοθελώς να συμβληθούν με την καθ' ης η αίτηση. (β) Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη κι αν ήθελε κριθεί άκυρο το πληρεξούσιο έγγραφο, αυτό δεν θα επηρέαζε καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου ή της Υποθήκης Υ1086/2008. Ούτε και προωθείται τέτοια θέση στην ΕΔ Σιλβέστερου. Η μόνη θέση που προβάλλεται από τους αιτητές είναι ότι το πληρεξούσιο υπογράφηκε σε χώρο των αιτητών, χωρίς να επεξηγηθούν στους αιτητές οι όροι του και χωρίς να αποτελέσει το αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Για αυτούς τους λόγους ισχυρίζονται οι αιτητές ότι η υπογραφή του είναι το αποτέλεσμα πίεσης, αθέμιτης επιρροής και χειραγώγησης υπό το κράτος απειλής της διαπραγματευτικής δύναμης της καθ' ης η αίτηση, δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους της καθ' ης η αίτηση - παρα. 8.41 της ΕΔ Σιλβέστρου. Οι συνθήκες όμως υπογραφής που επικαλούνται οι αιτητές, ήτοι σε χώρο των αιτητών και χωρίς να επεξηγηθούν και να τύχουν διαπραγμάτευσης οι όροι του, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι ευσταθούν, επ' ουδενί δεν συνεπάγονται πίεση, αθέμιτη επιρροή και χειραγώγηση, κ.τ.λ. από μέρους της καθ' ης η αίτηση και κατ' επέκταση ακυρότητα του πληρεξούσιου εγγράφου. Ελλείπει συνεπώς παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες διαβούλευσης και επαφών μεταξύ των μερών, το τι διημείφθη μεταξύ τους, τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι αιτητές και το πώς αυτοί κατέληξαν στην υπογραφή του επίδικου πληρεξούσιου εγγράφου, ούτως ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί και διαφανεί εκ πρώτης όψεως ορατή πιθανότητα επιτυχίας των σχετικών ισχυρισμών των αιτητών. Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί η ίδια η παραδοχή των αιτητών στην παράγραφο 8.41 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι το πληρεξούσιο έγγραφο δόθηκε στους αιτητές πριν από την υπογραφή του και βρισκόταν στην κατοχή της αιτήτριας 2. Η αιτήτρια 2 είχε λοιπόν την ευκαιρία να μελετήσει το περιεχόμενό του και να το συζητήσει με την καθ' ης η αίτηση εφ' όλης της ύλης, καθώς και να λάβει ανεξάρτητη νομική και οικονομική συμβουλή προτού προβεί στην υπογραφή του και να ζητήσει από την καθ' ης η αίτηση διευκρινίσεις και/ή επεξηγήσεις, πλην όμως ουδέποτε το έπραξε. Επισημαίνεται ακόμη ότι οι πιο πάνω θέσεις που προβάλλουν οι αιτητές ουδόλως υποστηρίζονται από την επιστολή προσφοράς ημερ. 7.02.2008 - Τεκμ. 3 στην ΕΔ Θεοδώρου - η οποία και προσυπογράφεται από τους αιτητές. Οι ισχυρισμοί τους ότι δήθεν η αιτήτρια 2 παραχώρησε το επίδικο πληρεξούσιο κατόπιν πίεσης, καταρρίπτονται από την ίδια την επιστολή προσφοράς ημερ. 7.02.2008 μέσω της οποίας οι αιτητές αποδέχτηκαν και συμφώνησαν δια της υπογραφής τους ότι θα παραχωρείτο οικειοθελώς ως εξασφάλιση του Δανείου, πέραν της Υποθήκης Υ1086/2008, και το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. (γ) Προβάλλεται η θέση ότι η Συμφωνία Δανείου - Τεκμ. 4 στην ΕΔ Θεοδώρου - αποτελείται από προ-διατυπωμένα έγγραφα και περιλαμβάνει καταχρηστικούς και παράνομους όρους και δημιουργεί ανισότητα στη διαπραγματευτική δύναμη των μερών, γεγονός που την καθιστά άκυρη. Οι αιτητές επικαλούνται το Ν. 93(Ι)/1996, οποίος περιλαμβάνεται και στη νομική βάση της αίτησής τους. Από απλή μελέτη της ως άνω Συμφωνίας Δανείου είναι έκδηλο ότι το έγγραφο που την καταρτίζει είναι τυπικής τραπεζικής φύσεως, ενώ οι όροι που εμπεριέχονται σε αυτό είναι οι τυπικοί όροι που περιλαμβάνονται κατά τη συνήθη πρακτική από πιστωτικά ιδρύματα σε συμφωνίες για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων όπως η επίδικη, το περιεχόμενο των οποίων είναι επαρκώς σαφές, συγκεκριμένο και έγκυρο και ουδεμία ανισότητα και αδικία δημιουργείται στα δικαιώματα και συμφέροντα των μερών. Περαιτέρω, το εν λόγω έγγραφο σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση έχει καταρτιστεί από νομικούς σύμβουλους για λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση και ως εκ τούτου το περιεχόμενο και οι όροι του είναι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ως αυτή ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, και ειδικότερα με τις νομοθετικές πρόνοιες αναφορικά με τη χρέωση και δυνατότητα μεταβολής του τόκου, τόκου υπερημερίας και εξόδων, και έχουν πολλάκις κριθεί από τα δικαστήρια ως νομότυπα. Εξάλλου, η Συμφωνία Δανείου δόθηκε στους αιτητές πριν από την υπογραφή της και βρίσκεται στην κατοχή τους, εξ ου και επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ΕΔ Σιλβέστρου. Οι αιτητές είχαν λοιπόν την ευκαιρία να μελετήσουν το περιεχόμενο όλων των σχετικών εγγράφων και να τα συζητήσουν με την καθ' ης η αίτηση εφ' όλης της ύλης πριν προβούν στην υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου. Οι αιτητές είχαν επίσης την ευκαιρία να λάβουν ανεξάρτητη νομική και οικονομική συμβουλή προτού προβούν στην υπογραφή των σχετικών εγγράφων της Συμφωνίας Δανείου. Επομένως, όλοι οι όροι της Συμφωνίας Δανείου ήταν γνωστοί στους αιτητές πριν από τη σύναψη της. Οι αιτητές γνώριζαν και είχαν αποδεχτεί εκ των προτέρων το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων το οποίο τους δεσμεύει και οι οποιοιδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους όχι μόνο δεν ευσταθούν, αλλά αποτελούν εκ των υστέρων προσπάθειά τους να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου προς την καθ' ης η αίτηση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών είναι παράνομη, επισημαίνεται κατ' αρχάς ότι, ως παραδέχονται και οι ίδιοι οι αιτητές στην παράγραφο 8.13 της ΕΔ Σιλβέστρου, οι κατ' ισχυρισμόν τους πρόνοιες οι οποίες ορίζουν ως καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση με καταναλωτή με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών ανάλογα με την περίπτωση, εισήχθησαν στην Κυπριακή νομοθεσία το έτος 2015, ήτοι μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου. Επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου την 13.02.2008, ο Ν. 93(Ι)/1996ως ίσχυε δεν απαγόρευε τον υπολογισμό του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών. Ειδικότερα, η πρόνοια του Ν. 93(Ι)/1996 η οποία όρισε ως καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση με καταναλωτή με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών ανάλογα με την περίπτωση, εισήλθε στο Ν. 93(Ι)/1996με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις (Τροποποιητικό) Νόμο του 2016 (Ν. 49(I)/2016), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ 30 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 22.04.2016. Επιπλέον, η συμπερίληψη του όρου αυτού στην επίδικη συμφωνία από μόνη της δεν τον καθιστά αυτόματα καταχρηστικό ή παράνομο εάν η χρέωση τόκου που προκύπτει με χρήση διαιρέτη 360 ημερών δεν οδηγεί σε χρέωση ποσοστού τόκου πέραν αυτού που προβλέπει η συμφωνία ή επιτρέπεται από το νόμο - βλ. σχετικά Bογαζιανός Πραξιτέλης και Άλλοι ν. Tράπεζα Kύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 253. Επισημαίνεται δε ότι στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές δεν εγείρουν τέτοια θέση στην ΕΔ Σιλβέστρου. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 8.13 και 8.64 της ΕΔ Σιλβέστρου όπου εγείρεται μόνον η γενική θέση ότι ο όρος που προνοεί διαιρέτη 360 ημερών είναι παράνομος και όχι ότι η εφαρμογή του όρου αυτού οδηγεί σε παράνομο ή αντισυμβατικό ποσοστό τόκου καθιστώντας τον εν λόγω όρο παράνομο. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως έχει νομολογηθεί στη Bογαζιανός (ανωτέρω), ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εν λόγω όρος είναι παράνομος, η διαγραφή του δεν ενδέχεται να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το υπόλοιπο μέρος της Συμφωνίας Δανείου η οποία παραμένει έγκυρη και εκτελεστή. Εάν όμως όντως οι αιτητές θεωρούσαν ότι οι όροι της Συμφωνίας Δανείου ήταν καταχρηστικοί και παράνομοι, το λογικό υπό τις περιστάσεις θα ήταν να προβούν σε καταγγελία της Συμφωνίας Δανείου (βλ. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. SC MOTORS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 469/2017, 17/12/2018 Ε.Δ. Πάφου του κ. Δ. Κίτσιου, Α.Ε.Δ.). Αντ' αυτού οι αιτητές συνέχιζαν να την εφαρμόζουν καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες δόσεις του Δανείου μέχρι ενός χρονικού σημείου, Τεκμ. 15 στην ΕΔ Θεοδώρου. Το Τεκμ. 3 στην ΕΔ Σιλβέστρου, το οποίο κατ' εισήγηση των αιτητών υποστηρίζει τη θέση τους, δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για το παρόν δικαστήριο και κατ' επέκταση το τι εκεί αποφασίστηκε δεν κρίνει τελεσίδικα τα ζητήματα που εγείρονται από τους αιτητές σε σχέση με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών ευσταθούν και ότι όντως κάποιοι εκ των όρων της Συμφωνίας Δανείου κριθούν ως καταχρηστικοί ή άλλως πως παράνομοι, δεν θα επέλθει εξ υπαρχής ακύρωση της Συμφωνίας Δανείου, αλλά η μόνη επίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 93(Ι)/1996 θα είναι οι σχετικοί όροι να κριθούν ανεφάρμοστοι. Τέτοια εξέλιξη ενδέχεται να επηρεάσει μόνον το ύψος του οφειλόμενου ποσού από τους αιτητές προς την καθ' ης η αίτηση αλλά σε καμία περίπτωση θα συνεπάγεται ότι δε θα υφίσταται οποιοδήποτε οφειλόμενο χρέους από τους αιτητές προς την καθ' ης η αίτηση και ότι η απαίτηση της τελευταίας εναντίον των αιτητών θα εξουδετερωθεί πλήρως. Παρόμοιο ζήτημα ηγέρθη και στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα στην υπόθεση FKS TRADING COMPANY LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 1417/18 Ε.Δ. Λευκωσίας υπό του κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. όπου επεσήμανε στην απόφαση του της 11.09.2018 τα ακόλουθα: «Κρίνω ως εκ τούτου ότι δεν έχει αποδειχθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτήματος ακύρωσης των εγγυητικών συμβάσεων. Σημειώνεται επίσης ότι η δανειακή σύμβαση και το γεγονός ότι οφείλονται κάποια ποσά στην εναγόμενη τράπεζα δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς αιτήτριας. Αυτό που στην ουσία ισχυρίζεται η αιτήτρια, είναι την επιβολή παράνομων χρεώσεων στην επίδικη δανειακή σύμβαση. Η θεραπεία σε περίπτωση απόδειξης του ισχυρισμού αυτού δεν είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης αλλά η επιδίκαση αποζημιώσεων στο ύψος των παράνομα επιβληθέντων χρεώσεων». (δ) Προβάλλουν επίσης οι αιτητές ισχυρισμούς αναφορικά με το ύψος του κατ' ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση οφειλόμενου ποσού από τους αιτητές προς αυτή, ισχυριζόμενοι ότι αυτό περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις, τόκους, τόκους υπερημερίας, προμήθειες, επιβαρύνσεις κ.τ.λ. Επιπλέον προβάλλεται η θέση ότι η καθ' ης η αίτηση εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία των αιτητών να αποπληρώσουν τις οφειλές τους και την οικονομική κρίση επιβάλλοντας στους αιτητές καταχρηστικές και τιμωρητικές χρεώσεις. Ισχυρίζονται ότι το ποσό των παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων ανέρχεται σε ποσό της τάξεως των Ευρώ 64.000 οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την έκθεση του κ. Παρέα - Τεκμ. 6 στην ΕΔ Σιλβέστρου - στα είδη χρεώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 8.31 της ΕΔ Σιλβέστρου. Πλην όμως, δεν έχουν προσκομίσει οποιεσδήποτε καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού Δανείου για να αποδείξουν ότι το αξιούμενο οφειλόμενο υπόλοιπο όντως περιλαμβάνει τις εν λόγω χρεώσεις. Ελλείπει επομένως παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για σκοπούς εξέτασης και κατ' επέκταση αξιολόγησης της συγκεκριμένης θέσης που προβάλλουν οι αιτητές. Εν πάση περιπτώσει, στην ΕΔ Θεοδώρου και ειδικότερα στις παραγράφους 39(γ)(
  1. xi)αυτής, επεξηγείται εκτενώς από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση η ορθότητα όλων των χρεώσεων και επιβαρύνσεων του επίδικου λογαριασμού Δανείου, στη βάση της Συμφωνίας Δανείου και στη βάση των διαφόρων ανακοινώσεων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της καθ' ης η αίτηση. Επεξηγείται ειδικότερα ότι η ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που καθορίζει ως επιτόκιο των λογαριασμών δανείου το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 7 στην ΕΔ Σιλβέστρου, προφανώς αφορά και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις δανείων σε Λίρες Κύπρου τα οποία υφίσταντο κατά την ημερομηνία έκδοσης της ανακοίνωσης, ήτοι την 21.12.2007, και επομένως δεν εφαρμόζεται σε σχέση με το Δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε μεταγενέστερα και δη την 13.02.2008. Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δεν εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την καθ' ης η αίτηση από το να καθορίζει και να αποφασίζει ελεύθερα με τους αντισυμβαλλόμενούς της τα επιτόκια που θα ίσχυαν σε άλλες περιπτώσεις σε σχέση με συμβάσεις για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων που θα συνάπτονταν μεταγενέστερα, συμπεριλαμβανομένης και της Συμφωνίας Δανείου. Εν πάση περιπτώσει ως έχει επισημανθεί στην παρα. 39(γ)(
  2. iv)της ΕΔ Θεοδώρου και σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού του Δανείου - Τεκμ. 22 στην ΕΔ Θεοδώρου - το Δάνειο όντως έφερε επιτόκιο σύμφωνα με το εκάστοτε σε ισχύ Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θέση την οποία αποδέχονται και οι ίδιοι οι αιτητές στην πρώτη παράγραφο υπ' αριθμό 8.46, υποπαράγραφο 1, της ΕΔ Σιλβέστρου. Κατά τον τερματισμό του Δανείου την 1.06.2011 αυτό ανερχόταν σε ποσοστό 1,25% - Τεκμ. 38 στην ΕΔ Θεοδώρου. Όσον αφορά το περιθώριο του Δανείου, από την επιστολή ημερ. 7.02.2018 - Τεκμ. 3 στην ΕΔ Θεοδώρου - προκύπτει ότι η καθ' ης η αίτηση είχε δικαίωμα να μεταβάλλει με γραπτή ειδοποίηση ή ανακοίνωση στον τύπο, μεταξύ άλλων το περιθώριο του Δανείου. Κατά τον τερματισμό του Δανείου αυτό ανερχόταν σε ποσοστό 4,50% - Τεκμ. 22 στην ΕΔ Θεοδώρου. Όσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας του επίδικου λογαριασμού δανείου, ήταν ρητός όρος της Συμφωνίας Δανείου ότι αυτός θα ανερχόταν σε ποσοστό 5,00%. Ήταν επίσης ρητός όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι η καθ' ης η αίτηση είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο υπερημερίας, μέσα στα πλαίσια του νόμου, και να ειδοποιεί σχετικά τους αιτητές. Κατά το τερματισμό του Δανείου το επιτόκιο υπερημερίας της καθ' ης η αίτηση ανερχόταν σε ποσοστό 7,00% γεγονός που κοινοποιήθηκε στο κοινό με τον Πίνακα Προμηθειών και Χρεώσεων της καθ' ης η αίτηση - Τεκμ. 40 στην ΕΔ Θεοδώρου - και στους αιτητές μέσω της επιστολής τερματισμού του Δανείου ημερ. 1.06.2011 - Τεκμ. 22 στην ΕΔ Θεοδώρου - και της κατάστασης λογαριασμού του Δανείου - Τεκμ. 15 στην ΕΔ Θεοδώρου. Από την 25.11.2013 αυτό μειώθηκε σε ποσοστό 1,75% - Τεκμ. 41 και 42 στην ΕΔ Θεοδώρου. Επομένως από την 25.11.2013, ήτοι πριν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015 (Ν. 66(I)/2015)την 5.07.2015, το επιτόκιο υπερημερίας του δανείου ανερχόταν σε ποσοστό 1,75%. Κατ' επέκταση ο τόκος υπερημερίας του επίδικου λογαριασμού ήταν πάντοτε εντός των πλαισίων των συμφωνηθέντων και του νόμου και δεν υφίσταται οτιδήποτε το μεμπτό αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας που έφερε ο επίδικος λογαριασμός δανείου. Επομένως οι ισχυρισμοί των αιτητών στις παραγράφους 8.44 - 8.46 αναφορικά με το παράνομο του τόκου υπερημερίας δεν ευσταθούν σύμφωνα με τα πιο πάνω. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών είναι παράνομη αφ' ενός τέτοιος όρος δεν καθίσταται αυτόματα καταχρηστικός ή παράνομος και η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών δεν καθίσταται αυτόματα επιλήψιμη εάν η χρέωση τόκου που προκύπτει με τη χρήση του διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 δεν οδηγεί σε χρέωση ποσοστό τόκου πέραν αυτού που προβλέπει η συμφωνία ή επιτρέπεται από το νόμο και αφ' ετέρου ότι εν πάση περιπτώσει ακόμη και σε περίπτωση παράνομου του εν λόγω όρου δεν θα επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου - βλ. σχετικά Bογαζιανός (ανωτέρω). Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες έχουν ετοιμαστεί από τον κ. Παρέα - Τεκμ. 6 στην ΕΔ Σιλβέστρου - οι οποίες περιλαμβάνουν μεν επιτόκιο ίσο με το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, επισημαίνεται ότι αυτές, κατά την καθ' ης η αίτηση, δεν περιλαμβάνουν το ορθό περιθώριο, ούτε τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις με τις οποίες καθ' όλα συμβατικά και νόμιμα επιβάλλονταν στον επίδικο λογαριασμό Δανείου κάτι που παρέμεινε αναντίλεκτο. Στις σελίδες 4 - 5 της εν λόγω έκθεσης αναφέρεται ότι την 1.06.2011 υπάρχει διαφορά ύψους Ευρώ 15.398,62 μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού ημερ. 1.06.2011 και του ποσού που προκύπτει από τους υπολογισμούς του κ. Παρέα. Στη σελίδα 5 της έκθεσης υπάρχει σχετικός Πίνακας που επεξηγεί την εν λόγω διαφορά. Στον εν λόγω Πίνακα αναφέρεται ότι το ποσό των Ευρώ 15.398,62 περιλαμβάνει τόκους υπερημερίας ύψους Ευρώ 13.476,01 οι οποίοι κατά τον κ. Παρέα χρεώθηκαν παράνομα. Παραβλέπει όμως, κατά την καθ' ης η αίτηση, ο κ. Παρέας στην έκθεσή του ότι εφόσον ο τερματισμός του δανείου επήλθε την 1.06.2011, μέχρι την εν λόγω ημερομηνία ο επίδικος λογαριασμός δανείου δεν χρεωνόταν με επιτόκιο υπερημερίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις καταστάσεις του λογαριασμού Δανείου - Τεκμ. 15 και 41 στην ΕΔ Θεοδώρου. Ως αποτέλεσμα, οι υπολογισμοί του παρέχουν εύλογο έρεισμα αμφισβήτησης τους. Επιπλέον σύμφωνα με την έκθεση του κ. Παρέα υπάρχει διαφορά στα έξοδα, πλην όμως δεν επεξηγεί στην έκθεσή του τι λήφθηκε υπόψη για να καταλήξει στην εν λόγω διαφορά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 1.06.2011 ο λογαριασμός δανείου έφερε σύμφωνα με τον Πίνακα Προμηθειών και Χρεώσεων - Τεκμ. 40 στην Ε.Δ. Θεοδώρου - τόκο υπερημερίας αρχικά προς ποσοστό 7,00%, ενώ από την 25.11.2013 προς ποσοστό 1,75% - Τεκμ. 41 και 42 στην ΕΔ Θεοδώρου, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους υπολογισμούς στην έκθεση του κ. Παρέα - Τεκμ. 6 στην ΕΔ Σιλβέστρου. Ως εκ τούτου το ποσό των Ευρώ 229.802,23 το οποίο προκύπτει από την έκθεση του κ. Παρέα ως το ορθό οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου την 30.06.2018 αμφισβητείται ότι είναι αντιπροσωπευτικό και βάσιμο και δεν αποδεικνύει τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι το αξιούμενο υπόλοιπο είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και ότι δεν είναι το πραγματικό υπόλοιπο που οφείλεται από τους αιτητές προς την καθ' ης η αίτηση. Καταλήγω ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι η καθ' ης η αίτηση εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία των αιτητών να αποπληρώσουν τις οφειλές τους και την οικονομική κρίση επιβάλλοντας τους καταχρηστικές και τιμωρητικές χρεώσεις δεν έχει καταδειχθεί έστω και στο επίπεδο που εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Δεν πρέπει δε παραγνωριστεί ότι στις παραγράφους 8.30, 8.32 και 8.91 οι αιτητές ουσιαστικά αναγνωρίζουν και παραδέχονται ότι οφείλουν στην καθ' ης η αίτηση ένα ποσό. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητούν είναι το ύψος του εν λόγω ποσού, ενώ ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι η διαφορά τους ανερχόταν, τουλάχιστο μέχρι την 30.06.2018, περίπου στο ποσό των Ευρώ 64.000. Οι εν λόγω ισχυρισμοί καταδεικνύουν ότι, στο τέλος το μόνο επίδικο ζήτημα είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού από τους αιτητές προς την καθ' ης η αίτηση. Τέτοιες όμως τοποθετήσεις αναιρούν ή τουλάχιστον αποδυναμώνουν τους λοιπούς ισχυρισμούς και τοποθετήσεις τους στα πλαίσια της ΕΔ Σιλβέστρου αλλά και την αξίωση από μέρους τους θεραπειών περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών και κατ' επέκταση περί μη δυνατότητας απαίτησης και είσπραξης οποιουδήποτε ποσού δυνάμει αυτών. (βλ. σχετικά Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3299/2015, 7/11/2018 και SC MOTORS (ανωτέρω). (ε) Όσον αφορά τις θέσεις των αιτητών ότι: i. Η Υποθήκη Υ1086/2008 παραχωρήθηκε για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 14362, ενώ δια της Αγωγής Αρ. 491/2013 του Ε.Δ. Λεμεσού επιδιώκεται η εκποίηση διαφορετικού ακινήτου, ii. Η επίδικη Υποθήκη Υ1086/2008 περιλαμβάνει καταχρηστικούς όρους και είναι κατ' επέκταση άκυρη, και iii. Η καθ' ης η αίτηση έχει προβεί σε λανθασμένο υπολογισμό του ενυπόθηκου χρέους εφόσον το έχει υπολογίσει με λανθασμένο επιτόκιο Προκύπτει από τη Κτηματολογική έρευνα ημερ. 23.08.2018 αναφορικά με την ακίνητη περιουσία της αιτήτριας 2 - Τεκμ. 29 στην ΕΔ Θεοδώρου - η Υποθήκη Υ1086/2008 έχει μεταφερθεί και εγγραφεί επί ολόκληρου του μεριδίου της αιτήτριας 2 στο ακίνητο με νέο αριθμό εγγραφής 1XXX1. Εξάλλου τη μεταφορά των υποθηκευμένων μεριδίων της αιτήτριας 2 στο νέο τίτλο ιδιοκτησίας την παραδέχονται και οι ίδιοι οι αιτητές στην παράγραφο 8.59.2 της ΕΔ Σιλβέστρου. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου της Υποθήκης Υ1086/2008 περιέχει καταχρηστικές και/ή παράνομες ρήτρες ο Ν. 93(Ι)/1996δεν εφαρμόζεται σε Δηλώσεις και Συμβάσεις και Έγγραφα υποθήκης καθ' ότι οι ρήτρες αυτών έχουν ενσωματωθεί με σκοπό τη συμμόρφωση τις νομοθετικές πρόνοιες του Ν. 9/1965 (βλ. σχετικά το άρθρο 4(ε) του Ν. 93(Ι)/1996). Εξάλλου, το ίδιο το άρθρο 3
(6)του Ν. 93(Ι)/1996 το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του Ν. 93(Ι)/1996 σε σχέση με συμβάσεις ακίνητης ιδιοκτησίας αναφέρει ότι αυτός εφαρμόζεται σε συμβάσεις «διάθεσης» ακίνητης περιουσίας και όχι υποθήκευσης. Κατά δεύτερον, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η επίδικη Υποθήκη Υ1086/2008 περιλαμβάνει παράνομες και καταχρηστικές ρήτρες, αυτό δεν θα επέφερε σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)του Ν. 93(Ι)/1996 την ακυρότητα της υποθήκης εξ ολοκλήρου, παρά μόνο τη μη εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων της που ήθελε κριθούν ως τέτοιοι. Κατ' επέκταση, η αξίωση των αιτητών για ακύρωση της επίδικης υποθήκης παραμένει έωλη. Εν πάση περιπτώσει τα έγγραφα που καταρτίζουν τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου της Υποθήκης Υ1086/2008 είναι τυπικής φύσεως τα οποία έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 9/1965 και οι όροι που εμπεριέχονται σε αυτά είναι οι τυπικοί όροι που περιλαμβάνονται κατά τη συνήθη πρακτική από σε έγγραφα υποθηκών όπως η επίδικη τα οποία έχουν πολλάκις κριθεί από τα Δικαστήρια μας ως νομότυπα. Εξάλλου, τα έγγραφα που καταρτίζουν την επίδικη Υποθήκη Υ1086/2008 δόθηκαν στους αιτητές πριν από την υπογραφή τους και βρίσκονται στην κατοχή τους, εξ ου και επισυνάπτονται ως Τεκμ. 13 στην ΕΔ Σιλβέστρου. Οι αιτητές είχαν λοιπόν την ευκαιρία να μελετήσουν το περιεχόμενο όλων των σχετικών εγγράφων της Υποθήκης Υ1086/2008 και να τα συζητήσουν με την καθ' ης η αίτηση εφ' όλης της ύλης πριν προβούν στην σύναψή της εν λόγω υποθήκης. Οι αιτητές είχαν επίσης την ευκαιρία να λάβουν ανεξάρτητη νομική και οικονομική συμβουλή προτού προβούν στην παραχώρηση της επίδικης υποθήκης. Επομένως, όλοι οι όροι της Υποθήκης Υ1086/2008 ήσαν εις γνώσει των αιτητών πριν από την παραχώρησή της. Ως εκ τούτου οι αιτητές γνώριζαν πολύ καλά και είχαν αποδεχτεί εκ των προτέρων το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων το οποίο τους δεσμεύει και οι οποιοιδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους δεν ευσταθούν. Σε σχέση με το επιτόκιο του ενυπόθηκου χρέους και τη θέση που προβάλλεται στις παραγράφους 8.73 - 8.81 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι αυτό έπρεπε να χρεώνεται με το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, επισημαίνεται αρχικά ότι η ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 21.12.2007 - Τεκμ. 7 στην ΕΔ Σιλβέστρου - δεν αφορά υποθήκες αλλά δάνεια τα οποία συνάφθηκαν στο νόμισμα Λιρών Κύπρου και υφίσταντο κατά την 21.12.
  1. Κατά δεύτερο επισημαίνεται ότι στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου της Υποθήκη Υ1086/2008 είχε συμφωνηθεί ρητώς ότι το ενυπόθηκο χρέος θα έφερε επιτόκιο προς 5,25% - Τεκμ. 5 στην ΕΔ Θεοδώρου. Εξάλλου οι ίδιοι οι αιτητές παραδέχονται στην παράγραφο 8.20, αλλά και στην παράγραφο 8.73 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι το ποσό που εξασφάλιζε η υποθήκη Υ1086/2008 ανερχόταν στο ποσό των Ευρώ 170.860 πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο προς 5,25%. Όσον αφορά τον υπολογισμό των ποσών που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού ενυπόθηκου χρέους οι οποίες αποστάληκαν στους αιτητές μαζί με τις Ειδοποιήσεις «Ι» - Τεκμήρια 30 - 32 στην ΕΔ Θεοδώρου - προκύπτει αφ' ενός ότι το επιτόκιο του ποσού που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη και αναφέρεται στην κατάσταση που συνοδεύει τις Ειδοποιήσεις «Ι» είναι αυτό που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και συνεπώς οι τόκοι που αναφέρονται στην εν λόγω κατάσταση υπολογίστηκαν σύμφωνα με τους όρους της επίδικης υποθήκης- Τεκμ. 5 στην ΕΔ Θεοδώρου - και είναι καθ' όλα νόμιμοι και νομότυποι. Επιπλέον από τις καταστάσεις λογαριασμού ενυπόθηκου χρέους οι οποίες αποστάληκαν στους αιτητές μαζί με τις Ειδοποιήσεις «Ι» προκύπτει ξεκάθαρα το ύψος του ενυπόθηκου χρέους. (στ) Όσον αφορά τη θέση των αιτητών ότι η καθ' ης η αίτηση ενήργησε παράνομα και με δόλιο τρόπο με σκοπό τον προσπορισμό παράνομου ίδιου οφέλους εις βάρος των αιτητών, ενόψει όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω καθώς και στην ΕΔ Θεοδώρου, δεν έχει αποδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στο παρόν στάδιο ότι αυτή ευσταθεί. (ζ) Ούτε η θέση ότι για την οικονομική κρίση στην Κύπρο φέρει ευθύνη η καθ' ης η αίτηση, αλλά ούτε η θέση στην παράγραφο 8.40 της ΕΔ Σιλβέστρου, ήτοι ότι μέχρι την άρση της όποιας οικονομικής κρίσης, οι αιτητές δικαιούνται σε διάταγμα παγοποίησης των επίδικων δανείων και/ή τόκων έχουν οποιοδήποτε έρεισμα, ούτε και τεκμηριώνονται καθ' οιονδήποτε τρόπο εκ πρώτης όψεως. Στη βάση όσων πιο πάνω αναλύονται κρίνω ότι δεν πληρείται στην υπό εξέταση περίπτωση η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 επισημαίνεται ότι, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι κάποιοι από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι αιτητές στην ΕΔ Σιλβέστρου όντως ευσταθούν, δεν θα επέλθει η εξ υπαρχής ακυρότητα της Συμφωνίας Δανείου ή της Υποθήκης Υ1086/2008 ή η πλήρης εξουδετέρωση του χρέους των αιτητών προς την καθ' ης η αίτηση. Η μόνη επίπτωση θα είναι η διαφοροποίηση του οφειλόμενου ποσού στη βάση της Συμφωνίας Δανείου από τους αιτητές προς την καθ' ης η αίτηση. Εξάλλου, ως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, οι ίδιοι οι αιτητές, παραδέχονται στην ένορκη δήλωση Σιλβέστρου ότι η διαφορά τους με την καθ' ης η αίτηση είναι χρηματικής φύσεως. Ειδικότερα, οι ίδιοι οι αιτητές φέρονται να δέχονται στην παράγραφο 8.91 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι το οφειλόμενο από μέρους τους προς την καθ' ης η αίτηση ποσό του Δανείου ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 230.
  2. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται λοιπόν και το οποίο θα καθοριστεί στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των μερών είναι το ακριβές ύψος της οφειλής των αιτητών προς την καθ' ης η αίτηση. Ειδικότερα, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το επιτόκιο ή κάποιες από τις χρεώσεις που έφερε ο επίδικος λογαριασμός Δανείου δεν δικαιολογούνται από τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα ή είναι παράνομα, τότε είναι δυνατή η επιδίκαση αποζημίωσης υπέρ των αιτητών στο ύψος των εν λόγω παράνομων τόκων ή χρεώσεων. Εάν οι σχετικοί ισχυρισμοί των αιτητών ευσταθούν στην ολότητά τους το ποσό αυτό ανερχόταν κατά την 30.06.2018 σύμφωνα με την παράγραφο 8.84 της ΕΔ Σιλβέστρου και την έκθεση του κ. Παρέα - Τεκμ. 6 στην ΕΔ Σιλβέστρου - περίπου στο ποσό των Ευρώ 64.
  3. Επιπλέον, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ευσταθούν οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι κάποιοι από τους όρους της Συμφωνίας Δανείου ή της επίδικης Υποθήκης Υ1086/2008 είναι για οποιοδήποτε λόγο καταχρηστικοί ή παράνομοι, παρέχεται πάντοτε η ευχέρεια της επιδίκασης χρηματικών αποζημιώσεων στους αιτητές. Επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα και σε περίπτωση που αποδειχθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής ότι οι αιτητές όφειλαν στην καθ' ης η αίτηση μικρότερο ποσό από αυτό που θα εισπραχθεί από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, η καθ' ης η αίτηση θα είναι καθ' όλα ικανή να τους αποζημιώσει. Σχετικά είναι όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΤΟΧΝΗΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1885/18, 2.11.2018 Ε.Δ. Λευκωσίας υπό της κας Στ. Χατζηγιάννη όπου επισημάνθηκε υιοθετούνται για σκοπούς της παρούσας απόφασης μου ότι: «Έχω εξετάσει τις θέσεις των διαδίκων και συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση ότι σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθέντα Προσωρινά Διατάγματα και προχωρήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού και η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί των Αιτητών ουσιαστικά εστιάζονται σε καταχρηστικές χρεώσεις των λογαριασμών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες οι ίδιοι έχουν υπολογίσει στο συνολικό ποσό των €767.464,02 και προς τούτο κατέθεσαν και οικονομική μελέτη (τεκμήριο 5). Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων... Τονίζεται περαιτέρω ότι δεν έχουν τεθεί από τους Αιτητές τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστούν από το να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους ως και ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν Χατζηβασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152, 155 και Ανδρέου Αντώνης ν Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 ΑΑΔ 626). Αντίθετα οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αποτελούν ένα από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς και έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν τους Αιτητές, στην περίπτωση που θα εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους, κάτι που οι Αιτητές δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο». Παρόμοιο σκεπτικό ακολουθήθηκε και στη Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Περαιτέρω δεν έχει αποδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν, στην περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή της. Η γενική και αόριστη θέση για την αφερεγγυότητα των τραπεζών ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης δεν καταδεικνύει από μόνη της, αδυναμία της εναγομένης 1 να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Είναι περαιτέρω σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο ενάγων έχει καθήκον να πείσει το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του θα μείνει ανικανοποίητη. Η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση, απέτυχε σε αυτή της την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα από την εναγομένη 1 σε περίπτωση που πετύχει στις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής». Επιπλέον, σε περίπτωση που στα πλαίσια του πλειστηριασμού εισπραχθεί οποιοδήποτε επιπλέον ποσό πέραν του ποσού που εξασφαλίζουν οι επίδικες υποθήκες, αυτό ενδέχεται, μετά την ικανοποίηση των μεταγενέστερων εμπράγματων βαρών επί του επίδικου ακινήτου, να επιστραφεί στους αιτητές. Σχετικά είναι όσα αναφέρθηκαν στην Chr Karaolis Developments Ltd (ανωτέρω): «Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγομένη
  2. Σε περίπτωση δε που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα η Τράπεζα θα καταβάλει το υπόλοιπο στην Εναγομένη 1, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας των ενυπόθηκων και ή η Αιτήτρια έχει υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Τράπεζα δύναται να αποζημιώσει την Εναγομένη 1». Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των αιτητών περί απώλειας της περιουσίας τους θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην παράγραφο 8.69 της ΕΔ Σιλβέστρου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εάν προχωρήσει ο επικείμενος πλειστηριασμός οι αιτητές θα χάσουν τα μοναδικά τους περιουσιακά στοιχεία. Από τις κτηματολογικές έρευνες - Τεκμ. 28 και 29 στην ΕΔ Θεοδώρου - είναι εμφανές ότι οι αιτητές - και ειδικότερα η αιτήτρια 2 - κατέχει επιπρόσθετη ακίνητη περιουσία πέραν αυτής που είναι υποθηκευμένη προς όφελος της καθ' ης η αίτηση. Επομένως οι ισχυρισμοί των αιτητών στην παράγραφο 8.69 της ΕΔ Σιλβέστρου δεν ευσταθούν και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επιπρόσθετα οι αιτητές ισχυρίζονται στις παραγράφους 8.91, 8.95 και 8.96 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι επί του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου έχει ανεγερθεί η πρώτη κατοικία των αιτητών, η συζυγική τους κατοικία στην οποία μεγάλωσαν τα παιδιά τους και η οποία φέρει μεγάλη συναισθηματική αξία γι' αυτούς. Κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι από τις εκθέσεις των εκτιμητών του ενυπόθηκου ακινήτου και ειδικότερα την παράγραφο 5.6 της έκθεσης των Εκτιμητών και Συμβούλων Ακινήτων κ.κ. Νίκος Λοϊζίδης & Συνεργάτες - Τεκμ. 36 στην ΕΔ Θεοδώρου - η οποία περιγράφει το καθεστώς κατοχής του ακινήτου, προκύπτει ότι αυτό είναι ενοικιασμένο σε τρίτο πρόσωπο το οποίο διαμένει εντός της κατοικίας που έχει ανεγερθεί επ' αυτού. Συγκεκριμένα οι κ.κ. Νίκος Λοϊζίδης & Συνεργάτες αναφέρουν στην παράγραφο 5.5.2 της έκθεσή τους ότι συναντήθηκαν με τον ενοικιαστή της κατοικίας ο οποίος τους επέτρεψε να επιθεωρήσουν και το εσωτερικό της. Αυτά δε παρέμειναν αναντίλεκτα. Επομένως το ενυπόθηκο ακίνητο μπορεί να αποτελεί την πρώτη κατοικία των αιτητών, δεν αποτελεί όμως την κύρια κατοικία τους. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν επομένως τα εξής: (α) Κατά το χρόνο παραχώρησης της επίδικης υποθήκης Υ1086/2008 την 13/02/2008 το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο αφορούσε περβολότοπο. Αυτά αναφέρονται στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης Υ1086/2008 και στο σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου - Τεκμ. 5 και 6 στην ΕΔ Θεοδώρου. Επομένως η ανέγερση κατοικίας επί του ενυπόθηκου ακινήτου επήλθε μετά την παραχώρηση της Υποθήκης Υ1086/2008 προς όφελος της καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στις παραγράφους 3.1 και 5.5.5 της έκθεσης των Νίκος Λοϊζίδης & Συνεργάτες - Τεκμ. 36 στην ΕΔ Θεοδώρου. (β) Από τις κτηματολογικές έρευνες αναφορικά με την ακίνητη περιουσία των αιτητών - Τεκμ. 28 και 29 στην ΕΔ Θεοδώρου - προκύπτει επίσης ότι κατά το χρόνο παραχώρησης της επίδικης υποθήκης Υ1086/2008 προς όφελος της καθ' ης η αίτηση, οι αιτητές είχαν ήδη παραχωρήσει κι άλλες υποθήκες προς όφελος της τελευταίας. Σχετικό είναι το Τεκμ. 29 στην ΕΔ Θεοδώρου και στο ακίνητο της αιτήτριας 2 με αρ. εγγραφής 0/1XXX9 το οποίο βαρύνεται από το έτος 2007 με την υποθήκη Υ5122/
  3. (γ) Μεταγενέστερα, οι ίδιοι οι αιτητές οικειοθελώς παραχώρησαν την πρώτη κατοικία τους προς ενοικίαση σε τρίτα πρόσωπα, αποποιούμενοι του δικαιώματος απόλαυσής της. Από τα ως άνω γεγονότα δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο ανέγερσης της πρώτης κατοικίας τους επί του επίδικου ακινήτου προφανώς γνώριζαν για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, ήτοι κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει, και ότι παρ' αυτά και με πλήρη επίγνωση του ρίσκου και των επικείμενων συνεπειών, προέβησαν στην ανέγερση κατοικίας επ' αυτού. Εάν οι αιτητές δεν ήθελαν να εκθέσουν την ακίνητη περιουσία τους σε κίνδυνο εκποίησής της απλούστατα δεν θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει προς εξασφάλιση του Δανείου. Επιπλέον, εάν οι αιτητές δεν ήθελαν να εκθέσουν την πρώτη κατοικία τους σε κίνδυνο εκποίησής της απλούστατα δε θα έπρεπε να την είχαν αναγείρει επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Περαιτέρω, εάν το υποθηκευμένο ακίνητο όντως είχε αξία για τους αιτητές ως ισχυρίζονται, πέραν του ότι αυτοί δε θα προέβαιναν στην υποθήκευση του εξ αρχής, θα λάμβαναν κάποια διαβήματα ή θα προέβαιναν σε κάποιες ενέργειες προς την καθ' ης η αίτηση με σκοπό την απαλλαγή του. Επομένως από το γεγονός ότι οι αιτητές από μόνοι τους παραχώρησαν την κατοικία που έχει εγερθεί επί του ενυπόθηκου ακινήτου προς ενοικίαση και δεν διαμένουν πλέον οι ίδιοι εντός της εν λόγω κατοικίας, πέραν του ότι προφανώς συνεπάγεται ότι οι αιτητές δεν θα απολέσουν τη σημερινή και τρέχουσα κατοικία τους, έρχεται σε αντίθεση και αναιρεί τη θέση τους περί συναισθηματικής αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδόλως συνάδει με την όλη στάση τους στην παρούσα διαδικασία (βλ. ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΤΟΧΝΗΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. (ανωτέρω). Επιπλέον εάν αναγνωριστεί η συναισθηματική αξία που έχει ένα ενυπόθηκο ακίνητο για τον ιδιοκτήτη του ως παράγοντας που να ικανοποιεί την τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε έμμεση κατάργηση του δικαιώματος κάθε ενυπόθηκου δανειστή, να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τούτο, επειδή, προφανώς, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, για να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα, θα επικαλείτο τον ίδιο λόγο. Σχετικό είναι στο σκεπτικό του Δικαστηρίου στην πρωτόδικη απόφαση Διογένους (ανωτέρω) το οποίο υιοθετείται και για σκοπούς της παρούσας, όπου επισημάνθηκε ότι: «Τέλος, επί του ισχυρισμού του - της παραγράφου 14 -, ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν ειδική συναισθηματική αξία για τους εναγόμενους, καθότι ήταν δωρεά από τον πατέρα του, ο οποίος έχει αποβιώσει και η πώλησή τους με καταναγκαστική πώληση, θα του προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση, ενώ έχει καλή και γνήσια υπόθεση εναντίον των εναγόντων και η πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησής του εναντίον τους είναι πολύ μεγάλη, δυο πράγματα θέλω να πω. ........ Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η ειδική συναισθηματική αξία που έχουν τα επίδικα ακίνητα, είτε για τον ίδιο είτε ακόμη και για τους συνεναγόμενους του καθώς και ο λόγος που συμβαίνει αυτό, με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι, πόρρω απέχει από το να καταστήσει τη ζημιά που θα υποστούν από την πώληση των εν λόγω ακινήτων, ως τέτοια ζημιά, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, για να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, είτε ακόμη, ότι αποτελεί μεταβλητό κριτήριο που θα πρέπει να λάβω υπόψη προκειμένου να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Η θέση μου είναι πολύ απλή και σύμφωνη με όσα αναφέρει συναφώς με το θέμα ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες. Αφ' ης στιγμής οι εναγόμενοι υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες για την τραπεζική διευκόλυνση που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν - εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Έχοντας αυτό υπόψη, δεδομένης της συναισθηματικής αξίας που έχει η εν λόγω περιουσία γι αυτούς - η οποία δεν μπορεί να μην υπήρχε και κατά το χρόνο που την είχαν υποθηκεύσει -, εάν ήθελαν να τη διαφυλάξουν και να μη διαταραχθεί ή διαρρηχθεί η συναισθηματική της αξία για τους ίδιους, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει. Εάν αναγνώριζα ως ικανοποιητικό παράγοντα - κριτήριο, τη συναισθηματική αξία που έχει ένα ενυπόθηκο ακίνητο για τον ιδιοκτήτη του - για όποιο λόγο συμβαίνει αυτό - προκειμένου να θεωρήσω ότι ικανοποιείται η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε απλώς ένα εύσχημο τρόπο έμμεσης κατάργησης του δικαιώματος, κάθε ενυπόθηκου δανειστή, να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τούτο, επειδή, προφανώς, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, για να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα, θα επικαλείτο τον ίδιο λόγο». Εν πάση περιπτώσει, έχει νομολογηθεί ότι η όποια συναισθηματική αξία των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η κατάσταση μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επισημάνθηκε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.11.2018 στην υπόθεση Chr Karaolis Developments Ltd (ανωτέρω): «Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η παρούσα διαδικασία αφορά σε ακίνητη περιουσία και δη σε κατοικία, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3, έχει συναισθηματική αξία για τον ίδιο και την οικογένεια του. Αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση». Τέλος, η κατ' ισχυρισμό των αιτητών στις παραγράφους 8.70 -
  4. 71 της ΕΔ Σιλβέστρου ζημιά που θα υποστούν από τον πλειστηριασμό των υποθηκευμένων ακινήτων είναι παραφουσκωμένη και υπερβολική, ενώ τα ποσοστά που αναφέρουν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δε συνάδουν με τις σχετικές πρόνοιες του Ν. 9/
  5. Καθώς επίσης και ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών στις παραγράφους 8.72 και 8.91 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι θα χάσουν την περιουσία τους παρά τιμής δεν έχουν αποδειχθεί ή τεκμηριωθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Από την άλλη είναι η καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθ' ότι θα της αφαιρεθούν κατ' ουσία τα συμβατικά της δικαιώματα όπως αυτά προκύπτουν από την επίδικη Συμφωνία Δανείου και της Υποθήκης Υ1086/2008 εφόσον θα κωλύεται να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, δικαίωμα που απορρέει και από τις πρόνοιες της ίδιας της υποθήκης. Σχετικός είναι ο Όρος 4 του Εγγράφου της Υποθήκης Υ1086/2008 ο οποίος δίδει δικαίωμα στην καθ' ης η αίτηση, σε περίπτωση μη αποπληρωμής του ενυπόθηκου χρέους από την αιτήτρια 2, να προβεί σε πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Ως επισημάνθηκε στην πρωτόδικη απόφαση στη SC MOTORS LTD (ανωτέρω) τα οποία υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας: «Αν γίνει αποδεκτή η εισήγηση των Αιτητών, και δη ότι δεν θα πρέπει να προχωρήσει η εκποίηση, τότε η εξασφάλιση των Καθ' ων η Αίτηση θα καθίστατο άνευ αντικειμένου και αδρανής, χωρίς οποιοδήποτε ενδεχομένως αντίκρισμα. Ένα τέτοιο όμως αποτέλεσμα θα προκαλούσε παρέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση - δικαίωμα του συμβάλλεσθαι όπως προνοείται στο άρθρο 26 του Συντάγματος - ή και παραβίαση αυτού». Επομένως η διατήρηση του status quo συνηγορεί σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της υπό εξέταση αίτησης καθ' ότι με τον τρόπο αυτό θα διαφυλαχτούν τα συμβατικά και συνταγματικά δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. Στην απουσία δε συγκεκριμένης και εξειδικευμένης αμφισβήτησης των όρων της Υποθήκης Υ1086/2008 από τους αιτητές, δεν μπορεί να θεωρηθεί στην παρούσα ότι αμφισβητείται επαρκώς η εγκυρότητα της Υποθήκης Υ1086/
  6. Προκύπτει συνεπώς ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα η καθ' ης η αίτηση να υποστεί πολύ μεγαλύτερη ζημιά από αυτή που κατ' ισχυρισμό τους θα υποστούν οι αιτητές σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος τους. Και τούτο εφόσον ως έχει επισημανθεί και ως παραδέχονται και οι ίδιοι οι αιτητές γιατί η όποια ζημιά τους θα μπορεί σαφώς να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αποζημιωθεί από την καθ' ης η αίτηση. Επισημαίνεται δε ότι δεν έχει καν καταδειχθεί ότι δια του επίδικου πλειστηριασμού η καθ' ης η αίτηση θα εισπράξει ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη. Λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη η καθ' ης η αίτηση και αυτές που διενεργήθηκαν από τους κ.κ. Νίκος Λοϊζίδης & Συνεργάτες, Εκτιμήσεις Ακινήτων ΕΠΕ και κ.κ. Lefkios Vassiliou & Co - Τεκμ. 36 και 37 στην ΕΔ Θεοδώρου - η συνολική αγοραία αξία του υπό πλειστηριασμό ακινήτου ως αυτή θα υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 44Δ του Ν. 9/1965 ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 357.500, σε αντίθεση με την κατ' ισχυρισμό των αιτητών αξία στην παράγραφο 8.91 της ΕΔ Σιλβέστρου, η οποία, επισημαίνεται, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε εκτίμηση (βλ. ανάλογο σχετικό σχόλιο του Δικαστηρίου στη Chr Karaolis Developments Ltd (ανωτέρω). Το ποσό προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η επίδικη υποθήκη ανερχόταν την 30.08.2018 σύμφωνα με την κατάσταση οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους που συνοδεύει την Ειδοποίηση «Ι» συνολικά σε Ευρώ 296.849,03 πλέον τόκοι αναφορικά με την Υποθήκη Υ1086/2008 - Τεκμ. 30 - 32 στην ΕΔ Θεοδώρου. Κατά συνέπεια δέχομαι όσα η καθ' ης η αίτηση διατείνεται ότι και αν ακόμα προχωρήσει ο πλειστηριασμός και το ενυπόθηκο ακίνητο πωληθεί στο 80% της αγοραίας αξίας του ως αυτή θα υπολογιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 44Δ και 44Ε του Ν. 9/1965, ήτοι στο 80% του ποσού των Ευρώ 357.500 το οποίο ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 286.000, το ποσό που θα εισπράξει η καθ' ης η αίτηση δε θα καλύψει και εξασφαλίσει καν ολόκληρο το ποσό για το οποίο παραχωρήθηκε η επίδικη υποθήκη, πόσω μάλλον το ποσό της επίδικης οφειλής των αιτητών προς την καθ' ης η αίτηση η οποία ανέρχεται ποσό των Ευρώ 368.143,82 - Τεκμήριο 41 στην ένορκη δήλωση Θεοδώρου. Εν πάση περιπτώσει, οποιοδήποτε επιπλέον ποσό τυχόν εισπραχθεί από την καθ' ης η αίτηση από τον πλειστηριασμό το οποίο υπερβαίνει το ποσό της εξασφάλισής της δυνάμει της επίδικης υποθήκης, θα επιστραφεί στους αιτητές μετά την εξόφληση άλλων εμπράγματων βαρών επί της επίδικης ακίνητης περιουσίας των αιτητών. Οι αιτητές διατείνονται στην παράγραφο 8.94 της ΕΔ Σιλβέστρου ότι σύμφωνα με τον εκτιμητή κύριο Ανδρέα Νικολάου, η πώληση πέντε ακινήτων των αιτητών επαρκεί για να καλύψει τις οφειλές τους προς την καθ' ης η αίτηση οι οποίες εξασφαλίζονται με το επίδικο ακίνητο και περισσεύει για να καλύψει και τις οφειλές τους στη βάση της Σύμβασης Δανείου. Πλην όμως οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι αόριστοι, μετέωροι και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Εξάλλου, οι ίδιοι οι αιτητές παραδέχονται στην παράγραφο 8.92 ότι υποθήκευσαν προς όφελος της καθ' ης η αίτηση την εν λόγω ακίνητη περιουσία τους στην οποία κάνουν αναφορά. Κατ' επέκταση είναι αμφίβολο κατά πόσο η εισήγησή τους στην παράγραφο 8.94 της ΕΔ Σιλβέστρου για εναλλακτική διευθέτηση του χρέους τους στην παρούσα είναι εφικτή. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι από πλευράς των αιτητών δεν τέθηκε εκείνη η μαρτυρία που να πείθει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους αυτοί θα υποστούν μεγαλύτερη βλάβη ή ζημιά απ' ότι η καθ' ης η αίτηση η οποία έχει προσκομίσει μαρτυρία ότι της οφείλονται ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά, κάτι που ουσιαστικά δεν αμφισβητείται επαρκώς, παρά μόνο το ύψος αυτών. Επιπλέον, θα έλεγα, και συμφωνώ προς τούτο με την καθ' ης η αίτηση, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποτελέσει ανεπιθύμητο προηγούμενο εφόσον στην ουσία θα συνεπάγεται ότι οποιοσδήποτε ενυπόθηκος δανειστής σε αγωγή εναντίον του θα μπορεί στη βάση μιας γενικής, αβάσιμης και ατεκμηρίωτης απαίτησης να αναστέλλει επικείμενη διαδικασία πλειστηριασμού και να αποστερεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη την ενάσκηση των νομικών και συμβατικών του δικαιωμάτων (βλ. Διογένους ανωτέρω). Κρίνω επομένως ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της απόρριψης της αίτησης και της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ και με την εξέταση των λόγων ένστασης (στ), (ζ) και (η): Η διαδικασία πλειστηριασμού των επίδικων ακινήτων στη βάση του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 αποτελεί καθ' όλα νόμιμη και νομότυπη διαδικασία, ουδόλως καταχρηστική εφόσον το ίδιο το άρθρο 44Α
(4)του Ν.9/1965 επιτρέπει τη συνύπαρξη αγωγής ταυτόχρονα με τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 καθ' ότι προνοεί ρητώς ότι: «Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». Επιπλέον το άρθρο 44Α
(3)του Ν.9/1965 επιτρέπει τη συνύπαρξη της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI του Ν. 9/1965 συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 37 του Ν. 9/
  1. Κατ' επέκταση η επίδοση της Ειδοποίησης Ν.275 - Τεκμ. 9 στην ΕΔ Σιλβέστρου - η οποία στην ουσία σηματοδοτούσε την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7651 δυνάμει του άρθρου 37 του Ν. 9/1965 από την καθ' ης η αίτηση δεν συνιστά κώλυμα προώθησης της διαδικασίας πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIΑ του Ν. 9/1965, ούτε και καθιστά την εν λόγω διαδικασία καταχρηστική. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965 που να απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή, εφόσον έχει καταχωρήσει αγωγή, να προωθεί τη διαδικασία πλειστηριασμού του εν λόγω Μέρους του Ν. 9/
  2. Εν πάση περιπτώσει ως έχει νομολογηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 ουσιαστικά αποτελεί ρύθμιση της μεθόδου αξιοποίησης ενυπόθηκων ακινήτων που έχουν παραχωρηθεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων, χωρίς να δημιουργεί νέα δικαιώματα ή να επεμβαίνει σε Συνταγματικά ή άλλα αναγνωρισμένα από το νόμο δικαιώματα. Όπως επισημάνθηκε υπό του κ. Α. Δαβίδ, Π.Ε.Δ. στην απόφασή του ημερ. 18.09.2018 στην Αίτηση - Έφεση Αρ. 275/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας, KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, αναφορικά με το πνεύμα της τροποποίησης του Ν. 9/1965 μέσω του τροποποιητικού περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμου του 2018, Ν. 87(Ι)/2018: «Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης των από μακρού χρόνου ενυπόθηκων ακινήτων προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης των ακινήτων του για εγγραφή υποθηκών προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσω τους, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση των ακινήτων που με την ελεύθερη βούληση του ιδιοκτήτη τους έχουν ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Δεν δημιουργούν κάποιο νέο δικαίωμα για την καθ' ης αίτηση εφεσίβλητη τράπεζα. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, ειδικότερα για τον τρόπο που ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να εξασκήσει δικαιώματα που έχουν από μακρού χρόνου, συμβατικά, παραχωρηθεί στον ίδιο με τον καταρτισμό των σχετικών υποθηκών το 2008 και 2011, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και οι οποίοι στην ουσία τους συμφωνούν με τους λόγους ένστασης, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση που αποσκοπεί σε έκδοση διαταγμάτων για αναβολή ή αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.